ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΊ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PHILIPPE LÉGER
της 5ης Νοεμβρίου 1996 ( *1 )
1.
Με την υπό κρίση προσφυγή, την οποία άσκησε βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει ή, εν πάση περιπτώσει, να της κοινοποιήσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων ( 1 ) (στο εξής: οδηγία ή οδηγία 91/271), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή και από τη Συνθήκη ΕΚ. Η Επιτροπή ζητεί επιπλέον να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
2.
Στο άρθρο 19, η οδηγία προβλέπει ότι τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 1993 και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή.
3.
Στις 9 Αυγούστου 1993 η Επιτροπή δεν είχε λάβει καμιά κοινοποίηση σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και δεν διέθετε κανένα άλλο στοιχείο που θα της επέτρεπε να συμπεράνει ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε θεσπίσει τις αναγκαίες προς τούτο διατάξεις, οπότε, με έγγραφο οχλήσεως, κίνησε τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως. Με το εν λόγω έγγραφο επισήμανε ότι, ακόμη και αν η Ιταλική Κυβέρνηση φρονούσε ότι οι ισχύοντες εθνικοί κανόνες ανταποκρίνονται στην οδηγία, και πάλι είχε την υποχρέωση να της τους κοινοποιήσει.
4.
Η Επιτροπή δεν έλαβε απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως και, στις 11 Ιανουαρίου 1995, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη ούτε έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, στις 25 Σεπτεμβρίου 1995 η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
5.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ο τομέας τον οποίο καλύπτει η οδηγία 91/271 ρυθμίζεται στην Ιταλία από τον νόμο 319, της 10ης Μαΐου 1976 ( 2 ) (διατάξεις για την προστασία των υδάτων από τη ρύπανση στο εξής: νόμος 319/76), που προβλέπει τα κύρια μέτρα σ' αυτό τον τομέα. Η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται μέσω κανόνων που έχουν θεσπίσει τα διάφορα διαμερίσματα της χώρας, τα οποία έχουν νομοθετικές και διοικητικές αρμοδιότητες στον τομέα των υδάτων. Η εν λόγω κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι δεν έχει πλήρως μεταφερθεί η οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο, ιδίως όσον αφορά τις προδιαγραφές των παραρτημάτων της, αυτό όμως θα γίνει το «ταχύτερο δυνατό» με νομοθετικό διάταγμα. Προσθέτει ótl, εν αναμονή της οριστικής εφαρμογής της οδηγίας, η Ιταλική Κυβέρνηση, με το νομοθετικό διάταγμα 79 της 17ης Μαρτίου 1995 ( 3 ), κάλεσε τα διαμερίσματα της χώρας να ακολουθούν τις αρχές και τα κριτήρια της οδηγίας 91/271 στην περίπτωση των κανόνων που χρειάζονται προσαρμογή (μεταξύ άλλων εκτελεστικές διατάξεις που αφορούν την απόρριψη των δημοσίων δικτύων αποχετεύσεως και των αστικών εγκαταστάσεων που δεν διοχετεύονται στις δημόσιες αποχετεύσεις). Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Δημοκρατία φρονεί ότι εκπλήρωσε, τουλάχιστον εν μέρει, την υποχρέωση μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και αναλαμβάνει την υποχρέωση να την ολοκληρώσει το ταχύτερο δυνατό.
6.
Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο νόμος και το νομοθετικό διάταγμα που μνημονεύει η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αποτελούν μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Ειδικότερα, ο νόμος 319/76, όπως έχει τροποποιηθεί, απλώς καθορίζει τα γενικά κριτήρια και τις αρχές που τα διαμερίσματα της χώρας πρέπει να ακολουθούν όταν θεσπίζουν τις σχετικές διατάξεις. Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι οι οι κανονιστικές διατάξεις που έχουν θεσπίσει τα διαμερίσματα δεν της έχουν κοινοποιηθεί και, κατά συνέπεια, δεν διαθέτει κανένα στοιχείο προκειμένου να βεβαιωθεί για την τήρηση της οδηγίας από την Ιταλική Κυβέρνηση. Για τον λόγο αυτόν εμμένει στο αρχικό αίτημα της.
7.
Δεν αμφισβητείται ότι κατά τη λήξη της προθεσμίας που καθόρισε η οδηγία, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν είχε λάβει τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί με την οδηγία, ούτε τα κοινοποίησε στην Επιτροπή.
8.
Κατά συνέπεια, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 της οδηγίας.
9.
Σημειωτέον επιπλέον, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, ότι οι δικαιολογίες που προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση για την καθυστέρηση στη λήψη των εν λόγω μέτρων δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
10.
Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διαδικαστικές δυσχέρειες που επικαλείται η Ιταλική Δημοκρατία για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην έκδοση του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος δεν ασκούν επιρροή: το Δικαστήριο θεωρεί απαράδεκτα τα επιχειρήματα που αφορούν δεσμεύσεις του εσωτερικού δικαίου και κρίνει ότι «(...) ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης του για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που προβλέπουν οι οδηγίες» ( 4 ).
11.
Επιπλέον, και λίαν επικουρικώς, οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 79 της 17ης Μαρτίου 1995, που τροποποιεί τις διατάξεις του νόμου 319/76 και προβλέπει ότι τα διαμερίσματα της χώρας υποχρεούνται να συμμορφωθούν προς τις αρχές και τα κριτήρια της οδηγίας 91/271, όσον αφορά τους κανόνες που χρειάζονται προσαρμογή, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, για να πληρούνται οι θεμελιώδεις απαιτήσεις που είναι συμφυείς σε κάθε μέτρο μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο, τα λαμβανόμενα εθνικά μέτρα πρέπει να τηρούν τις αρχές της δημοσιότητας και της ασφάλειας δικαίου. Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο έκρινε ότι οι συστάσεις, γνώμες, εγκύκλιοι, δικαστικές αποφάσεις ( 5 ) δεν επαρκούν «για την τήρηση της επιταγής της ασφάλειας δικαίου [που επιβάλλει] να είναι η νομική κατάσταση των ιδιωτών σαφής και συγκεκριμένη και να τους επιτρέπει να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους και, ενδεχομένως, να τα επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» ( 6 ).
12.
Επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
13.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει και να κοινοποιήσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 της οδηγίας αυτής. Προτείνω επίσης να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, συμφωνά με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
( *1 ) Γλώσσα του πραττστίπου: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ L 135, σ. 40.
( 2 ) GURI, 29 Μαΐου 1976, αριθ. 141.
( 3 ) GURI, 8 Ιουνίου 1995, αοΛ 132, ο. 32.
( 4 ) Βλ. μια από τις πλέον πρόσφατες αποφάσεις: απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1996, C-236/95. Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1996, ο. I-4459, σκέψη 18) επίσης απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1996, C-312/95, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1996, σ. I-5143, σκέψη9).
( 5 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκέψη 12.
( 6 ) Όπ.π., σκέψη 13.
Full & Egal Universal Law Academy