Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά τριών αποφάσεων του Πρωτοδικείου με τις οποίες ακυρώθηκαν αποφάσεις της Επιτροπής και στις τρεις περιπτώσεις για τον μοναδικό λόγο της παράτυπης κυρώσεώς τους.
I - Περιστατικά και διαδικαστικό πλαίσιο
2 Στις 19 Δεκεμβρίου 1990, η Επιτροπή (1) εξέδωσε ορισμένες αποφάσεις που αφορούν την αγορά ανθρακικού νατρίου, ενός χημικού προϋόντος που χρησιμοποιείται στην κατασκευή γυαλιού. Σχετικές με τις παρούσες διαδικασίες είναι οι ακόλουθες από τις αποφάσεις αυτές:
- Απόφαση 91/298/ΕΟΚ, με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Solvay SA (στο εξής: Solvay) είχε συμμετάσχει σε εναρμονισμένη πρακτική κατανομής της γερμανικής αγοράς με ένα γερμανό παραγωγό, την CFK, και της επέβαλε πρόστιμο 3 εκατομμυρίων ECU·
- Απόφαση 91/299/ΕΟΚ, με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Solvay κατείχε, και εκμεταλλευόταν καταχρηστικώς, δεσπόζουσα θέση στην αγορά ανθρακικού νατρίου στη Δυτική Ευρώπη και της επέβαλε πρόστιμο 20 εκατομμυρίων ECU·
- Απόφαση 91/300/ΕΟΚ, με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Imperial Chemical Industries plc (στο εξής: ICI) κατείχε, και εκμεταλλευόταν καταχρηστικώς, δεσπόζουσα θέση στην αγορά ανθρακικού νατρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο και της επέβαλε πρόστιμο 10 εκατομμυρίων ECU (2).
3 Στις 2 Μαου 1991, η Solvay άσκησε προσφυγή σκοπούσα στην ακύρωση των αποφάσεων 91/298 και 91/299 (T-31/91 και T-32/91), ενώ στις 14 Μαου 1991 η ICI άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως 91/300 (T-37/91).
4 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Πρωτοδικείου στις αποκαλούμενες υποθέσεις PVC (3), η οποία περατώθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1991, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν κύρωσε τις πράξεις που εξέδωσε, πράγμα που δεν έπραξε επί 25 έτη. Το Πρωτοδικείο, με την απόφασή του της 27ης Φεβρουαρίου 1992 επί των υποθέσεων αυτών, έκρινε ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής στις διαδικασίες PVC ήταν ανυπόστατες. Με τις γραπτές τους απαντήσεις, που κατατέθηκαν αντιστοίχως στις 20 Δεκεμβρίου 1991 (T-31/91 και T-32/91) και στις 23 Δεκεμβρίου 1991 (T-37/91), καμία από τις προσφεύγουσες δεν έκανε οποιοδήποτε υπαινιγμό για το ζήτημα της κυρώσεως που ανέκυψε κατά την προφορική διαδικασία στις υποθέσεις PVC. Πάντως, κατόπιν της αποφάσεως PVC, η Solvay κατέθεσε ένα «συμπληρωματικό δικόγραφο» σε κάθε υπόθεση, στις 10 Απριλίου 1992, αναφερόμενη στις δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής στην υπόθεση PVC και στα άρθρα του Τύπου που δημοσιεύθηκαν στη Wall Street Journal στις 28 Φεβρουαρίου 1992 και στους Financial Times της 2ας Μαρτίου 1992 και προβάλλοντας ένα νέο λόγο κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να κηρυχθεί ανυπόστατη. Η ICI κατέθεσε, ομοίως, ένα «συμπληρωματικό υπόμνημα απαντήσεως» στις 2 Απριλίου 1992.
5 Η Επιτροπή κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις επί των νέων λόγων που προέβαλε η Solvay με χωριστό υπόμνημα στις 4 Ιουνίου 1992 και με το υπόμνημα της ανταπαντήσεως της 7ης Μαου 1992 στην υπόθεση ICI. Και στις δύο υποθέσεις, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο λόγος ήταν απαράδεκτος κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, δεδομένου ότι κατά τη διαδικασία δεν προέκυψε κανένα πραγματικό νομικό στοιχείο που να αφορά τις προβαλλόμενες διαφορές διατυπώσεως μεταξύ των κειμένων που κοινοποιήθηκαν και αυτών που δημοσιεύθηκαν.
6 Τον Μάρτιο του 1993, το Πρωτοδικείο έθεσε ορισμένες ερωτήσεις στους διαδίκους για ζητήματα που δεν συνδέονται άμεσα με τον νέο λόγο, στις οποίες οι διάδικοι απάντησαν τον Μάιο του 1993.
7 Το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 15ης Ιουνίου 1994 (4), αποφαινόμενο επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC, έκρινε ότι οι επίδικες αποφάσεις της Επιτροπής, καίτοι ανυπόστατες, πρέπει να ακυρωθούν, για τον λόγο ότι η εκ μέρους της Επιτροπής έλλειψη κυρώσεως των αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 12 του εσωτερικού της κανονισμού συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου.
8 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, στις 6 Ιουλίου 1994, το Πρωτοδικείο διαβίβασε ορισμένες ερωτήσεις στους διαδίκους, καλώντας τους να διατυπώσουν τις απόψεις τους για τα συμπεράσματα που μπορεί να συναχθούν από την αίτηση αναιρέσεως PVC. Από την Επιτροπή ζητήθηκε να προσκομίσει τα αποσπάσματα των πρακτικών των συνεδριάσεών της κατά τις οποίες υιοθετήθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και το κείμενο των αποφάσεων αυτών, «όπως είχε τότε κυρωθεί στις γλώσσες στις οποίες το κείμενο είναι αυθεντικό, με τις υπογραφές του προέδρου και του γενικού γραμματέα και είχαν προσαρτηθεί στα πρακτικά». Με την απάντησή της, η Επιτροπή διατύπωσε την άποψη ότι το βάσιμο του λόγου που αφορά την κύρωση θα πρέπει να εξεταστεί μόνον αφού το Δικαστήριο κρίνει το παραδεκτό αυτού και αρνήθηκε να προσκομίσει τα ζητηθέντα έγγραφα.
9 Με μη δημοσιευθείσα διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1994, το Πρωτοδικείο εξέθεσε ότι ζητήθηκε από την Επιτροπή να προσκομίσει το κυρωθέν κείμενο στο πλαίσιο ενός μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας και ότι η Επιτροπή αρνήθηκε. Παρέθεσε την απόφαση του Δικαστηρίου επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC και ορισμένες άλλες αποφάσεις, ως προς το ότι «ο κοινοτικός δικαστής μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την παράβαση ουσιώδους τύπου». Με την αιτιολογία ότι είναι αναγκαίο να επεκτείνει την εξέταση των υποθέσεων, προκειμένου να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη τον λόγο που αφορά έλλειψη κυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, το Πρωτοδικείο υποχρέωσε την Επιτροπή να προσκομίσει το κείμενο των αποφάσεων, «όπως είχαν κυρωθεί τότε», μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1994 σε κάθε υπόθεση.
10 Η Επιτροπή απάντησε στις 11 Νοεμβρίου 1994, προσκομίζοντας «τα κυρωμένα κείμενα» (5) των προσβαλλομένων αποφάσεων στη γαλλική, αγγλική και γερμανική, με τον κυρωτικό τύπο, χωρίς χρονολογία, με υπογραφές του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής.
11 Το Πρωτοδικείο ακύρωσε τις τρεις αποφάσεις της Επιτροπής με αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 1995, κατά των οποίων η Επιτροπή ασκεί ήδη τις ακόλουθες αναιρέσεις:
- υπόθεση T-31/91, Solvay κατά Επιτροπής, που αφορά την απόφαση 91/298 (κατ' αναίρεση, C-287/95 P)·
- υπόθεση T-32/91, Solvay κατά Επιτροπής, που αφορά την απόφαση 91/299 (κατ' αναίρεση, C-288/95 P), και
- υπόθεση T-37/91, ICI κατά Επιτροπής, που αφορά την απόφαση 91/300 (κατ' αναίρεση, C-286/95 P) (6).
12 Σε κάθε μία από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Πρωτοδικείο προέβη στις ακόλουθες διαπιστώσεις:
- οι δηλώσεις των εκπροσώπων της Επιτροπής στην υπόθεση PVC, ότι το όργανο αυτό παρέλειπε επί αρκετά έτη να κυρώνει πράξεις που εκδίδει το σώμα των επιτρόπων, αποτελεί γεγονός που μπορούν να επικαλεσθούν οι προσφεύγουσες·
- δεδομένου ότι, ακόμη και με προσεκτική ανάγνωση του κοινοποιηθέντος κειμένου δεν θα γινόταν αντιληπτή η παράλειψη κυρώσεως, δεν μπορούσε να αναμένεται από τις προσφεύγουσες να επικαλεσθούν το γεγονός αυτό κατά την άσκηση των προσφυγών τους·
- το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου δεν προβλέπει ούτε προθεσμία ούτε οποιαδήποτε ιδιαίτερη διατύπωση για την προβολή ενός νέου λόγου· Ελλείψει δηλαδή του ρητού και σαφούς κανόνα κατά τον οποίο ένας νέος ισχυρισμός θα πρέπει να προβάλλεται αμέσως, ή εντός ορισμένης προθεσμίας, μετά την αποκάλυψη νέων πραγματικών ή νομικών γεγονότων τα οποία αφορά, οι προσφεύγουσες μπορούσαν να θέσουν το ζήτημα της κυρώσεως πριν από την προφορική διαδικασία·
- ακόμη και αν η διάταξη αυτή επέβαλε ένας νέος ισχυρισμός να προβάλλεται όσο το δυνατόν ταχύτερα, οι προσφεύγουσες τήρησαν, εν προκειμένω, την προϋπόθεση αυτή·
- ακόμη και αν οι προσφεύγουσες δεν δικαιούνταν να θέσουν το ζήτημα της κυρώσεως, το Πρωτοδικείο μπορούσε εν πάση περιπτώσει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη παραβάσεως ουσιώδους τύπου·
- το γεγονός και μόνον της μη τηρήσεως του ουσιώδους τύπου συνιστά την παράβαση, ανεξαρτήτως του αν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των κειμένων ή αν οι διαφορές αυτές ήταν ουσιώδεις·
- ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η κύρωση επήλθε εν προκειμένω μετά την άσκηση της αρχικής προσφυγής· ένα όργανο δεν μπορεί, χωρίς να προσβάλει την ασφάλεια δικαίου και τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων διαδίκων, να θεραπεύσει ένα ουσιαστικό ελάττωμα προβαίνοντας αναδρομικώς σε τακτοποίηση της καταστάσεως.
II - Οι σχετικές διαδικαστικές διατάξεις
13 Το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, έχει ως εξής:
«Οι πράξεις που εκδίδονται από την Επιτροπή (...) κυρώνονται στην ή στις γλώσσες στις οποίες το κείμενό τους είναι αυθεντικό, διά των υπογραφών του Προέδρου και του Εκτελεστικού Γραμματέα.
Τα κείμενα των πράξεων αυτών προσαρτώνται στα πρακτικά της Επιτροπής, στα οποία γίνεται μνεία της εκδόσεώς τους.
Ο Πρόεδρος κοινοποιεί, όταν χρειάζεται, τις πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή» (7).
14 Οι σχετικές διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών (8), είναι οι ακόλουθες:
Άρθρο 48, παράγραφος 2:
«Κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Αν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προβάλλει ο διάδικος νέο ισχυρισμό κατά τους όρους του προηγουμένου εδαφίου, ο Πρόεδρος μπορεί, μετά την εκπνοή των συνήθων δικονομικών προθεσμιών (...) να χορηγήσει στον αντίδικο προθεσμία για να απαντήσει.
Το Πρωτοδικείο επιφυλάσσει την κρίση του για το παραδεκτό του ισχυρισμού στην απόφαση με την οποία τερματίζεται η δίκη».
Άρθρο 65:
«Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων (...) 21 και 22 του Οργανισμού ΕΟΚ (...) στα αποδεικτικά μέσα περιλαμβάνονται:
(...)
β) η αίτηση παροχής πληροφοριών και η προσκόμιση εγγράφων·
(...)».
Άρθρο 66:
«§ 1
Το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, εκδίδει διάταξη που καθορίζει τα αποδεικτικά μέσα και τα θέματα αποδείξεως (...)
Η διάταξη επιδίδεται στους διαδίκους.
§ 2
Ανταπόδειξη και περαιτέρω επίκληση αποδεικτικών μέσων είναι δυνατή.»
III - Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως
15 Η Επιτροπή προβάλλει τους ίδιους δύο λόγους αναιρέσεως σε κάθε υπόθεση, που αφορούν αντιστοίχως το παραδεκτό του λόγου που προέβαλαν οι προσφεύγουσες ενώπιον του Πρωτοδικείου ως προς την κύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων και την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση του σκοπού της κυρώσεως και των συνεπειών από την έλλειψη κυρώσεως των αποφάσεων κατά τον χρόνο της εκδόσεώς τους. Κάθε ένας απ' αυτούς τους λόγους υποδιαιρείται σε τρία σκέλη τα οποία διατυπώνονται χωριστά. Η Επιτροπή διατύπωσε επίσης ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις προκειμένου να γίνει διάκριση μεταξύ των υπό κρίση υποθέσεων και των περιστατικών των υποθέσεων PVC και προκειμένου να καταδειχθεί ότι οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις δεν συνάδουν με άλλες αποφάσεις του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου επί του ζητήματος της κυρώσεως. Θα τις εξετάσω, καθόσον χρειάζεται, μαζί με τα επιχειρήματα των διαδίκων επί των κυρίων ισχυρισμών.
