Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Ιστορικό
1 Με την παρούσα προσφυγή, η Ισπανία βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής περί του κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις προς την αυτοκινητοβιομηχανία από το έτος 1988 (1). Το πλαίσιο αυτό προβλέπει, μεταξύ άλλων, την εκ των προτέρων κοινοποίηση όλων των σημαντικών ενισχύσεων ανεξαρτήτως του οριζoμένου σκοπού τους. Το θεσπισθέν από την Επιτροπή κοινοτικό πλαίσιο έχει ήδη μία φορά αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής της Ισπανίας κατά της Επιτροπής (2). Με την προσφυγή της εκείνη, η Ισπανία έβαλε κατά της επ' αόριστον παρατάσεως της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου. Το αρχικό κοινοτικό πλαίσιο του 1988 προέβλεπε διάρκεια ισχύος δύο ετών. Αντιθέτως, η κατόπιν αποφασισθείσα πρώτη παράταση ήταν διατυπωμένη κατά τον ακόλουθο τρόπο:
«Η Επιτροπή θα επανεξετάσει το πλαίσιο μετά την πάροδο διετίας. Εάν κριθούν απαραίτητες κάποιες τροποποιήσεις (ή ενδεχομένως η ανάκληση του πλαισίου), η Επιτροπή θα αποφασίσει σχετικά μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη» (3).
Κατόπιν συσκέψεως των κρατών μελών τον Δεκέμβριο του 1992, η Επιτροπή αποφάσισε να μην τροποποιήσει το κοινοτικό πλαίσιο. Στη μετέπειτα αποφασισθείσα δεύτερη παράταση προβλέφθηκε ως λύση για το μέλλον να παραμείνει σε ισχύ το κοινοτικό πλαίσιο μέχρι την επόμενη επανεξέταση που θα οργανωθεί από την Επιτροπή (4).
2 Κατά την Ισπανία, η Επιτροπή με τον τρόπο αυτόν παρέτεινε το κοινοτικό πλαίσιο επ' αόριστον. Κατά συνέπεια, άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, υποστηρίζοντας ότι η Επιτροπή δεν δικαιούται να παρατείνει επ' αόριστον την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου.
3 Κατά το Δικαστήριο, η επίμαχη διατύπωση στην τελευταία απόφαση περί παρατάσεως της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου επιδέχεται περισσότερες της μιας ερμηνείες. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε στην πάγια νομολογία του, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση κατά την οποία μια διάταξη του παραγώγου κοινοτικού δικαίου επιδέχεται περισσότερες της μιας ερμηνείες, πρέπει να προτιμάται εκείνη που καθιστά τη διάταξη σύμφωνη με τη Συνθήκη και όχι εκείνη που συνεπάγεται το ασυμβίβαστό της προς αυτήν. Το Δικαστήριο τονίζει περαιτέρω στην απόφασή του ότι η απορρέουσα από το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας δεν επιτρέπει να εξετάζονται τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων σε αόριστο χρονικό διάστημα εξαρτώμενο από τη βούληση της Επιτροπής ή των κρατών μελών. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής του Δεκεμβρίου 1992 έχει την έννοια ότι με αυτήν παρατάθηκε η ισχύς του κοινοτικού πλαισίου μέχρι την επόμενη επανεξέτασή του, η οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί, όπως και οι προηγούμενες, μετά την πάροδο διετίας. Αυτό σημαίνει ότι με την απόφαση του Δεκεμβρίου 1992 απλώς παρατάθηκε η ισχύς του κοινοτικού πλαισίου για δύο επιπλέον έτη. Με την απόφασή του της 29ης Ιουνίου 1995, το Δικαστήριο αναγνώρισε επομένως ότι το κοινοτικό πλαίσιο έπαυσε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1995 (5).
4 ΙΗδη μία ημέρα μετά την απόφαση, δηλαδή στις 30 Ιουνίου 1995, η Επιτροπή απέστειλε στα κράτη μέλη έγγραφο στα γαλλικά με το οποίο γνωστοποίησε την πρόθεσή της να θέσει υπό συζήτηση, κατά την προβλεπομένη για τις 4 Ιουλίου 1995 πολυμερή σύσκεψη, δέσμη μέτρων προκειμένου, πρώτον, να καθορίσει για το μέλλον νέο πλαίσιο για τις ενισχύσεις προς την αυτοκινητοβιομηχανία και, δεύτερον, να ρυθμίσει με μεταβατικές διατάξεις τη δημιουργηθείσα μετά την απόφαση του Δικαστηρίου κατάσταση. Η ισπανική μετάφραση του εγγράφου αυτού περιήλθε στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ισπανίας στις 3 Ιουλίου 1995. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας έλαβε ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος το αγγλικό κείμενο κοινοποιήσεως η οποία επρόκειτο να αποτελέσει το αντικείμενο των διαβουλεύσεων - κατά την πολυμερή σύσκεψη - την επομένη ημέρα. Η ισπανική μετάφραση του κειμένου αυτού κοινοποιήθηκε μόλις κατά την έναρξη της συσκέψεως την επομένη ημέρα.
5 Στο πρώτο μέρος της ανακοινώσεως αυτής, η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου και τις σημαντικές συνέπειές της, τόσο πολιτικής όσο και νομικής φύσεως. Για τον λόγο αυτό, η Επιτροπή πρότεινε την επανεισαγωγή του κοινοτικού πλαισίου.
6 Εντούτοις, όσον αφορά την παρούσα προσφυγή, είναι σημαντική η δεύτερη πρόταση της Επιτροπής, δηλαδή η λήψη μεταβατικών μέτρων που να εγγυώνται την αποτελεσματική και αδιάκοπη εφαρμογή του προβλεφθέντος με το κοινοτικό πλαίσιο ελέγχου. Σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, οι μεταβατικές αυτές ρυθμίσεις συνίστανται στην επέκταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1995. Η ρύθμιση αυτή πρέπει να παραμείνει σε ισχύ μόνον μέχρι την επανεισαγωγή του κοινοτικού πλαισίου, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995.
7 Ως δικαιολογία του μέτρου αυτού, η Επιτροπή ανέφερε την προστασία θεμελιωδών κοινοτικών συμφερόντων, δηλαδή τη διατήρηση ανόθευτου ανταγωνισμού στον τομέα των αυτοκινήτων, ο οποίος απειλείται, διότι δεν μπορεί να ασκείται διαρκής έλεγχος από την Επιτροπή. Οι δυσμενείς συνέπειες αυτής της καταστάσεως μπορούν, κατά την Επιτροπή, να καταπολεμηθούν μόνο με ένα τέτοιο μέτρο. Το μέτρο αυτό, ως απλή και για ορισμένο χρόνο παράταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου που είχαν αποδεχθεί τα κράτη μέλη, μπορεί να ληφθεί βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.
