Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Αντικείμενο των προσφυγών
1 Με προσφυγή της 28ης Σεπτεμβρίου 1995 (στο εξής: πρώτη προσφυγή) το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ζήτησε από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ: α) να ακυρώσει την από 28 Ιουλίου 1995 απόφαση της Επιτροπής, που εκδόθηκε με τη μορφή εγγράφου του αρμόδιου για την περιφερειακή πολιτική επιτρόπου (στο εξής: επίτροπος), σχετικά με την εκκαθάριση οκτώ σχεδίων για τα οποία είχε χορηγηθεί χρηματοδοτική συνδρομή εκ μέρους του Ευρωπαϋκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως πριν το 1989 (1) (στο εξής: έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1995), και β) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Με παρεμπίπτον αίτημα υποβληθέν δυνάμει του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας στις 23 Οκτωβρίου 1995, η καθής προέβαλε το απαράδεκτο της πρώτης προσφυγής. Το Δικαστήριο αποφάσισε στις 23 Σεπτεμβρίου 1997 να εξετάσει το αίτημα αυτό με την εξέταση της ουσίας.
2 Στις 19 Μαρτίου 1996 το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών υπέβαλε εκ νέου προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου (στο εξής: δεύτερη προσφυγή), ζητώντας: α) να ακυρώσει το από 15 Ιανουαρίου 1996 χρεωστικό σημείωμα, καθώς και δύο αποφάσεις της Επιτροπής της 16ης Φεβρουαρίου 1996, που εκδόθηκαν με τη μορφή εγγράφων των διοικητικών υπηρεσιών της καθής, σχετικά με την εκκαθάριση δύο από τα οκτώ σχέδια που αποτελούσαν το αντικείμενο του εγγράφου της 28ης Ιουλίου 1995 (2) (στο εξής: έγγραφα της 16ης Φεβρουαρίου 1996), και β) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα (3).
3 Από τις δύο προαναφερθείσες διαδικασίες ανακύπτουν προβλήματα τα οποία, στην ουσία, παρουσιάζουν αναλογίες, οπότε οι διαδικασίες αυτές είναι συναφείς. Αναλογίες έχουν και οι λόγοι της προσφυγής που προβάλλει το προσφεύγον κράτος μέλος και στις δύο περιπτώσεις. Ξάριν απλότητας θα ασχοληθώ με τις παρούσες προτάσεις με τις δύο υποθέσεις, διαφοροποιώντας ωστόσο την τελική πρότασή μου προς το Δικαστήριο, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, δεδομένου ότι η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου μόνον όσον αφορά την πρώτη προσφυγή.
II - Νομικό πλαίσιο και ιστορικό των υπό κρίση διαφορών
4 Στο πλαίσιο της αναληφθείσας το 1993 μεταρρυθμίσεως των διαρθρωτικών ταμείων (4), το Συμβούλιο θέσπισε μεταβατικές διατάξεις με σκοπό τη διευθέτηση - από τις 3 Αυγούστου 1993 και σχετικά με τα σχέδια για τα οποία η χορήγηση κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής είχε αποφασισθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1989 (5) - των λεγόμενων «λιμναζόντων φακέλων». Το φαινόμενο αυτό έδωσε λαβή στο παρελθόν για πολυάριθμες επικρίσεις εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου. Στη γραφειοκρατική γλώσσα τα λιμνάζοντα σχέδια είναι εκείνα για τα οποία περνά μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της αναλήψεως της υποχρεώσεως, στον κοινοτικό προϋπολογισμό, περί της σχετικής δαπάνης και της οριστικής εκκαθαρίσεως, η οποία πραγματοποιείται με την καταβολή του τελικού υπολοίπου ύστερα από την περάτωση στην πράξη της σχετικής ενεργείας, με την προϋπόθεση ότι το αποτέλεσμα του οικονομικού ελέγχου που εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι θετικό (6). Τα λιμνάζοντα σχέδια, τα οποία εξακολουθούν να συνυπολογίζονται στο πλαίσιο του κοινοτικού ισολογισμού κατά τη διάρκεια πολλών μεταγενέστερων οικονομικών χρήσεων σε σχέση με εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας αναλήφθηκε η σχετική υποχρέωση, μπορούν να δημιουργούν δυσχέρειες όσον αφορά τον καθορισμό των απαραίτητων για την τελική πληρωμή πόρων τη στιγμή της λήψεως της αποφάσεως σχετικά με την εκκαθάρισή τους. Στην περίπτωση αυτή, προσβάλλεται προφανώς η θεμελιώδης αρχή της χρηστής δημοσιοοικονομικής διαχειρίσεως του κοινοτικού προϋπολογισμού (7). Το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των μεταξύ τους παρεμβάσεων καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 185, σ. 9), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του προαναφερθέντος (στην υποσημείωση 4) κανονισμού 2081/93, προβλέπει τα εξής:
«1. Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τη συνέχιση των πολυετών ενεργειών [προγραμμάτων δράσεως], συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής των κοινοτικών πλαισίων στήριξης και των μορφών παρέμβασης, που έχουν εγκριθεί από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή με βάση τη ρύθμιση για τα διαρθρωτικά ταμεία που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.
2. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση συνδρομής από τα διαρθρωτικά ταμεία για ενέργειες [προγράμματα δράσεως] που προτείνονται στο πλαίσιο της ρύθμισης που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού εξετάζονται και εγκρίνονται από την Επιτροπή με βάση τη ρύθμιση αυτή.
3. Οι διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5 (δηλ. oι ειδικές διατάξεις όσον αφορά τη δράση κάθε διαρθρωτικού ταμείου και οι απαραίτητες διατάξεις για τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους, αφενός, και των παρεμβάσεων των ταμείων αυτών με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων, αφετέρου), ορίζουν τις ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που εξασφαλίζουν ότι η βοήθεια προς τα κράτη μέλη δεν θα διακόπτεται μέχρις ότου καταρτιστούν τα σχέδια και λειτουργικά προγράμματα σύμφωνα με το νέο σύστημα, και ότι η χορήγηση συνδρομής για σχέδια τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο απόφασης χορήγησης συνδρομής προ της 1ης Ιανουαρίου 1989 μπορεί να κλείσει το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1995.»
Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 2052/88 (στο εξής: άρθρο 15, παράγραφος 3) τέθηκε σε εφαρμογή, όσον αφορά ειδικότερα τα αποφασιζόμενα στο πλαίσιο του Ταμείου σχέδια, με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4254/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΕ L 374, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 2083/93 (στο εξής: άρθρο 12). Δυνάμει του άρθρου 12, «Τα τμήματα των ποσών που έχουν αναληφθεί [προβλεφθεί] για την παροχή συνδρομής σε σχέδια για τα οποία αποφάσισε η Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1989 δυνάμει του ΕΤΠΑ [Ταμείου] και τα οποία δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο αίτησης οριστικής πληρωμής στην Επιτροπή πριν από τις 31 Μαρτίου 1995, αποδεσμεύονται αυτεπαγγέλτως από την Επιτροπή το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, με την επιφύλαξη των σχεδίων που έχουν ανασταλεί για δικαστικούς λόγους.»
5 Με έγγραφο της 23ης Φεβρουαρίου 1995, ο Garcνa-Lombardero, προϋστάμενος μονάδας στη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής πολιτικής και συνοχής, πληροφόρησε τη μόνιμη αντιπροσωπεία των Κάτω Ξωρών στην Ευρωπαϋκή Ένωση ότι υφίστατο ένα υπόλοιπο οφειλής για 18 σχέδια που έτυχαν συγχρηματοδοτήσεως εκ μέρους του Ταμείου πριν από το 1989, εφιστώντας την προσοχή των ολλανδικών αρχών επί του άρθρου 12. Σύμφωνα με τους κανόνες περί παροχής εξουσιοδοτήσεως στον δημοσιοοικονομικό τομέα, ο Garcνa-Lombardero είναι ο υπάλληλος τον οποίο έχει εξουσιοδοτήσει η καθής για να προβαίνει σε εκκαθάριση και σε πληρωμή των συνδρομών του Ταμείου, καθώς και να εκτελεί τις σχετικές πιστώσεις. Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1995, ο Ολλανδός Υπουργός Οικονομικών (στο εξής: Υπουργός) δήλωσε ότι δέκα σχέδια θα αποτελούσαν το αντικείμενο τελικών δηλώσεων πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, αλλά ότι, με βάση μια σειρά ρητώς εκτιθεμένων λόγων, τούτο δεν ήταν δυνατό για τα λοιπά σχέδια.
6 Ο Garcνa-Lombardero πληροφόρησε τον Υπουργό, με έγγραφο της 7ης Απριλίου 1995, ότι, δεδομένου ότι ήταν αδύνατη η τροποποίηση της προθεσμίας του άρθρου 12 για την υποβολή των αιτήσεων τελικής πληρωμής ή η μετάθεση των οριακών ημερομηνιών εκτελέσεως ή καταβολής για κάθε ένα από τα σχέδια, οι εκκρεμείς ακόμη «παλαιοί» φάκελοι θα εκκαθαρίζονταν βάσει των εγγράφων που περιήλθαν στην Επιτροπή πριν από την 1η Απριλίου 1995.
7 Με επιστολή της 28ης Απριλίου 1995 απευθυνόμενη στο Υπουργείο (τροποποιηθείσα με τηλεομοιοτυπία της 4ης Μαου 1995), ο Garcνa-Lombardero γνωστοποίησε το ποσό των προηγουμένως καταβληθεισών ενισχύσεων το οποίο θα έπρεπε να επιστραφεί για οκτώ σχέδια (8). Εξάλλου, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών εξέφρασε την άποψή του στην Επιτροπή όσον αφορά, ιδίως, την ερμηνεία του άρθρου 12, παρέχοντας συμπληρωματικές πληροφορίες για ορισμένα από τα επίμαχα σχέδια με έγγραφα της 19ης Μαου 1995, της 7ης, της 11ης, της 19ης και της 20ής Ιουλίου 1995, καθώς και επ' ευκαιρία δύο συναντήσεων, εκ των οποίων η πρώτη πραγματοποιήθηκε στις 26 Ιουνίου μεταξύ του Ολλανδού Υφυπουργού Οικονομικών (στο εξής: υφυπουργός) και της επιτρόπου Wulf-Mathies. Οι ολλανδικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή τις αιτήσεις οριστικής πληρωμής για τα επίδικα σχέδια με έγγραφα της 1ης Ιουνίου 1995 (σχετικά με πέντε σχέδια) (9), της 27ης Ιουλίου 1995 (σχετικά με δύο σχέδια) και της 14ης Αυγούστου 1995. Τα χρεωστικά σημειώματα τα οποία αφορούσαν πέντε από τα σχέδια αυτά (10), που περιελάμβαναν αίτημα να πιστωθούν υπέρ της Επιτροπής πριν από τις 31 Αυγούστου 1995 τα σχετικά ποσά, περιήλθαν στις ολλανδικές αρχές στις 29 Ιουνίου 1995 (11).
