Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Βάσει του άρθρου 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 189 της ίδιας Συνθήκης και της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (1) (στο εξής: οδηγία), ιδίως δε των άρθρων της 2, 3, 5, παράγραφος 2, 6, παράγραφος 2, 8, 9 και 12, παράγραφοι 1 και 2.
2 Σε πολλές ήδη περιπτώσεις το Δικαστήριο έχει εξετάσει τις διατάξεις αυτές (2).
3 H οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στη Γερμανία με τον Gesetz όber die Umweltvertrδglichkeitsprόfung (νόμο για την αξιολόγηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, στο εξής: UVPG) της 12ης Φεβρουαρίου 1990, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 1990 (3).
4 Η Επιτροπή φρονεί ότι, στο πλαίσιο της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, η καθής παρέβη, σε πέντε σημεία, τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και την οδηγία. Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή προέβαλε και έκτη αιτίαση σχετικά με την υλοποίηση δύο συγκεκριμένων σχεδίων. Δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας της γνωστοποίησε αποδεικτικά στοιχεία ως προς το ότι οι αιτήσεις αδείας για τα δύο αυτά σχέδια υποβλήθηκαν πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας, η Επιτροπή απέσυρε, με το υπόμνημα απαντήσεως, την αιτίαση αυτή.
5 Εκ προοιμίου, οφείλω να υπενθυμίσω ότι, κατά πάγια νομολογία (4), αν κράτος μέλος παρέβη τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις του που απορρέουν από οδηγία, παρέλκει να εξεταστεί το ζήτημα αν, ως εκ τούτου, παρέβη και τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης.
Πρώτη και τρίτη αιτίαση: εκπρόθεσμη μεταφορά της οδηγίας και μη εφαρμογή της σε όλα τα σχέδια για τα οποία χορηγήθηκε άδεια μετά τις 3 Ιουλίου 1988
6 Σας προτείνω να εξετάσετε από κοινού την πρώτη και την τρίτη αιτίαση, καθότι και οι δύο αφορούν το ζήτημα αν δικαιολογείται να αποφανθεί εκ νέου το Δικαστήριο επί παραβάσεων που έχουν ήδη διαπιστωθεί στο σκεπτικό και όχι στο διατακτικό παλαιοτέρων αποφάσεών του.
7 Στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στη Γερμανική Κυβέρνηση ότι δεν θέσπισε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία. Συγκεκριμένα, ο UVPG τέθηκε σε ισχύ μόλις την 1η Αυγούστου 1990, ενώ η ταχθείσα από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας προθεσμία μεταφοράς έληξε στις 3 Ιουλίου 1988.
8 Η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι, με την προαναφερθείσα απόφασή του στην υπόθεση Bund Naturschutz in Bayern κ.λπ. το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι η οδηγία μεταφέρθηκε εκπρόθεσμα στη Γερμανία, οπότε «περιττεύει η εκ νέου τοποθέτηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως επί του ζητήματος αυτού».
9 Κατά την Επιτροπή, επιβάλλεται η ρητή διαπίστωση της παραβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεδομένου ότι η προαναφερθείσα απόφαση εκδόθηκε στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής.
10 Η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής αφορά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 του UVPG. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι οι διαδικασίες που έχουν ήδη κινηθεί υπόκεινται σε αξιολόγηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον μόνον αν οι διαδικασίες αυτές δεν είχαν ακόμη δημοσιοποιηθεί όταν τέθηκε σε ισχύ ο UVPG. Έτσι, οι διαδικασίες χορηγήσεως αδείας που κινήθηκαν στη Γερμανία πριν από την 1η Αυγούστου 1990 αλλά μετά τις 3 Ιουλίου 1988, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας, δεν υπόκεινταν στην προβλεπόμενη από την οδηγία αξιολόγηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον.
11 Η Γερμανική Κυβέρνηση σημειώνει ότι τόσο από την προαναφερθείσα απόφαση Bund Naturschutz in Bayern κ.λπ. όσο και από την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, προκύπτει ότι δεν επιτρεπόταν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να θεσπίσει τη διάταξη του άρθρου 22 του UVPG, η οποία εισήγαγε εξαίρεση σχετικά με τα σχέδια για τα οποία η αίτηση αδείας υποβλήθηκε μετά τις 3 Ιουλίου 1988. Συνεπώς, τίποτα δεν δικαιολογεί να αποφανθεί εκ νέου το Δικαστήριο επί του νομικού αυτού ζητήματος.
12 Η Επιτροπή απαντά ότι στο διατακτικό των δύο πιο πάνω αποφάσεων το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ρητώς παράβαση της Συνθήκης εκ μέρους της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
13 Σας προτείνω να δεχθείτε το αίτημα της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, ορθώς υπενθυμίζει η Επιτροπή ότι στην υπόθεση Bund Naturschutz in Bayern κ.λπ. το Δικαστήριο αποφάνθηκε στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής. Αντικείμενο της προδικαστικής αυτής παραπομπής ήταν να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο ερμηνεία του άρθρου 12, παράγραφος 1, της οδηγίας και όχι να διαπιστωθεί τυχόν παράβαση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
14 Ομοίως, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γερμανίας το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ρητώς, στο σκεπτικό της αποφάσεως, παράβαση απορρέουσα από τη θέσπιση του άρθρου 22 του UVPG, καθότι απέρριψε την προσφυγή της Επιτροπής, η οποία απλώς αφορούσε ένα συγκεκριμένο σχέδιο.