16 Με τον δεύτερο λόγο της, η Επιτροπή βάλλει, στην πραγματικότητα, κατά του εκ μέρους του Πρωτοδικείου χαρακτηρισμού της προϋποθέσεως κυρώσεως ως «ουσιώδους τύπου» υπό την έννοια του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ) και της διαπιστώσεώς του ότι η κύρωση πρέπει να πραγματοποιείται πριν από την κοινοποίηση του μέτρου. Δεδομένου ότι ο νομικός χαρακτήρας της προϋποθέσεως αυτής αποτελεί καίριο ζήτημα ενόψει των διαδικαστικών ζητημάτων, προτίθεμαι να εξετάσω πρώτα το ζήτημα αυτό, το οποίο τίθεται με το πρώτο και το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της Επιτροπής.
α) Κύρωση ως ουσιώδης τύπος
17 Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο:
- κρίνοντας ότι η κύρωση αποτελεί τυπική προϋπόθεση που πρέπει να τηρείται ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να δημιουργήσουν αμφιβολία ως προς τον αυθεντικό χαρακτήρα του κοινοποιηθέντος κειμένου των αποφάσεων και
- παραλείποντας να εξετάσει αν το προβληθέν ελάττωμα ήταν τέτοιας φύσεως ώστε να θίξει τα συμφέροντα του αποδέκτη της αποφάσεως, καθώς και μη αιτιολογώντας γιατί δεν προέβη στην εξέταση αυτή.
18 Στις βαλλόμενες σκέψεις, το Πρωτοδικείο παρέθεσε το συμπέρασμα του Δικαστηρίου στη σκέψη 76 της αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC, κατά το οποίο «η κύρωση των πράξεων αποτελεί ουσιώδη τύπο υπό την ιδιότητα του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ» και πρόσθεσε ότι:
«Πρέπει να διευκρινιστεί ότι η παράβαση αυτή στοιχειοθετείται αποκλειστικά και μόνον από τη μη τήρηση του επίμαχου ουσιώδους τύπου. Επομένως, δεν συνδέεται με το ζήτημα εάν τα κείμενα που εγκρίθηκαν, κοινοποιήθηκαν και δημοσιεύθηκαν παρουσιάζουν διαφορές και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, εάν οι διαφορές αυτές είναι ουσιώδεις ή όχι· [γι' αυτόν τον λόγο είναι άνευ σημασίας το ότι οι διαφορές των κειμένων που επισημάνθηκαν από την προσφεύγουσα (...) πρέπει να θεωρηθούν ως ασήμαντες]» (9).
19 H Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC, και ειδικότερα στη σκέψη 75 αυτής, για να υποστηρίξει ότι η μη κύρωση αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου μόνον όταν συνδυάζεται με ένα ή περισσότερα ελαττώματα του κοινοποιηθέντος κειμένου. Αν το Δικαστήριο είχε θελήσει να στηριχθεί μόνο στην έλλειψη κυρώσεως, δεν θα είχε εξετάσει τόσο λεπτομερώς τα λοιπά προβληθέντα ελαττώματα, ιδίως δε διαφορές μεταξύ κειμένων, στις σκέψεις 62 έως 73 της αποφάσεως. Η σκέψη 73 δείχνει ότι η προϋπόθεση κυρώσεως δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ανάγκη να είναι δυνατή η μετά βεβαιότητας εξακρίβωση του πλήρους κειμένου των πράξεων που εκδίδει το σώμα των επιτρόπων. Ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως ότι το κειμένο των προσβαλλομένων αποφάσεων είχε μεταβληθεί μετά την έκδοσή τους, το ζήτημα αν είχαν κυρωθεί δεν έχει σημασία, προκειμένου να επαληθευθεί αν τηρήθηκε ή όχι η αρχή της συλλογικότητας. Η άποψη αυτή, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, βρίσκεται σε αντιστοιχία προς άλλες αποφάσεις του Πρωτοδικείου (10) και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση Ισπανία κατά Επιτροπής (11). Η κρίση του Πρωτοδικείου που περιέχεται στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις θα πρέπει να έχει ακόμη περισσότερο αρνητικά αποτελέσματα απ' ό,τι το συμπέρασμά του περί ανυποστάτου στο οποίο κατέληξε στην υπόθεση PVC, το οποίο περιοριζόταν τουλάχιστον στα ειδικά περιστατικά της υποθέσεως.
20 Η Επιτροπή ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το επίθετο «ουσιώδης» στον όρο «ουσιώδης τύπος» αποτελεί έκφραση της αρχής της αναλογικότητας, με άλλα λόγια, ότι η κύρωση για την παράβαση της προϋποθέσεως αυτής πρέπει να είναι σε αντιστοιχία προς τη σοβαρότητα της πλάνης. Για να δικαιολογείται η ακύρωση, οι προσφεύγουσες θα έπρεπε να αποδείξουν ότι τα μέτρα θα ήταν διαφορετικά αν δεν υπήρχε το διαδικαστικό ελάττωμα, όπως καταφαίνεται από τις αποφάσεις Distillers Company κατά Επιτροπής (12) και Van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής (13), ειδικότερα δε από την απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC, όπου το Δικαστήριο εξέτασε αν τα διαδικαστικά ελαττώματα στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως της αποφάσεως PVC θα μπορούσαν να θίξουν το περιεχόμενό της. Στις υπό κρίση υποθέσεις, το Πρωτοδικείο έσφαλε παραλείποντας να εξετάσει αν τα συμφέροντα των προσφευγουσών θα μπορούσαν να είχαν θιγεί από την έλλειψη ταυτόχρονης κυρώσεως.
21 Η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία του όρου «ουσιώδης τύπος» είναι, κατά τη γνώμη μου, εσφαλμένη. Η Επιτροπή δεν κατορθώνει να κάνει διάκριση μεταξύ ουσιωδών τύπων και άλλων γενικών τυπικών προϋποθέσεων. Αυτό αποδεικνύεται από την ίδια τη διατύπωση του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου της, όπου το Πρωτοδικείο φέρεται να δέχθηκε ότι «η κύρωση αποτελεί τυπική προϋπόθεση» (14), ενώ το Πρωτοδικείο ρητώς μίλησε για «ουσιώδη τύπο» (15). Προκύπτει επίσης σαφώς από τη διατύπωση των παρατηρήσεών της με τις οποίες επιχειρείται να γίνει διάκριση της υποθέσεως αυτής από την υπόθεση PVC, υπό την έννοια ότι οι προσφεύγουσες όφειλαν να αποδείξουν κατά πόσο η προβαλλόμενη παράβαση έθιγε τα συμφέροντά τους.
22 Ενώ το Δικαστήριο απέφυγε αφηρημένους ορισμούς του όρου «ουσιώδης τύπος», νομίζω, σύμφωνα με τη νομολογία, ότι η έννοια αυτή χρησιμοποιείται αποκλειστικά για διαδικαστικές προϋποθέσεις που συνδέονται από τη φύση τους με τη διαμόρφωση και την έκφραση της προθέσεως της αρχής που προβαίνει στην έκδοση της πράξεως και ότι, όπως είναι σαφές από το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, κάθε παράβαση αυτής της προϋποθέσεως δικαιολογεί κατ' ανάγκη την ακύρωση του μέτρου εξ ολοκλήρου. Δεν είναι αναγκαίο, ούτε στις περισσότερες των περιπτώσεων δυνατό, για τον διάδικο που το επικαλείται, να αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερου αρνητικού αποτελέσματος για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του. Η παράβαση αποτελεί παράλειψη τηρήσεως ενός τόσο θεμελιώδους κανόνα που καθιστά πλημμελή την υιοθέτηση ή τη μορφή του μέτρου, ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ως η έγκυρη και αυθεντική πράξη του οργάνου.
23 Η ανάγκη να προσδοθεί γενικώς στους διαδικαστικούς κανόνες μια τόσο εξέχουσα σημασία εντός της κοινοτικής έννομης τάξεως δεν είναι το αποτέλεσμα υπερβολικής προσηλώσεως στην τυπολατρεία, αλλά, αντιθέτως, αποτελεί αντανάκλαση του γεγονότος ότι οι κανόνες αυτοί διασφαλίζουν ένα ελάχιστο βαθμό προσβάσεως στη διαδικασία εκδόσεως αποφάσεων για κάθε έναν από τους μετέχοντες θεσμικούς παράγοντες (όργανα, βοηθητικά όργανα, κράτη μέλη). Υπό αυτό ακριβώς το πρίσμα, ο γενικός εισαγγελέας Tesauro συνέκρινε προς ένα θεμελιώδες δικαίωμα το δικαίωμα «ενός κράτους μέλους για τήρηση των δικονομικών και μόνο κανόνων που το ίδιο έχει αποδεχθεί προηγουμένως» (16). Μολονότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες ο ιδιώτης μπορεί να επικαλεσθεί τους διαδικαστικούς αυτούς κανόνες έναντι της Επιτροπής μπορούν να είναι πιο περιορισμένες, το Δικαστήριο έχει προ πολλού αναγνωρίσει ότι η τήρηση εκ μέρους του οργάνου των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία του μπορεί επίσης να είναι «θεμελιώδης εξασφάλιση της Συνθήκης, ιδίως υπέρ των επιχειρήσεων και ενώσεων επιχειρήσεων στις οποίες εφαρμόζεται» (17), γεγονός που αντανακλάται στην προϋπόθεση του άρθρου 218, παράγραφος 2, ΕΚ (18), κατά το οποίο ο εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής σκοπεί στην «εξασφάλιση της λειτουργίας της και της λειτουργίας των υπηρεσιών της, κατά τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη».
24 Η υποχρέωση που υπέχει η εκδίδουσα την πράξη αρχή, να διαβουλεύεται με άλλα κοινοτικά ή βοηθητικά όργανα ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, καθιστά σαφή τον χαρακτήρα του ουσιώδους τύπου. Στην υπόθεση Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής (19), την πρώτη υπόθεση που εκδίκασε το Δικαστήριο ΕΚΑΞ, το Δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγέλτως αν η καθής είχε παραλείψει να ζητήσει τη γνώμη του Συμβουλίου, όπως υποχρεούνταν, προκειμένου να θεσπίσει μια ειδική διάταξη, όταν, θεωρούμενη σε συνδυασμό με μια προηγούμενη απόφαση, η διάταξη αυτή αποτελούσε, «συγκεκαλυμμένα, συμπλήρωση του ορισμού των απαγορευόμενων πρακτικών». Ομοίως, με την απόφαση Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής (20), το Δικαστήριο εξέτασε τον πρόσφορο χαρακτήρα της διαβουλεύσεως με τη Συμβουλευτική Επιτροπή της ΕΚΑΞ, διότι, αν ο λόγος που αντλούνταν από την έλλειψη διαβουλεύσεως «θεωρούνταν βάσιμος, θα δικαιολογούνταν αυτεπαγγέλτως ακύρωση συνεπεία παραβάσεως της Συνθήκης ή ουσιώδους τύπου». Το Δικαστήριο, στη συνέχεια, εξέτασε τη διαβούλευση με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο «στις περιπτώσεις που προβλέπει η Συνθήκη» (21) και τη διαβούλευση με τις συμβουλευτικές επιτροπές (22), της επιτροπής διαχειρίσεως (23) και τις κανονιστικές επιτροπές (24), υπό την έννοια ότι αποτελεί ουσιώδη τύπο: πράγματι, στην τελευταία κατηγορία υποθέσεων, το Δικαστήριο κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να εξακριβώσει αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να καταστήσει τη διαβούλευση αυτή προϋπόθεση του κύρους του μέτρου και επέμεινε στην ανάγκη αυστηρής τηρήσεως εκ μέρους της Επιτροπής του εσωτερικού κανονισμού της επιτροπής της οποίας ζητείται η γνώμη (25). Η θεσπισθείσα με διάφορα νομοθετικά μέτρα προϋπόθεση ότι η Επιτροπή πρέπει να διαβουλεύεται με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πριν λάβει αποφάσεις περί χρηματοδοτήσεως θεωρήθηκε επίσης ως ουσιώδης τύπος. Συγκεκριμένα, στις υποθέσεις Fonds social, το Δικαστήριο ακύρωσε τις προσβληθείσες αποφάσεις, διότι η Επιτροπή παρέλειψε σε κάθε περίπτωση να διαβουλευθεί με την Πορτογαλική Κυβέρνηση, όπως απαιτούσαν οι εφαρμοστέες διατάξεις του Ευρωπαϋκού Κοινωνικού Ταμείου: «Λαμβανομένης υπόψη της αποφασιστικής αναμίξεως [του ενδιαφερομένου κράτους μέλους] και της σημασίας των ευθυνών που αναλαμβάνει για την υποβολή και τον έλεγχο της χρηματοδοτήσεως των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, [η διαβούλευση αυτή] αποτελεί ουσιώδη τύπο, η μη τήρηση του οποίου συνεπάγεται την ακυρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως» (26).
25 Στη νομολογία μπορούν να ανευρεθούν άλλοι ουσιώδεις τύποι, ορισμένοι από τους οποίους έχουν πλέον άμεση σχέση με την παρούσα περίπτωση. Στην υπόθεση, π.χ., των ορμονών, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο όφειλε να τηρήσει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εσωτερικού του κανονισμού, που αφορά τη χρησιμοποίηση μιας έγγραφης διαδικασίας για την έκδοση πράξεων του Συμβουλίου, κατά την οποία απαιτείται η συμφωνία όλων των κρατών μελών: «δεν μπορεί δε να παρεκκλίνει από τον κανόνα αυτό ακόμη και με πλειοψηφία μεγαλύτερη απ' αυτή που απαιτείται για την έκδοση ή την τροποποίηση του εσωτερικού κανονισμού, χωρίς να τροποποιήσει νομοτύπως την πράξη αυτή» (27). Στην υπόθεση των ωοτόκων ορνίθων, το δημοσιευθέν κείμενο μιας οδηγίας του Συμβουλίου διέφερε σε τρία σημεία απ' αυτό που είχε υιοθετηθεί. Μολονότι το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητώς ότι «οι τροποποιήσεις που επέφερε η γενική γραμματεία του Συμβουλίου αφορούν μόνο την αιτιολογία της επίδικης οδηγίας και δεν θίγουν την πράξη υπό στενή έννοια», έκρινε ότι «η αιτιολογία μιας πράξεως αποτελεί ουσιώδες στοιχείο αυτής» και, δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις υπερέβαιναν απλές ορθογραφικές ή γραμματικές διορθώσεις, η οδηγία ακυρώθηκε (28). Γενικότερα, το Δικαστήριο έχει προ πολλού δεχθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως των δεσμευτικών πράξεων των κοινοτικών οργάνων συνιστά προϋπόθεση ουσιώδους τύπου (29). Σε πολλές υποθέσεις, αρχής γενομένης από της υποθέσεως των γενικευμένων τελωνειακών προτιμήσεων του 1986, το Δικαστήριο έκρινε ότι τόσο η εξακρίβωση του νομικού ερείσματος στο κείμενο του μέτρου όσο και, όταν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που ορίζονται από συντρέχοντα άρθρα της Συνθήκης είναι διαφορετικές, η επιλογή του κατάλληλου νομικού ερείσματος αποτελούν προϋπόθεση ουσιώδους τύπου (30).
