Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, που υποβλήθηκε από το Circuit Court, County of Dublin, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου της 3ης Ιουνίου 1971 (1), δίνει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί, για μια ακόμη φορά, επί της εννοίας μιας από τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί η Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (2), όπως τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978 (3) (στο εξής: Σύμβαση).
2 Πρόκειται για την ερμηνεία των λέξεων «δικαιούχος διατροφής» του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως, οι οποίες μέχρι σήμερα δεν έχουν οριστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια αυτή επιτρέπει τον εντοπισμό του προσώπου που τυγχάνει της ειδικής διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπεται στο κείμενο του άρθρου 5, σημείο 2, και χρησιμεύει επίσης για την οριοθέτηση του πεδίου της δυνατότητας επιλογής δικαιοδοσίας την οποία προβλέπει. Προς τούτο, ζητείται από το Δικαστήριο κατ' ουσίαν να κρίνει αν η έκφραση «δικαιούχος διατροφής» έχει την έννοια ότι αφορά κάθε πρόσωπο που αξιώνει διατροφή ή μόνο το πρόσωπο του οποίου η ιδιότητα του δικαιούχου διατροφής έχει αναγνωριστεί με δικαστική απόφαση.
Ι - Οι ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας που προβλέπονται στη Σύμβαση των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968
3 Οι διατάξεις της Συμβάσεως που προκάλεσαν την υποβολή του ερωτήματος περιλαμβάνονται στον τίτλο ΙΙ της Συμβάσεως, που τιτλοφορείται «Διεθνής δικαιοδοσία».
4 Ο βασικός περί διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνας της Συμβάσεως παρατίθεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 2, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους.»
5 Το άρθρο 5 της Συμβάσεως προβλέπει, σε ειδικούς τομείς, εναλλακτικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας σε σχέση με την κατ' αρχήν διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους της κατοικίας του εναγομένου. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες διατάξεις:
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:
(...)
2) ως προς υποχρεώσεις διατροφής, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου ο δικαιούχος της διατροφής έχει την κατοικία ή συνήθη διαμονή του και, εφόσον πρόκειται για αγωγή παρεπόμενη δίκης σχετικής με την προσωπική κατάσταση, ενώπιον του δικαστηρίου που κατά το δίκαιο του δικάζοντος δικαστή έχει διεθνή δικαιοδοσία στην περίπτωση της δίκης αυτής, εκτός αν η διεθνής αυτή δικαιοδοσία θεμελιώνεται μόνο στην ιθαγένεια ενός των διαδίκων.» (4)
6 Επομένως, στον δικαιούχο διατροφής παρέχεται μια δυνατότητα επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας, βάσει της οποίας του αναγνωρίζεται το δικαίωμα να ασκήσει την αγωγή του ενώπιον των δικαστηρίων είτε του τόπου της κατοικίας του εναγομένου είτε του τόπου της δικής του κατοικίας ή της δικής του διαμονής.
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
7 Από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που αποτέλεσε την αφετηρία της παρούσας υποθέσεως προκύπτει ότι η εφεσείουσα της κυρίας δίκης, Jackie Farrell, άγαμη γυναίκα 28 ετών, κάτοικος Dalkey (Ιρλανδία), είναι μητέρα τέκνου γεννηθέντος στις 3 Ιουλίου 1988. Η J. Farrell ισχυρίζεται ότι ο εφεσίβλητος, James Long, ο οποίος είναι έγγαμος και έχει τη συνήθη διαμονή του στην Bruges (Βέλγιο), όπου ασκεί επίσης την επαγγελματική του δραστηριότητα, είναι ο πατέρας του τέκνου της.
8 Η εφεσείουσα άσκησε αγωγή ενώπιον του District Court, με αίτημα να υποχρεωθεί ο J. Long να της καταβάλει διατροφή. Ο εφεσίβλητος αντιτάχθηκε στο αίτημα αυτό, για τον λόγο ότι αμφισβητεί την πατρότητα του τέκνου.
9 Στις 11 Φεβρουαρίου 1994, το District Court απέρριψε την αγωγή λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας. Κατά τη διαδικασία επί της εφέσεως που άσκησε ενώπιον του Circuit Court, County of Dublin, η J. Farrell ισχυρίστηκε ότι τα ιρλανδικά δικαστήρια έχουν διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως. Ο J. Long υποστήριξε ότι η έκφραση «δικαιούχος διατροφής» αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο που έχει ήδη επιτύχει την έκδοση δικαστικής αποφάσεως περί διατροφής και όχι το πρόσωπο το οποίο, όπως η εφεσείουσα, ζητεί την έκδοση μιας τέτοιας αποφάσεως.
10 Κατόπιν ασκήσεως της ως άνω εφέσεως, το Circuit Court, County of Dublin, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Θέτουν οι διατάξεις του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 27 Σεπτεμβρίου 1968, ως προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής διατροφής ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων, εκ μέρους ενάγοντος κατοίκου Ιρλανδίας κατά εναγομένου κατοίκου Βελγίου, να έχει ο ενάγων επιτύχει προηγουμένως την εις βάρος του εναγομένου έκδοση αποφάσεως επιδικάζουσας διατροφή (order for maintenance);»
11 Ο εφεσίβλητος της κυρίας δίκης υποστηρίζει με τις παρατηρήσεις του (5) ότι η αγωγή διατροφής έχει παρεπόμενο χαρακτήρα σε σχέση με το ζήτημα της πατρότητας και ότι, κατά συνέπεια, η εφεσείουσα της κυρίας δίκης δεν μπορεί να επικαλεστεί το πρώτο τμήμα του άρθρου 5, σημείο 2. Επομένως, η δεύτερη φράση του άρθρου 5, σημείο 2, αποτελεί τη μόνη εφαρμοστέα διάταξη.