8 Κατά την Επιτροπή, μολονότι μια τέτοια αναδρομική εφαρμογή αντίκειται προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, ωστόσο στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται λόγω της συνδρομής εξαιρετικών περιστάσεων. Τέτοιες περιστάσεις, κατά την άποψη της Επιτροπής, συνιστούν το γεγονός, αφενός, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε μετά το προβλεπόμενο για την επανεξέταση και, ενδεχομένως, για την παράταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου χρονικό σημείο και, αφετέρου, η αδυναμία διατηρήσεως ανόθευτου ανταγωνισμού καθώς και οι ανεπανόρθωτες συνέπειες που θα μπορούσαν να προκύψουν από μια τέτοια στρέβλωση του ανταγωνισμού. Τέλος, η Επιτροπή αναφέρει ότι στηρίχθηκε στο ότι η απόφασή της του Δεκεμβρίου 1992 ήταν έγκυρη και παρέτεινε επ' αόριστον την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου.
9 Κατά το προσφεύγον, κατά τη διάρκεια της πολυμερούς συσκέψεως, πολλές αντιπροσωπείες ανέφεραν ότι μέχρι την έναρξή της δεν γνώριζαν ούτε την απόφαση του Δικαστηρίου ούτε τη σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής. ςΟπως περαιτέρω εκθέτει το προσφεύγον, οκτώ αντιπροσωπείες τάχθηκαν κατά της προτάσεως της Επιτροπής, ενώ τέσσερις εξέφρασαν επιφυλάξεις.
10 Ωστόσο, ως προς το στοιχείο αυτό η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι αντιπροσωπείες επιφυλάχθηκαν να λάβουν θέση ως προς τα μέτρα για την επανεισαγωγή του κοινοτικού πλαισίου, διότι γι' αυτά είχε προβλεφθεί άλλη συνάντηση. Ως προς τα μεταβατικά μέτρα, η πλειοψηφία ήταν σύμφωνη. Πλην της ισπανικής αντιπροσωπείας, ουδεμία άλλη αντιπροσωπεία τάχθηκε κατά των απόψεων της Επιτροπής.
11 Κατά τα λοιπά, σύμφωνα με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη είχαν ήδη ενημερωθεί με το έγγραφο της 30ής Ιουνίου 1995 ότι στην ημερήσια διάταξη της συσκέψεως της 4ης Ιουλίου συμπεριελήφθηκε και ένα σημείο που αφορούσε το κοινοτικό πλαίσιο.
12 Τέλος, η Επιτροπή αποφάσισε στις 6 Ιουλίου 1995 να επεκτείνει την ισχύ της αποφάσεώς της του Δεκεμβρίου 1992 αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1995. Στο σκεπτικό της αποφάσεώς της δεν αποκλίνει από τα επιχειρήματα που παρατίθενται στην ανακοίνωση της 3ης Ιουλίου. Το μέτρο αιτιολογείται με θεμελιώδες συμφέρον της Κοινότητας και δη με την ανάγκη διατηρήσεως ανόθευτου ανταγωνισμού στον τομέα του αυτοκινήτου. Μόνο με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί ανεπανόρθωτη βλάβη.
13 Η απόφαση θεωρείται απλή παράταση της ισχύος για ορισμένο χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 1. Εξάλλου, γίνεται αναφορά στο άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ.
14 ΚΟσον αφορά την αναδρομική ισχύ, αυτή θεμελιώνεται στις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιστάσεις.
15 Κατά της αποφάσεως αυτής βάλλει το προσφεύγον και ζητεί:
1) την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Ιουλίου 1995, με την οποία παρατείνεται η ισχύς της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992 αναδρομικά από 1ης Ιανουαρίου 1995·
2) να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
16 Η Επιτροπή ζητεί:
1) να απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως του Βασιλείου της Ισπανίας·
2) να καταδικαστεί το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Β - Η άποψή μου
17 Κατά το προσφεύγον, αποφασιστικό στοιχείο για την κρίση του ζητήματος του βασίμου της προσφυγής ακυρώσεως είναι το πώς πρέπει να χαρακτηριστεί νομικώς η πράξη της Επιτροπής του Ιουλίου 1995 - ως αναδρομική επέκταση ισχύος ή ως αναδρομική επανεισαγωγή του κοινοτικού πλαισίου. Η Επιτροπή αντιθέτως φρονεί ότι ένας τέτοιος χαρακτηρισμός της αποφάσεως δεν είναι αναγκαίος. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι σ' αυτή την εξαιρετική περίπτωση δεν τήρησε την υποχρεωτική διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή έπρεπε να υποβάλει στα κράτη μέλη αντίστοιχη πρόταση, η οποία έπρεπε να συζητηθεί σε σύσκεψη με τους εκπροσώπους των κρατών μελών. Τέλος, ήταν αναγκαίο να γίνει δεκτή η πρόταση αυτή νομοτύπως από τα κράτη μέλη. Ωστόσο, κατά την Επιτροπή, σκοπός της αποφάσεως του Ιουλίου 1995 ήταν απλώς η ταχεία και για μια μεταβατική περίοδο κάλυψη του νομικού κενού που δημιουργήθηκε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτό, δεν ήταν λογικό - και ενόψει των εξαιρετικών περιστάσεων - ούτε αναγκαίο να τηρηθεί η κανονική χρονοβόρα διαδικασία.
18 Επομένως, τίθεται - ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της αποφάσεως της Επιτροπής - το ζήτημα αν η Επιτροπή δικαιούται υπό τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις να μην τηρήσει την προβλεπομένη στο άρθρο 93, παράγραφος 1, διαδικασία, αν δικαιούται δηλαδή να λάβει απόφαση χωρίς τη νομότυπη έγκριση των κρατών μελών.
19 Κατά την Επιτροπή, οι εξαιρετικές περιστάσεις συνίστανται στην ανάγκη καλύψεως του νομικού κενού που δημιουργήθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου και τη συνακόλουθη ακυρότητα του κοινοτικού πλαισίου, προτού τα κράτη μέλη μπορέσουν να χορηγήσουν ενισχύσεις σύμφωνα με τα ήδη εγκριθέντα από την Επιτροπή γενικά καθεστώτα, π.χ. στον τομέα των περιφερειακών ενισχύσεων.