15 Εν προκειμένω, θα υπενθυμίσω μόνον ότι το Δικαστήριο πάντοτε αναγνώριζε στην Επιτροπή την εξουσία να αξιολογεί τη σκοπιμότητα να κινεί κατά κράτους μέλους διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως.
16 Γενικά, η ρητή διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους αποτελεί επίσης προκαταρκτική προϋπόθεση για το ενδεχόμενο κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 171 της Συνθήκης ΕΚ. Επίσης, έχει ουσιώδη σημασία στο πλαίσιο ενδεχομένης αγωγής αποζημιώσεως που θα μπορούσε να ασκήσει ιδιώτης κατά κράτους μέλους.
17 Επομένως, σας προτείνω να διαπιστώσετε ρητώς ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας:
- μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία και
- μη επιβάλλοντας να γίνει αξιολόγηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον για όλα τα σχέδια που η οδηγία υποβάλλει στην αξιολόγηση αυτή, και για τα οποία η διαδικασία χορηγήσεως αδείας κινήθηκε μετά τις 3 Ιουλίου 1988,
παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης καθώς και από το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Δεύτερη αιτίαση: μη ανακοίνωση όλων των διατάξεων που θεσπίστηκαν στον τομέα που διέπει η οδηγία
18 Το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.»
19 Κατά την ερμηνεία της Επιτροπής, η διάταξη αυτή υποχρεώνει την Κυβέρνηση να ανακοινώνει όχι μόνον τα νομοθετήματα που εκδίδονται σε ομοσπονδιακό επίπεδο, αλλά και τις διατάξεις που έχουν εφαρμογή στα διάφορα ομόσπονδα κράτη όσον αφορά τον τομέα που διέπει η οδηγία.
20 Η Γερμανική Κυβέρνηση αντιτάσσει σ' αυτό, πρώτον, ότι ούτε το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας ούτε κάποια άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου της επιβάλλουν να ανακοινώσει στην Επιτροπή όλα τα μέτρα που θέσπισε για να συμμορφωθεί προς την οδηγία.
21 Δεύτερον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επικαλείται το άρθρο 4 του UVPG, το οποίο, κατ' αυτήν, εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή της οδηγίας σε ολόκληρη την επικράτεια.
22 Το άρθρο 4 ορίζει ότι ο UVPG έχει εφαρμογή μόνον αν διατάξεις του ομοσπονδιακού κράτους ή των ομοσπόνδων κρατών δεν ρυθμίζουν λεπτομερέστερα την αξιολόγηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον ή αν οι απαιτήσεις τους δεν αντιστοιχούν σε εκείνες του UVPG. Οι διατάξεις που περιέχουν πιο προχωρημένες απαιτήσεις δεν θίγονται από τον νόμο.
23 Η διατύπωση του άρθρου 4 είναι το αποτέλεσμα νομοθετικής τεχνικής έχουσας σκοπό να αποτραπεί το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί ο ομοσπονδιακός νομοθέτης να τροποποιήσει επί της ουσίας πολλούς ειδικούς νόμους.
24 Η υποβολή του UVPG στην Επιτροπή της παρέσχε τη δυνατότητα να ελέγξει την εφαρμογή της οδηγίας στη Γερμανία. Το άρθρο 4 του UVPG αναγνωρίζει απλώς τυπική υπεροχή των ειδικών διατάξεων και έχει πάντοτε υπεροχή σε θέματα ουσίας. Κάθε φορά που υφίστανται, στο επίπεδο του ομοσπονδιακού κράτους ή των ομοσπόνδων κρατών, ειδικές διατάξεις που επιβάλλουν την αξιολόγηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον, πρέπει να εφαρμόζονται στο μέτρο που περιέχουν, σύμφωνα με τον UVPG, χάριν επαναλήψεως ή γνωστοποιήσεως, κανόνες περί αξιολογήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Στην περίπτωση που οι διατάξεις αυτές δεν πληρούν τις απαιτήσεις που πληρούν οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου που περιέχει ο UVPG, οι κανόνες αυτοί έχουν άμεση εφαρμογή. Έτσι, ο UVPG, του οποίου οι διατάξεις είναι κανόνες ιεραρχικώς ανώτεροι, εξασφαλίζουν ότι θα ικανοποιηθούν πλήρως οι απαιτήσεις της οδηγίας.