26 Σε καμία απ' αυτές τις υποθέσεις το Δικαστήριο δεν εξέτασε τα συγκεκριμένα αποτελέσματα επί των συμφερόντων του προβάλλοντος παράβαση ουσιώδους τύπου ή το ζήτημα αν η έκβαση θα ήταν διαφορετική αν είχε τηρηθεί ο ουσιώδης αυτός τύπος. Σε ορισμένες υποθέσεις είναι σαφές ότι δεν είχαν υπάρξει τέτοια αποτελέσματα ή ότι η έκβαση δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει διαφορετική. Στο πλαίσιο των ένδικων διαδικασιών λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, π.χ., το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση ότι πρέπει να δίδεται στο κράτος μέλος η ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του συνιστά ουσιώδη τύπο, «ακόμα και αν δεν κρίνει σκόπιμο να το κάνει» (31). Το γεγονός ότι το εκδόν την πράξη όργανο μπορεί να επαναλάβει ένα μέτρο που ακυρώθηκε λόγω μη τηρήσεως αυτής της προϋποθέσεως δεν θίγει τον χαρακτηρισμό της ως «ουσιώδους». Πράγματι, αυτό έπραξε το Συμβούλιο κατόπιν της ακυρώσεως του κανονισμού του 1979 για την isoglucose και της οδηγίας του 1985 για τις ορμόνες. Και στις δύο περιπτώσεις το Δικαστήριο επιβεβαίωσε το κύρος του ληφθέντος προς αντικατάσταση μέτρου (32). Επίσης, ένα κοινοτικό όργανο δεν μπορεί να διαφύγει των συνεπειών της μη τηρήσεως μιας τέτοιας προϋποθέσεως, επιδιώκοντας να αποδείξει ότι η τήρησή της δεν θα είχε προσθέσει τίποτε στην εκ μέρους του εξέταση του επίμαχου μέτρου (33).
27 Η διαφορά μεταξύ ουσιώδους και μη ουσιώδους τύπου αποδίδεται παραστατικά με τις αποφάσεις που παρέθεσε συναφώς η Επιτροπή. Στην υπόθεση Distillers Company, η προσφεύγουσα προέβαλε ότι η συμβουλευτική επιτροπή στον τομέα των συμπράξεων και των μονοπωλίων δεν διέθετε ούτε τα πρακτικά της ακροάσεως ενώπιον της Επιτροπής ούτε ορισμένα έγγραφα που είχαν προσκομισθεί από την προσφεύγουσα και ότι η Επιτροπή της είχε παράσχει ένα ατελές αντίγραφο της καταγγελίας της οικείας εταιρίας. Η προσφεύγουσα επιχείρησε να παραστήσει τα στοιχεία αυτά ως «ουσιώδεις τύπους» που δικαιολογούσαν την εξ ολοκλήρου ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο δε γενικός εισαγγελέας τα χαρακτήρισε πράγματι με τις προτάσεις του ως συνιστώντα ουσιώδη τύπο (34). Το Δικαστήριο, αντιθέτως, θεώρησε ότι οι ισχυρισμοί αναφέρονταν εξ ολοκλήρου σε «διαδικαστικές πλημμέλειες» και, στην αλληλουχία αυτή, έκρινε ότι τα επιχειρήματα έπρεπε να εξεταστούν μόνον αν αποδεικνυόταν ότι ήταν δυνατό, «αν έλειπαν οι πλημμέλειες αυτές, η διοικητική διαδικασία να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα» (35). Με την απόφαση Van Landewyck κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο θεώρησε επίσης ότι το αντικείμενο του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή είχε ανακοινώσει εμπιστευτικές πληροφορίες σε τρίτους συνιστούσε διαδικαστική πλημμέλεια, η οποία, ακόμη και αν αποδεικνυόταν, θα δικαιολογούσε απλώς ακύρωση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο (36).
28 Νομίζω ότι από την έμμεση αιτιολόγηση που υφίσταται στις παρούσες υποθέσεις προκύπτει ότι, αν ένας ιδιαίτερος τύπος, κατά ορθή ερμηνεία των νομοθετικών διατάξεων που τον επιβάλλουν, είναι «ουσιώδης», τότε μπορεί να τύχει επικλήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου από οποιονδήποτε προσφεύγοντα που έχει την ικανότητα να είναι διάδικος ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς επιπλέον να είναι αναγκαίο να αποδειχτεί ότι η κατάσταση του προσφεύγοντος θα μπορούσε να ήταν διαφορετική αν είχε τηρηθεί ο τύπος αυτός ή ότι η παράβαση είχε ως συνέπεια να προσβληθούν τα δικαιώματά του ή να θιγούν τα συμφέροντά του. Ένα μέτρο που είναι κατ' εξοχήν πλημμελές υπό την έννοια αυτή συνιστά παράβαση των αντικειμενικών κανόνων νομιμότητας του κοινοτικού δικαίου παρά θίγει τα προσωπικά συμφέροντα ενός διαδίκου. Όπως θα καταδείξω στη συνέχεια, το ζήτημα της παραβάσεως μπορεί να τεθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο προκειμένου να διασφαλιστεί ότι δεν επιτρέπεται το μέτρο να παραμένει σε ισχύ περισσότερο χρόνο απ' όσο είναι αναπόφευκτο. Ο αντικειμενικός χαρακτήρας τέτοιων διαδικαστικών προϋποθέσεων προκύπτει σαφώς από το συμπέρασμα του Δικαστηρίου στην υπόθεση των ορμονών κατά το οποίο «οι κανόνες που διέπουν τον σχηματισμό της βούλησης των κοινοτικών οργάνων διατυπώνονται στη Συνθήκη και δεν τελούν στη διάθεση ούτε των κρατών μελών ούτε αυτών των οργάνων» (37). Το ίδιο ισχύει mutatis mutandis για άλλους διαδικαστικούς κανόνες που τα κοινοτικά όργανα έχουν θεσπίσει για τα ίδια ή, στην περίπτωση της Επιτροπής όταν αυτή ασκεί εκτελεστικές εξουσίες, έχουν επιβάλει στον εαυτό τους.
29 Πάντως, δεν μπορούν όλες οι διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού των θεσμικών και άλλων κοινοτικών οργάνων που συμμετέχουν στην επί πολιτικού ή διοικητικού επιπέδου έκδοση αποφάσεων να θεωρηθούν ότι συνιστούν ουσιώδη τύπο. Στην υπόθεση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, το προσφεύγον κράτος μέλος υποστήριξε ότι το Κοινοβούλιο είχε παραβεί τον κανόνα 48 του εσωτερικού του κανονισμού υιοθετώντας το προσβαλλόμενο ψήφισμα, με τη διαδικασία του επείγοντος, ενώ το αντικείμενο του ψηφίσματος δεν ήταν ούτε επίκαιρο ούτε επείγον. Το Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα αυτό για τον λόγο ότι «η απόφαση του Κοινοβουλίου για διεξαγωγή συζητήσεως, κατά τη διάρκεια των επικαίρων και επειγόντων θεμάτων επί προτάσεως ψηφίσματος όσον αφορά συγκεκριμένο θέμα, εμπίπτει στην εσωτερική οργάνωση των εργασιών του και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον δικαστικό έλεγχο» (38). Ομοίως, στην υπόθεση Nakajima κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι το Συμβούλιο δεν τήρησε τον εσωτερικό του κανονισμό, περιλαμβάνοντας στην ημερησία του διάταξη την εξέταση μιας προτάσεως της Επιτροπής η οποία δεν είχε τεθεί εγκαίρως και σε όλες τις απαιτούμενες γλώσσες στη διάθεση των μελών. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδίως ότι «σκοπός του εσωτερικού κανονισμού ενός κοινοτικού οργάνου είναι η οργάνωση της εσωτερικής λειτουργίας των υπηρεσιών του προς εξασφάλιση της χρηστής διοικήσεως. Συνεπώς, οι κανόνες τους οποίους καθιερώνει, ιδίως σχετικά με την οργάνωση διασκέψεων και τη λήψη αποφάσεων, έχουν κυρίως ως σκοπό να εξασφαλίζουν την απρόσκοπτη διεξαγωγή των συζητήσεων, με πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των μελών του οργάνου. Κατά συνέπεια, φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να επικαλούνται παραβίαση των εν λόγω κανόνων που δεν αποσκοπούν στην προστασία των ιδιωτών» (39).
30 Το Δικαστήριο δεν εξέτασε στην υπόθεση αυτή το ζήτημα αν οι συγκεκριμένες διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου συνιστούσαν ουσιώδη τύπο. Πάντως, από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz στην υπόθεση αυτή (40) προκύπτει σαφώς ότι οι ισχυρισμοί της προσφεύγοας ήταν αβάσιμοι, δεδομένου ότι ο εσωτερικός κανονισμός του Συμβουλίου επέτρεπε να περιληφθούν καθυστερημένα ορισμένα σημεία στην προσωρινή ημερήσια διάταξη αν όλα τα μέλη ήταν σύμφωνα (41) και ότι τα έγγραφα ήταν πράγματι διαθέσιμα σε όλες τις αναγκαίες για την ψηφοφορία γλώσσες. Οι λέξεις με τις οποίες το Δικαστήριο απάντησε στο επιχείρημα αυτό μπορούν να εκληφθούν υπό την έννοια ότι σκοπούσαν να αποθαρρύνουν ενδεχόμενους διαδίκους από το να διατυπώσουν υστερόβουλα επιχειρήματα σχετικά με τη εσωτερική λειτουργία των οργάνων. Η εν προκειμένω προσφεύγουσα ζήτησε από το Δικαστήριο να υποχρεώσει το Συμβούλιο να προσκομίσει τα προπαρασκευαστικά κείμενα που αφορούσαν την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού (42). Εν πάση περιπτώσει, η υπόθεση Nakajima αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, σαφές νομολογιακό προηγούμενο για το ότι, όταν ο εσωτερικός κανονισμός ενός οργάνου αποσκοπεί «στην προστασία των ιδιωτών», ή ενδεχομένως των κρατών μελών, όπως στις προπαρατεθείσες υποθέσεις για τις ορμόνες ή των προϋόντων των δομικών κατασκευών (43), οι κανόνες αυτοί συνιστούν ουσιώδη τύπο (44). Αυτό επιβεβαιώθηκε υπό θεαματικές περιστάσεις με τη νομολογία που αφορά της υποθέσεως PVC.
31 Το αν η Επιτροπή ορθώς αναφέρεται στην απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC για να δείξει ότι η έλλειψη κυρώσεως αποτελεί απλώς παράβαση ουσιώδους τύπου όταν αυτός συνδυάζεται με ένα ή περισσότερα ελαττώματα που καθιστούν πλημμελές το κοινοποιηθέν κείμενο εξαρτάται από την ερμηνεία της αποφάσεως του Δικαστηρίου επ' αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως . Η Επιτροπή προβάλλει ότι η έλλειψη κυρώσεως συνιστά παράβαση μόνον όταν μπορεί να αποδειχθεί ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ του υιοθετηθέντος κειμένου και αυτού που κυρώθηκε. Στις σκέψεις 62 έως 73 της αποφάσεως, το Δικαστήριο, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν «προέβη (...) σε λεπτομερή εξέταση των άλλων ελαττωμάτων που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με την απόφασή του της 27ης Φεβρουαρίου 1992, όσον αφορά ιδίως τις διαφορές μεταξύ κειμένων και το ζήτημα της "εξουσιοδοτήσεως"». Αντιθέτως, το Δικαστήριο υπέμνησε τη νομολογία του επί της αρχής της συλλογικής ευθύνης (σκέψεις 62, 63, και 71), εξέθεσε ότι «η τήρηση της αρχής (...) αυτής ενδιαφέρει απαραιτήτως τα υποκείμενα δικαίου τα οποία αφορούν τα έννομα αποτελέσματα» των αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού (σκέψεις 64 και 65) και κατέστησε σαφή τη σημασία της αιτιολογήσεως των αποφάσεων αυτών (σκέψεις 65 έως 69), πριν κρίνει ότι «η γραπτή διαμόρφωση της πράξεως συνιστά την απαραίτητη έκφραση της βουλήσεως της αρχής που την εκδίδει» (σκέψη 70). Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού αντανακλά την «υποχρέωση της Επιτροπής (...) να λαμβάνει τα μέτρα που είναι πρόσφορα προκειμένου να καθίσταται δυνατός ο μετά βεβαιότητας καθορισμός του πλήρους κειμένου των πράξεων που εγκρίθηκαν από την ολομέλεια» και ότι «η κύρωση των πράξεων (...) έχει ως στόχο την προστασία της ασφάλειας δικαίου παγιώνοντας το κείμενο που εγκρίθηκε από την ολομέλεια στις γλώσσες που είναι αυθεντικό. Επιτρέπει επομένως να εξακριβωθεί, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, αν τα κοινοποιηθέντα ή δημοσιευθέντα κείμενα ανταποκρίνονται πλήρως προς το κείμενο που εγκρίθηκε από την ολομέλεια και, συγχρόνως, προς τη βούληση του συντάκτη τους» (σκέψεις 73 έως 75). Υπό το φως ακριβώς αυτών των παρατηρήσεων το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 76, ότι
«η κύρωση των πράξεων η οποία προβλέπεται από το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, αποτελεί ουσιώδη τύπο υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά της παραβάσεως του οποίου χωρεί προσφυγή ακυρώσεως».