12 Δεδομένου ότι αμφισβητείται η λυσιτέλεια του προδικαστικού ερωτήματος, πρέπει κατ' αρχάς να εξετάσω το σημείο αυτό, προτού τοποθετητώ σχετικά με την επίδικη έννοια.
ΙΙΙ - Η δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 5, σημείο 2
13 Τόσο από το προδικαστικό ερώτημα όσο και από το κείμενο της αποφάσεως περί παραπομπής (6) προκύπτει ότι το ερώτημα που θέτει το εθνικό δικαστήριο αφορά το πρώτο τμήμα του άρθρου 5, σημείο 2, που έχει εφαρμογή στις δίκες περί διατροφής, και όχι το δεύτερο τμήμα του εν λόγω άρθρου, που περιορίζεται στις αιτήσεις που αφορούν υποχρεώσεις διατροφής και είναι παρεπόμενες αγωγών σχετικών με την προσωπική κατάσταση.
14 Επομένως, το υποβληθέν ερώτημα θεωρείται από το εθνικό δικαστήριο αναγκαίο για τη λύση της διαφοράς.
15 Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι «οι σκέψεις που οδήγησαν ένα εθνικό δικαστήριο στην επιλογή των ερωτημάτων, καθώς και η σημασία που τους προσδίδει στο πλαίσιο μιας διαφοράς που έχει τεθεί υπό την κρίση του, εκφεύγουν της κρίσεως του Δικαστηρίου» (7).
16 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ειδικότερα ότι, «(...) εφόσον ένα εθνικό δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία διατάξεως κοινοτικού δικαίου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι θεωρεί την ερμηνεία αυτή αναγκαία για τη λύση της διαφοράς» και ότι «(...) συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαιτεί από το εθνικό δικαστήριο να βεβαιώσει ρητώς το εφαρμοστέο της διατάξεως της οποίας την ερμηνεία κρίνει αναγκαία» (8).
17 Κατ' ακολουθία, φρονώ ότι πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη λυσιτέλεια του ερωτήματος αυτού για την εκκρεμή διαφορά, και ότι η απάντηση αυτή προϋποθέτει την ερμηνεία της εννοίας «δικαιούχος διατροφής».
IV - Η έννοια του «δικαιούχου διατροφής»
18 Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι νομοθετικές διατάξεις που διέπουν τη δικαιοδοσία που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη προβλέπονται στον Jurisdiction of Courts and Enforcement of Judgments (European Communities) Act 1988 (στο εξής: νόμος του 1988). Το νομοθέτημα αυτό προσέδωσε στη Σύμβαση ισχύ νόμου εντός της Ιρλανδίας.
19 Μολονότι η έκφραση «δικαιούχος διατροφής», όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 5, σημείο 2, της Συμβάσεως, χρήζει ερμηνείας, η σημασία που έχει στο ιρλανδικό νομοθέτημα που παραθέτει το εθνικό δικαστήριο φαίνεται ωστόσο λιγότερο διφορούμενη.
20 Αφενός, το άρθρο 1 του νόμου του 1988 ορίζει ότι: «ως "δικαιούχος διατροφής" (maintenance creditor), στο πλαίσιο δικαστικής αποφάσεως περί διατροφής (maintenance order), νοείται το πρόσωπο που δικαιούται τις προβλεπόμενες στην εν λόγω απόφαση καταβολές» (9).
21 Αφετέρου, το άρθρο 20 των District Court [Jurisdiction of Courts and Enforcement of Judgments (European Communities) Act 1988] Rules 1988, που αφορά τη σχετική με την άσκηση αγωγής ενώπιον του District Court διαδικασία, αναφέρεται στην ασκούμενη βάσει του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως αγωγή «με αίτημα την τροποποίηση της αποφάσεως περί διατροφής (maintenance order)».
22 Το εθνικό δικαστήριο, διαπιστώνοντας την απόκλιση μεταξύ του κειμένου της Συμβάσεως και του κειμένου του ιρλανδικού νόμου, τονίζει ότι «(...) είναι πιθανόν το κείμενο της ιρλανδικής νομοθεσίας να μην ανταποκρίνεται πλήρως στις προθέσεις και τον σκοπό της Συμβάσεως» (10).
23 Επομένως, το ζήτημα της ερμηνείας της εννοίας «δικαιούχος διατροφής» φαίνεται να είναι καθοριστικό.
24 Οι ποικίλες εκφράσεις που χρησιμοποιεί η Σύμβαση μπορούν να έχουν διαφορετική σημασία από το ένα συμβαλλόμενο κράτος στο άλλο. Το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ερμηνευτικής αποστολής του, χρειάστηκε να κρίνει αν αυτές οι νομικές έννοιες έπρεπε να θεωρούνται αυτοτελείς, και επομένως να ερμηνεύονται κατά ομοιόμορφο τρόπο σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη, ή μπορούσαν να σημαίνουν αυτό που θέλει το εθνικό δίκαιο.
25 Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, «(...) καμία από τις δύο δυνατότητες [επιλογής] δεν επιβάλλεται κατ' αποκλεισμό της άλλης, δεδομένου ότι η σωστή επιλογή δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο αναφορικά με κάθε μία από τις διατάξεις της Συμβάσεως, κατά τρόπο, πάντως, που να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητά της υπό το πρίσμα των στόχων του άρθρου 220 της Συνθήκης» (11).