20 Μόνον επικουρικώς ισχυρίζεται η Επιτροπή ότι δεν ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση για την εγκυρότητα της αποφάσεως η συμφωνία των κρατών μελών. Η Επιτροπή απλώς παρέτεινε χωρίς τροποποιήσεις και για ορισμένο χρονικό διάστημα το ήδη ισχύον επί έξι έτη κοινοτικό πλαίσιο. Αυτό δεν αντίκειται προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1995. Εξάλλου, η Επιτροπή δικαιούται, κατά τη γνώμη της, για την επιβολή χρονικώς περιορισμένης παρατάσεως να προβεί σε απλή διαβούλευση με τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την υποχρέωση συνεργασίας κατά το άρθρο 93, παράγραφος 1. Η απόφαση του Δικαστηρίου απαγορεύει απλώς την επ' αόριστον παράταση του κοινοτικού πλαισίου.
21 Τέλος, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι κατά τη γνώμη της πρόκειται για αναδρομική επανεισαγωγή του κοινοτικού πλαισίου, της οποίας πρακτική συνέπεια είναι η αναδρομική επέκταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου. Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, εφόσον πρόκειται για επέκταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου, δεν έχει υπερβεί τα όρια των αρμοδιοτήτων της, διότι, αφενός, όπως ήδη ειπώθηκε, δεν παρέβη την απόφαση του Δικαστηρίου του Ιουνίου 1995, και, αφετέρου, οι εξαιρετικές περιστάσεις που έχει επικαλεστεί δικαιολογούν τόσο την αναδρομική επανεισαγωγή όσο και την αναδρομική επέκταση ισχύος.
22 Αντιθέτως προς την άποψη της Επιτροπής, θεωρώ απαραίτητο να ερευνηθεί επακριβώς ο νομικός χαρακτηρισμός της αποφάσεως. Μόνο με τον τρόπο αυτόν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ποιες διαδικαστικές προϋποθέσεις έπρεπε να τηρήσει η Επιτροπή. Μόνον με αυτόν τον τρόπο είναι εξάλλου δυνατή η εξέταση του επικουρικώς προβαλλομένου από την Επιτροπή ισχυρισμού, ότι δηλαδή η έγκριση των κρατών μελών δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση του κύρους της αποφάσεως.
23 Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό τον επικουρικό ισχυρισμό της Επιτροπής, διότι, αν η εκτίμηση αυτή είναι ορθή, θα ήταν δυνατόν να ληφθεί μια τέτοια απόφαση, όπως αυτή του Ιουλίου 1995, σύμφωνα με την επιλεγείσα από την Επιτροπή διαδικασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, η απόφαση θα έπρεπε να πληροί τόσο τις απαιτήσεις της εν λόγω διαδικασίας όσο και τις προϋποθέσεις αναδρομικής ισχύος. Οι προϋποθέσεις αυτές - όπως κατόπιν λεπτομερέστερα θα αναλύσω - πληρούνται, όταν ο επιδιωκόμενος σκοπός επιβάλλει την αναδρομικότητα και λαμβάνεται δεόντως υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων. Θα ήθελα να αρχίσω τις παρατηρήσεις μου με τα διαδικαστικά ζητήματα.
24 Ως προς το ζήτημα της ακολουθητέας διαδικασίας πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνον οι διατάξεις της Συνθήκης αλλά και οι προβλεπόμενες στο ίδιο το κοινοτικό πλαίσιο ρυθμίσεις. Η δεύτερη παράταση ισχύος του κοινοτικού πλαισίου, κατά της οποίας βάλλει το προσφεύγον, ρύθμιζε τα της ισχύος του, προβλέποντας ότι θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την επόμενη επανεξέτασή του που θα οργάνωνε η Επιτροπή. Κατά τα λοιπά, αποφασίστηκε να μην τροποποιηθεί το κοινοτικό πλαίσιο. Δεδομένου ότι αυτή η δεύτερη παράταση ισχύος δεν περιέχει καμιά πρόβλεψη περί του πρακτέου σε περίπτωση που θεωρηθεί αναγκαία κάποια τροποποίηση του κοινοτικού πλαισίου, πρέπει σχετικώς να επανεξετάσουμε το κείμενο της πρώτης παρατάσεως, το οποίο - όπως ήδη είδαμε - δεν έχει τροποποιηθεί. Στην πρώτη απόφαση περί παρατάσεως προβλεπόταν: «Η Επιτροπή θα επανεξετάσει το πλαίσιο μετά την πάροδο διετίας. Εάν κριθούν απαραίτητες κάποιες τροποποιήσεις (...), η Επιτροπή θα αποφασίσει σχετικά μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη». Επομένως, η προβλεπομένη από το κοινοτικό πλαίσιο διαδικασία έχει ως εξής: Η Επιτροπή εξετάζει το κοινοτικό πλαίσιο και μόνο σε περίπτωση κατά την οποία κρίνεται αναγκαία κάποια τροποποίηση απαιτείται διαβούλευση με τα κράτη μέλη. Τελικώς αποφασίζει η Επιτροπή για την τροποποίηση του κοινοτικού πλαισίου.
25 Στο παρελθόν, το προσφεύγον προσέβαλε τη δεύτερη παράταση, διότι παρέτεινε επ' αόριστον την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου και, επομένως, το τροποποιούσε. Αυτό, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, δεν ήταν δυνατό χωρίς διαβούλευση και στη συνέχεια έγκριση των κρατών μελών. Το Δικαστήριο, στην απόφαση του Ιουνίου 1995, δεν εξετάζει το ζήτημα της αναγκαιότητας της εγκρίσεως των κρατών μελών. Το Δικαστήριο στηρίχθηκε μάλλον στην υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών, από την οποία κανένας από τους μετέχοντες δεν μπορεί να απαλλαγεί για αόριστο, ανεξάρτητο από τη βούληση ενός μέρους, χρονικό διάστημα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν δέχεται ότι ένα από τα μετέχοντα μέρη μπορεί να εκδίδει για την εξέταση των ενισχύσεων ρυθμίσεις, οι οποίες ισχύουν επ' αόριστον. Αυτό σημαίνει ότι καθοριστικής σημασίας στοιχείο για την απόφαση του Δικαστηρίου υπήρξε η μονομερής επ' αόριστον παράταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου, διότι αυτή εμπόδιζε την τακτική και περιοδική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής. Επομένως, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το κοινοτικό πλαίσιο μπορεί να ισχύει μόνο μέχρι την επόμενη εξέτασή του, ήτοι μετά δύο έτη.