32 Αφού προσδιόρισε τη φύση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να κυρώνει τις πράξεις της, το Δικαστήριο κατέληξε ότι «η Επιτροπή (...) παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 12, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού της, παραλείποντας να προβεί στην κύρωση της επίδικης αποφάσεως σύμφωνα με τους όρους του άρθρου αυτού» και την ακύρωσε για «παράβαση ουσιώδους τύπου» (σκέψεις 4 και 8).
33 Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού νομίζω ότι είναι σαφές και ανεπίδεκτο παρερμηνείας. Το Δικαστήριο δεν είπε στη σκέψη 76 ότι η κύρωση αποτελεί ουσιώδη τύπο μόνον αν ο διάδικος που τον επικαλείται μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη ελαττωμάτων ή παραβιάσεως της αρχής του αναλλοίωτου. Στην πραγματικότητα, αφού συνόψισε τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες για την ως εκ τούτου ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως (σκέψεις 56 και 57), εξέθεσε ρητώς ότι δεν ήταν αναγκαίο να τα εξετάσει (σκέψη 78). Στα χωρία που επικαλείται η Επιτροπή (σκέψεις 62 έως 73), το Δικαστήριο διευκρίνισε απλώς γιατί μια διάταξη του εσωτερικού κανονισμού ενός οργάνου, την οποία η Επιτροπή παρουσίασε ως «τυπική απλώς διαδικασία που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της μνήμης» (σκέψη 75), πρέπει να χαρακτηρισθεί ως ουσιώδης τύπος. Όπως σημείωσα ανωτέρω τον χαρακτήρα αυτόν δεν τον έχουν όλοι οι διαδικαστικοί κανόνες των οργάνων.
34 Ο ισχυρισμός της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η κύρωση αποτελεί ουσιώδη τύπο μόνο «στην περίπτωση αμφισβητήσεως» νομίζω ότι στηρίζεται σε ένα φαύλο κύκλο. Η απόδειξη ότι το κυρωθέν κείμενο διαφέρει από αυτό που υιοθετήθηκε ισοδυναμεί με ουσιαστική απόδειξη της ελλείψεως κυρώσεως. Δεν έχει νόημα να προστεθεί ότι, σε μία τέτοια περίπτωση, η έλλειψη ρητής κυρώσεως αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου· αυτό ισοδυναμεί με στέρηση του όρου «ουσιώδης τύπος» από κάθε έννοια. Πρόκειται για λέξεις που έχουν συγκεκριμένη έννοια, συναρτώμενες, στο πλαίσιο της Συνθήκης, με τη συνέπεια της ακυρώσεως. Το Δικαστήριο, στην απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC, επέλεξε με προσοχή τις λέξεις του, το δε Πρωτοδικείο συνήγαγε τα σωστά συμπεράσματα στο χωρίο που παρέθεσα στο σημείο 18 αυτών των προτάσεων.
35 Επομένως, είναι άστοχο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν δημιουργήθηκε καμία αμφιβολία ως προς τα ζητήματα που διασφαλίζει η κύρωση και ότι, σε αντίθεση προς την υπόθεση PVC, δεν υπήρχε καμία απόδειξη για το ότι το κείμενο αλλοιώθηκε. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει το πρωτότυπο των προσβαλλομένων αποφάσεων όπως είχαν τότε κυρωθεί, δεν υπήρχε «αυθεντικό πρωτότυπο» και το Πρωτοδικείο δεν είχε κανένα τρόπο να πληροφορηθεί αν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των αποφάσεων που υιοθετήθηκαν και αυτών που κοινοποιήθηκαν και, κατά τη γνώμη μου, ορθώς αποφάνθηκε κατά αυτόν τον τρόπο. Όπως και η υποχρέωση αιτιολογήσεως, έτσι και η υποχρέωση κυρώσεως χρησιμεύει ως αρωγή προς το Δικαστήριο κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του ασκήσεως δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων της Επιτροπής «σε περίπτωση αμφισβητήσεως».
36 Ως προς το λυσιτελές της εκ μέρους της Επιτροπής παραθέσεως των άλλων υποθέσεων στις οποίες προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου η έλλειψη κυρώσεως, νομίζω, ότι, ακόμη και αν αποδεικνυόταν κάποια ασυνέπεια μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου κατά της οποίας δεν ασκήθηκε αναίρεση προς μία άλλη κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση, αυτό δεν αποτελεί, καθεαυτό, λόγο αναιρέσεως της δεύτερης αυτής αποφάσεως. Επιπλέον, όπως τόνισαν οι αναιρεσίβλητες, η χαρακτηριστική διαφορά μεταξύ των υποθέσεων στις οποίες αναφέρθηκε η Επιτροπή και των εν προκειμένω περιπτώσεων συνίσταται στο ότι στις υποθέσεις εκείνες οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είχαν όλες εκδοθεί είτε μετά τις επ' ακροατηρίου συζητήσεις (SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, 5 Φεβρουαρίου 1992, και Deere κατά Επιτροπής, 17 Φεβρουαρίου 1992) είτε μετά την έκδοση της αποφάσεως (Dunlop Slazenger κατά Επιτροπής, 18 Μαρτίου 1992) στις υποθέσεις PVC (45). Η Επιτροπή ρητώς αναγνώρισε ότι άρχισε να λαμβάνει μέτρα για την αντιμετώπιση «του προβλήματος PVC» στις αρχές του 1992, και ότι επικαλέσθηκε αυτή τη μεταβολή πρακτικής στην υπόθεση SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (46).
37 Για τον ίδιο λόγο, η απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής (47) δεν ενισχύει την άποψη της Επιτροπής. Η προσβαλλόμενη στην παρούσα υπόθεση απόφαση εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1992, πολύ αργότερα από τη μεταβολή της πρακτικής της Επιτροπής σε ζητήματα κυρώσεως. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα προβάλλει συναφώς αντικανονική κοινοποίηση και όχι παράβαση της υποχρεώσεως κυρώσεως. Σ' αυτό ακριβώς το πλαίσιο, ο γενικός εισαγγελέας Lenz ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε η «παραμική ένδειξη» ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τον εσωτερικό της κανονισμό (48).
38 Επομένως φρονώ ότι, στις παρούσες υποθέσεις, η προϋπόθεση κυρώσεως κατά το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων, συνιστά ουσιώδη τύπο. Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τα ζητήματα της υπάρξεως και της ουσιαστικής φύσεως οποιωνδήποτε διαφορών μεταξύ κειμένων. Οι λόγοι για την εν προκειμένω κρίση του καθίστανται επαρκώς σαφείς από τον χαρακτηρισμό της διαδικαστικής πλημμέλειας ως παραβάσεως ουσιώδους τύπου. Κατόπιν αυτού, το πρώτο και το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της Επιτροπής πρέπει να απορριφθούν.
β) Το περιεχόμενο της υποχρεώσεως κυρώσεως
39 Απομένει προς εξέταση το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της Επιτροπής. Με το σκέλος αυτό προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο και προέβη σε εσφαλμένη αιτιολόγηση κρίνοντας ότι η κύρωση πρέπει να γίνεται πριν κοινοποιηθεί η πράξη και δεχόμενο ότι η κύρωση ήταν, εν προκειμένω, αντικανονική.
40 Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο κακώς θεώρησε ότι η κύρωση αποτελεί μέρος της διαδικασίας εκδόσεως της αποφάσεως. Η έκδοση συντελείται όταν το σώμα υιοθετεί το σχέδιο της αποφάσεως. Αυτό παράγει αποτελέσματα προς τα έξω με την κοινοποίησή της. Ενδεχόμενα ελαττώματα εμφανιζόμενα μετά τη έκδοση της αποφάσεως δεν μπορούν να επηρεάσουν το κύρος της. Επομένως, ενδεχόμενα ελαττώματα της κοινοποιήσεως μπορούν να θεραπευθούν. Αποτελεί παράδοξο να προσδίδεται μια τόσο απόλυτη σημασία σε μια εσωτερική διαδικασία. Είναι αδύνατο στην πράξη να κυρώνει η Επιτροπή επείγουσες πράξεις πριν από την κοινοποίησή τους. Δεδομένου ότι το «αυθεντικό πρωτότυπο» του κειμένου που προσκομίστηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου αντιστοιχεί επακριβώς (49) προς το κοινοποιηθέν κείμενο, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να κρίνει ότι δεν διασφαλιζόταν το σχετικό με την ασφάλεια δικαίου δικαίωμα των προσφευγουσών. Το Πρωτοδικείο υπήρξε ασυνεπές, δεχόμενο ότι η εν λόγω εκ των υστέρων κύρωση αποτελούσε απόδειξη για το ότι η αιτιολογική σκέψη 63 της αποφάσεως 91/299/ΕΟΚ (Solvay, καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως) υιοθετήθηκε από το σώμα των επιτρόπων, όχι όμως και ότι η απόφαση στο σύνολο της υιοθετήθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο. Επίσης, έσφαλε επιτρέποντας στις προσφεύγουσες να προβάλουν εκ των υστέρων έναν ισχυρισμό, αρνούμενο όμως να επιτρέψει στην Επιτροπή να κυρώσει εκ των υστέρων τις αποφάσεις της.
41 Η άποψη της Επιτροπής επί του περιεχομένου της υποχρεώσεως κυρώσεως στερείται κατά τη γνώμη μου ερείσματος. Η υποχρέωση κυρώσεως πράξεων πριν από την κοινοποίηση απορρέει από το κείμενο του άρθρου 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, κατά τη σαφή έννοια του οποίου η κύρωση προηγείται της προσαρτήσεως των πράξεων στα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής και της κοινοποιήσεώς τους, όπως εξέθεσε το Πρωτοδικείο στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις (50). Στην απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε, διότι η Επιτροπή παρέλειψε να την κυρώσει «σύμφωνα με τους όρους του άρθρου αυτού» (51). Αυτή είναι επίσης η μόνη ερμηνεία που θα ήταν συνεπής με το άρθρο 192, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 256 ΕΚ), το οποίο ορίζει ότι η εθνική αρχή που ορίζει το κράτος μέλος πρέπει να προβαίνει στην περιαφή του εκτελεστήριου τύπου στις αποφάσεις της Επιτροπής που επιβάλλουν χρηματική υποχρέωση «μετά έλεγχο της γνησιότητας μόνο του τίτλου». Σε περίπτωση μη κυρώσεως τέτοιων αποφάσεων σε κάθε περίπτωση, υφίσταται κίνδυνος, τουλάχιστον τυπικά, να μην μπορούν να εκτελεστούν, ενώ η σαφής πρόθεση κατά το άρθρο 192 είναι η κύρωση να χωρεί συστηματικά (52).
42 Κακώς επίσης η Επιτροπή προβάλλει ότι η απόφαση είναι «πλήρης και τέλεια» άπαξ υιοθετήθηκε από το σώμα των επιτρόπων. Το άρθρο 191, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 254, παράγραφος 3, ΕΚ) ορίζει ότι «οι αποφάσεις κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους και αποκτούν ενέργεια με την κοινοποίησής τους». Κατά συνέπεια, αποφάσεις της Επιτροπής όπως οι υπό κρίση δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα χωρίς κοινοποίηση. Οι αποφάσεις που επηρεάζουν τη νομική κατάσταση των αναιρεσιβλήτων αποτελούν σύνθετες πράξεις που χρήζουν τόσο εκδόσεως σύμφωνα με την αρχή της συλλογικής ευθύνης όσο και προσήκουσας κοινοποιήσεως. Μολονότι η έκδοσή τους μπορεί να είναι «πλήρης και τέλεια» από τη στιγμή κατά την οποία το σώμα περάτωσε τις συσκέψεις του, οι αποφάσεις δεν είναι «πλήρεις και τέλειες» όσον αφορά τους αποδέκτες τους κατά το χρονικό αυτό σημείο και, επομένως, μεταγενέστερες ενέργειες μπορούν να επηρεάσουν το κύρος τους, όπως, παραδείγματος χάριν, στην υπόθεση των ωοτόκων ορνίθων (53). Η μη κύρωση στην υπόθεση PVC ήταν μεταγενέστερη της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ίδιο δε μπορεί λεχθεί και για την παρούσα υπόθεση. Ούτε πράγματι είναι «παράδοξο» το ότι αποδίδεται τόση σημασία σε έναν κανόνα όπως το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής. Όπως σαφώς προκύπτει από την απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC, η διάταξη αυτή «έχει ως στόχο την προστασία της ασφάλειας δικαίου παγιώνοντας το κείμενο που εγκρίθηκε από την ολομέλεια στις γλώσσσες που είναι αυθεντικό» (54). Οι περιστάσεις που αποτελούν την αιτία της παρούσας διαδικασίας καταδεικνύουν τη χρησιμότητα ενός τέτοιου κανόνα.
43 Η ενδεχόμενη ουσιαστική αναγκαιότητα επείγουσας κοινοποιήσεως ορισμένων κατηγοριών αποφάσεων δεν νομίζω ότι αποτελεί αντίφαση προς την ανάγκη κυρώσεως των αποφάσεων πριν από την κοινοποίηση. Η θέσπιση κατάλληλης διαδικασίας για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος ουδόλως, είναι φρονώ, κάτι το αδιανόητο για την Επιτροπή (55). Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση, το χρονικό διάστημα διόμισι σχεδόν μηνών από την έκδοση των προσβαλλομένων αποφάσεων μέχρι την κοινοποίησή τους δεν υποδηλώνει την ύπαρξη εξαιρετικώς επείγουσας περιπτώσεως.