26 Υπό το φως της αρχής αυτής θα προσπαθήσω να αναζητήσω το νόημα που δόθηκε στις λέξεις «δικαιούχος διατροφής».
1) Μια αυτοτελής έννοια
27 Μολονότι η έννοια «δικαιούχος διατροφής» δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, σε άλλες εκφράσεις που χρησιμεύουν στην οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής ορισμένων από τις ειδικές βάσεις δικαιοδοσίας που καθορίζονται στο άρθρο 5 της Συμβάσεως έχει δοθεί αυτοτελής ορισμός.
28 Αυτό για παράδειγμα ισχύει για την έκφραση «διαφορές εκ συμβάσεως», που χρησιμοποιείται στο άρθρο 5, σημείο 1. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, «λαμβανομένων υπόψη των στόχων και της γενικής οικονομίας της Συμβάσεως, επιβάλλεται, προκειμένου να διασφαλιστεί κατά το μέτρο του δυνατού η ισότητα και η ομοιομορφία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση για τα συμβαλλόμενα κράτη και τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, να μην ερμηνευθεί η έννοια αυτή ως απλή παραπομπή στο εσωτερικό δίκαιο του ενός ή του άλλου από τα κράτη για τα οποία πρόκειται» (12).
29 Αυτό ισχύει επίσης στην περίπτωση των εννοιών που περιέχονται στη φράση: «διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως» και οι οποίες καθορίζουν την ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 5, σημείο 5 (13). Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο τόνισε σαφέστατα ότι, «(...) λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο πολλαπλασιασμός των δωσιδικιών για την ίδια διαφορά δεν είναι ικανός να ευνοήσει την ασφάλεια δικαίου και την αποτελεσματικότητα της έννομης προστασίας στο σύνολο των εδαφών που απαρτίζουν την Κοινότητα, είναι σύμφωνη προς τον στόχο της Συμβάσεως η αποφυγή διασταλτικής και πολύμορφης ερμηνείας των εξαιρέσεων του γενικού κανόνα δωσιδικίας που περιέχεται στο άρθρο 2» (14).
30 Προτείνω στο Δικαστήριο να ακολουθήσει την οδό που χάραξαν οι αποφάσεις αυτές και να θεωρήσει την έννοια «δικαιούχος διατροφής» ως αυτοτελή έννοια.
31 Αντίθετη απόφαση θα ισοδυναμούσε πράγματι με το να επιτραπεί το ενδεχόμενο τα πρόσωπα να τυγχάνουν της δυνατότητας επιλογής δικαιοδοσίας εντός ενός συμβαλλομένου κράτους αλλά όχι εντός ενός άλλου, ανάλογα με την επιλογή των εθνικών αρχών να τα συγκεντρώσουν στην ίδια κατηγορία ή, αντιθέτως, να τα διακρίνουν σύμφωνα με κριτήρια που και αυτά μπορούν να ποικίλλουν ανάλογα με τα κράτη.
32 Ωστόσο, στο προοίμιο της Συμβάσεως, τα κράτη μέλη εκδήλωσαν τη μέριμνα να ενισχύσουν εντός της Κοινότητας την έννομη προστασία των εγκατεστημένων σε αυτήν προσώπων και, προς τούτο, να καθορίσουν τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων τους. Η χρησιμοποίηση κοινών κανόνων εκφράζει τη βούληση θεσπίσεως ενός ενοποιημένου συνόλου κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας που δεν συνάδει, κατά την άποψή μου, με έννοιες μεταβλητού περιεχομένου.
33 Ένας τέτοιος ορισμός δεν θα παρήγε μόνον αποτελέσματα ενέχοντα διακρίσεις αδικαιολόγητα από την άποψη του στόχου της προστασίας που ορίζεται στο προοίμιο. Θα διατηρούσε επιπλέον την πολυπλοκότητα των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, η οποία είναι εγγενής στο πλήθος των εθνικών νομοθεσιών και στη μείωση της οποίας απέβλεψε η Σύμβαση.
2) Το περιεχόμενο της εννοίας «δικαιούχος διατροφής»
34 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι αυτοτελείς έννοιες που χρησιμοποιούνται στη Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύονται, για την εφαρμογή τους, με αναφορά, αφενός, στο σύστημα και τους σκοπούς της εν λόγω Συμβάσεως, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητά της (15), αφετέρου, στις γενικές αρχές που μπορούν να συναχθούν από το σύνολο των εθνικών εννόμων τάξεων (16).
35 Όσον αφορά τις έννομες τάξεις των κρατών μελών, είναι δυνατό να διακριθούν πολλές κατηγορίες δικαίων.