8 Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1995, η επίτροπος πληροφόρησε τον υφυπουργό ότι είχε επανεξετάσει το πρόβλημα που αποτελούσε το αντικείμενο της προηγούμενης αλληλογραφίας τους, ιδίως ενόψει των συμπληρωματικών πληροφοριών που παρέσχαν οι ολλανδικές αρχές. Ωστόσο, η επίτροπος ανέφερε τα εξής: «Μετά λύπης μου σας ανακοινώνω ότι, σε όλες τις περιπτώσεις (...), συνάγω από την επανεξέτασή μου ότι τα σχέδια πρέπει πράγματι να εκκαθαριστούν με βάση την τελευταία αίτηση πληρωμής που διέθετε η Επιτροπή στις 31 Μαρτίου 1995. Η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να εκκαθαρίσει τα σχέδια αυτά βάσει αιτήσεων πληρωμής που παραλήφθηκαν μετά τις 31 Μαρτίου 1995 και που αναφέρουν την κατάσταση των εξόδων την ημερομηνία αυτή». Εξάλλου, η επίτροπος διευκρίνισε ότι για τέσσερα σχέδια - τα οποία είχαν ανασταλεί για δικαστικούς λόγους ή για τα οποία η Επιτροπή είχε ήδη δεχθεί, προ της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 12, προθεσμία εκτελέσεως μεταγενέστερη της 31ης Μαρτίου 1995 - θα μπορούσε να χορηγηθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή παράταση της σχετικής προθεσμίας (12).
9 Όσον αφορά οκτώ σχέδια, για τα οποία απορρίφθηκε το αίτημα των Κάτω Ξωρών περί παρατάσεως της σχετικής προθεσμίας (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 1), η Επιτροπή αρνήθηκε να καταβάλει το σύνολο του ζητούμενου τελικού υπολοίπου (σε δύο περιπτώσεις) ή ακόμη ζήτησε την επιστροφή των ήδη χορηγηθεισών προκαταβολών (σε πέντε περιπτώσεις· βλ. ανωτέρω υποσημείωση 10). Μόνον το σχέδιο 84.07.03.001 αποτέλεσε το αντικείμενο αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως με μηδενικό τελικό υπόλοιπο (13).
10 Οι ολλανδικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή τις αιτήσεις πληρωμής του τελικού υπολοίπου την 1η Ιουνίου 1995 (βλ. ανωτέρω, σημεία 2 και 7) για τα σχέδια 80.07.03.002 και 84.07.03.004. Στις 15 Ιανουαρίου 1996 η Επιτροπή διαβίβασε στο Υπουργείο χρεωστικό σημείωμα σχετικά με το σχέδιο 84.07.03.004 για ποσό 1 364 180 ολλανδικών φιορινιών (HFL). Με έγγραφα της 16ης Φεβρουαρίου 1996 ο Garcνa-Lombardero - αναφερόμενος στα από 23 Φεβρουαρίου 1995 και 7 Απριλίου 1995 προηγούμενα έγγραφά του, τα οποία έκαναν λόγο για την πρόθεση της καθής να προβεί σε εκκαθάριση των σχεδίων 80.07.03.002 και 84.07.03.004 βάσει των στοιχείων τα οποία η καθής διέθετε πριν την 1η Απριλίου 1995 - επιβεβαίωσε το ποσό το οποίο η Επιτροπή ζητούσε να της επιστραφεί για το σχέδιο 84.07.03.004, προβαίνοντας εξάλλου σε εκκαθάριση ποσού 551 845 HFL στο πλαίσιο του τελικού υπολοίπου που όφειλε η Επιτροπή για το σχέδιο 80.07.03.002. Τα έγγραφα της 16ης Φεβρουαρίου 1996 αναφέρουν μεταξύ άλλων τις μεθόδους υπολογισμού που ακολούθησε η Επιτροπή.