44 Επίσης, δεν θεωρώ πειστικές τις αιτιάσεις περί ασυνεπείας των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, καθόσον, κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο θεώρησε τη βαλλόμενη «κύρωση» ως απόδειξη για το ότι η αιτιολογική σκέψη 63 της αποφάσεως 91/299/ΕΟΚ υιοθετήθηκε από το σώμα των επιτρόπων, όχι όμως ως απόδειξη για το ότι τα κείμενα κυρώθηκαν στο σύνολό τους. Το επιχείρημα αυτό εμφανίζει παραποιημένη την κρίση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 47 της αποφάσεως T-32/91, κατά την οποία σκέψη (η υπογράμμιση δική μου):
«Η εξήγηση αυτή επιβεβαιώνεται από τον κυρωτικό τύπο που τέθηκε μεταγενέστερα επί του κειμένου της αποφάσεως, σύμφωνα με το οποίο η "συνημμένη σε παράρτημα αιτιολογική σκέψη 63 εγκρίθηκε από την Επιτροπή κατά την 1040ή σύνοδό της (...)". Ακόμη και αν η κύρωση αυτή δεν έγινε σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής (...), το Πρωτοδικείο φρονεί ότι πρέπει να γίνει δεκτή ως αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο προκύπτει ότι το σώμα πράγματι ενέκρινε την αιτιολογική σκέψη 63.»
45 Είναι σαφές από την υπογραμμισμένη φράση ότι δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ της κρίσεως που περιορίζεται στο ότι το κείμενο που υιοθέτησε η Επιτροπή περιείχε την αιτιολογική σκέψη που έλειπε από το κείμενο της αποφάσεως, που στη συνέχεια κοινοποιήθηκε, και της γενικότερης κρίσεως ότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχε κυρωθεί το κείμενο στο σύνολό του.
46 Η μομφή της Επιτροπής ότι το Πρωτοδικείο επέτρεψε σε μία προσφεύγουσα να προσθέσει ένα νέο ισχυρισμό εκ των υστέρων, ενώ «δεν επέτρεψε στην Επιτροπή να συμπληρώσει εκ των υστέρων την εσωτερική της διαδικασία», συγχέει δύο τελείως διαφορετικά ζητήματα, το μεν ένα σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων το δε άλλο σχετικά με το παραδεκτό ενός νέου επιχειρήματος. Επομένως, τα δύο ζητήματα ουδόλως σχετίζονται, αφού το άρθρο 48 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου επιτρέπει, σε ορισμένες περιστάσεις, την προβολή νέων ισχυρισμών, ενώ το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής σαφώς συνεπάγεται την κύρωση πριν από την κοινοποίηση για τους προεκτεθέντες λόγους.
47 Επομένως ορθώς, κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή όφειλε να κυρώσει τις προσβαλλόμενες αποφάσεις πριν από την κοινοποίηση και ότι η προϋπόθεση αυτή δεν τηρήθηκε υπό τις περιστάσεις των υπό κρίση υποθέσεων.
γ) Το παραδεκτό του ισχυρισμού που αφορά την κύρωση
48 Αν το Δικαστήριο συμφωνούσε με την ανάλυση μου ως προς το ζήτημα της κυρώσεως, αυτό θα αρκούσε για την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως. Το ότι το Πρωτοδικείο μπορεί αυτεπαγγέλτως να λάβει υπόψη το ζήτημα παραβάσεως «ουσιώδους τύπου» είναι σαφώς παγιωμένο από τη νομολογία που παραθέτει, ιδίως δε τις αποφάσεις Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής, Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής και Nold κατά Ανωτάτης Αρχής, που εξετάστηκαν ανωτέρω στο πλαίσιο του ορισμού αυτής της εννοίας (56). Πάντως, αν το Δικαστήριο δεν δεχτεί αυτά που προτείνω επί της ουσίας, οφείλω να εκφέρω γνώμη επί του ζητήματος αν το Πρωτοδικείο μπορούσε να δεχτεί να εξετάσει το ζήτημα της κυρώσεως ή να το λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις. Η Επιτροπή τόνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το δεύτερο αυτό σημείο ήταν το κύριο πρόβλημα, για τη λύση του οποίου ζήτησε την καθοδήγηση του Δικαστηρίου και το οποίο αποτέλεσε τον λόγο για την άσκηση των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως.
49 Στο πρώτο σκέλος του λόγου που αφορά το παραδεκτό του επιχειρήματος περί κυρώσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι οι δηλώσεις των εκπροσώπων της κατά και μετά την υπόθεση PVC θα μπορούσαν να αποτελούν νέο πραγματικό στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας. Η Επιτροπή ρητώς προβάλλει ότι αποτελούσε θεμελιώδες μέρος των ισχυρισμών της το ότι η κύρωση δεν συνιστά αυτοτελή ουσιώδη τύπο. Εξάλλου, αν το Δικαστήριο κατέληγε ότι η υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί στην κύρωση αποτελεί ουσιώδη τύπο, τότε, όπως παραδέχτηκε με κάθε ειλικρίνεια ο εκπρόσωπός της απαντώντας σε μία ερώτηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι θα μπορούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, να προβάλουν ισχυρές αποδείξεις για το ότι δεν πραγματοποιήθηκε η εν λόγω κύρωση.
50 Η Επιτροπή, εντούτοις, προβάλλει ότι οι δηλώσεις της για την γενικώς ακολουθούμενη πρακτική να μη κυρώνει τις πράξεις της δεν αποτελούσαν κάτι το επαρκώς εξειδικευμένο ώστε να χαρακτηρισθούν ως «πραγματικό στοιχείο». Επιδιώκει να στηρίζει την άποψή της στις υποθέσεις του πολυπροπυλενίου, όπου το Πρωτοδικείο απέρριψε ισχυρισμούς που στηρίζονταν στις ίδιες δηλώσεις (57). Σε αντίθεση προς τις παρούσες υποθέσεις, στην περίπτωση PVC ο νέος ισχυρισμός είχε τις ρίζες του σε ισχυρισμό που είχε προβληθεί από ορισμένες προσφεύγουσες με τα δικόγραφα των προσφυγών τους.
51 Η ICI σημειώνει ότι η Επιτροπή δεν αρνείται το αληθές των δηλώσεων στις οποίες προέβησαν οι εκπρόσωποί της κατά και μετά την υπόθεση PVC. Αμφότερες οι αναιρεσίβλητες προβάλλουν ότι οι δηλώσεις της Επιτροπής ήταν σημαντικές για τις προσφυγές τους ενώπιον του Πρωτοδικείου, καθόσον αποτελούσαν πραγματικό στοιχείο που θεμελίωνε ένα νέο νομικό ισχυρισμό. Το Πρωτοδικείο, κρίνοντας τις ενώπιόν του υποθέσεις του πολυπροπυλενίου, δεν αποφάνθηκε ότι οι δηλώσεις δεν συνιστούσαν νέο πραγματικό στοιχείο, ενώ από τη σκέψη 60 της αποφάσεως επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC προκύπτει ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός, που προβάλλεται κατά τη διάρκεια της δίκης, είναι παραδεκτός «στο μέτρο κατά το οποίο στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία» (58). Η Solvay προβάλλει ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου απέρριψε τα αιτήματα των προσφευγουσών να επαναληφθεί η προφορική διαδικασία στις υποθέσεις αυτές, αιτήματα ως προς τα οποία εφαρμόζονται αυστηρότερα κριτήρια παραδεκτού απ' ό,τι για έναν απλό νέο ισχυρισμό που διατυπώνεται κατά τη διάρκεια της δίκης.
52 Η αιτίαση της Επιτροπής όσον αφορά τον μη εξειδικευμένο χαρακτήρα των ισχυρισμών της στην υπόθεση PVC στηρίζεται στο κύριο επιχείρημά της ότι η έλλειψη κυρώσεως δεν συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, όταν ουδόλως αποδεικνύεται η ύπαρξη διαφορών μεταξύ του υιοθετηθέντος κειμένου και αυτού που κοινοποιήθηκε στους διαδίκους. Επ' αυτής της βάσεως, θα συμφωνούσα ότι μια απλώς γενική παραδοχή ότι δεν υφίσταται κύρωση δεν συνιστά επαρκή απόδειξη για την ύπαρξη τέτοιων διαφορών. Εντούτοις, στην, όπως υποθέτω, αντίθετη περίπτωση, δηλαδή ότι δεν απαιτείται απόδειξη για την ύπαρξη διαφορών, μία δήλωση όπως η εν προκειμένω έχει τελείως διαφορετικές συνέπειες και, στην περίπτωση αυτή, οι δηλώσεις μπορούν να συνιστούν πραγματικό στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
53 Στο δεύτερο σκέλος του λόγου της περί του παραδεκτού του ζητήματος της κυρώσεως, η Επιτροπή προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο πεπλανημένως έκρινε ότι δεν υφίστανται προθεσμίες για την προβολή νέων ισχυρισμών κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού του Διαδικασίας. Κατ' αυτήν, μια τέτοια ερμηνεία συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, η οποία αντανακλάται στις αυστηρές προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ και για την αναθεώρηση αποφάσεως κατά το άρθρο 125 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Μολονότι παραδέχεται ότι το άρθρο 48, παράγραφος 2, δεν τάσσει συγκεκριμένα καταλυτική ημερομηνία, δεδομένου ότι ο κατάλληλος χρόνος για την προβολή ενός νέου ισχυρισμού κατά τη διάρκεια της δίκης μπορεί να εξαρτάται από πάρα πολλές περιστάσεις, η Επιτροπή προβάλλει ότι κάθε νέος ισχυρισμός πρέπει να διατυπώνεται χωρίς καθυστέρηση και ότι, στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγουσες μπόρεσαν να προβάλουν τον ισχυρισμό αρκετούς μήνες, πριν όντως το πράξουν.
54 Δεν θεωρώ πειστική την προσπάθεια της Επιτροπής να εντάξει μια προθεσμία στο κείμενο του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Το κείμενο δεν προβλέπει τέτοια προθεσμία, για τον απλό δε λόγο ότι η προφορική διαδικασία συνεπάγεται ένα φυσικό όριο, πέραν του οποίου οι διάδικοι δεν δικαιούνται πλέον να επικαλεσθούν το άρθρο 48, παράγραφος 2 (59). Περαιτέρω, η επίκληση από την Επιτροπή του άρθρου 173 νομίζω ότι είναι άστοχη. Η προθεσμία των δύο μηνών καθορίζει οριστικά κατά ποιων πράξεων μπορεί να ασκηθεί προσφυγή ακυρώσεως, όχι όμως ποιοι λόγοι μπορούν να προβληθούν με την προσφυγήν αυτή. Θα προσέθετα ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου σε μια συγκεκριμένη περίπτωση να δεχτεί ένα «νέο ισχυρισμό» αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην εξουσία του Πρωτοδικείου και όχι του δικάζοντος κατ' αναίρεση Δικαστηρίου. Η άσκηση της εξουσίας αυτής μπορεί να ελεγχθεί κατ' αναίρεση μόνον αν ο αναιρεσείων αποδεικνύει πλάνη περί το δίκαιο. Η αυτοτέλεια της διαδικασίας του δικάζοντος σε πρώτο βαθμό δικαστηρίου επιβάλλει να υφίσταται η δυνατότητα ευρέων ορίων εξουσίας εκτιμήσεως κατά την αποδοχή νομικών επιχειρημάτων καθώς και κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών.
55 Στο τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, διατάσσοντάς την να προσκομίσει το κείμενο της αποφάσεως όπως είχε κυρωθεί, παρέβη το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον η εντολή του στηριζόταν σε πεπλανημένη αντίληψη των κανόνων που διέπουν τη διαδικασία και των κανόνων περί αποδείξεων και πειστηρίων. Το Πρωτοδικείο προέβη επίσης σε εσφαλμένη αιτιολόγηση, καθόσον παρέλειψε να διευκρινίσει γιατί κατέληξε ότι έπρεπε να διατάξει την Επιτροπή να προσκομίσει αυτό το κείμενο.
56 Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί αυτεπαγγέλτως να ζητεί αποδεικτικά στοιχεία αφορώντα διαδικαστικές πλημμέλειες. Οφείλει να αποφασίζει βάσει των αποδείξεων που προσκομίζουν οι διάδικοι και δεν μπορεί, όπως δεν μπορεί και η Επιτροπή στις υποθέσεις ανταγωνισμού, να ξεκινά απλώς «για ψάρεμα στα θολά νερά» («fishing expedition»). Ελλείψει οποιασδήποτε περί του εναντίου αποδείξεως, το Πρωτοδικείο συνήγαγε κατά τεκμήριο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπασχε τυπικό ελάττωμα και άφησε την Επιτροπή να αποδείξει το αντίθετο. Στη διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1994 ουδόλως αιτιολογείται γιατί η Επιτροπή έπρεπε να προσκομίσει τα έγγραφα που μνημονεύονταν. Ούτε μπορούσε το Πρωτοδικείο να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το ζήτημα, δεδομένου ότι η δυνατότητα αυτή περιορίζεται σε ζητήματα παραδεκτού και δεν φθάνει μέχρι την προβολή νέων λόγων.
57 Τόσο η Solvay όσο και η ICI προβάλλουν ότι αυτό το σκέλος του λόγου είναι απαράδεκτο, διότι η διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 1994 δεν αποτελεί απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί αναίρεση κατά το άρθρο 49 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚ (στο εξής: Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ). Περαιτέρω, από το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚ και το άρθρο 66 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου καταδεικνύεται ότι το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να αποφασίζει αποκλειστικά βάσει των αποδείξεων που προσκομίζουν οι διάδικοι, αλλά έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όταν διατάσσει διεξαγωγή αποδείξεων.