25 Η Επιτροπή σημειώνει ότι, συνεπώς, η ίδια η καθής δεν αμφισβητεί ότι οι διατάξεις των ομοσπόνδων κρατών είναι νομικές διατάξεις που θεσπίστηκαν στον τομέα που διέπει η οδηγία. Ούτως ή άλλως, πρόκειται για διατάξεις θεσπισμένες από κράτος μέλος, τις οποίες η Γερμανική Κυβέρνηση είχε υποχρέωση να ανακοινώσει στην Επιτροπή. Βέβαια, το ζήτημα της ιεραρχίας της ομοσπονδιακής νομοθεσίας σε σχέση με τη νομοθεσία των ομοσπόνδων κρατών ενδέχεται να έχει σημασία για το ζήτημα αν η οδηγία μεταφέρθηκε ορθώς στη Γερμανία. Όμως, ακριβώς αυτός ο έλεγχος επί της ουσίας δεν θα μπορεί να γίνει από την Επιτροπή όσο δεν της έχουν ανακοινωθεί όλοι οι σχετικοί κανόνες δικαίου.
26 Η πιο πάνω επιχειρηματολογία της Επιτροπής είναι πειστική. Βάσει του άρθρου 155 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή μεριμνά για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Από την άλλη πλευρά, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά το άρθρο 5 της Συνθήκης, να διευκολύνουν την Επιτροπή να εκπληρώσει την αποστολή της.
27 Ο σκοπός της κατ' άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας υποχρεώσεως ανακοινώσεως έγκειται ακριβώς στο να παρασχεθεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να εκπληρώσει τον ρόλο της ως θεματοφύλακα του κοινοτικού δικαίου. Ως εκ τούτου, στην Επιτροπή απόκειται να εκτιμήσει αν η οδηγία τέθηκε ορθώς σε εφαρμογή στα διάφορα κράτη μέλη.
28 Προς τούτο, είναι απαραίτητο να γνωρίζει η Επιτροπή, στον τομέα που καλύπτει η οδηγία, το σύνολο των διατάξεων που έχουν εφαρμογή σε κράτος μέλος.
29 Εξάλλου, ενδέχεται να ανακύψουν καταστάσεις όπου οι αρχές του ομοσπονδιακού κράτους ή των ομοσπόνδων κρατών δεν αποκαλύπτουν μια περίπτωση ασυμβιβάστου με το κοινοτικό δίκαιο, ενώ, αν η Επιτροπή είναι σε θέση να εξετάσει όλα τα σχετικά νομοθετήματα, θα έχει τη δυνατότητα να επιστήσει την προσοχή του κράτους μέλους στο πρόβλημα που τίθεται.
30 Συνεπώς, σας προτείνω να διαπιστώσετε ότι η Ομοπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή το κείμενο όλων των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίστηκαν στον τομέα που διέπει η οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12, παράγραφος 2, της οδηγίας.
Τέταρτη αιτίαση: μη πλήρης μεταφορά του άρθρου 2 της οδηγίας σχετικά με τα σχέδια που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας
31 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις απαραίτητες διατάξεις ώστε τα σχέδια που, ιδίως, λόγω της φύσης, του μεγέθους ή της θέσης τους, μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον να υποβάλλονται σε εκτίμηση όσον αφορά τις επιπτώσεις τους πριν δοθεί η άδεια.
Αυτά τα σχέδια καθορίζονται στο άρθρο 4.»
32 Το άρθρο 4 ορίζει τα εξής:
«1. Τα σχέδια τα οποία υπάγονται στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 3, υποβάλλονται σε εκτίμηση, σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.
2. Τα σχέδια τα οποία υπάγονται στις κατηγορίες πoυ απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10, όταν τα κράτη μέλη κρίνουν ότι το απαιτούν τα χαρακτηριστικά τους.
Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν ιδίως να συγκεκριμενοποιούν ορισμένους τύπους σχεδίων προς εκτίμηση ή να καθορίζουν τα κριτήρια ή/και τα κατώφλια που πρέπει να επιλεγούν προκειμένου να μπορεί να καθοριστεί ποια από τα σχέδια που υπάγονται στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ πρέπει να υποβληθούν σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.»
33 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έκανε χρήση της ευχέρειας που της παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας σε συνδυασμό με το παράρτημα ΙΙ, για να καθορίσει στο άρθρο 3 του UVPG και στο παράρτημά του ορισμένα σχέδια και να τα υποβάλει στην αξιολόγηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον.
34 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στα παραρτήματα του UVPG δεν περιλαμβάνονται όλες οι κατηγορίες σχεδίων οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας. Κατά την Επιτροπή, όλα τα σχέδια που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας, υπό τα διάφορα γράμματα της αλφαβήτου στα οποία υποδιαιρούνται τα σημεία 1 έως 11, πρέπει να θεωρηθούν ως «κατηγορίες» κατά την έννοια του άρθρου 4.
35 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη οφείλουν να εξασφαλίσουν ότι μια αρμόδια αρχή θα αποφασίζει, για όλα τα σχέδια του παραρτήματος ΙΙ, αν μπορούν, λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή του τόπου εκτελέσεώς τους, να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Η απόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί γενικά με ομαδοποίηση των σχεδίων βάσει ορισμένων κριτηρίων. Όμως, όταν δεν συμβαίνει αυτό, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι, κατά περίπτωση, η απόφαση επί των προβλεψίμων συνεπειών των σχεδίων θα λαμβάνεται, για κάθε ένα από τα σχέδια, πριν δοθεί άδεια.