26 Αυτό σημαίνει ωστόσο ότι μετά τη δεύτερη παράταση το κοινοτικό πλαίσιο ίσχυε για δύο επιπλέον έτη. Κατόπιν, η Επιτροπή έπρεπε κανονικά να προβεί σε εξέταση και - αν παρίστατο ανάγκη κάποιας τροποποιήσεως - έπρεπε να εκδοθεί σχετική απόφαση της Επιτροπής κατόπιν διαβουλεύσεως με τα κράτη μέλη. Τίθεται τώρα το ζήτημα αν η απόφαση της Επιτροπής του Ιουλίου 1995 πληρούσε τις προϋποθέσεις αυτές. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση θα έπρεπε να θεωρηθεί αναδρομική παράταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου.
27 Εντούτοις, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, το κοινοτικό πλαίσιο δεν μπορεί πλέον να παραταθεί, διότι ήδη από τις αρχές του 1995 έπαυσε να ισχύει. Κατά το προσφεύγον, δεν είναι δυνατόν κάτι το οποίο νομικώς είναι «νεκρό» να αναβιώσει με αναδρομική επέκταση της ισχύος του. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο ήδη αποφανθεί ότι μία άδεια εξαγωγής π.χ., της οποίας η ισχύς έχει ήδη λήξει, αργότερα, δηλαδή μετά τη λήξη της διάρκειας ισχύος της, υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να παραταθεί αναδρομικώς (6).
28 Επομένως, δεν είναι κατ' αρχήν αδύνατον να επεκταθεί αναδρομικώς η ισχύς μη ισχύουσας πλέον νομικής πράξεως και έτσι να τεθεί εκ νέου σε ισχύ. Μια τέτοια αναδρομική επέκταση ισχύος πρέπει εξάλλου να πληροί τουλάχιστον τις ήδη αναφερθείσες προϋποθέσεις, οι οποίες προβλέπονται στο κοινοτικό πλαίσιο. Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις αυτές, επιβάλλεται, πρώτον, η επανεξέταση του κοινοτικού πλαισίου. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, μια τέτοια επανεξέταση πρέπει να περιλαμβάνει συνολική εκτίμηση των αποτελεσμάτων, ανάλυση της λειτουργίας του κοινοτικού πλαισίου σε σύγκριση με άλλους τομείς, καθώς και ανάλυση των κριτηρίων και των μεθόδων εφαρμογής του. Για να μπορεί να ληφθεί μονομερώς ένα τέτοιο μέτρο, δεν αρκεί, κατά το προσφεύγον, απλώς να τονιστεί κατά τη διαβούλευση με τα κράτη μέλη τυπικώς η σημασία ενός τέτοιου μέτρου για την αποτροπή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. ύΕτσι, θα καταστρατηγούνταν απλώς οι προβλεπόμενες στο άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης διαδικαστικές προϋποθέσεις.
29 Η εξέταση του κοινοτικού πλαισίου και της ισχύος του είναι ωστόσο αδύνατη χωρίς συνεκτίμηση της εκάστοτε καταστάσεως. Στα πλαίσια μιας τέτοιας εκτιμήσεως και επανεξετάσεως πρέπει, πρώτον, να διαπιστωθεί ότι σε μια κατάσταση, όπως αυτή που δημιουργήθηκε μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, είναι προπάντων σημαντικό να εξακολουθήσει να ισχύει το κοινοτικό πλαίσιο.
30 οΟπως ορθώς υποστήριξε η Επιτροπή, ήταν σημαντικό να καλυφθεί το δημιουργηθέν μετά την απόφαση του Δικαστηρίου νομικό κενό και να εμποδιστούν τα κράτη μέλη στο μεταξύ, με βάση υφιστάμενα και εγκριθέντα από την Επιτροπή καθεστώτα ενισχύσεων, να καταβάλουν ενισχύσεις στις αυτοκινητοβιομηχανίες τους και έτσι να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό.
31 Συναφώς, δεν πρέπει επίσης να αγνοείται ότι το κοινοτικό πλαίσιο συνιστά κατάλληλο μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κοινοτικό πλαίσιο ήταν όμως το καταλληλότερο, εφόσον, ανεξαρτήτως των τυχόν αναγκαίων τροποποιήσεων, εξακολούθησε κατ' αρχήν να ισχύει χωρίς διακοπή.
32 Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατόν σε κάθε περίπτωση να επιβάλλεται εμπεριστατωμένη εξέταση, όπως απαιτεί το προσφεύγον. Επιπλέον, πρέπει η έκταση και ο προσανατολισμός της εξετάσεως να εστιάζονται στη δεδομένη κατάσταση.
33 Κατά τα λοιπά, για την έκδοση αποφάσεως περί παρατάσεως της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου απαιτείται διαβούλευση με τα κράτη μέλη. Αυτό προβλέπεται ρητώς στο κείμενο του κοινοτικού πλαισίου (εδώ αναφέρομαι στην πρώτη παράταση) μόνο για την περίπτωση τροποποιήσεως του κοινοτικού πλαισίου. Από την απόφαση του Δικαστηρίου του Ιουνίου 1995 προκύπτει ωστόσο η αντίστοχη υποχρέωση διαβουλεύσεως με τα κράτη μέλη. Η απόφαση του Δικαστηρίου τονίζει την υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, η οποία δεν πρέπει να διακόπτεται μονομερώς και επ' αόριστον. Επομένως, και για την παράταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου χωρίς τροποποίηση είναι αναγκαία η διαβούλευση με τα κράτη μέλη.
34 Οι συζητήσεις της 4ης Ιουλίου 1995 θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συνιστούν τέτοια διαβούλευση. Εξάλλου, το προσφεύγον στις παρατηρήσεις του αναφέρεται στις κατά τη γνώμη του απαράδεκτες συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η σύσκεψη της 4ης Ιουλίου 1995. Κατά το προσφεύγον, τα κράτη μέλη δεν ενημερώθηκαν επαρκώς και εγκαίρως για τα σχέδια της Επιτροπής. Υποστηρίζει ότι αυτό αντίκειται τόσο προς το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ όσο και προς την υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής.