58 Η ICI ισχυρίζεται επιπλέον ότι το Πρωτοδικείο δεν συνήγαγε κατά τεκμήριο ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις έπασχαν διαδικαστικό ελάττωμα, αλλ' απλώς επιδίωξε να επιτελέσει το καθήκον του εξετάσεως του λόγου που αφορά την έλλειψη κυρώσεως. Καθόσον το Πρωτοδικείο δεσμεύεται από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ), η διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1994 είναι επαρκώς αιτιολογημένη και η παρατεθείσα σ' αυτή νομολογία παρέχει ευρύ έρεισμα για το αναντίρρητο, ότι δηλαδή το κοινοτικό δικαστήριο μπορεί, να εξετάζει αυτεπαγγέλτως, παραβάσεις ουσιώδους τύπου.
59 Καθόσον θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή βάλλει κατά του κύρους της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 1994, για τον λόγο ιδίως ότι δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, συμφωνώ με τις αναιρεσίβλητες ότι το σκέλος αυτό του πρώτου λόγου είναι απαράδεκτο. Εντούτοις, η Επιτροπή μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να προβάλει ότι το μέσο αποδείξεως που περιέχει η διάταξη έπασχε για έναν από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 51 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚ. Δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται ότι οι αποφάσεις που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στηρίχθηκαν στα στοιχεία που παρασχέθηκαν κατόπιν αυτής της διατάξεως, οποιοδήποτε σφάλμα στην απόφαση του Πρωτοδικείου να διατάξει να προσκομιστούν τα στοιχεία αυτά θα έθιγε το κύρος των ίδιων των αποφάσεων. Πράγματι, η Επιτροπή αμφισβητεί την εξουσία του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη την έλλειψη κυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων πριν από την άσκηση ενώπιόν του των προσφυγών ακυρώσεως και ως εκ τούτου δικαιούται, κατά τη γνώμη μου, να βάλει κατά των λόγων για τους οποίους το Πρωτοδικείο δέχτηκε αυτόν τον ισχυρισμό. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώθηκε εμμέσως με τη διάταξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση Επιτροπή κατά ADT (60), όπου το Δικαστήριο απέρριψε, ως κείμενη εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 49 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚ, και επομένως ως προδήλως απαράδεκτη, αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής κατά διατάξεως του Πρωτοδικείου με την οποία η Επιτροπή κλήθηκε να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα που θεωρούσε ότι καλύπτονταν από το επαγγελματικό απόρρητο σύμφωνα με το άρθρο 287 ΕΚ.
60 Το κύριο ζήτημα που τίθεται κατά την εξέταση αυτού του σκέλους του πρώτου λόγου είναι η αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου να εξετάσει ένα νέο λόγο και όχι η εφαρμογή των περί αποδείξεων κανόνων. Από το γράμμα ιδίως του άρθρου 48, παράγραφος 2, των Κανονισμού Διαδικασίας καθίσταται σαφές ότι το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να εξετάζει νέους ισχυρισμούς όταν τυγχάνουν προσηκόντως επικλήσεως από διάδικο σύμφωνα με τη διάταξη αυτή. Η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε σε κανένα κανόνα δικαίου που θα μπορούσε να στερήσει το Πρωτοδικείο της εξουσίας να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το ζήτημα ενός νέου τέτοιου λόγου.
61 Επιπλέον, το δικαίωμα ενός παρεμβαίνοντος να προβάλει νέο λόγο ακυρώσεως στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως γίνεται από πολλού χρόνου δεκτό κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, στην απόφαση Steenkolenmijnen κατά Ανωτάτης Αρχής (61), το Δικαστήριο έκρινε ότι «η απαγόρευση προβολής από τον παρεμβαίνοντα κάθε επιχειρήματος που δεν έχει χρησιμοποιήσει ο διάδικος του οποίου υποστηρίζει θα καθιστούσε κενή περιεχομένου τη διαδικασία παρεμβάσεως». Όταν ο παρεμβαίνων, που ενεργεί κατ' ανάγκη για την προάσπιση των δικών του συμφερόντων, μπορεί να θέτει τέτοια ζητήματα, τότε το Πρωτοδικείο πρέπει, κατά την άποψή μου, να έχει αρμοδιότητα για να κρίνει ένα τέτοιο όψιμο ισχυρισμό. Εν πάση περιπτώσει, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Κοινοβούλιο κατά Gutiιrrez de Quijano y Llorιns (62) ως προς το άρθρο 48 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, πρόκειται «περί διατάξεως η οποία αφορά τους διαδίκους και όχι το Πρωτοδικείο».
62 Η Επιτροπή επιδίωξε να ανατρέψει τα συμπεράσματα περί της εξουσίας των δικαιοδοτικών οργάνων της Κοινότητας να λαμβάνουν υπόψη αυτεπαγγέλτως νέους λόγους που άντλησε το Πρωτοδικείο από ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου οι οποίες παρατίθενται στη διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1994. Θεωρεί ότι η απόφαση Nold κατά Ανωτάτης Αρχής (63) είναι άσχετη, διότι η σχετική διαδικαστική προϋπόθεση συνίστατο στην υποχρέωση αιτιολογήσεως και ότι η έλλειψη τηρήσεως της υποχρεώσεως αυτής καθίστατο πρόδηλη από το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου χωρίς να χρειάζεται διεξαγωγή αποδείξεων. Επιπλέον, η τήρηση της προϋποθέσεως αυτής σκοπεί στο να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να επιτελέσει την αποστολή του. Ομοίως, στην υπόθεση Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής (64), Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής (65) και στις υποθέσεις του Κοινωνικού Ταμείου (66), η διαδικαστική πλημμέλεια ήταν πρόδηλη σε κάθε περίπτωση. Κατά συνέπεια, από την απόφαση Amylum κατά Συμβουλίου (67) προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως ζητήματα περιορίζεται στα ζητήματα του παραδεκτού.
63 Δεν βρίσκω πειστική την ανάλυση της νομολογίας από την Επιτροπή. Στις υποθέσεις Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής (68) και Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής (69), η απόφαση του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την προβαλλόμενη παράβαση της υποχρεώσεως διαβουλεύσεως στηρίχθηκε αποκλειστικά στο ότι η διαβούλευση αυτή συνιστούσε ουσιώδη τύπο και όχι στο ότι το ελάττωμα ήταν πρόδηλο. Στη δεύτερη υπόθεση, το Δικαστήριο υποχρέωσε την Ανωτάτη Αρχή να του διαβιβάσει εντός 24 ωρών τα σχετικά με τη διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή πρακτικά και έγγραφα. Με την απόφαση Nold κατά Ανωτάτης Αρχής, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας που αφορούσε την έλλειψη προσήκουσας αιτιολογίας ήταν απαράδεκτος, προσέθεσε όμως ότι «η υποχρέωση αιτιολογίας, την οποία επιβάλλει στην Ανωτάτη Αρχή το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚAΞ, έχει ως σκοπό όχι μόνο την προστασία των διοικουμένων, αλλά και την παροχή στο Δικαστήριο της δυνατότητας να ασκεί πλήρως τον δικαστικό έλεγχο που του έχει ανατεθεί από τη Συνθήκη. Κατά συνέπειεα, το Δικαστήριο μπορεί και οφείλει να επισημαίνει αυτεπαγγέλτως τυχόν ελλείψεις της αιτιολογίας που κωλύουν τον εν λόγω δικαστικό έλεγχο» (70). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι όχι μόνον μπορούσε, αλλά και ότι όφειλε, να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως ένα νέο νομικό ζήτημα όσον αφορά την ανεπάρκεια αιτιολογίας, δεδομένου ότι το ζήτημα περιελαμβάνετο στην άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων. Η Επιτροπή αναγνώρισε ρητώς στην παρούσα διαδικασία ότι η κύρωση είναι χρήσιμη «σε περίπτωση αμφισβητήσεως» και, επομένως, θα ήταν αντιφατικό να μη γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής.
64 Στην υπόθεση Amylum κατά Συμβουλίου, η προσφεύγουσα είχε προβάλει με το υπόμνημα της απαντήσεως ότι το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να εκδώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Μολονότι ο ισχυρισμός προβλήθηκε εκπρόθεσμα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «πάντως, επειδή ο λόγος ακυρώσεως αναφέρεται στην αρμοδιότητα του εκδότη της προσβαλλομένης πράξεως, το Δικαστήριο κρίνει ότι οφείλει να διαλάβει τους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο να θεσπίσει» (71) το μέτρο αυτό. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς η κρίση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ότι περιορίζει στα ζητήματα του παραδεκτού την εξουσία του Δικαστηρίου να λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη ένα ζήτημα, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή. Το ζήτημα που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως στην υπόθεση Amylum δεν αφορούσε καθεαυτό το παραδεκτό της προσφυγής, ούτε δε τα ζητήματα που ανέκυψαν στο πλαίσιο της σχετικής με τον ουσιώδη τύπο νομολογίας που παρατέθηκαν ανωτέρω περιορίζονταν πράγματι στο ζήτημα του παραδεκτού.
65 Κατά τη γνώμη μου, με τις αποφάσεις αυτές καταδεικνύεται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως νέα ζητήματα, τουλάχιστον όταν το ζήτημα, αν είναι εύλογο, αφορά το κύρος μιας πράξεως στο σύνολό της. Κατά χαρακτηριστικό τρόπο, στην απόφαση Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής (72), το Δικαστήριο εξέτασε την παράβαση ουσιώδους τύπου, ακόμη και αφού ακύρωσε την προσβαλλόμενη διάταξη για άλλους λόγους. Εξάλλου, οι υποθέσεις αυτές δεν αποδεικνύουν, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάζει νέους νομικούς ισχυρισμούς μόνον όταν είναι πρόδηλη η παράβαση της υποχρεώσεως από το όργανο που εξέδωσε την πράξη. Συγκεκριμένα, στις αποφάσεις Γαλλία κατά Ανωτάτης Αρχής, Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής και Amylum κατά Συμβουλίου, όχι μόνο δεν υπήρχε πρόδηλη παράβαση, αλλ' ούτε καν πράγματι διαπιστώθηκε. Δεδομένου ότι με τη διεξαγωγή αποδείξεων επιδιώκεται να αποδειχθεί ή να μην αποδειχθεί η ύπαρξη γεγονότος στο οποίο μπορεί στη συνέχεια να στηριχθεί ένας νομικός ισχυρισμός, παρά η ύπαρξη ενός ενδεχομένου νομικού ισχυρισμού, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε να διατάξει μια τέτοια διεξαγωγή αποδείξεων στην υπόθεση Nold κατά Ανωτάτης Αρχής δεν νομίζω ότι έχει σημασία όσον αφορά το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εξετάσει ένα νέο νομικό ισχυρισμό. Επιπλέον, όπως παρατήρησε η Solvay, το επιχείρημα της Επιτροπής θα είχε ως αποτέλεσμα τη σαφώς απαράδεκτη κατάσταση ότι η εξουσία του Πρωτοδικείου να λάβει υπόψη ένα νέο νομικό ισχυρισμό θα εξαρτώνταν από τη φροντίδα με την οποία ένα όργανο θα κάλυπτε την παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
66 Εφόσον το Πρωτοδικείο μπορεί να εξετάζει νέους ισχυρισμούς που στηρίζονται σε νέα νομικά ή πραγματικά στοιχεία, έπεται ότι θα πρέπει να μπορεί να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν ή ανατρέπουν αυτούς τους ισχυρισμούς. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται τόσο από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου ΕΚ όσο και από τον Κανονισμό Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Επομένως, η εξουσία των κοινοτικών δικαστηρίων βάσει του άρθρου 21, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού του Δικαστηρίου ΕΚ «να ζητήσει από τους διαδίκους [σε διαδικασία απ' ευθείας προσφυγής] να προσάγουν κάθε έγγραφο και να παρέχουν κάθε πληροφορία που επιθυμεί» δεν περιορίζεται στα έγγραφα και τις πληροφορίες που απλώς στηρίζουν ισχυρισμούς που έχουν ήδη προβληθεί από τους διαδίκους με την αρχική τους προσφυγή ή με τα υπομνήματά τους αντικρούσεως. Ομοίως, η εξουσία του Πρωτοδικείου κατά το άρθρο 66 του Κανονισμού Διαδικασίας, να καθορίζει «τα αποδεικτικά μέσα και τα θέματα αποδείξεως», δεν περιορίζεται στα μέτρα που αποβλέπουν στην επιβεβαίωση των ισχυρισμών των διαδίκων. Η απόφαση Ιταλία κατά Ανωτάτης Αρχής αποτελεί επίσης σημείο αναφοράς ως προς το ότι το Δικαστήριο μπορεί να ερευνά αυτεπαγγέλτως πιθανολογούμενες παραβάσεις ουσιώδους τύπου, προβαίνοντας, εφόσον χρειαστεί, σε διεξαγωγή αποδείξεων (73).
67 Στα επιχειρήματά της επ' αυτού του σκέλους, η Επιτροπή φαίνεται να λαμβάνει ως σημείο αφετηρίας μία εσφαλμένη σύγκριση μεταξύ του ρόλου της στις υποθέσεις ανταγωνισμού και της δικαστικής λειτουργίας του Πρωτοδικείου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ενεργεί πράγματι στον τομέα αυτόν τόσον ως η επιφορτισμένη με την έρευνα αρχή όσο και ως η διοικητική αρχή, που είναι εξουσιοδοτημένη να διαπιστώνει την εκ μέρους επιχειρήσεων παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, είναι απλώς φυσιολογικό το ότι οι εξουσίες της οριοθετούνται με κανόνες και διαδικασίες οι οποίες σκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων της άμυνας, περιλαμβανομένης της απαγορεύσεως αυτού που η Επιτροπή αποκαλεί «fishing expeditions» («ψάρεμα στα θολά νερά»). Ο ρόλος του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου ΕΚ και τον Κανονισμό Διαδικασίας, είναι αντιθέτως διαφορετικός και οι διατάξεις των δύο αυτών κειμένων δείχνουν ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, δεν υποχρεώνεται να στηρίζει τις αποφάσεις του μόνο στις αποδείξεις που προσκομίζουν οι διάδικοι ή στους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλουν.