36 Η Γερμανική Κυβέρνηση δίνει στις έννοιες «κατηγορίες» και «σχέδια» διαφορετική ερμηνεία από αυτήν που δίνει η Επιτροπή. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το παράρτημα ΙΙ της οδηγίας απαριθμεί συνολικά «δώδεκα κατηγορίες σχεδίων», στο πλαίσιο των οποίων υπάρχουν «ειδικά» σχέδια. Βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, κάθε κράτος μέλος έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει ποιο σχέδιο, μεταξύ των ειδικών σχεδίων που απαριθμούνται στις εν λόγω κατηγορίες, πρέπει να υποβληθεί σε αξιολόγηση. Ο UVPG έλαβε υπόψη όλες τις κατηγορίες σχεδίων του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας και, στο πλαίσιο των κατηγοριών αυτών, υποβάλλει σε αξιολόγηση τα σχέδια για τα οποία ο ομοσπονδιακός νομοθέτης θεωρεί ότι τα χαρακτηριστικά τους το απαιτούν.
37 Έτσι, σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατός ο ισχυρισμός ότι, μέσω του άρθρου 3 του UVPG, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απέκλεισε ολόκληρες κατηγορίες σχεδίων, υπό την έννοια του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας, από την υποχρέωση αξιολογήσεως. Αντιθέτως, στο πλαίσιο των διαφόρων κατηγοριών σχεδίων, αξιολόγησε τα ειδικά σχέδια με κριτήριο τα χαρακτηριστικά τους και στη συνέχεια καθόρισε, εντός των ορίων της διακριτικής εξουσίας που της χορηγεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας, ποια σχέδια στο πλαίσιο των δώδεκα κατηγοριών που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ πρέπει να υποβληθούν σε αξιολόγηση. Προς τούτο, η Γερμανική Κυβέρνηση καθόρισε, βάσει της διακριτικής της εξουσίας, για ορισμένα είδη σχεδίων κριτήρια και/ή κατώτατα όρια όσον αφορά την υποχρέωση αξιολογήσεως.
38 Συνεπώς, η διαφωνία μεταξύ της Επιτροπής και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έγκειται στο ζήτημα τι νοείται ως «κατηγορίες σχεδίων».
39 Για να κατανοηθεί καλά το πρόβλημα, νομίζω ότι είναι απαραίτητο να ληφθεί υπόψη η διάρθρωση των δύο παραρτημάτων.
40 Το παράρτημα Ι έχει ως εξής:
Τίτλος: Σχέδια που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1
1. Διυλιστήρια αργού πετρελαίου (...)
2. Θερμοηλεκτρικοί σταθμοί (...)
3. Εγκαταστάσεις με αποκλειστικό σκοπό (...)
4. Ολοκληρωμένες (...) βιομηχανίες
κ.λπ.
Το παράρτημα αυτό περιέχει συνολικά εννέα σημεία.
41 Αντιθέτως, το παράρτημα ΙΙ έχει ως εξής:
Τίτλος: Σχέδια που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2
1. Γεωργία
α) Σχέδια αγροτικού αναδασμού
β) Σχέδια χρησιμοποιήσεως χέρσων γαιών (...)
γ) Σχέδια γεωργικής υδραυλικής (...)
δ) Δενδροφυτεύσεις για δημιουργία δασών οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε αρνητικές, από οικολογική άποψη, μεταβολές (...)
κ.λπ. μέχρι το στοιχείο ηη
2. Εξορυκτικές βιομηχανίες
α) Εξόρυξη τύρφης
β) Γεωτρήσεις (...)
γ) Εξόρυξη ορυκτών (...)
κ.λπ. μέχρι το στοιχείο ιγγ
3. Ενεργειακή βιομηχανία
α) Βιομηχανικές εγκαταστάσεις για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας (...)
β) Βιομηχανικέςς εγκαταστάσεις για τη μεταφορά φωταερίου (...)
γ) Επίγεια αποθήκευση φυσικού αερίου (...)
κ.λπ. μέχρι το στοιχείο ιι.
Ακολουθούν ακόμη οι εξής τίτλοι:
4. Μεταλλουργία
5. Υαλουργία
6. Ξημική βιομηχανία
7. Βιομηχανία τροφίμων
8. Κλωστοϋφαντουργία, βιομηχανία δέρματος, ξύλου και χαρτιού
9. Βιομηχανία ελαστικού
10. Σχέδια έργων υποδομής
11. Άλλα σχέδια
12. Τροποποίηση των σχεδίων του παραρτήματος Ι καθώς και των σχεδίων του παραρτήματος Ι που εξυπηρετούν αποκλειστικά ή κυρίως την ανάπτυξη και δοκιμή νέων μεθόδων ή προϋόντων και που δεν χρησιμοποιούνται περισσότερο από ένα χρόνο.