36 Η πλειονότητα των δικαίων των κρατών μελών δεν καταφεύγει στην έννοια «δικαιούχος διατροφής» για να καθορίσει έναν κανόνα εσωτερικής δωσιδικίας (αγγλικό, αυστριακό, βελγικό, δανικό, φινλανδικό, ελληνικό, ιταλικό, ολλανδικό και σουηδικό δίκαιο). Ούτε το γερμανικό δίκαιο περιλαμβάνει την έννοια «δικαιούχος διατροφής», μολονότι υφίσταται κανόνας δωσιδικίας σχετικός με υποχρέωση διατροφής. Στο γαλλικό δίκαιο, ο ενάγων μπορεί να επιλέξει, σε θέματα διατροφής, το δικαστήριο του τόπου διαμονής του δικαιούχου. Ωστόσο, το σχετικό νομοθέτημα δεν δίνει κανέναν ορισμό σχετικά με το τι πρέπει να νοείται ως δικαιούχος και τα δικαστήρια δεν έχουν διευκρινίσει το νόημα της εννοίας αυτής. Το ισπανικό δίκαιο χρησιμοποιεί την έκφραση «δικαιούχος διατροφής», αλλά ούτε από τη θεωρία ούτε από τη νομολογία μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Το αυτό συμβαίνει και στο σκωτικό δίκαιο. Στο δίκαιο του Λουξεμβούργου, αντιθέτως, το νομοθέτημα που αφορά τη δωσιδικία σχετικά με υποχρέωση διατροφής χρησιμοποιεί τον όρο «δικαιούχος» και μνημονεύει ρητώς «τις αγωγές περί καταβολής ή αναθεωρήσεως διατροφής». Στην Ιρλανδία εξακολουθεί να είναι αμφίβολο αν ο νόμος του 1988 περιορίζεται στην εντός της Ιρλανδίας εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων περί διατροφής που εκδίδονται εντός άλλων κρατών ή αν οι διατάξεις του νόμου αυτού συνιστούν κανόνες εσωτερικής ή διεθνούς δικαιοδοσίας των ιρλανδικών δικαστηρίων σε θέματα καθορισμού ή τροποποιήσεως δικαιώματος διατροφής.
37 Φαίνεται επομένως ότι από τα εθνικά νομικά συστήματα δεν μπορεί να συναχθεί καμία γενική αρχή που να είναι υποβοηθητική της ερμηνείας της εκφράσεως «δικαιούχος διατροφής». Πράγματι, η πλειονότητα των συστημάτων δικαίου δεν χρησιμοποιεί την έκφραση αυτή. Στα λοιπά κράτη μέλη η σημασία της δεν καθορίζεται με βεβαιότητα. Επομένως, η ερμηνεία του κειμένου της Συμβάσεως πρέπει κατ' αρχάς να προσπαθεί να συμμορφώνεται, κατά το μέτρο του δυνατού, στους σκοπούς και το σύστημα της Συμβάσεως.
38 Το περιεχόμενο της εννοίας «δικαιούχος διατροφής» μπορεί να οριστεί εξετάζοντας διαδοχικά τρεις δυνατές σημασίες, πηγαίνοντας από τη στενότερη στην ευρύτερη.
39 Πρώτον, ως «δικαιούχος διατροφής» νοείται - αυτή είναι εν μέρει η άποψη του εφεσιβλήτου (17) - το πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση διατάσσουσα την καταβολή διατροφής. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 5, σημείο 2, προσφέρει μια δυνατότητα επιλογής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας στο πρόσωπο που κατέχει νόμιμο τίτλο συνιστάμενο σε δικαστική απόφαση εκδοθείσα εντός άλλου κράτους μέλους και το οποίο επιθυμεί να επιτύχει την έκδοση συμπληρωματικής δικαστικής αποφάσεως εντός του κράτους όπου έχει την κατοικία του ή τη συνήθη διαμονή του.
40 Δεύτερον, η έκφραση «δικαιούχος διατροφής» μπορεί να σημαίνει το πρόσωπο του οποίου το δικαίωμα διατροφής δεν έχει αναγνωριστεί, αλλά το οποίο, λόγω της ιδιότητάς του, ειδικότερα λόγω του οικογενειακού δεσμού του με τον αποδέκτη της αιτήσεώς του, μπορεί κατά νόμο να αξιώσει την καταβολή χρηματικών ποσών.
41 Τέλος, με την ευρύτερη σημασία της, η έννοια αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε πρόσωπο που ζητεί την καταβολή διατροφής.
42 Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 2, εμφανίζεται ως εξαιρετικά περιορισμένο αν γίνει δεκτό ότι η επίμαχη έννοια σημαίνει τον δικαιούχο διατροφής που κατέχει νόμιμο τίτλο συνιστάμενο σε δικαστική απόφαση. Αυτό ισχύει κυρίως αν επιχειρηθεί να οριοθετηθεί το σύνολο των κατηγοριών των διαφορών που δικαιολόγησαν τη θέσπιση ενός κανόνα περί ειδικής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας.
43 Πρέπει ευθύς εξαρχής να απορριφθεί η περίπτωση αιτήσεως που υποβάλλει ο δικαιούχος διατροφής στο δικαστήριο της κατοικίας του ή της συνήθους διαμονής του με σκοπό να επιτύχει, επί του εδάφους του, την αναγνώριση ή την εκτέλεση δικαστικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5 περιλαμβάνεται στον τίτλο ΙΙ της Συμβάσεως περί διεθνούς δικαιοδοσίας. Δεν εμπίπτει στο πεδίο του τίτλου ΙΙΙ, που περιλαμβάνει κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σχετικούς με αιτήσεις περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων και είναι επομένως εφαρμοστέος σε μια τέτοια αίτηση.
44 Συνεπώς, μένει να εξεταστούν δύο κατηγορίες αγωγών: η αγωγή περί καθορισμού του ποσού της διατροφής, στην περίπτωση όπου με μια πρώτη δικαστική απόφαση είχε απλώς αναγνωριστεί κατ' αρχήν το δικαίωμα, και η αγωγή περί τροποποιήσεως του αρχικού ποσού της διατροφής.