68 Μπορώ να προσθέσω ότι, υπό τις παρούσες περιστάσεις, ο εκ μέρους της Επιτροπής χαρακτηρισμός των διαδικαστικών μέτρων που έλαβε το Πρωτοδικείο ως «απλώς ψάρεμα στα θολά νερά» είναι μάλλον αδικαιολόγητος. Όταν το Πρωτοδικείο διέταξε να προσκομιστεί το αυθεντικό κείμενο των προσβαλλομένων αποφάσεων, ήταν διάχυτη η υποψία ότι η Επιτροπή δεν είχε κυρώσει καμία από τις αποφάσεις με τις οποίες διαπίστωσε παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, περιλαμβανομένων αυτών που αφορά η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και η οποία επιβεβαιώθηκε, όσον αφορά τις αποφάσεις PVC, από το Δικαστήριο με την απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC. Σε αντίθεση προς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον κάπως απαξιωτικό όρο «ψάρεμα στα θολά νερά», το Πρωτοδικείο είχε απολύτως συγκεκριμένη αντίληψη για τα έγγραφα που χρειαζόταν και για τον σκοπό για τον οποίο τα ζήτησε. Το τεκμήριο υπέρ του κύρους των πράξεων των κοινοτικών οργάνων δεν πρέπει να μπορεί αποτελεί εμπόδιο στην κυριαρχική κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου ότι μία πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή να παρακωλύει τη λήψη διαδικαστικών μέτρων από τα οποία μπορεί να αποδειχθούν τα σχετικά περιστατικά. Στην παρούσα υπόθεση, μόνον η Επιτροπή είχε πρόσβαση στα έγγραφα από τα οποία θα μπορούσε να καταδειχθεί αν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είχαν ή όχι κυρωθεί σύμφωνα με τον εσωτερικό της κανονισμό, ο δε τρόπος με τον οποίο το Πρωτοδικείο ενήργησε δεν μπορεί να επικριθεί γι' αυτό τον λόγο (74).
δ) Η λυσιτέλεια των αποφάσεων στις υποθέσεις του πολυπροπυλενίου
69 Η εξέταση της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως ανεστάλη για ορισμένο χρόνο μέχρις ότου εκδοθεί η απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως στις υποθέσεις του πολυπροπυλενίου, στο πλαίσιο των οποίων είχε επίσης τεθεί το ζήτημα της κυρώσεως των αποφάσεως της Επιτροπής που είχαν εκδοθεί πριν το 1992 (75). Το Δικαστήριο σημείωσε ότι σκοπός των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας «είναι ιδίως να εξασφαλίζουν την ομαλή εξέλιξη της έγγραφης ή προφορικής διαδικασίας και να διευκολύνουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων, καθώς και να καθορίζουν τα σημεία στα οποία οι διάδικοι οφείλουν να συμπληρώσουν την επιχειρηματολογία τους ή τα οποία απαιτούν τη διεξαγωγή αποδείξεων» και, επομένως, «εντάσσονται στο πλαίσιο των διαφόρων σταδίων της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας». Μετά την προφορική διαδικασία, τα μέτρα αυτά μπορούν να είναι αναγκαία μόνον αν το Δικαστήριο αποφασίσει να επαναληφθεί η προφορική διαδικασία. Ομοίως, αίτημα περί διεξαγωγής αποδείξεων που προβάλλεται κατ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει δεκτό «εκτός αν ο ενδιαφερόμενος στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά δυνάμενα να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή τα οποία δεν μπόρεσε να επικαλεστεί πριν από το πέρας της προφορικής διαδικασίας». Το Δικαστήριο, υπογραμμίζοντας συγχρόνως ότι το Πρωτοδικείο διαθέτει εν προκειμένω ευχέρεια εκτιμήσεως, έκρινε, σύμφωνα με πάγια νομολογία, ότι δεν υποχρεούται να δέχεται αίτημα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας, εκτός αν πληρούνται οι δύο αυτές προϋποθέσεις (76).
70 Σ' αυτό ακριβώς στο διαδικαστικό πλαίσιο το Δικαστήριο έκρινε ότι
«ενδείξεις γενικού χαρακτήρα που αφορούν υποτιθέμενη πρακτική της Επιτροπής σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς ή με επερχόμενες εκ των υστέρων τροποποιήσεις και απορρέουν από δικαστική απόφαση εκδοθείσα σε άλλες υποθέσεις ή από δηλώσεις γενόμενες επ' ευκαιρία άλλων δικών δεν μπορούσαν να θεωρηθούν, αυτές καθαυτές, ως αποφασιστικής σημασίας για την επίλυση διαφοράς της οποίας είχε επιληφθεί το Πρωτοδικείο».
71 Αν το Δικαστήριο αποφανθεί στην παρούσα υπόθεση ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε να εξετάσει την κύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων, μπορεί εκ πρώτη όψεως να φανεί ότι αντιφάσκει προς την απόφασή του επί των αιτήσεων αναιρέσεως στις υποθέσεις πολυπροπυλενίου. Οι ίδιες δηλώσεις που κρίθηκαν «όχι αποφασιστικές» στις υποθέσεις πολυπροπυλενίου θα αποτελούσαν αντικείμενο επικλήσεως και θα ήταν πράγματι «αποφασιστικές» στις υποθέσεις του ανθρακικού νατρίου.
72 Εντούτοις, δεν νομίζω ότι αυτό συμβαίνει. Η κύρια διαφορά μεταξύ των καταστάσεων στις δύο αυτές ένδικες διαδικασίες είναι ότι στις υποθέσεις του πολυπροπυλενίου ο νέος ισχυρισμός προβλήθηκε από τους διαδίκους μετά την προφορική διαδικασία, ενώ στην παρούσα διαδικασία το ζήτημα της κυρώσεως των προσβαλλομένων αποφάσεων τέθηκε τόσο από τις αναιρεσείουσες κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας όσο και από το Πρωτοδικείο αυτεπαγγέλτως. Επιπλέον, στις υποθέσεις του πολυπροπυλενίου οι αναιρεσείουσες προσπάθησαν να επικαλεσθούν μια, όπως υποστηρίχθηκε, υποχρέωση του Πρωτοδικείου να διατάξει μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, να διατάξει διεξαγωγή αποδείξεων και/ή να επαναλάβει την προφορική διαδικασία, ενώ στην παρούσα διαδικασία η Επιτροπή επιχειρεί να αποδείξει ότι κακώς το Πρωτοδικείο έκανε χρήση της ευχέρειάς του εκτιμήσεως εξετάζοντας ένα νέο νομικό ισχυρισμό.
73 Η εξήγηση της αναμφισβήτητης διαφοράς αντιμετωπίσεως των δύο κατηγοριών προσφευγουσών ενώπιον του Πρωτοδικείου νομίζω ότι οφείλεται στις διατάξεις του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚ και του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου που αφορούν την οργάνωση της δικαιοδοτικής του λειτουργίας. Από την έναρξη της διαδικασίας μέχρι της προφορικής διαδικασίας, οι διάδικοι έχουν κάθε ευχέρεια να επισημάνουν στο Πρωτοδικείο κάθε ζήτημα που θεωρούν ότι μπορεί να έχει σημασία, με το δικόγραφο της προσφυγής ή με τα υπομνήματά τους αντικρούσεως, απαντήσεως ή ανταπαντήσεως, μέσω συμπληρωματικών αποδεικτικών μέσων που προτείνουν καθυστερημένα για συγγνωστούς λόγους, μέσω ενός νέου νομικού ισχυρισμού στηριζόμενου σε νομικά ή πραγματικά στοιχεία που αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκειας της διαδικασίας, ζητώντας να διαταχθούν μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή διεξαγωγή αποδείξεων, και κατά την προφορική διαδικασία (77). Εντούτοις, από της περατώσεως της προφορικής διαδικασίας, η ευχέρεια αυτή δεν υφίσταται πλέον. Η υπόθεση βρίσκεται πλέον εξ ολοκλήρου στα χέρια του Πρωτοδικείου και, εκτός της μάλλον ακραίας πιθανότητας κατά την οποία ένας διάδικος θα μπορούσε να επισημάνει στο Πρωτοδικείο το απολύτως απαράδεκτο της εξετάσεως της υποθέσεως (78), οι διάδικοι βρίσκονται πράγματι στην ίδια κατάσταση, όσον αφορά τις διαδικαστικές ενέργειες στις οποίες μπορούν να προβούν, όπως αυτή στην οποία θα βρίσκονταν αν η υπόθεση είχε ήδη κριθεί.
74 Όταν εκδοθεί η απόφαση, ο διάδικος μπορεί να ζητήσει αναθεώρηση μόνον «εφόσον γίνει γνωστό γεγονός αποφασιστικής σημασίας το οποίο ήταν άγνωστο στο Δικαστήριο και στο διάδικο που ζητεί την αναθεώρηση, προ της εκδόσεως της αποφάσεως», σύμφωνα με το άρθρο 41 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚ. Το Δικαστήριο, με τη νομολογία του, εφάρμοσε τη διάταξη αυτή κατ' αναλογία τόσο στα αιτήματα για διεξαγωγή αποδείξεων που υποβλήθηκαν μετά το πέρας της προφορικής διαδικασίας (79) όσο και στα αιτήματα για την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας (80). Αυτό ουδόλως περιορίζει την ευχέρεια εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση. Εντούτοις, συνάγεται ότι η προφορική διαδικασία συνιστά το όριο πέραν του οποίου το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται να δέχεται αιτήματα επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας, εκτός αν πληρούνται οι αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 41 του Οργανισμού.
75 Δεν θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο, δεχόμενο ένα νέο ισχυρισμό ή λαμβάνοντας υπόψη αυτεπαγγέλτως ένα τέτοιο ζήτημα, θεώρησε ως «αποφασιστικές» δηλώσεις γενικού χαρακτήρα ως προς τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε με τις αποφάσεις του πολυπροπυλενίου ότι δεν είχαν αποφασιστική σημασία ώστε το Πρωτοδικείο να όφειλε να επαναλάβει την προφορική διαδικασία. Πρώτον, το Πρωτοδικείο, διατάσσοντας να προσκομισθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ουδόλως έλαβε θέση επί του ζητήματος αν οι δηλώσεις αυτές είχαν, ή θα μπορούσαν να έχουν, αποφασιστική σημασία. Σε τελευταία ανάλυση, όταν το Πρωτοδικείο έφτασε στο στάδιο εκδόσεως της αποφάσεώς του επί των υποθέσεων αυτών, βασίμως στηρίχθηκε στις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC (81). Επιπλέον, το Πρωτοδικείο είχε τη δυνατότητα να εξετάσει τα έγγραφα που αφορούσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και τα οποία προσκόμισε η Επιτροπή και να κρίνει ως αδιαμφισβήτητο πραγματικό στοιχείο το ότι δεν είχαν ακυρωθεί μέχρι την άσκηση των αρχικών προσφυγών. Το Πρωτοδικείο δεν στηρίχθηκε επομένως σε «ενδείξεις γενικού χαρακτήρα», αλλά σε έγγραφη απόδειξη ειδικά για τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, πράγμα που ακριβώς έλειπε στις υποθέσεις πολυπροπυλενίου (82). Είναι χαρακτηριστικό συναφώς ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι «ενδείξεις γενικού χαρακτήρα (...) δεν μπορούσαν να θεωρηθούν, αυτές καθεαυτές, ως αποφασιστικής σημασίας για την επίλυση διαφοράς της οποίας είχε επιληφθεί το Πρωτοδικείο» (83).
76 Μια βασική διαφορά μεταξύ των υπό κρίση υποθέσεων και των υποθέσεων του πολυπροπυλενίου είναι ότι στις δεύτερες αυτές αποφάσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες ήταν «σε θέση να παράσχ[ουν] στο Πρωτοδικείο, ήδη με το δικόγραφο της προσφυγής [τους], ορισμένα τουλάχιστον στοιχεία πιστοποιούντα τη χρησιμότητα των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας ή των αποδείξεων για τις ανάγκες της δίκης, προς απόδειξη του ότι η απόφαση "πολυπροπυλένιο" είχε εκδοθεί κατά παράβαση του ισχύοντος γλωσσικού καθεστώτος ή τροποποιηθεί μετά την έκδοσή της από το σώμα των μελών της Επιτροπής, ή ακόμη ότι έλειπαν τα πρωτότυπα» (84). Στις υπό κρίση υποθέσεις, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ως πραγματικό γεγονός ότι «από το κείμενο της αποφάσεως (...) δεν μπορούσε να συναχθεί, ούτε με προσεκτική ανάγνωση, ότι το πρωτότυπο της αποφάσεως δεν είχε κυρωθεί κατ' εκείνο το χρονικό σημείο» (85). Δεδομένου ότι αυτό συνιστά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, δεν αποτελεί «νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως παραποιήσεως των στοιχείων αυτών» (86).
77 Μολονότι θα δεχόμουν ότι η μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι αναιρεσείουσες στις υποθέσεις πολυπροπυλενίου, σε σχέση προς αυτήν της οποίας έτυχαν οι αναιρεσείουσες με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, μπορεί να φαίνεται μάλλον σκληρή, οι αναιρεσείουσες στις υποθέσεις του πολυπροπυλενίου βρίσκονται στην ίδια κατάσταση όπως εκατοντάδες άλλες επιχειρήσεις στις οποίες επιβλήθηκαν πρόστιμα για παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού από ένα τέταρτο του αιώνα μέχρι τα τέλη του 1991 και οι οποίες δεν είχαν τη δυνατότητα να επικαλεσθούν τις δηλώσεις, προβάλλοντας ότι η Επιτροπή δεν κύρωνε τις αποφάσεις της κατά το χρονικό αυτό διάστημα, περιλαμβανομένων των προσφευγουσών άλλων υποθέσεων που είχαν ως αντικείμενο την ίδια απόφαση της Επιτροπής που αφορούσε την αγορά πολυπροπυλενίου και οι οποίες κρίθηκαν πριν από την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση PVC (87).