42 Εξαιρουμένων των σημείων 5, 9 και 12, οι τίτλοι αυτοί υποδιαιρούνται ωσαύτως σε υποτίτλους, των οποίων προηγούνται γράμματα της αλφαβήτου, όπως γίνεται με τους τίτλους 1, 2 και 3.
43 Για να λυθεί η διαφορά μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Επιτροπής, πρέπει, κατά την άποψή μου, να ληφθεί ως αφετηρία το άρθρο 4, το οποίο ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι «τα σχέδια τα οποία υπάγονται στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι (...) υποβάλλονται σε εκτίμηση» και, στην παράγραφο 2, ότι «τα σχέδια τα οποία υπάγονται στις κατηγορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ υποβάλλονται σε εκτίμηση (...) όταν (...)» (5).
44 Πάντως, είναι αδιανόητο ότι η έννοια «κατηγορίες» μπορεί να έχει διαφορετικό περιεχόμενο αναλόγως του αν πρόκειται για το ένα ή για το άλλο παράρτημα.
45 Εφόσον στο παράρτημα Ι η έννοια αυτή αφορά ομάδες σχεδίων οι οποίες καθορίζονται με κριτήριο τη φύση τους, όπως διυλιστήρια πετρελαίου, θερμοηλεκτρικοί σταθμοί ή ολοκληρωμένες βιομηχανίες, στο παράρτημα ΙΙ η πιο πάνω έννοια δεν μπορεί παρά να αφορά ομάδες του ίδιου γένους, όπως επιχειρήσεις με εγκαταστάσεις για πουλερικά, εργοστάσια σιδήρου και χάλυβα κ.λπ.
46 Η έννοια «κατηγορίες σχεδίων» δεν θα είναι πλέον μονοσήμαντη στο πλαίσιο του άρθρου 4 της οδηγίας, αν στο παράρτημα ΙΙ νοηθούν ως «κατηγορίες σχεδίων» οι μεγάλοι τομείς της οικονομίας, όπως η γεωργία, η εξορυκτική ή η ενεργειακή βιομηχανία.
47 Ένα παράδειγμα θα καταστήσει τούτο σαφές. Στο παράρτημα Ι απαριθμούνται οι ακόλουθες κατηγορίες σχεδίων:
«7. Κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, οδών ταχείας κυκλοφορίας, σιδηροδρομικών γραμμών μεγάλων αποστάσεων καθώς και αερολιμένων, των οποίων οι διάδρομοι απογείωσης και προσγείωσης έχουν μήκος 2 100 m και πλέον.
8. Λιμάνια θαλάσσιου εμπορίου, καθώς και πλωτές οδοί και λιμάνια εσωτερικής ναυσιπλοας για πλοία με εκτόπισμα μεγαλύτερο των 1 350 τόνων.»
48 Στο παράρτημα ΙΙ, στο σημείο 10 «Σχέδια έργων υποδομής» περιέχεται ο ακόλουθος υπότιτλος:
«δ) Κατασκευή δρόμων, λιμανιών (στα οποία περιλαμβάνονται τα αλιευτικά λιμάνια) και αεροδρομίων (σχέδια που δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι)» (6).
49 Η αντιπαραβολή αυτή δείχνει ότι στα σημεία 7 και 8 του παραρτήματος Ι αντιστοιχεί το σημείο 10, στοιχείο δδ, του παραρτήματος ΙΙ, το οποίο απαριθμεί σχέδια του ίδιου τύπου αλλά μικρότερης εμβέλειας.
50 Δεν νομίζω ότι μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα σημεία 7 και 8 του παραρτήματος Ι καλύπτουν μαζί ολόκληρο τον ευρύ τομέα των σχεδίων έργων υποδομής.
51 Εξάλλου, το αποτέλεσμα στο οποίο θα καταλήξει όποιος ακολουθήσει την ερμηνεία της Γερμανικής Κυβερνήσεως θα στερούσε την οδηγία από μεγάλο μέρος της πρακτικής της αποτελεσματικότητας.
52 Όπως ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να δικαιούται ένα κράτος μέλος να υιοθετήσει μόνον ένα «σχέδιο» (υπό την έννοια που δίνει στον όρο αυτόν η Γερμανική Κυβέρνηση) στο πλαίσιο καθενός από τους δώδεκα γενικούς τίτλους που απαριθμεί το παράρτημα ΙΙ, οπότε θα επρόκειτο περί παραρτήματος παρέχοντος στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέξουν σε ποια έκταση θα συμμορφωθούν προς αυτό.
53 Έτσι, θα ήταν αρκετό να καθορίσει ένα κράτος μέλος τα κατώτατα όρια πάνω από τα οποία θα πρέπει να αξιολογούνται οι επιπτώσεις που έχουν στο περιβάλλον οι «επιχειρήσεις με εγκαταστάσεις για πουλερικά» (σημείο 1, στοιχείο εε, του παραρτήματος ΙΙ), για να μη χρειαστεί ποτέ να γίνουν αντικείμενο τέτοιας μελέτης τα σχέδια για την «ανάκτηση εδαφών από τη θάλασσα» (σημείο 1, στοιχείο ηη, του παραρτήματος ΙΙ).