35 Στο σημείο πρέπει να επισημάνω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι εφαρμοστέες οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 93, αλλά οι προβλεπόμενες στο ίδιο το κοινοτικό πλαίσιο ειδικές προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 1, για την εγκυρότητα της αποφάσεως θα ήταν απαραίτητο να εγκρίνουν τα κράτη μέλη νομοτύπως την απόφαση. ηΟπως ήδη έχω αναφέρει, αυτό δεν είναι απαραίτητο για την άνευ τροποποιήσεων παράταση της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου. υΑλλωστε, τα κράτη μέλη δεν είχαν εγκρίνει ούτε τη δεύτερη παράταση ισχύος του κοινοτικού πλαισίου (7). Αυτό δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά ούτε και από την Ισπανία. Ούτε η απόφαση του Δικαστηρίου έκρινε ότι είναι άκυρη η απόφαση, επειδή δεν εγκρίθηκε από τα κράτη μέλη. Για τον λόγο αυτό, για την εγκυρότητα της αποφάσεως ήταν απαραίτητη μόνον η διαβούλευση με τα κράτη μέλη.
36 Κατά την Επιτροπή, η απαίτηση αυτή ικανοποιήθηκε με τη σύσκεψη της 4ης Ιουλίου 1995. Κατά το προσφεύγον, αντιθέτως, μια τέτοια σύντομη ενημέρωση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της τακτικής συνεργασίας. (Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι μέρος των εγγράφων εργασίας τέθηκαν υπόψη των συμμετεχόντων για πρώτη φορά κατά την έναρξη της συσκέψεως.)
37 Ωστόσο, πρέπει εδώ να επισημάνω ότι επρόκειτο για την άνευ τροποποιήσεων παράταση ισχύος του κοινοτικού πλαισίου, το οποίο ίσχυε ήδη επί έξι έτη. Επομένως, δεν χρειαζόταν κανένα επιπλέον πληροφοριακό στοιχείο όσον αφορά το περιεχόμενο του κοινοτικού πλαισίου. Επίσης ήταν εύκολο να δοθούν εξηγήσεις και να γίνει αντιληπτή η δημιουργηθείσα μετά την απόφαση του Δικαστηρίου κατάσταση. Επρόκειτο απλώς να γνωστοποιηθεί ότι μετά την απόφαση του Δικαστηρίου το κοινοτικό πλαίσιο είχε ήδη παύσει να ισχύει σχεδόν από εξαμήνου. Επομένως, δεν χρειαζόταν καμιά εκτενής προενημέρωση, για να μπορέσουν να συμμετάσχουν τα κράτη μέλη στη συζήτηση για τα μέτρα που έπρεπε τότε να ληφθούν. Για τον λόγο αυτό, η διαβούλευση στα πλαίσια της συσκέψεως της 4ης Ιουλίου 1995 πληροί, κατά τη γνώμη μου, τις προϋποθέσεις της τακτικής και περιοδικής συνεργασίας μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών. Και τούτο καθόσον μάλιστα, παραλλήλως προς το επίδικο στην προκειμένη περίπτωση μεταβατικό μέτρο διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών σχετικά με την επανεισαγωγή ενός κοινοτικού πλαισίου (8).
38 Συναφώς, το προσφεύγον υποστηρίζει επιπλέον ότι η Επιτροπή με την απόφασή της καθόρισε μονομερώς τη χρονική περίοδο εφαρμογής του συστήματος των ενισχύσεων. Ακριβώς αυτό όμως απαγορεύθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να αποφασιστεί μονομερώς η επ' αόριστον ισχύς των ρυθμίσεων. Συνάγεται λοιπόν εξ αντιδιαστολής ότι με τον τρόπο αυτό οι μετέχοντες (είτε η Επιτροπή είτε τα κράτη μέλη) μπορούν να καταστρατηγούν την υποχρέωση τακτικής συνεργασίας. ςΑλλωστε, το ίδιο το Δικαστήριο στηρίζεται στο αρχικώς προβλεφθέν στο κοινοτικό πλαίσιο χρονικό διάστημα των δύο ετών. Επομένως, από αυτήν την άποψη, δεν μπορεί να προβληθεί καμία αντίρρηση κατά της προτάσεως της Επιτροπής του Ιουλίου 1995, σύμφωνα με την οποία το κοινοτικό πλαίσιο έπρεπε να εξακουλουθήσει να ισχύει το αργότερο μέχρι τα τέλη του έτους.
39 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απόφαση της Επιτροπής του Ιουλίου 1995 ικανοποιεί τις απαιτήσεις του κοινοτικού πλαισίου και της συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής για την άνευ τροποποιήσεων παράταση ισχύος του κοινοτικού πλαισίου.
40 Δεδομένου ότι η αναδρομική επέκταση ισχύος νομικής πράξεως είναι κατ' αρχήν δυνατή και όταν η ισχύς της έχει ήδη λήξει, η απόφαση της Επιτροπής δεν έχει - όπως υποστηρίζει το προσφεύγον - τον χαρακτήρα εισαγωγής νέας ρυθμίσεως. Μια τέτοια απόφαση θα ήταν αδύνατη, πράγμα που δεν αμφισβητείται, χωρίς την έγκριση των κρατών μελών.
41 Για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ακολουθήσει την άποψή μου και θα θεωρήσει απαραίτητη τη μεγαλύτερη συμμετοχή των κρατών μελών και την τελική νομότυπη έγκρισή τους για την έκδοση της αποφάσεως, θα ήθελα να εξετάσω τη δυνατότητα της Επιτροπής να μην ακολουθεί, όταν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, αυτή τη χρονοβόρα διαδικασία. Συναφώς, θα ήθελα κατ' αρχάς να επισημάνω ότι παράλληλα με την διαβούλευση των κρατών μελών για την αναδρομική επέκταση ισχύος του κοινοτικού πλαισίου άρχισαν οι συζητήσεις για την επανεισαγωγή του κοινοτικού πλαισίου. Για το δεύτερο αυτό μέτρο η Επιτροπή χρησιμοποιεί την εκτενέστερη διαδικασία. Συνεπώς, η Επιτροπή με τη σύντομη διαδικασία, εν πάση περιπτώσει, δεν επεδίωξε να αποφύγει την υποχρέωσή της για συνεργασία με τα κράτη μέλη. Σκοπός της ήταν απλώς να καλύψει το δημιουργηθέν κενό το ταχύτερο δυνατόν. Δηλαδή έτσι αποκαταστάθηκε η κανονικά υφισταμένη κατάσταση. Κανονικά πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι οι διαβουλεύσεις για την παράταση και την τροποποίηση του κοινοτικού πλαισίου αρχίζουν ήδη, ενόσω το ίδιο το κοινοτικό πλαίσιο ισχύει ακόμη. Το μέτρο της Επιτροπής αποσκοπεί απλώς στο να εξακολουθήσει να υφίσταται το κοινοτικό πλαίσιο, ενόσω γίνονται διαπραγματεύσεις για ενδεχόμενη παράταση ή τροποποίησή του. Δεδομένου άλλωστε ότι τα κράτη μέλη μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου θεωρούσαν δεδομένο ότι θα συνέχιζε να ισχύει το κοινοτικό πλαίσιο, το μέτρο της Επιτροπής δεν έχει καμιά σημαντική επίπτωση για τους μετέχοντες. Αντιθέτως, απαλλάσσει τις συζητήσεις από τη χρονική πίεση να θεσπιστεί το ταχύτερο δυνατό νέα ρύθμιση και έτσι καθιστά δυνατή την εμπεριστατωμένη επανεξέταση των ρυθμίσεων. Ενόψει της υποχρεώσεως της Επιτροπής, ως θεματοφύλακα των κοινοτικών συμφερόντων, να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό (9), της σύντομης, περιορισμένης διάρκειας του μέτρου και της ταυτόχρονης δυνατότητας των κρατών μελών να εκθέσουν λεπτομερώς την άποψή τους στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την επανεισαγωγή του κοινοτικού πλαισίου, φρονώ ότι στην παρούσα υπόθεση μπορεί να θεωρηθεί ότι επιτρέπεται στην Επιτροπή να μην προβεί σε εκτενέστερη διαβούλευση και να μη ζητήσει την τελική έγκριση των κρατών μελών.