45 Από καμία όπως διάταξη της Συμβάσεως δεν προκύπτει ο διχασμός των σχετικών με διατροφή υποθέσεων μεταξύ, αφενός, μιας δίκης περί αναγνωρίσεως του δικαιώματος και, αφετέρου, μιας δίκης περί καθορισμού του ποσού της διατροφής. Περαιτέρω, μια τέτοια οργάνωση της δικαστικής επιδιώξεως του δικαιώματος δεν φαίνεται να συνάδει με τις απαιτήσεις απλοποιήσεως των δικονομικών κανόνων και της ταχύτητας των διαδικασιών, με τις οποίες η Συνθήκη και η Σύμβαση προσπαθούν να διευκολύνουν την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων των κρατών μελών (18). Εν πάση περιπτώσει, ούτε η Επιτροπή ούτε κανένας από τους διαδίκους ούτε κανένα από τα παρεμβαίνοντα κράτη δεν προτείνει μια τέτοια ερμηνεία.
46 Δικαίως επομένως τίθεται το ερώτημα σχετικά με τους λόγους υπάρξεως μιας δυνατότητας επιλογής βάσεως διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνωριζομένης μόνο σε μια κατηγορία υποθέσεων τόσο περιορισμένη όσο εκείνη που αφορά υποθέσεις περί τροποποιήσεως υποχρεώσεων καταβολής διατροφής για τις οποίες έχουν ήδη εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις. Ομοίως, δεν προκύπτουν με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους η ειδική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας αποκλείει την αρχική δικαστική επιδίωξη του δικαιώματος διατροφής.
47 Είναι γεγονός ότι ο φόβος να κληθούν οι τεκμαιρόμενοι οφειλέτες διατροφής να φέρουν το κύριο βάρος μιας αγωγής ασκουμένης στην αλλοδαπή από ενάγοντες που ενερνούν καταχρηστικώς θα μπορούσε να νομιμοποιήσει τη θέσπιση μιας δυνατότητας επιλογής διεθνούς δικαιοδοσίας περιοριζομένης αυστηρώς στις αγωγές που ασκούνται από ήδη αναγνωρισμένους δικαιούχους.
48 Αν όμως η ανησυχία αυτή δικαιολόγησε μια τέτοια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των ειδικών βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας, είναι περίεργο το ότι η εν λόγω ανησυχία δεν ανιχνεύεται ούτε στο κείμενο του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως ούτε στις εκθέσεις των P. Jenard (19) ή του καθηγητή Schlosser (20).
49 Αντιθέτως, στην έκθεση Jenard διευκρινίζεται ότι:
«(...) το δικαστήριο της κατοικίας του δικαιούχου διατροφής είναι αυτό που μπορεί ευκολότερα να διαπιστώσει τι ανάγκη έχει ο δικαιούχος.
Ωστόσο, προκειμένου να ευθυγραμμιστεί η Σύμβαση με εκείνη της Ξάγης, το άρθρο 5, σημείο 2, προβλέπει επίσης τη δικαιοδοσία της συνήθους διαμονής του δικαιούχου διατροφής. Το πρόσθετο αυτό κριτήριο δικαιολογείται σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής, γιατί επιτρέπει ιδίως στη σύζυγο που εγκατέλειψε ο σύζυγός της να τον εναγάγει για να καταβάλει τη διατροφή όχι ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου της νόμιμης κατοικίας αλλά του τόπου της συνήθους διαμονής της» (21).
50 Όχι μόνον ο P. Jenard δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ της αρχικής αγωγής και της αγωγής περί καθορισμού ή τροποποιήσεως του ποσού της διατροφής, αλλά οι εξηγήσεις που δίδει επιβεβαιώνουν τον γενικό χαρακτήρα του θεσπιζόμενου κανόνα και το ότι εφαρμόζεται αδιακρίτως στο σύνολο των αγωγών που ασκούνται σχετικά με υποχρεώσεις διατροφής.
51 Η αξία της παρεχομένης αιτιολογήσεως του κανόνα του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως, αιτιολογήσεως που αφορά την ικανότητα του δικαστηρίου να εκτιμά την ύπαρξη και την έκταση της ανάγκης του δικαιούχου, δεν περιορίζεται σε μία κατηγορία αγωγών διατροφής και ισχύει απολύτως και για την αρχική αγωγή περί διατροφής. Επιπλέον, το παράδειγμα της συζύγου που εγκατέλειψε ο σύζυγός της, που δίδει ο συντάκτης της εκθέσεως για να υπογραμμιστεί η ανάγκη να γίνει δεκτή η συνήθης διαμονή του δικαιούχου διατροφής ως συμπληρωματικό κριτήριο διεθνούς δικαιοδοσίας, αφορά σαφέστατα την αρχική αγωγή περί διατροφής, όπως αυτό αποδεικνύεται από τις χρησιμοποιούμενες εκφράσεις (να τον εναγάγει «με αίτημα την καταβολή» της διατροφής και όχι «τον καθορισμό», «την αναθεώρηση» ή «την τροποποίηση» της διατροφής).
52 Περαιτέρω, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος του εφεσιβλήτου της κυρίας δίκης αναφέρθηκε σ' έναν ορισμό του χρέους που δόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 1883, σύμφωνα με τον οποίο «χρέος είναι ένα χρηματικό ποσό που είναι καταβλητέο ή που θα καταστεί καταβλητέο στο μέλλον λόγω μιας ενεστώσας αναλήψεως υποχρεώσεως». Από τον ορισμό αυτό συνήγαγε ότι, εν προκειμένω, «το δικαίωμα επί της καταβολής αυτού του χρηματικού ποσού δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί ενόσω δεν έχει αναγνωριστεί η σχέση συγγενείας», πράγμα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα ότι το υποβληθέν ερώτημα εξαρτάται από το πρόβλημα της προσωπικής νομικής καταστάσεως.