III - Νομική ανάλυση
Παραδεκτό της πρώτης προσφυγής (υπόθεση C-308/95)
11 Όπως ανέφερα εξαρχής (βλ. το σημείο 1), η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, την οποία άσκησε το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών με αίτημα την ακύρωση του από 28 Ιουλίου 1995 εγγράφου. Η καθής θεωρεί με το παρεμπίπτον αίτημά της ότι η εν λόγω πράξη αποτελεί, όσον αφορά τα επίμαχα οκτώ σχέδια, απλή επιβεβαίωση του από 7 Απριλίου 1995 εγγράφου του Garcνa- Lombardero. Η προσφεύγουσα δεν προσέβαλε το έγγραφο αυτό εντός της προθεσμίας του άρθρου 173 της Συνθήκης. Η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου (14), ισχυριζόμενη ότι, αν κρινόταν παραδεκτή η προσφυγή στην υπόθεση C-308/95, θα παρεχόταν έτσι η δυνατότητα στο Βασίλειο των Κάτω Ξωρών να καταστρατηγήσει την προθεσμία που όφειλε να τηρήσει για την υποβολή αιτήσεως αναθεωρήσεως της αρχικής αποφάσεως. Επιπλέον, η ενδεχόμενη ακύρωση του από 28 Ιουλίου 1995 εγγράφου δεν θα είχε ενδιαφέρον για το προσφεύγον κράτος. Η απόφαση του Δικαστηρίου θα άφηνε άθικτη την αρχική απόφαση της Επιτροπής (επιπλέον κάθε μιας από τις δημοσιονομικού χαρακτήρα αποφάσεις που εκδόθηκαν δυνάμει αυτής). Ακόμη, το συμπέρασμα ότι το από 28 Ιουλίου 1995 έγγραφο έχει μόνον επιβεβαιωτικό χαρακτήρα δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η επίτροπος απάντησε σε έγγραφο του Υφυπουργού, υπογράφεται από φυσικό πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο από το οποίο προέρχεται τυπικά η αρχική απόφαση. Τέλος, η Επιτροπή διατείνεται ότι, σε αντίθεση με όσα αποφάσισε το Πρωτοδικείο με την απόφαση που εξέδωσε πρόσφατα στην υπόθεση ΙPK κατά Επιτροπής (15), έγγραφο, όπως αυτό το οποίο προσβάλλει εν προκειμένω το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, του οποίου ο συντάκτης δηλοί ότι επιβεβαιώνει το περιεχόμενο προηγούμενου εγγράφου, δεν έχει ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με ένα απλό επιβεβαιωτικό έγγραφο, έστω και αν συντάχθηκε αφού προηγήθηκε επανεξέταση της καταστάσεως του προσώπου το οποίο αφορούσε η προηγούμενη πράξη: η με οποιονδήποτε τρόπο διατύπωση του εγγράφου μπορεί να υπαγορεύεται απλώς από λόγους ευγενείας, χωρίς να σημαίνει ότι η κατάσταση αποτέλεσε πράγματι αντικείμενο νέας εκτιμήσεως.
12 Η Επιτροπή επαναλαμβάνει και αναπτύσσει τα επιχειρήματα αυτά με το υπόμνημα αντικρούσεως και με το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Κατά την καθής, το απαράδεκτο της πρώτης προσφυγής οφείλεται όχι μόνο στο γεγονός ότι το από 28 Ιουλίου 1995 έγγραφο έχει, όπως ισχυρίζεται, απλώς επιβεβαιωτικό χαρακτήρα (επικουρικό επιχείρημα), αλλά, πολύ περισσότερο, στο γεγονός ότι, εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να είναι πράξη δεκτική προσφυγής ακυρώσεως. Η αρχή της ασφαλείας δικαίου επιβάλλει να αφορούν οι εν λόγω προσφυγές μόνον πράξεις τις οποίες ρητά και συγκεκριμένα ορίζει ως τέτοιες η κοινοτική έννομη τάξη όσον αφορά το αρμόδιο για την έκδοσή τους όργανο, τη διαδικασία εκδόσεώς τους, τις προϋποθέσεις του κύρους τους και τις συνέπειές τους σε επίπεδο εννόμων αποτελεσμάτων. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, στο πλαίσιο των διοικητικού χαρακτήρα δραστηριοτήτων που ασκεί προς εκτέλεση του προϋπολογισμού, η άσκηση της προβλεπόμενης και διεπόμενης από το άρθρο 173 της Συνθήκης προσφυγής είναι δυνατή μόνον κατά των κοινοποιούμενων πράξεων που επιτάσσουν την πληρωμή εξόδων και την καταβολή χρεωστούμενων ποσών. Τέτοιες πράξεις δεν αποτελούν μόνο συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής προηγούμενων αποφάσεων, αλλά παράγουν και οριστικά έννομα αποτελέσματα έναντι των ενδιαφερομένων. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη στο πλαίσιο της υποθέσεως C-308/95 πράξη πρέπει να περιληφθεί στο σύνολο των προπαρασκευαστικών δραστηριοτήτων της Επιτροπής στον επίδικο τομέα. Η πράξη αυτή, υποστηρίζει η Επιτροπή, όχι μόνο στερείται νομικού ερείσματος για να μπορεί να χαρακτηριστεί ως απόφαση την οποία εξέδωσε νομίμως η ίδια, αλλά και, αυτή καθαυτή, δεν παρήγαγε έναντι του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών κανένα συμπληρωματικό έννομο αποτέλεσμα έναντι εκείνων που απορρέουν ήδη απευθείας από το άρθρο 12, διότι, όπως διατείνεται η Επιτροπή, αποσκοπεί μόνο στην υπενθύμιση της εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνείας της εν λόγω διατάξεως. Με βάση την άποψη αυτή, καμία άλλη απόφαση της καθής δεν θα μπορούσε να υπάρξει μεταξύ του άρθρου 12 και των πράξεων περί εκκαθαρίσεως των φακέλων, οι οποίες εφάρμοσαν συγκεκριμένα την ως άνω διάταξη σε κάθε μία από τις υπό κρίση περιπτώσεις. Κυρίως όμως, προσθέτει η Επιτροπή, το από 28 Ιουλίου 1995 έγγραφο συντάχθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της κοινοποιήσεως των χρεωστικών σημειωμάτων για πέντε σχέδια και της εκδόσεως αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως για τα τρία υπολειπόμενα σχέδια (βλ. ανωτέρω, σημεία 7, 9 και 10). Επομένως, βασίμως μπορεί να τεθεί το ερώτημα ποια θα ήταν η νομική αξία μιας «αποφάσεως» εκδοθείσας εν μέρει πριν και εν μέρει μετά τις ουσιαστικές αποφάσεις τις οποίες ρητά διέπει το κοινοτικό δίκαιο.