42 Ως περαιτέρω λόγο ακυρότητας της αποφάσεως προβάλλει το προσφεύγον τον δυσανάλογο χαρακτήρα της. Συναφώς θεωρεί ότι ως προς τη διαδικασία το μέτρο της Επιτροπής αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο. Θεωρεί επίσης ότι ένα τέτοιο ασυνήθιστο μέτρο δεν είναι αναγκαίο, διότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της και άλλα, «κανονικά» μέτρα. Η Ισπανία αναφέρεται σχετικώς στην ορθή εφαρμογή της προβλεπομένης στο άρθρο 93, παράγραφος 1, διαδικασίας, ακολουθουμένης ενδεχομένως από την κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου διαδικασία. Εξάλλου, κατά την Ισπανία, η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να επανεισαγάγει το κοινοτικό πλαίσιο με έγκριση των κρατών μελών και συγχρόνως, επίσης με έγκριση των κρατών μελών, να του προσδώσει αναδρομική ισχύ, προκειμένου να καλυφθεί το νομικό κενό που ανησυχούσε την Επιτροπή.
43 Ανεξάρτητα από το ότι, κατά τη γνώμη μου, οι ενέργειες της Επιτροπής ήταν σύμφωνες με το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να προστεθούν τα ακόλουθα ως προς την αναγκαιότητα του προσβαλλομένου μέτρου. υΟπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, υπήρχε επείγουσα ανάγκη να καλυφθεί γρήγορα το δημιουργηθέν νομικό κενό για ορισμένο χρονικό διάστημα και για συγκεκριμένο σκοπό. Συναφώς, οι προταθείσες από το προσφεύγον διαδικασίες θα ήταν υπερβολικά χρονοβόρες. Επομένως, θα υπήρχε νομικό κενό για ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να χορηγούν ενισχύσεις σύμφωνα με ήδη υφιστάμενα και εγκριθέντα καθεστώτα ενισχύσεων. Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Αν η εγκυρότητα της αποφάσεως της Επιτροπής εξαρτιόταν από την έγκριση όλων των κρατών μελών, τότε η επανεισαγωγή του κοινοτικού πλαισίου θα είχε αφεθεί εξ ολοκλήρου στη διάθεση των κρατών μελών. Θα αποκλειόταν η δυνατότητα ταχείας ενέργειας διότι θα έπρεπε να αναμένεται η απόφαση καθενός από τα κράτη μέλη. Εξάλλου, η Επιτροπή, σύμφωνα με δικά της στοιχεία, είχε λάβει την έγκριση των υπολοίπων κρατών μελών.
44 Επιπλέον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το μέτρο δεν ήταν αναγκαίο και για πρακτικούς λόγους. Κανένα από τα κράτη μέλη δεν χορήγησε, για το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, ενισχύσεις κατά παράβαση του κοινοτικού πλαισίου. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο το κοινοτικό πλαίσιο δεν ίσχυε, τα κράτη μέλη το τήρησαν.
45 Σχετικώς πρέπει να παρατηρήσω ότι τότε κανένας από τους ενδιαφερομένους δεν μπορούσε να θεωρήσει ως δεδομένο ότι το κοινοτικό πλαίσιο δεν θα ίσχυε πλέον. Αντιθέτως, το τεκμήριο νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (10) συνηγορούσε υπέρ της εκδοχής της παρατάσεως ισχύος του κοινοτικού πλαισίου. Για τον λόγο αυτό, η τήρηση του κοινοτικού πλαισίου μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι η τήρηση αυτή θα εξακολουθούσε και μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Αυτό καθίσταται αμφίβολο και για τον πρόσθετο λόγο ότι η Ισπανία - σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή - δεν δέχθηκε κατ' αρχήν το νεοεισαχθέν στο μεταξύ κοινοτικό πλαίσιο.
46 Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ενδεχομένως τα κράτη μέλη ήσαν επίσης υποχρεωμένα, βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ, να τηρούν κατά τη μεταβατική περίοδο το κοινοτικό πλαίσιο. Μολονότι θα μπορούσε να συναχθεί τέτοια υποχρέωση από το άρθρο 5, ωστόσο αυτό δεν αλλάζει σε τίποτε την ανάγκη να αποσαφηνιστεί η υποχρέωση αυτή και να καλυφθεί το ταχύτερο δυνατό το δημιουργηθέν νομικό κενό. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι συνέτρεχε ανάγκη να λάβει η Επιτροπή το προσβαλλόμενο μέτρο.
47 Επιπλέον, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι αυτή η αναδρομική παράταση ισχύος του κοινοτικού πλαισίου ήταν το ενδεδειγμένο μέτρο για την κάλυψη του δημιουργηθέντος νομικού κενού.
48 Εξάλλου, δεδομένου ότι - όπως ήδη προανέφερα - πρόκειται για σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο διαδικασία, δεν μπορεί το μέτρο να θεωρηθεί υπό στενή έννοια δυσανάλογο. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι μέτρο για το οποίο δεν τηρήθηκε η κανονική διαδικασία μπορεί να θεωρηθεί ανάλογο, εφόσον η κανονική διαδικασία έχει αποδειχθεί υπερβολικά δυσκίνητη και, κατά συνέπεια, ακατάλληλη.