IV - Πρόταση
78 Υπό το φως των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει ως αβάσιμες τις αιτήσεις αναιρέσεως στην υπόθεση C-286/95 P, Επιτροπή κατά ICI, και στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-287/95 P και C-288/95 P, Επιτροπή κατά Solvay, κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 1995, Solvay κατά Επιτροπής (T-31/91), Solvay κατά Επιτροπής (T-32/91) και ICI κατά Επιτροπής, (T-37/91), και
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των τριών αναιρετικών διαδικασιών.
(1) - Ξάριν ευκολίας, η αναιρεσείουσα αναφέρεται γενικώς ως «Επιτροπή», ενώ οι αναιρεσίβλητες ως «προσφεύγουσες» στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, ως «αναιρεσίβλητες» δε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
(2) - Στο εξής από κοινού οι προσβαλλόμενες αποφάσεις (ΕΕ 1991, L 152, σ. 16, 21 και 40, αντιστοίχως).
(3) - T-79/89, T-84/89 έως T-86/89, T-89/89, T-91/89, Τ-92/89, T-94/89, T-96/89, T-98/89, T-102/89 και T-104/89 BASF κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. II-315).
(4) - C-137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-2555, στο εξής: απόφαση επί της αιτήσεως αναιρέσεως PVC).
(5) - Η απάντηση, που είναι συντεταγμένη μόνο στη γαλλική, έχει ως εξής: «(la) Commission a l'honneur de produire des textes authentifiιs des quatre dιcisions en cause dans les langues faisant foi». Είναι σχεδόν αδύνατο να μην αντιλήφθηκε η Επιτροπή ότι της ζητήθηκε να προσκομίσει κείμενα που «είχαν κυρωθεί κατά τον χρόνο» της υιοθετήσεώς τους. Με τις αιτήσεις της αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή ισχυρίζεται και πάλι ότι ήταν σε θέση να προσκομίσει «τα δεόντως κεκυρωμένα κείμενα», πράγμα που αποτελεί το ζητούμενο των εν προκειμένω επίμαχων ζητημάτων.
(6) - Συλλογή 1995, σ. II-1821 (συνοπτική δημοσίευση), II-1825 και II-1901, αντιστοίχως, (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις).
(7) - JO 1963, 17, σ. 181. Το άρθρο 16 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού προβλέπει ότι «Οι πράξεις που εγκρίνονται (...) προσαρτώνται άρρηκτα (...) σε ανακεφαλαιωτικό σημείωμα που καταρτίζεται κατά το τέλος της συνεδρίασης της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της οποίας εγκρίθηκαν. Οι πράξεις αυτές κυρώνονται με την υπογραφή του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα στην τελευταία σελίδα του ανακεφαλαιωτικού σημειώματος» (ΕΕ 1999, L 252, σ. 41, συγκεκριμένα σ. 45).
(8) - ΕΕ 1991, L 136, σ. 1.
(9) - Αποφάσεις στην υπόθεση T-31/91, σκέψεις 39 και 41· στην υπόθεση T-32/91, σκέψεις 50 και 52, και στην υπόθεση T-37/91, σκέψεις 89 και 91· προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 6. Η φράση μεταξύ αγκυλών απαντά μόνο στις δύο πρώτες αποφάσεις.
(10) - Αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1994, T-43/92, Dunlop Slazenger κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-441)· της 27ης Οκτωβρίου 1994, T-35/92, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-957), και της 21ης Φεβρουαρίου 1995, T-29/92, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-289).
(11) - Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-135/93 (Συλλογή 1995, σ. I-1651).
(12) - Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1980, 30/78 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 465).
(13) - Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 209/78 έως 215/78 και 218/78 (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 207).
(14) - Ή, στις υποθέσεις Solvay, «l'authentification est une condition de forme».
(15) - Όπως παρατίθεται στο σημείο 18 αυτών των προτάσεων.
(16) - Σημείο 14 των προτάσεων στην υπόθεση 30/88, Ελλάδα κατά Επιτροπής (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1989, Συλλογή 1989, σ. 3711).
(17) - Απόφαση της 13ης Ιουνίου 1958, 9/56, Meroni κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 171).
(18) - Δεδομένου ότι τα περιστατικά της υποθέσεως αυτής είναι προγενέστερα τόσο της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση όσο και της Συνθήκης του Άμστερνταμ, θα αναφερθώ γενικώς με τις παρούσες προτάσεις στην τρέχουσα αρίθμηση όσον αφορά τα άρθρα της Συνθήκης στα οποία στηρίζω ένα επιχείρημα, σε αντίθεση προς τα άρθρα που έχουν εφαρμογή στα περιστατικά των υπό κρίση υποθέσεων.
(19) - Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 1954, 1/54 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 171, συνοπτική μετάφραση στην ελληνική).
(20) - Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 1954, 2/54 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 5 συνοπτική μετάφραση στην ελληνική).
(21) - Απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313, σκέψη 33)· βλ. επίσης την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, 139/79, Maizena κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 359, σκέψη 34), γνωστές ως οι υποθέσεις «ισογλυκόζης».
(22) - Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1994, C-212/91, Angelopharm (Συλλογή 1994, σ. I-171) (επιστημονική επιτροπή καλλυντικών).
(23) - Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1987, 278/84, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1) (Επιτροπή Διαχειρίσεως του Γεωργικού Τομέα, τομέας των σιτηρών)· η προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας απορρίφθηκε με βάση τα πραγματικά περιστατικά. Βλ. επίσης αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-241/95, Accrington Beef κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-6699), και της 20ής Νοεμβρίου 1997, C-244/95, Moskof (Συλλογή 1997, σ. I-6441).
(24) - Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1998, C-263/95, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-441) (μόνιμη επιτροπή κατασκευαστικών εργασιών), (στο εξής: «απόφαση για προϋόντα κατασκευαστικών εργασιών»).
(25) - Βλ. τις προπαρατεθείσες, αντιστοίχως, στις υποσημειώσεις 22 και 24 αποφάσεις Angelopharm και «προϋόντα κατασκευαστικών εργασιών».
(26) - Αποφάσεις της 7ης Μαου 1991, C-291/89, Interhotel κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-2257, σκέψη 17), και C-304/89, Oliveira κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-2283, σκέψη 21).
(27) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855, σκέψη 48)· η προσβληθείσα οδηγία είχε εκδοθεί με ειδική πλειοψηφία, ενώ απαιτείται απόλυτη μόνον πλειοψηφία για την έκδοση από το Συμβούλιο του εσωτερικού του κανονισμού [άρθρο 5 της Συνθήκης συγχωνεύσεως (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 207, παράγραφος 3, ΕΚ), σε συνδυασμό με το άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 205, παράγραφος 2, ΕΚ)].
(28) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 905).
(29) - Ως προς τη Συνθήκη ΕΚΑΞ, απόφαση της 20ής Μαρτίου 1959, 18/57, Nold κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 323, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά), και ως προς τη Συνθήκη Ε(Ο)Κ βλ. την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1981, 158/80, Rewe (Συλλογή 1981, σ. 1805).
(30) - Απόφαση της 26 Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1493)· για μια χρήσιμη σύνοψη της εν προκειμένω νομολογίας βλ. απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-164/97 και C-165/97, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. I-1139).
(31) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1982, σ. 4547, σκέψη 9).
(32) - Βλ., αντιστοίχως, την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, 114/81 Tunnel Refineries κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3189), και την απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa κ.λπ. (Συλλογή 1990 σ. I-4023).
(33) - Απόφαση της 10ης Ιουνίου 1997, C-392/95, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1997, σ. I-3213, σκέψεις 21 έως 23).
(34) - Απόφαση Distillers Company κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner, σ. 476, συγκεκριμένα σ. 504.
(35) - Όπ.π. σκέψεις 25 έως 29.
(36) - Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 47.
(37) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, σκέψη 38.
(38) - Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 358/85 και 51/86 (Συλλογή 1988, σ. 4821, σκέψη 17).
(39) - Απόφαση της 7ης Μαου 1991, C-69/89 (Συλλογή 1991, σ. I-2069, σκέψεις 49 και 50).
(40) - Όπ.π., σημείο 13 έως 15, σ. 2118 και 2119.
(41) - Πράγμα που όντως συμβαίνει· βλ. το άρθρο 2, παράγραφος 6, της αποφάσεως 1999/385/ΕΚ, ΕΚΑΞ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 31ης Μαου 1999, περί εγκρίσεως του εσωτερικού του κανονισμού (ΕΕ L 147, σ. 13).
(42) - Υπόθεση C-69/89, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 39, έκθεση ακροατηρίου, σημείο 96, σ. 2095.
(43) - Αντιστοίχως απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27, και απόφαση «των προϋόντων των δομικών κατασκευών», προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24.
(44) - Από την απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-58/94, Κάτω Ξώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I-2169), προκύπτει σαφώς ότι ο κανονισμός διαδικασίας ενός οργάνου μπορεί να παράσχει δικαιώματα σε ιδιώτες.
(45) - Προπαρατεθείσες υποθέσεις στην υποσημείωση 10.
(46) - Η Επιτροπή προβάλλει επίσης με το υπόμνημά της απαντήσεως στην υπόθεση C-286/95 P ότι επικαλέσθηκε τη μεταβολή αυτή της πρακτικής της ενώπιον του Πρωτοδικείου στην παρούσα υπόθεση. Δεν βλέπω πώς μια μεταβολή πρακτικής το 1992 θα μπορούσε να αποβεί προς όφελος της Επιτροπής σε σχέση με μία απόφαση που εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1990.
(47) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11.
(48) - Όπ.π., σημείο 76 των προτάσεων.
(49) - Πλην της ελλιπούσας παραγράφου 63 της αποφάσεως 91/299/ΕΟΚ· βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6 απόφαση επί της υποθέσεως T-32/91, σκέψεις 46 έως 48.
(50) - Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 6 αποφάσεις στην υπόθεση T-31/91, σκέψη 38, στην υπόθεση T-32/91, σκέψη 49, και στην υπόθεση T-37/91, σκέψη 88.
(51) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 4, σκέψη 77.
(52) - Βλ. επίσης το άρθρο 5 των προσβαλλομένων αποφάσεων όπως δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα, το οποίο δευκρινίζει ότι η απόφαση «αποτελεί εκτελεστό τίτλο βάσει του άρθρου 192 της Συνθήκης ΕΟΚ».
(53) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28.
(54) - Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 75.
(55) - Βλ. το άρθρο 16 του ισχύοντος εσωτερικού κανονισμού, που προπαρατέθηκε στην υποσημείωση 7.
(56) - Βλ. το σημείο 24 αυτών των προτάσεων.
(57) - Αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1992, T-9/89, Hόls κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992 σ. II-499), T-10/89, Hoechst κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992 σ. II-629), T-11/89, Shell κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992 σ. II-757), T-12/89, Solvay κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992 σ. II-907), T-13/89, ICI κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992 σ. II-1021) T-14/89, Montedipe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992 σ. II-1155) και T-15/89, Chemie Linz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992 σ. II-1275). Το Δικαστήριο εξέδωσε στις 8 Ιουλίου 1999 τις αποφάσεις του επί των αιτήσεων αναιρέσεως στις υποθέσεις αυτές καθώς και σε διάφορες άλλες σχετικές υποθέσεις στις οποίες το ζήτημα της κυρώσεως δεν είχε ανακύψει πρωτοδίκως. Το ζήτημα αν το Πρωτοδικείο όφειλε να δεχθεί τον ισχυρισμό που αφορούσε την κύρωση δεν είχε τεθεί με την ίδια διατύπωση σε κάθε υπόθεση. Ξάριν διευκολύνσεως αναφέρομαι μόνο στην απόφαση C-199/92 P, Hόls κατά Επιτροπής (απόφαση που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), που καλύπτει πλήρως τα σχετικά σημεία.
(58) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 4.
(59) - Βλ. επιπλέον το σημείο 73 κατωτέρω.
(60) - Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1999, C-349/99 P (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
(61) - Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 549).
(62) - Απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998 C-252/96 P (Συλλογή 1998, σ. I-7421, σκέψη 30).
(63) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 29.
(64) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 19.
(65) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 20.
(66) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 26.
(67) - Απόφαση της 30ης Σεπτεμβρίου 1982, 108/81 (Συλλογή 1982, σ. 3107).
(68) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 19.
(69) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 20.
(70) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 29, σ. 114 και 115).
(71) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 67, σκέψη 28.
(72) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 19.
(73) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 20.
(74) - Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Κοσμά στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 57, υπόθεση Hόls κατά Επιτροπής, σημείο 54.
(75) - Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 57 απόφαση Hόls κατά Επιτροπής.
(76) - Όπ.π. σκέψεις 123, 125 και 128.
(77) - Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, προπαρατεθείς στην υποσημείωση 8, άρθρα 43 έως 49.
(78) - Όπ.π., άρθρο 113.
(79) - Αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1971, 77/70, Prelle κατά Επιτροπής [Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 873, σκέψη 7 (συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά)], και της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψη 53).
(80) - Απόφαση Hόls κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 57, σκέψη 128.
(81) - Προπαρατεθείσα απόφαση στην υποσημείωση 4.
(82) - Προπαρατεθείσα απόφαση Hόls κατά Επιτροπής, σκέψη 131.
(83) - Όπ.π. σκέψη 130, με δικές μου υπογραμμίσεις.
(84) - Προπαρατεθείσα απόφαση Hόls κατά Επιτροπής, σκέψη 132.
(85) - Προπαρατεθείσες αποφάσεις, στην υπόθεση T-31/91, σκέψη 32, στην υπόθεση T-32/91, σκέψη 38 και στην υπόθεση T-37/91, σκέψη 83, στην υποσημείωση 9.
(86) - Απόφαση Hόls κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 57, σκέψη 64, με παραπομπή στην απόφαση της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-667, σκέψεις 10 και 42).
(87) - Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1991, T-1/89, Rhτne-Poulenc κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. II-867)· T-2/89, Petrofina κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. II-1087), και T-3/89, Atochem κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. II-1177).
Full & Egal Universal Law Academy