53 Συμφωνώ με τον προτεινόμενο ορισμό, αλλά δεν νομίζω, όπως προανέφερα (22), ότι το Δικαστήριο πρέπει να λάβει θέση όσον αφορά τη λυσιτέλεια του ερωτήματος και το κατά πόσον η απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα αυτό θα μπορέσει να λύσει τη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
54 Αντιθέτως, εφόσον υφίσταται συμφωνία για το ότι η απαίτηση αποτελεί μια ενοχική σχέση που στηρίζεται σ' ένα γενεσιουργό γεγονός - το οποίο μπορεί κάλλιστα να είναι είτε ένα νομικό γεγονός κατά κυριολεξία είτε μια νομική πράξη - δυνάμει του οποίου ο δανειστής δικαιούται την καταβολή χρηματικού ποσού εκ μέρους του οφειλέτη του, καθίσταται προφανές ότι για να μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι ένα πρόσωπο δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση. Μια τέτοια δικαστική απόφαση συνιστά βεβαίως αναμφισβήτητο αποδεικτικό μέσον όσον αφορά την ιδιότητά του ως δικαιούχου. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση της υπάρξεως της ιδιότητας αυτής, καθόσον το γενεσιουργό γεγονός της ενοχής, επομένως και της απαιτήσεως, μπορεί κάλλιστα να προηγείται της αποφάσεως (για παράδειγμα, το δάνειο χρηματικού ποσού που γεννά υποχρέωση αποδόσεως ή μια σχέση συγγενείας που δημιουργεί υποχρέωση διατροφής).
55 Κατ' ακολουθία, δεν νομίζω ότι η ύπαρξη δικαστικής αποφάσεως συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση της ιδιότητας του δικαιούχου διατροφής, η οποία μπορεί να στηριχθεί σε άλλα κριτήρια χαρακτηρισμού.
56 Αυτό συμβαίνει οσάκις μπορεί να αποδειχθεί μια οικογενειακή σχέση μεταξύ του προσώπου που ασκεί αγωγή διατροφής και του εναγομένου, η οποία είναι ικανή να νομιμοποιήσει την αίτηση διατροφής.
57 Μια τέτοια διάκριση θα μπορούσε να παράσχει τη δυνατότητα επιλογής δικαιοδοσίας στον τεκμαιρόμενο δικαιούχο και να την αποκλείσει στην περίπτωση των προσώπων που απλώς αξιώνουν διατροφή ενώ από κανένα στοιχείο, εκ πρώτης όψεως, δεν προκύπτει ότι έχουν δικαίωμα διατροφής. Κάνοντας μια τέτοια διάκριση, ο κανόνας του άρθρου 5, σημείο 2, θα προφύλασσε τα θύματα καταχρηστικών αιτήσεων έναντι του υπερβολικού βάρους που συνεπάγεται μια αγωγή στην αλλοδαπή.
58 Εντούτοις, η γενικότητα του κειμένου του άρθρου 5, σημείο 2, και η αναγκαία απλότητα των δικονομικών κανόνων που θεσπίζει η Σύμβαση βάσει του προπαρατεθέντος άρθρου 220 αποκλείουν, και σ' αυτή την περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, μια διάκριση του είδους αυτού.
59 Η οικογενειακή σχέση ως κριτήριο καθορισμού της ιδιότητας του δικαιούχου διατροφής μπορεί πράγματι να νοηθεί κατά διάφορους τρόπους.
60 Υπό στενή έννοια, ως δικαιούχος διατροφής νοείται εκείνος που μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη νομικά αναγνωρισμένης οικογενειακής σχέσεως που τον ενώνει με τον εναγόμενο. Συνεπώς, θα μπορούσαν να τύχουν της δυνατότητας επιλογής δικαιοδοσίας, για παράδειγμα, ο σύζυγος ή ο πρώην σύζυγος ή το τέκνο του οποίου η γνησιότητα αποδεικνύεται από τον γάμο ή από πράξη αναγνωρίσεως.
61 Το πλεονέκτημα της λύσεως αυτής έγκειται στο ότι στηρίζεται σε αντικειμενικό κριτήριο. Είναι ωστόσο διττώς αμφισβητήσιμη: αφενός, μια τόσο σαφής διάκριση, για να μπορεί να γίνει δεκτή, θα έπρεπε να προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως ή από τις προπαρατεθείσες εκθέσεις (23), πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Αφετέρου, η λύση αυτή αποκλίνει από αυτόν τούτο τον ορισμό της απαιτήσεως, αποκλείοντας από το πεδίο της δυνατότητας επιλογής διαδικασίας τα πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωμα διατροφής, αλλά δεν έχουν την προσωπική νομική κατάσταση που θα επέτρεπε την απόδειξή του. Για παράδειγμα, αγωγή διατροφής ασκούμενη υπέρ ενός μη αναγνωρισθέντος τέκνου κατά των πραγματικών του γονέων θα εξαιρείτο από το πεδίο του άρθρου 5, σημείο 2, για τον λόγο και μόνον ότι αμφισβητείται η γνησιότητά του. Δεν μπορεί όμως ταυτόχρονα να ορίζεται ως δανειστής το πρόσωπο που έχει δικαίωμα επί της καταβολής χρηματικού ποσού, δικαίωμα που γεννήθηκε από κάποιο γενεσιουργό γεγονός, και να μην επιτρέπεται σε ένα πρόσωπο να αποδεικνύει την ύπαρξη του γεγονότος αυτού, εν προκειμένω της σχέσεως γονέως και τέκνου, από το οποίο προκύπτει η ιδιότητά του ως δικαιούχου.