49 Τέλος, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αν η Επιτροπή μπορούσε να προσδώσει στην απόφασή της αναδρομική ισχύ. Συναφώς το προσφεύγον παραπέμπει στο άρθρο 93, παράγραφος 2. Η ίδια η Επιτροπή στον guide de procιdure (οδηγό διαδικασίας) ανέφερε ότι στο πλαίσιο αυτό δεν είναι δυνατή η λήψη αναδρομικών μέτρων, αλλά πρέπει να προβλέπεται προθεσμία, προκειμένου να δοθεί στα κράτη μέλη χρόνος για την υλοποίηση των μέτρων.
50 Σχετικώς πρέπει να παρατηρήσω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πρόκειται για κατάργηση ή τροποποίηση χορηγηθείσας ενισχύσεως. Σε μια τέτοια περίπτωση, η οποία προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 93, παράγραφος 2, πρέπει να τάσσεται αντίστοιχη προθεσμία. Στην προκειμένη όμως περίπτωση πρόκειται για επέκταση του επί έξι έτη ισχύοντος κοινοτικού πλαισίου, υπέρ του οποίου συνηγορούσε το τεκμήριο νομιμότητας σχεδόν μέχρι την έκδοση της επίδικης αποφάσεως της Επιτροπής, a posteriori, δηλαδή για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ίσχυε το τεκμήριο νομιμότητας. Μια τέτοια περίπτωση διαφέρει ουσιωδώς από την περίπτωση του άρθρου 93, παράγραφος 2.
51 Εξάλλου, το προσφεύγον ισχυρίζεται ότι μια τέτοια αναδρομική επέκταση ισχύος δεν συμβιβάζεται με την υποχρέωση τακτικής συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής και επιπλέον δεν δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις.
52 Η Επιτροπή έχει επικαλεστεί τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε μετά το προβλεπόμενο στην ίδια την απόφαση του Δικαστηρίου χρονικό σημείο της νέας επανεξετάσεως και της λήξεως της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου. Το προσφεύγον αντιθέτως υποστηρίζει ότι η Επιτροπή μέχρι την απόφαση του Δικαστηρίου, δηλαδή έξι μήνες μετά τη λήξη της ισχύος του κοινοτικού πλαισίου, δεν είχε προβεί σε καμιά επανεξέτασή του. Επομένως, κατά το προσφεύγον, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται δική της παράλειψη ως εξαιρετική περίσταση, η οποία δικαιολογεί την αναδρομική ισχύ.
53 Η άποψη αυτή δεν πρέπει να γίνει δεκτή, διότι για πρώτη φορά με την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου διαπιστώθηκε ότι στα τέλη του 1994 ήταν αναγκαία η επανεξέταση του κοινοτικού πλαισίου. Μέχρι τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου όλα τα μετέχοντα μέρη, βάσει του τεκμηρίου νομιμότητας, μπορούσαν να θεωρούν ότι δεν είχε προβλεφθεί κανένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο για τη νέα επανεξέταση. Η εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία της ρυθμίσεως της δεύτερης παρατάσεως ισχύος του κοινοτικού πλαισίου ως παρατάσεως αορίστου χρόνου δεν μπορεί να θεωρηθεί προδήλως εσφαλμένη. Για τον λόγο αυτό, δεν μπορεί να κατηγορηθεί η Επιτροπή, διότι μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου θεωρούσε ότι δεν ήταν αναγκαία καμιά νέα επανεξέταση μετά την πάροδο διετίας.
54 Κατά την Επιτροπή, στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται επίσης τα καθορισθέντα από τη νομολογία του Δικαστηρίου κριτήρια της αναδρομικής ισχύος.
55 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της ασφάλειας δικαίου απαγορεύει γενικώς να ορίζεται η έναρξη ισχύος νομικής πράξεως της Κοινότητας από χρονικό σημείο προγενέστερο της δημοσιεύσεώς της. Κατ' εξαίρεση ισχύει άλλως, εφόσον το επιβάλλει ο επιδιωκόμενος σκοπός και λαμβάνεται προσηκόντως υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων (11). Κατά την Επιτροπή, μόνο με αναδρομικής ισχύος μέτρο ήταν δυνατόν να εμποδιστούν σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στον τομέα των αυτοκινήτων. Αυτό όσον αφορά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου τον Ιούνιο του 1995 δεν ήταν απολύτως προφανές εκ πρώτης όψεως. ςΟπως η ίδια η Επιτροπή υποστηρίζει, κατά το χρονικό αυτό διάστημα όλα τα κράτη μέλη τήρησαν το κοινοτικό πλαίσιο. Η Επιτροπή δεν αναφέρει τίποτε σχετικά με το τι συνέβη μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, σε αυτό το χρονικό σημείο, κατά το οποίο όλοι οι ενδιαφερόμενοι ενημερώθηκαν για την παύση ισχύος του κοινοτικού πλαισίου, κατέστη αναγκαίο να θεσπιστεί μεταγενέστερα ρύθμιση για μια μεταβατική περίοδο.
56 Ούτε όμως μπορεί να απαγορευτεί στην Επιτροπή να επεκτείνει την αναδρομική ισχύ του κοινοτικού πλαισίου στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, διότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να είναι σίγουρη αν πράγματι όλα τα κράτη μέλη έχουν τηρήσει το κοινοτικό πλαίσιο. Αν αργότερα διαπιστωνόταν ότι τότε χορηγήθηκε ενίσχυση ασυμβίβαστη με το τρίτο κοινοτικό πλαίσιο, δεν θα μπορούσε να ληφθεί κατ' αυτής κανένα μέτρο, διότι κατά την περίοδο αυτή δεν ίσχυε καμία ρύθμιση. Αν οι ενισχύσεις αυτές εντάσσονταν στα πλαίσια ενός ήδη εγκριθέντος από την Επιτροπή γενικού καθεστώτος ενισχύσεων, οι ενισχύσεις αυτές αυτομάτως θα συμβιβάζονταν με την κοινή αγορά (12). Επομένως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η αναδρομική ισχύς ήταν η μόνη δυνατότητα να αποτραπούν ανεπανόρθωτες συνέπειες, οι οποίες θα μπορούσαν να προκληθούν με τη χορήγηση ενισχύσεων χωρίς να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις τους σε έναν τόσο ευαίσθητο τομέα όπως ο τομέας των αυτοκινήτων, στον οποίο παρά το πλεόνασμα παραγωγικής ικανότητας παρίσταται ανάγκη μεγάλων επενδύσεων.