13 Όμως, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή καταρχάς με το παρεμπίπτον αίτημά της και, στη συνέχεια, με τα μεταγενέστερα υπομνήματα αντικρούσεως, για να στηρίξει την ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής στην υπόθεση C-308/95 δύσκολα συμβιβάζονται μεταξύ τους. Στην ουσία, η καθής δήλωσε αρχικά ότι η προσβαλλόμενη πράξη ήταν το από 7 Απριλίου 1995 έγγραφο που απέστειλε ο Garcνa- Lombardero στο Υπουργείο και, στη συνέχεια, τα χρεωστικά σημειώματα και οι ατομικές αποφάσεις περί εκκαθαρίσεως που προαναφέρθηκαν σχετικά με τους οκτώ επίμαχους φακέλους. Έτσι, εξακολουθώ να έχω την άποψη ότι η Επιτροπή ορθά συνάγει ότι η πρώτη προσφυγή είναι απαράδεκτη, τούτο δε για τους κάτωθι εκτιθέμενους λόγους.
14 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, σύμφωνα με τον σκοπό τον οποίο θέτει το άρθρο 164 της Συνθήκης ΕΚ, όλες οι διατάξεις τις οποίες θεσπίζουν τα κοινοτικά όργανα, ανεξάρτητα από τη φύση ή τον τύπο τους, και οι οποίες αποσκοπούν στην παραγωγή νομικών αποτελεσμάτων μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (16). Έτσι, όταν αποφαίνεται επί του παραδεκτού προσφυγής βάσει του άρθρου 173, το Δικαστήριο αποδίδει περισσότερο αξία στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξεως και όχι στην τυπική της ονομασία (17). Επομένως, έγγραφο το οποίο αποστέλλει η Επιτροπή απαντώντας σε αίτημα διατυπωθέν από τον παραλήπτη του εγγράφου αυτού μπορεί να χαρακτηριστεί ως δυνάμενη να προσβληθεί απόφαση, εφόσον πρόκειται για πράξη παράγουσα δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας προφανώς τη νομική του κατάσταση (18).
15 Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, φρονώ ότι μπορούν να ευρεθούν περισσότερες ενδείξεις περί των κριτηρίων, τα οποία οφείλει να εφαρμόζει ο κοινοτικός δικαστής όταν εξετάζει τη φύση μιας προσβαλλόμενης πράξεως στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 173 προσφυγής, στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση Regione Toscana κατά Επιτροπής, η οποία αφορά περίπτωση παραπλήσια με αυτήν που μας απασχολεί σήμερα (19). Στην εν λόγω υπόθεση, η Regione Toscana προσέφυγε ενώπιον του Πρωτοδικείου ζητώντας την ακύρωση δύο αποφάσεων που περιλαμβάνονταν σε έγγραφα της Επιτροπής, καθώς και την (ουδέποτε κοινοποιηθείσα στην προσφεύγουσα) πράξη με την οποία αποφασίστηκε η αποδέσμευση κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής που είχε ήδη εγκριθεί για σχέδιο στο πλαίσιο των μεσογειακών ολοκληρωμένων προγραμμάτων. Με το πρώτο της έγγραφο, το οποίο απέστειλε στις 21 Νοεμβρίου 1994 ο διευθυντής του Ευρωπαϋκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΑ) στις ιταλικές αρχές, η Επιτροπή, υπενθυμίζοντας το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4256/88 (20) - το κείμενο του οποίου είναι, τηρουμένων των αναλογιών, όμοιο προς εκείνο του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4254/88 (βλ. ανωτέρω, σημείο 4) -, ανέφερε ότι η αίτηση οριστικής πληρωμής για το σχετικό σχέδιο έπρεπε να της είχε περιέλθει πριν τις 31 Μαρτίου 1995. Υπενθυμίζοντας τη νομολογία του Δικαστηρίου (21), το Πρωτοδικείο δέχθηκε, πριν απ' όλα, ότι μια απλή γραπτή έκφραση γνώμης, προερχόμενη από κοινοτικό όργανο, δεν μπορεί να αποτελεί απόφαση ικανή να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, εφόσον δεν μπορεί να παράγει νομικά αποτελέσματα αλλά ούτε αποσκοπεί στην παραγωγή τέτοιου είδους αποτελεσμάτων και, επομένως δεν συνιστά απόφαση δυναμένη να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως (βλ. σκέψη 22). Υπό τις συνθήκες της ως άνω υποθέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα έννομα αποτελέσματα θα μπορούσαν να απορρέουν όχι από την ερμηνεία του επίμαχου κανονισμού, την οποία πρότεινε η Επιτροπή με το επίμαχο έγγραφο, αλλά από την εφαρμογή του κανονισμού αυτού σε συγκεκριμένη κατάσταση. Επιπλέον, το επίμαχο έγγραφο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ούτε ως απόφαση της Επιτροπής επί της αιτήσεως οριστικής πληρωμής την οποία υπέβαλε η προσφεύγουσα, δεδομένου ότι η αίτηση αυτή υποβλήθηκε πολλούς μήνες μετά την προσβαλλόμενη πράξη (βλ. ανωτέρω, σκέψη 16). Αφού δεν περιελάμβανε τίποτε περισσότερο από μια ερμηνεία του προαναφερθέντος άρθρου 10, το από 21 Νοεμβρίου 1994 έγγραφο ήταν καθαρά ενημερωτικό και δεν μετέβαλε, αυτό καθαυτό, την έννομη κατάσταση του παραλήπτη του (βλ. σκέψεις 23 έως 26). Ομοίως, το Πρωτοδικείο κήρυξε απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως της πράξεως με την οποία η Επιτροπή προέβη αυτεπαγγέλτως στην αποδέσμευση του επίμαχου ποσού. Η ως άνω πράξη δεν παρήγαγε στην πραγματικότητα, αυτή καθαυτή, κανένα κυρίως ειπείν έννομο αποτέλεσμα έναντι της Regione Toscana. Αποτελούσε απλώς την αναπόφευκτη συνέπεια της διαπιστώσεως της εκπτώσεως του δικαιώματος της προσφεύγουσας να λάβει την προηγουμένως αποφασισθείσα από την Επιτροπή χρηματοδοτική συνδρομή (βλ. σκέψεις 29 και 30).