54 Όμως, στην απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (7), το Δικαστήριο έκρινε ότι, καίτοι από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας προκύπτει «ότι τα κράτη μέλη μπορούν πάντοτε να εξειδικεύουν ποιοι "τύποι" σχεδίων πρέπει να υποβάλλονται σε αξιολόγηση ή να καθορίζουν τα κριτήρια και/ή τα κατώτατα όρια προκειμένου να μπορούν να προσδιορίζουν ποια από τα σχέδια πρέπει να υποβάλλονται σε αξιολόγηση, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι αυτή η δυνατότητα των κρατών μελών αναγνωρίζεται εντός εκάστης των κατηγοριών του παραρτήματος ΙΙ. Συγκεκριμένα, και ο ίδιος ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε ότι όλες οι κατηγορίες σχεδίων του παραρτήματος ΙΙ μπορούν ενδεχομένως, αναλόγως των χαρακτηριστικών των σχεδίων κατά τον χρόνο της επεξεργασίας τους, να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον».
55 Στην απόφαση Kraaijeveld κ.λπ. (8), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας αναγνωρίζει μεν στα κράτη μέλη ένα περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό ορισμένων τύπων σχεδίων που πρέπει να υποβάλλονται σε εκτίμηση ή για τον καθορισμό των ενδεδειγμένων κριτηρίων και/ή κατωτάτων ορίων, το περιθώριο εκτιμήσεως αυτό, όμως, οριοθετείται από την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, και η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη να υποβάλλουν σε εκτίμηση των επιπτώσεων εκείνα τα σχέδια τα οποία, ιδίως λόγω της φύσεως, του μεγέθους ή της θέσεώς τους, μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Έτσι, αποφαινόμενο σχετικά με τη νομοθεσία κράτους μέλους κατά την οποία ορισμένες κατηγορίες σχεδίων απαριθμουμένων στο παράρτημα ΙΙ εξαιρούνταν ολόκληρες από την υποχρέωση μελέτης των επιπτώσεων, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση της 2ας Μαου 1996 (...) [(9)], ότι τα κριτήρια και/ή τα κατώτατα όρια τα οποία αναφέρει το άρθρο 4, παράγραφος 2, έχουν ως σκοπό τη διευκόλυνση της εκτιμήσεως των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ενός ιδίου σχεδίου [(10)], προκειμένου να προσδιορισθεί εάν πρέπει υποχρεωτικώς να υποβληθεί αυτό σε αξιολόγηση, και όχι την εκ προοιμίου εξαίρεση από την υποχρέωση αυτή, συνολικώς, ορισμένων κατηγοριών σχεδίων του παραρτήματος ΙΙ, των οποίων η εκτέλεση μελετάται στο έδαφος ενός κράτους μέλους».
56 Τα πιο πάνω χωρία αποφάσεων του Δικαστηρίου δεν θα είχαν νόημα αν ως «κατηγορίες σχεδίων» νοούνταν οι δώδεκα μεγάλοι τομείς δραστηριοτήτων που προσδιορίζονται με αραβικούς αριθμούς και όχι οι ειδικότερες ομάδες των οποίων προηγούνται γράμματα της αλφαβήτου.
57 Κατά την άποψή μου, το Δικαστήριο θέλησε να πει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν ότι, στο πλαίσιο συγκεκριμένου είδους (ή «κατηγορίας» κατά την έκφραση που χρησιμοποιεί η οδηγία) σχεδίων, παραδείγματος χάριν στο πλαίσιο των «επιχειρήσεων με εγκαταστάσεις για χοίρους», μόνο τα επί μέρους σχέδια που υπερβαίνουν ένα κατώτατο όριο, παραδείγματος χάριν «οι επιχειρήσεις με εγκαταστάσεις για πάνω από 1 400 χοίρους», ή που έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά, παραδείγματος χάριν «οι επιχειρήσεις με εγκαταστάσεις για χοίρους οποιουδήποτε αριθμού οι οποίες απέχουν λιγότερο από 300 μέτρα από οικισμό», πρέπει να καταστούν το αντικείμενο μελέτης, ενώ οι επιχειρήσεις του ίδιου τύπου που δεν πληρούν ένα από τα κριτήρια αυτά απαλλάσσονται της υποχρεώσεως αυτής (11). Ωστόσο, για όλα τα άλλα είδη (ή κατηγορίες) σχεδίων του γεωργικού τομέα, για τα οποία δεν έχουν καθοριστεί τέτοια κριτήρια, κάθε επί μέρους σχέδιο πρέπει να εξετάζεται για να καθοριστεί αν, λόγω των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών του, πρέπει να καταστεί το αντικείμενο μελέτης.