62 Υπό ευρεία έννοια, ως δικαιούχος διατροφής νοείται συνεπώς εκείνος ο οποίος, για να τύχει της δυνατότητας επιλογής δικαιοδοσίας, θα αποδείκνυε προηγουμένως τον οικογενειακό δεσμό από τον οποίο γεννάται η απαίτησή του. Στην περίπτωση όμως αυτή, το κριτήριο δεν είναι πλέον αντικειμενικό, καθόσον το Δικαστήριο θα πρέπει να εκτιμά κατά περίπτωση την πιθανολόγηση της προβαλλομένης σχέσεως. Επομένως, υπάρχει κίνδυνος οι λύσεις που θα γίνονται δεκτές να διαφέρουν από κράτος σε κράτος, ακόμη δε και από δικαστήριο σε δικαστήριο, πράγμα που αντιφάσκει με τους ελάχιστους σκοπούς ασφάλειας δικαίου και απλότητας των δικονομικών κανόνων. Επιπλέον, δεν είναι δυνατόν, για τους ίδιους λόγους, να γίνει δεκτό ότι ο καθορισμός ενός κανόνα δικαιοδοσίας μπορεί να εξαρτάται από την έκβαση μιας πολύπλοκης συζητήσεως που αφορά ένα ζήτημα ουσίας.
63 Επομένως, η προσφυγή στις σχέσεις οικογενειακής φύσεως, υπό την ανωτέρω έννοια, για να χαρακτηριστεί ο δικαιούχος διατροφής και να καθοριστεί έτσι η δυνατότητα επιλογής δικαιοδοσίας μπορεί να αποδειχθεί δυσχερής, αυθαίρετη και πηγή αμφισβητήσεων.
64 Απομένει η λύση, που γίνεται δεκτή από το σύνολο των διαδίκων εξαιρουμένου του εφεσιβλήτου της κυρίας δίκης, που δίδει στην έννοια «δικαιούχος διατροφής» το ευρύτερο δυνατό περιεχόμενο. Υπό την έννοια αυτή, ως δικαιούχος διατροφής πρέπει να χαρακτηρίζεται, κατά την έννοια της Συμβάσεως, το πρόσωπο που ασκεί κύρια αγωγή διατροφής (24).
65 Με τα προεκτεθέντα, προσπάθησα να καταδείξω ότι η παραδοχή αυτή είναι η πλέον σύμφωνη με τους επιδιωκόμενους από τη Σύμβαση σκοπούς της απλότητας, της ταχύτητας και της έννομης προστασίας των προσώπων.
66 Το κριτήριο που επιτρέπει τον καθορισμό του προσώπου το οποίο μπορεί να επικαλεστεί τη δυνατότητα επιλογής δικαιοδοσίας είναι ένα σαφές και αντικειμενικό κριτήριο. Συνεπώς, περιορίζει τους κινδύνους αμφισβητήσεων που θα μπορούσαν να προέλθουν από αβέβαιες διαχωριστικές γραμμές που προκαλούν και οι ίδιες καθυστερήσεις και αδικαιολόγητες διακρίσεις μεταξύ των προσώπων που θα μπορούσαν να τύχουν της εν λόγω δυνατότητας επιλογής.
67 Με την ασκούμενη προς τούτο αγωγή μπορεί να επιδιώκεται τόσο ο αρχικός καθορισμός της διατροφής όσο και η αναθεώρησή της. Δεν επιβάλλεται έτσι ο κερματισμός των διαδικασιών, που δεν φαίνεται να συνάδει με την επιδιωκόμενη αποτελεσματικότητα.
68 Τέλος, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο, «(...) αν το άρθρο 5 προβλέπει ειδικές δωσιδικίες των οποίων η επιλογή εξαρτάται από τον ενάγοντα, αυτό οφείλεται στην ύπαρξη, σε ορισμένες επακριβώς καθορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα στενής σχέσεως μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου που μπορεί να κληθεί να επιληφθεί αυτής ενόψει της επωφελούς οργανώσεως της δίκης» (25).
69 Ο σκοπός του άρθρου 5, σημείο 2, έγκειται στην προσέγγιση του δικαιούχου διατροφής και του δικαστηρίου στο οποίο αυτός προσφεύγει. Δύο κύριοι λόγοι δικαιολογούν την προσέγγιση αυτή.
70 Αφενός, το πρόσωπο που αξιώνει διατροφή τυγχάνει να είναι εξ ορισμού, και στην πράξη στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ο διάδικος της δίκης ο διαθέτων τα λιγότερα μέσα, οπότε φαίνεται ότι η δικαιοσύνη επιβάλλει να απαλλάσσεται των εξόδων μιας αγωγής στην αλλοδαπή, συμπεριλαμβανομένης της αγωγής που αφορά την αρχική αίτηση.
71 Αφετέρου, το δικαστήριο του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ενάγοντος, καθόσον γνωρίζει το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον του, είναι σε θέση, καλύτερα από κάθε άλλο δικαστήριο, να διαπιστώσει αν οι εκφραζόμενες ανάγκες είναι πραγματικές και να εκτιμήσει το εύρος τους. Είναι συνεπώς σε θέση να καθορίσει το βάσιμο της αιτήσεως και να εκτιμήσει το ποσόν της. Η χρησιμότητα του δικαστηρίου αυτού δεν διαφέρει ανάλογα με το αν πρόκειται για αρχική δίκη ή για δίκη που διεξάγεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό επιβεβαιώνεται από την προπαρατεθείσα έκθεση Jenard, η οποία διευκρινίζει ότι το δικαστήριο της κατοικίας του δικαιούχου διατροφής είναι αυτό που μπορεί ευκολότερα να διαπιστώσει τι ανάγκη έχει ο δικαιούχος (26).