16 Τέλος, η Regione Toscana είχε επίσης προσβάλει το έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 1997 με το οποίο η Επιτροπή, απαντώντας στην αίτηση οριστικής πληρωμής (και σε μεταγενέστερο έγγραφο υπομνήσεως) της προσφεύγουσας, αφού υπενθύμισε το από 21 Νοεμβρίου 1994 σημείωμά της, δήλωσε ότι έλαβε την αίτηση αυτή στις 4 Απριλίου 1995 και τα έγγραφα που περιείχαν τα λογιστικά στοιχεία προς στήριξη της αιτήσεως αυτής μόλις στις 29 Μαου 1995. Επομένως, πληροφόρησε την προσφεύγουσα ότι τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή είχαν αυτομάτως αποδεσμευθεί στις 30 Σεπτεμβρίου 1995. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, καθόσον το αποτελούν το αντικείμενο της προσφυγής δεύτερο έγγραφο στερούσε τη Regione Toscana από την αρχικώς χορηγηθείσα χρηματοδοτική συνδρομή λόγω μη τηρήσεως της προθεσμίας του προαναφερθέντος άρθρου 10, με το έγγραφο αυτό εξετίθετο η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή της ως άνω διατάξεως στη συγκεκριμένη περίπτωση της προσφεύγουσας. Επομένως, η πράξη αυτή μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως (βλ. τις σκέψεις 27 και 28).
17 Θεωρώ ότι οι αρχές που ακολούθησε το Πρωτοδικείο είναι ορθές και ότι μπορούν να ισχύσουν στην υπό κρίση υπόθεση. Το από 28 Ιουλίου 1995 έγγραφο θα ήταν απόφαση δεκτική προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, αν αποτελούσε την εκ μέρους της Επιτροπής επίσημη οριστική εφαρμογή του άρθρου 12 έναντι του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον θα υφίστατο πρόδηλη μεταβολή της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος κράτους μέλους λόγω του επίμαχου εγγράφου, η πρώτη προσφυγή θα ήταν παραδεκτή.
18 Δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ ότι το από 28 Ιουλίου 1995 έγγραφο, επιπλέον του γεγονότος ότι περιλαμβάνει την άποψη της Επιτροπής επί της ορθής ερμηνείας του άρθρου 12, ενημέρωσε επίσης τις ολλανδικές αρχές για την πρόθεση του καθού κοινοτικού οργάνου να μην προβεί - τουλάχιστον όσον αφορά πέντε σχέδια - στην καταβολή του τελικού υπολοίπου, το οποίο είχε ζητήσει εκπρόθεσμα το δικαιούχο κράτος (22). Από την άποψη αυτή, η προσβαλλόμενη στην υπόθεση C-308/95 πράξη πρέπει να εξομοιωθεί με το έγγραφο της Επιτροπής της 31ης Ιανουαρίου 1997, το οποίο αφορούσε η διαφορά επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Regione Toscana κατά Επιτροπής (βλ. ανωτέρω, σημείο 16). Ωστόσο, στην ως άνω υπόθεση, το προσβαλλόμενο έγγραφο αποτελούσε τη μοναδική πράξη που εξέφραζε την τελική θέση της Επιτροπής επί του δικαιώματος της Regione Toscana να λάβει τη χρηματοδοτική συνδρομή που είχε εγκριθεί για το (μοναδικό) επίδικο σχέδιο: δεδομένου ότι δεν υπήρξαν προηγουμένως προκαταβολές και, συνεπώς, δεν υπήρχε καμία ανάγκη αναζητήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, η προσβαλλόμενη πράξη συνιστούσε την οριστική διευθέτηση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ του ΕΓΤΠΕ και της προσφεύγουσας. Κατά συνέπεια, η μεταβολή της νομικής καταστάσεως της τελευταίας (απώλεια του εν λόγω δικαιώματος λήψεως χρηματοδοτικής συνδρομής) απέρρεε απευθείας και οριστικά από την απόφαση της Επιτροπής που περιλαμβανόταν στο προσβαλλόμενο έγγραφο (23).