58 Η ερμηνεία αυτή δεν έρχεται σε αντίθεση με την παρατεθείσα από τη Γερμανική Κυβέρνηση δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του Συμβουλίου, κατά την οποία «(...) στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη δύνανται επίσης να αποφασίσουν ότι τα σχέδια των κατηγοριών οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ πρέπει να υπόκεινται σε απλουστευμένη εξέταση ή ότι δεν πρέπει να υπόκεινται σε εξέταση». Το κείμενο αυτό εναρμονίζεται τέλεια με την άποψη της Επιτροπής, δεδομένου ότι, κατ' εμέ, ως «σχέδια » πρέπει να νοούνται τα επί μέρους σχέδια που υποβάλλει ο κύριος συγκεκριμένου έργου.
59 Εξάλλου, είναι αναντίρρητο ότι, μετά την τροποποίηση της οδηγίας 85/337 από την οδηγία 97/11/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997 (12), το νέο κείμενο του άρθρου 4 επιβεβαιώνει την άποψη της Επιτροπής (την οποία συμμερίζομαι). Του λοιπού, το άρθρο 4 έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 3, τα σχέδια (13) που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι υποβάλλονται σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 3, για τα σχέδια (14) που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, τα κράτη μέλη αποφασίζουν βάσει:
α) κατά περίπτωση εξέτασης
ή
β) κατωτάτων ορίων ή κριτηρίων που καθορίζει το κράτος μέλος,
κατά πόσο το σχέδιο θα υποβληθεί σε εκτίμηση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν και τις δύο διαδικασίες που αναφέρονται στα στοιχεία αα και ββ.»
60 Συνεπώς, οι λέξεις «τα σχέδια που υπάγονται στις κατηγορίες που απαριθμούνται», αντιστοίχως, στο παράρτημα Ι και παράρτημα ΙΙ αντικαταστάθηκαν με τις λέξεις «τα σχέδια που απαριθμούνται», αντιστοίχως, στο παράρτημα Ι και παράρτημα ΙΙ.
61 Συνεπώς, του λοιπού δεν θα χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι η παραπομπή, όσον αφορά το παράρτημα ΙΙ, γίνεται στις ομάδες σχεδίων οι οποίες απαριθμούνται με γράμματα της αλφαβήτου και όχι στους γενικούς τίτλους, όπως γεωργία, εξορυκτικές βιομηχανίες κ.λπ.
62 Εξάλλου, το νέο κείμενο επιβεβαιώνει και την άποψη της Επιτροπής ότι όλα τα σχέδια πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, αρκεί να μην υπάγονται σε ομάδα για την οποία το κράτος μέλος καθόρισε κατώτατα όρια ή άλλα κριτήρια.
63 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι, εφόσον, κατά την άποψη όλων των κρατών μελών, ήταν αναγκαία η τροποποίηση του άρθρου 4 της οδηγίας, «η μεταφορά που έγινε με τον UVPG δεν συνιστά, ενόψει της ελλείψεως ακριβείας και σαφηνείας της οδηγίας, παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη».
64 Η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η παλαιά ορολογία που χρησιμοπούσε η οδηγία μπορούσε να δημιουργήσει ερμηνευτικές δυσχέρειες. Παρ' όλ' αυτά, πλείστα όσα κράτη μέλη ερμήνευσαν την οδηγία όπως η Επιτροπή. Από την άλλη πλευρά, η προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους αποτελεί αντικειμενική διαδικασία και αποσκοπεί στο να διευκρινίσει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών οι οποίες απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους καθιστά δυνατό ακριβώς να καθοριστεί αυτή η έκταση των υποχρεώσεων των κρατών μελών στην περίπτωση που υφίσταται απόκλιση στην ερμηνεία (15).
65 Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2 της οδηγίας, δεδομένου ότι απέκλεισε προκαταβολικώς ολόκληρες κατηγορίες σχεδίων απαριθμούμενες στο παράρτημα ΙΙ από την αξιολόγηση των επιπτώσεών τους στο περιβάλλον.
Πέμπτη αιτίαση: μη πλήρης μεταφορά του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας
66 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, καθορίζει τις ελάχιστες πληροφορίες που ο κύριος του έργου οφείλει να παράσχει στην αρμόδια αρχή για να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις του σχεδίου στο περιβάλλον.
67 Η Επιτροπή δέχεται ότι η καθής καθόρισε στο άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, του UVPG, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της οδηγίας, τις απαιτούμενες πληροφορίες. Ωστόσο, το άρθρο 6, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του νόμου αυτού ορίζει ότι οι εν λόγω διατάξεις έχουν εφαρμογή μόνον «αν οι πληροφορίες που απαριθμούνται στις παραγράφους 3 και 4 δεν καθορίζονται λεπτομερώς από νομική διάταξη».
68 Τούτο σημαίνει, κατά την Επιτροπή, ότι άλλες νομικές διατάξεις, καθορίζουσες λεπτομερώς τις πληροφορίες που πρέπει να παράσχει ο κύριος του έργου, υπερέχουν των διατάξεων του UVPG και συνεπώς τις υποκαθιστούν, ανεξαρτήτως του αν οι άλλες αυτές διατάξεις στοιχούν με τις απαιτήσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας.