72 Επομένως, φρονώ ότι η ως άνω οριζόμενη έννοια συνάδει με το σύστημα και τους σκοπούς της Συμβάσεως, όπως τα έχει ήδη ερμηνεύσει το Δικαστήριο για να διευκρινίσει τον καθορισμό των ειδικών βάσεων δικαιοδοσίας.
73 Υπό το πρίσμα αυτό, δεν υφίσταται κανένας λόγος ώστε να μη τυγχάνουν και οι ενάγοντες που ασκούν αρχική αγωγή διατροφής της εγγύτητας που ο νομοθέτης θέλησε να υπάρχει μεταξύ του ενάγοντος και του δικαστηρίου που καλείται να αποφανθεί επί της αιτήσεώς του.
74 Φαίνεται συνεπώς ότι ο σκοπός της Συμβάσεως δεν έγκειται στο να διακρίνει ανάλογα με τις κινούμενες ένδικες διαδικασίες, αλλά στο να διευκολύνει την άσκηση αγωγής από τους διαδίκους που συχνά βρίσκονται σε δυσμενή κατάσταση, όπως είναι τα πρόσωπα που αξιώνουν διατροφή. Κατ' ακολουθία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ενόψει του καθορισμού ενός κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας, ως «δικαιούχος διατροφής» νοείται, κατά την έννοια της Συμβάσεως, το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι έχει την ιδιότητα αυτή.
Πρόταση
75 Κατόπιν των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα:
«Οι διατάξεις του άρθρου 5, σημείο 2, της Συμβάσεως για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία συνήφθη στις Βρυξέλλες στις 27 Σεπτεμβρίου 1968, έχουν την έννοια ότι δεν θέτουν ως προϋπόθεση για την άσκηση, βάσει του άρθρου αυτού, αγωγής διατροφής ενώπιον των ιρλανδικών δικαστηρίων, εκ μέρους ενάγοντος κατοίκου Ιρλανδίας κατά εναγομένου κατοίκου Βελγίου, να έχει ο ενάγων επιτύχει προηγουμένως την εις βάρος του εναγομένου έκδοση αποφάσεως επιδικάζουσας διατροφή.
Η έκφραση "δικαιούχος διατροφής", που διαλαμβάνεται στο πρώτο τμήμα του εν λόγω άρθρου 5, σημείο 2, έχει την έννοια ότι αφορά κάθε πρόσωπο που ασκεί κύρια αγωγή διατροφής.»
(1) - Πρωτόκολλο για την ερμηνεία από το Δικαστήριο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (EE 1982, L 388, σ. 20).
(2) - EE 1982, L 388, σ. 7.
(3) - Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978, για την προσχώρηση του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας (EE 1982, L 388, σ. 24).
(4) - Η υπογράμμιση δική μου.
(5) - Σημείο 1.5.
(6) - Βλ., μεταξύ άλλων, σ. 9 της ελληνικής μεταφράσεως της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
(7) - Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62, Van Gend & Loos (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 861, 866).
(8) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1977, 5/77, Tedeschi (Συλλογή τόμος 1977, σ. 1555, σκέψεις 17 έως 19). Βλ. επίσης την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1995, C-358/93 και C-416/93, Bordessa κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. Ι-361, σκέψη 10).
(9) - Σελίδα 4 της ελληνικής μεταφράσεως της αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
(10) - Ibidem, σ. 9.
(11) - Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976, 12/76, Tessili Italiana Como (Συλλογή τόμος 1976, σ. 533, σκέψη 11).
(12) - Αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1983, 34/82, Peters (Συλλογή 1983, σ. 987, σκέψη 9), και της 8ης Μαρτίου 1988, 9/87, Arcado (Συλλογή 1988, σ. 1539).
(13) - Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1978, 33/78, Somafer (Συλλογή τόμος 1978, σ. 653, σκέψεις 3 επ.).
(14) - Ibidem, σκέψη 7, η υπογράμμιση δική μου.
(15) - Προπαρατεθείσα απόφαση Arcado, σκέψη 11.
(16) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980, 814/79, Rόffer (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 493, σκέψη 7).
(17) - Σημείο 4.7, σ. 22, της γαλλικής μεταφράσεων των παρατηρήσεών του.
(18) - Βλ. το άρθρο 220 της Συνθήκης ΕΚ και το προοίμιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
(19) - Έκθεση σχετική με τη Σύμβαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη δικαιοδοσία και την αναγκαστική εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 1986, C 298, σ. 29), γνωστή ως «έκθεση Jenard».
(20) - Έκθεση σχετική με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στη Σύμβαση για τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων και την αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και στο πρωτόκολλο σχετικά με την ερμηνεία της από το Δικαστήριο, της 9ης Οκτωβρίου 1988 (EE 1986, C 298, σ. 99), γνωστή ως «έκθεση Schlosser».
(21) - Προπαρατεθείσα έκθεση Jenard, σ. 53.
(22) - Βλ. τα σημεία 15 επ. των προτάσεών μου.
(23) - Βλ. τις υποσημειώσεις 19 και 20 των προτάσεών μου.
(24) - Βλ., μεταξύ άλλων, το σημείο 21 των παρατηρήσεων της Επιτροπής.
(25) - Προπαρατεθείσα απόφαση Peters, σκέψη 11. Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα έκθεση Jenard, σ. 50 και την προπαρατεθείσα έκθεση Schlosser, σημείο 92, σ. 129.
(26) - Προπαρατεθείσα έκθεση Jenard, σ. 25.
Full & Egal Universal Law Academy