57 Ωστόσο, αμφισβητείται αν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων ελήφθη δεόντως υπόψη. Κατά την Επιτροπή, ούτε υποκειμενικά ούτε αντικειμενικά μπορεί να γίνει λόγος για δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων. Ως προς τις αντικειμενικές προϋποθέσεις μιας τέτοιας εμπιστοσύνης, δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση κανένας κανόνας ή καμιά νομική πράξη της Επιτροπής στην οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί η προσδοκία ότι η ισχύς του κοινοτικού πλαισίου λήγει στα τέλη του 1994· αντιθέτως, το ίδιο το κοινοτικό πλαίσιο δεν έχει προβλέψει καμιά προθεσμία για τη λήξη ισχύος του. Αυτό πρέπει να γίνει δεκτό. Πλην αντιθέτου ερμηνείας του Δικαστηρίου, όλοι οι ενδιαφερόμενοι έπρεπε να θεωρούν ότι η ισχύς του κοινοτικού πλαισίου είχε παραταθεί επ' αόριστον σύμφωνα με τις διατάξεις του.
58 Η Επιτροπή εκθέτει κατόπιν ότι κανένα από τα κράτη μέλη, προπάντων κανένα από τα κράτη μέλη που έχουν προσφύγει κατά της παρατάσεως, δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είχε νομίσει ότι η απόφαση του 1992 θα ίσχυε μόνο για δύο έτη. Ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή ότι ακριβώς για τον λόγο αυτό η Ισπανία προσέφυγε κατά της αποφάσεως του 1992, διότι την θεώρησε παράταση αορίστου χρόνου. Εξάλλου, και άλλα κράτη μέλη νομίμως θα μπορούσαν να θεωρήσουν δεδομένη την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου, σύμφωνα με το τεκμήριο νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων. Κατά την αντλούμενη από την μη ισχύ του κοινοτικού πλαισίου δικαιολογημένη εμπιστοσύνη συνηγορεί εξάλλου το γεγονός ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν τηρήσει το κοινοτικό πλαίσιο μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
59 Για τον λόγο αυτό, στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίστατο δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων.
60 Μια άλλη πτυχή, η οποία συνηγορεί στην προκειμένη περίπτωση υπέρ του παραδεκτού της αναδρομικής ισχύος εμφαίνεται στην απόφαση Fedesa. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε οδηγία, η οποία ακυρώθηκε λόγω πλημμέλειας της διαδικασίας και αντικαταστάθηκε με νέα οδηγία, η οποία έπρεπε να έχει αναδρομική ισχύ. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικώς ότι το χρονικό διάστημα από την ακύρωση της πρώτης οδηγίας μέχρι την κοινοποίηση ή και τη δημοσίευση της δεύτερης ήταν πολύ σύντομο. Αυτό συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Μεταξύ της αποφάσεως του Δικαστηρίου και της αποφάσεως περί παρατάσεως ισχύος του κοινοτικού πλαισίου δεν μεσολάβησαν ούτε τέσσερις εβδομάδες.
61 Εξάλλου, το Δικαστήριο με την απόφαση Fedesa έκρινε ότι, εφόσον η πρώτη οδηγία ακυρώθηκε λόγω πλημμέλειας της διαδικασίας, οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούσαν για τον λόγο αυτό να θεωρούν πιθανή αλλαγή της στάσεως του Συμβουλίου επί της ουσίας (13). Στην προκειμένη περίπτωση, η κατάσταση είναι όμοια. Το κοινοτικό πλαίσιο δεν κηρύχθηκε άκυρο ή και ανίσχυρο λόγω του περιεχομένου του, αλλά μόνον διότι παρατάθηκε επ' αόριστον, πράγμα που δεν ήταν δυνατόν, και στο μεταξύ δεν μπορούσε να γίνει καμιά πλέον παράταση. Επομένως, οι ενδιαφερόμενοι δεν μπορούσαν, με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου, να προσδοκούν ότι θα τροποποιηθεί το περιεχόμενο του κοινοτικού πλαισίου. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται καμμία προσβολή δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων. Επομένως, το μέτρο της Επιτροπής μπορούσε να θεσπιστεί με αναδρομική ισχύ.
62 Τέλος, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το μέτρο της Επιτροπή δεν συνιστά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων, ότι ήταν ανάλογο και ότι, παρά την αναδρομική ισχύ του, δεν συνιστά παράβαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί των δικαστικών εξόδων
63 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος, στην προκειμένη περίπτωση το Βασίλειο της Ισπανίας, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
Γ - Πρόταση
64 Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή·
2) να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Απόφαση 89/C 123/03 (EE 1989, C 123, σ. 3).
(2) - Υπόθεση C-135/93.
(3) - Παράγραφος 5 της πρώτης παρατάσεως του κοινοτικού πλαισίου (91/C 81/05· EE 1991, C 81, σ. 4).
(4) - Απόφαση 93/C 36/06 (EE 1993, C 36, σ. 17).
(5) - Απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση C-135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-1651).
(6) - Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 71/82, Βalm (Συλλογή 1982, σ. 4647).
(7) - Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα της 14ης Μαρτίου 1995 στην προπαρατεθείσα υπόθεση C-135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-1653, σημείο 54).
(8) - Βλ. σημείο 10.
(9) - Για την εξαιρετική σημασία της εννοίας «ανταγωνισμός» στην αρχιτεκτονική της Συνθήκης, βλ. το άρθρο 3, στοιχείο ζζ, και το άρθρο 3 Α της Συνθήκης ΕΚ, «μέρος πρώτο» της Συνθήκης υπό τον τίτλο «Αρχές».
(10) - Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1994 στην υπόθεση C-137/92 Ρ, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-2555, σκέψη 48).
(11) - Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979 στην υπόθεση 98/78, Racke (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55), απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979 στην υπόθεση 99/78, Decker (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 81), απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 224/82, Meiko-Konservenfabrik (Συλλογή 1983, σ. 2539, σκέψη 12), απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 1990 στην υπόθεση C-337/88, SAFA (Συλλογή 1990, σ. Ι-1, σκέψη 13), και απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-331/88, Fedesa (Συλλογή 1990, σ. Ι-4023, σκέψη 45).
(12) - Στην περίπτωση αυτή οι έντιμοι θα καθίσταντο ανόητοι.
(13) - Προαναφερθείσα (βλ. υποσημείωση 11) απόφαση Fedesa, σκέψη 47.
Full & Egal Universal Law Academy