19 Η περίπτωση του εγγράφου της 28ης Ιουλίου 1995 είναι διαφορετική. Όλως συμπτωματικώς η σύνταξη της εν λόγω πράξεως εντάχθηκε στη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών σχετικά με τα συγχρηματοδοτούμενα από το Ταμείο ολλανδικά σχέδια. Αν δεν υφίστατο το ως άνω έγγραφο, το οποίο ήταν ουσιαστικά ενημερωτικού χαρακτήρα όσον αφορά το κράτος μέλος στο οποίο απευθυνόταν (επί του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή ερμήνευε το άρθρο 12), η νομική κατάσταση του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών δεν θα είχε μεταβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Επιπλέον, το περιεχόμενο του εγγράφου που προσβάλλουν οι ολλανδικές αρχές συμπληρώθηκε με την παράθεση όλων των στοιχείων που ελήφθησαν υπόψη για τους σχετικούς υπολογισμούς και εξατομικεύτηκε, όσον αφορά καθένα από τους επίμαχους φακέλους, με: i) τα χρεωστικά σημειώματα του Ιουνίου του 1995 και του Ιανουαρίου του 1996, σχετικά με τα σχέδια 84.07.03.003, 84.07.03.004 (βλ. κατωτέρω), 85.07.04.005, 87.07.04.001, 87.07.04.004 και 88.07.04.002, και ii) τις αποφάσεις που εκδόθηκαν με τη μορφή εγγράφων της 25ης Οκτωβρίου 1995 και της 16ης Φεβρουαρίου 1996 σχετικά με τα σχέδια 84.07.03.001, 80.07.03.002 και 84.07.03.004 (βλ. ανωτέρω, σημεία 7, 9 και 10). Επομένως, μόνον από της κοινοποιήσεως των πράξεων αυτών στην προσφεύγουσα μπορεί να γίνει δεκτό ότι γεννήθηκε η υποχρέωσή της να προβεί σε συγκεκριμένες χρηματικές καταβολές, περί των οποίων γινόταν λόγος σε καθεμία από τις πράξεις αυτές, εντός της προθεσμίας που έτασσε παράλληλα κάθε πράξη (και, στην περίπτωση του σχεδίου 80.07.03.002, μπορεί να λεχθεί ότι είναι δεδομένο το δικαίωμα του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών να λάβει το τελικό υπόλοιπο). Είναι αλήθεια ότι, στον τομέα της εκτελέσεως του προϋπολογισμού, οι πράξεις που αφορούν καθαρά την εκτέλεση δημοσιονομικών διατάξεων (πράξεις περί αναλήψεως υποχρεώσεων, περί εκκαθαρίσεως, περί εντολής και περί καταβολής των δαπανών ή περί εισπράξεως των χρεωστούμενων ποσών), οι οποίες παράγουν έννομα αποτελέσματα μόνο στο πλαίσιο της διοικήσεως δεν είναι αποφάσεις δυνάμενες να προσβληθούν, σύμφωνα με το Δικαστήριο (24). Ωστόσο, κατά την άποψή μου, επιβάλλεται η συναγωγή ενός αντίθετου συμπεράσματος όσον αφορά τα ατομικά μέτρα - έστω και αν λαμβάνονται με τη μορφή εγγράφων ή χρεωστικών σημειωμάτων απευθυνομένων στις εθνικές αρχές, όπως εν προκειμένω - με τα οποία η Επιτροπή πληροφορεί οριστικά τα ενδιαφερόμενα μέρη για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει το άρθρο 12 στην κατάσταση του προσφεύγοντος κράτους, όσον αφορά τα επίδικα σχέδια. Όπως παρατήρησα ανωτέρω, οι απευθυνόμενες στο Βασίλειο των Κάτω Ξωρών αποφάσεις αποσκοπούν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι του.
20 Συνεπώς, με πείθει η ανάπτυξη του λόγου περί απαραδέκτου της πρώτης προσφυγής τον οποίο προέβαλε η Επιτροπή για πρώτη φορά με το υπόμνημα αντικρούσεως (βλ. ανωτέρω, σημείο 12). Συνεπώς, το από 28 Ιουλίου 1995 έγγραφο, εφόσον εντάσσεται στην ευρύτερη αλληλουχία των διοικητικών δραστηριοτήτων στις οποίες προέβη η καθής προς εκτέλεση του προϋπολογισμού, πρέπει να χαρακτηριστεί ως πράξη καθαρά προπαρασκευαστικής φύσεως ή ως «ενδιάμεσο μέτρο» το οποίο, αυτό καθαυτό, δεν μπορεί να προσβληθεί υπό την έννοια της αποφάσεως του Δικαστηρίου IBM κατά Επιτροπής, Με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι, «όταν πρόκειται για πράξεις ή αποφάσεις, που λαμβάνονται κατόπιν διαδικασίας η οποία περιλαμβάνει περισσότερα στάδια, ιδίως εφόσον αποτελούν κατάληξη μιας εσωτερικής διαδικασίας (...) καταρχήν, συνιστά πράξη προσβλητή μόνον το μέτρο το οποίο καθορίζει οριστικώς τη θέση της Επιτροπής ή του Συμβουλίου κατά το πέρας της εν λόγω διαδικασίας και όχι το ενδιάμεσο μέτρο, σκοπός του οποίου είναι η προετοιμασία της τελικής αποφάσεως. Το πράγμα θα είχε διαφορετικά μόνον αν οι πράξεις ή οι αποφάσεις που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια προπαρασκευαστικής διαδικασίας όχι μόνο συγκεντρώνουν τα ανωτέρω περιγραφέντα νομικά χαρακτηριστικά (παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος μεταβάλλοντας σαφώς την έννομη θέση του), αλλά επιπλέον συνιστούν οι ίδιες το πέρας μιας ειδικής διαδικασίας διαφορετικής από εκείνη, η οποία έχει ως προορισμό να επιτρέπει στην Επιτροπή ή στο Συμβούλιο να λαμβάνουν απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν και τα μέτρα σαφώς προπαρασκευαστικού χαρακτήρος δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, είναι εντούτοις δυνατή η επίκληση των ενδεχομένων παρανομιών που τα βαρύνουν προς υποστήριξη προσφυγής, η οποία στρέφεται κατά της τελικής πράξεως, της οποίας αποτελούν προπαρασκευαστικές πράξεις» (25).