69 Επομένως, η Επιτροιπή φρονεί ότι, μη θεσπίζοντας γενική διάταξη όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται κατά την οδηγία, η καθής παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης και των άρθρων 5, παράγραφος 2, και 12, παράγραφος 1, της οδηγίας.
70 Η Γερμανική Κυβέρνηση απαντά ότι η προσέγγιση της Επιτροπής δεν λαμβάνει υπόψη το άρθρο 4 του UVPG, το οποίο ρυθμίζει γενικά τη σχέση μεταξύ του UVPG και των άλλων νομικών διατάξεων που θεσπίζονται από το ομοσπονδιακό κράτος ή τα ομόσπονδα κράτη στον τομέα που καλύπτει η οδηγία. Το άρθρο αυτό διατυπώνει την ουσιώδη αρχή ότι, όταν οι απαιτήσεις των νομικών αυτών διατάξεων του ομοσπονδιακού κράτους ή των ομοσπόνδων κρατών δεν καλύπτουν τις απαιτήσεις του UVPG, υπερισχύει ο UVPG.
71 Αντιθέτως, όταν οι νομικές διατάξεις του ομοσπονδιακού κράτους ή των ομοσπόνδων κρατών επιβάλλουν την προσκόμιση πρόσθετων εγγράφων σε σχέση με αυτά που απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, του UVPG, οι διατάξεις αυτές παραμένουν εφαρμοστέες.
72 Σας προτείνω να δεχθείτε, στο σημείο αυτό, τα επιχειρήματα της Γερμανικής Κυβερνήσεως. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι το ίδιο το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεν επιβάλλει παρά μόνον τις ελάχιστες πληροφορίες που ο κύριος του έργου οφείλει να παράσχει. Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 13 της οδηγίας παρέχει ρητώς στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν αυστηρότερους κανόνες όσον αφορά τη διαδικασία αξιολογήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον. Κατά την άποψή μου, τούτο περιλαμβάνει τις πληροφορίες που πρέπει να παρασχεθούν.
73 Έτσι, παραδείγματος χάριν, διάφοροι τομείς, στους οποίους θα μπορούσε να έχει εφαρμογή η οδηγία, ενδέχεται να θέσουν ιδιαίτερα προβλήματα όσον αφορά την αξιολόγηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον και ακόμη και να δικαιολογήσουν το να παράσχει ο κύριος του έργου ορισμένες πληροφορίες που δεν θα όφειλε να παράσχει στο πλαίσιο άλλου τομέα.
74 Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του UVPG εξασφαλίζει, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, ότι ο κύριος του έργου πάντοτε θα παρέχει τις ελάχιστες πληροφορίες που απαιτεί το άρθρο 6, παράγραφοι 3 και 4, του ίδιου νόμου. Πάντως, αυτές αντιστοιχούν στις πληροφορίες που απαιτεί το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας.
75 Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετέφερε πλήρως στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας.
76 Συνεπώς, σας προτείνω να κηρύξετε την αιτίαση αυτή αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
77 Προτείνω να καταδικαστεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα, δεδομένου ότι, κατά την άποψή μου, οι ισχυρισμοί της πρέπει να απορριφθούν κατά τα ουσιώδη.
Συμπέρασμα
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
- μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον,
- μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή το κείμενο όλων των διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίστηκαν στον τομέα που διέπει η εν λόγω οδηγία,
- μη επιβάλλοντας να αξιολογηθούν οι επιπτώσεις στο περιβάλλον όλων των σχεδίων τα οποία η οδηγία υποβάλλει στην αξιολόγηση αυτή και για τα οποία η διαδικασία χορηγήσεως αδείας κινήθηκε μετά τις 3 Ιουλίου 1988 και
- μη ορίζοντας ότι, για όλες τις κατηγορίες σχεδίων οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας, πρέπει να εξετάζεται αν τα σχέδια μπορούν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ και από τα άρθρα 2 και 12, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας·
2) να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά·
3) να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
(1) - ΕΕ L 175, σ. 40.
(2) - Βλ., παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της 9ης Αυγούστου 1994, C-396/92, Bund Naturschutz in Bayern κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-3717)· της 11ης Αυγούστου 1995, C-431/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-2189)· της 2ας Μαου 1996, C-133/94, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-2323), και της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-72/95, Kraaijeveld κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-5403).
(3) - BGBl. Ι, 1990, αρ. 6, σ. 205.
(4) - Βλ., παραδείγματος χάριν, την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 56.
(5) - Η υπογράμμιση δική μου.
(6) - Η υπογράμμιση δική μου.
(7) - Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 41.
(8) - Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψεις 50 και 51.
(9) - Προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 42.
(10) - Η υπογράμμιση δική μου.
(11) - Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Kraaijeveld κ.λπ., σκέψη 49.
(12) - ΕΕ L 73, σ. 5.
(13) - Η υπογράμμιση δική μου.
(14) - Η υπογράμμιση δική μου.
(15) - Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1971, 7/71 Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1049, σκέψη 48).
Full & Egal Universal Law Academy