21 Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι η ασκηθείσα στην υπόθεση C-308/95 προσφυγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη διότι, αφενός, ασκήθηκε εκπροθέσμως για πέντε σχέδια (σε σχέση με τη dies a quo της 29ης Ιουνίου 1995) και, αφετέρου, προώρως για τα λοιπά σχέδια (ήτοι πριν από την κοινοποίηση των επίσημων αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως που ελήφθησαν, αντιστοίχως, στις 25 Οκτωβρίου 1995, στις 15 Ιανουαρίου και στις 16 Φεβρουαρίου 1996) (26).
Επί της ουσίας της δεύτερης προσφυγής (υπόθεση C-84/96)
22 Εξάλλου, ενόψει των ανωτέρω παρατηρήσεων θεωρώ ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επί του παραδεκτού της δεύτερης προσφυγής, το οποίο κατά τα λοιπά δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή (27). Επί της ουσίας, οι λόγοι της προσφυγής τους οποίους προβάλλει το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στην υπόθεση C-84/96 αφορούν, με τη σειρά την οποία προτίθεμαι να τους εξετάσω: i) την εκ μέρους της Επιτροπής εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 12 όσον αφορά τη φερόμενη ως αποκλειστική προθεσμία της 31ης Μαρτίου 1995· ii) την έλλειψη αιτιολογήσεως όσον αφορά τα έγγραφα της 16ης Φεβρουαρίου 1996 και iii) την εκ μέρους της καθής παραβίαση γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου (της κοινοτικής νομιμότητας και της συνεργασίας με τις περιφερειακές αρχές, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας). Επικουρικά, η προσφεύγουσα επικαλείται: iv) τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό του από 21 Μαρτίου 1995 εγγράφου του Υπουργείου ως πράξεως η οποία δεν συνιστά αίτηση οριστικής καταβολής βάσει του άρθρου 12· v) το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε προηγουμένως η γνώμη της επιτροπής του Ταμείου πριν από την έκδοση των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των επιδίκων σχεδίων και vi) την ανακρίβεια όσον αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών σχετικά με το σχέδιο 84.07.03.004 λόγω του ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη στοιχεία τα οποία ωστόσο της είχαν περιέλθει πριν από την 1η Απριλίου 1995.
i) Εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 12 όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της προθεσμίας της 31ης Μαρτίου 1995 ως αποκλειστικής και ii) εναλλακτικά, έλλειψη αιτιολογήσεως των εγγράφων της 16ης Φεβρουαρίου 1996
23 Η προσφεύγουσα διατείνεται πριν απ' όλα ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 12 χαρακτηρίζοντας ως αποκλειστική την προθεσμία της 31ης Μαρτίου 1995 για την υποβολή των αιτήσεων οριστικής καταβολής. Αντιθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 15, παράγραφος 3, και 12 (βλ. ανωτέρω, σημείο 4) προκύπτει ότι, δεδομένου ότι η πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να εκκαθαριστούν πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, και όχι μετά την ημερομηνία αυτή, οι «λιμνάζοντες» φακέλοι που εκκρεμούσαν, το άρθρο 12 αποτελεί απλή διοικητική συνέπεια της αρχής αυτής, στην οποία ουδέν προστέθηκε. Εξάλλου, από το κείμενο του άρθρου 12 μπορεί να συναχθεί μια εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής, η οποία της παρείχε τη δυνατότητα να λαμβάνει υπόψη και αιτήσεις πληρωμής παραλαμβανόμενες μετά την εκπνοή της προθεσμίας της 31ης Μαρτίου 1995. Η εξουσία αυτή αντιστοιχεί, κατά τα λοιπά, προς εκείνη της εκκαθαρίσεως των σχεδίων μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, την οποία διέθετε η καθής σύμφωνα με όσα η ίδια ισχυρίστηκε με το υπόμνημα αντικρούσεως. Η αντίθετη λύση θα παρείχε τη δυνατότητα στην καθής να ενεργεί με «δύο μέτρα και δύο σταθμά» όσον αφορά τις καθοριζόμενες από το άρθρο 12 προθεσμίες. Κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, επομένως, η προθεσμία της 31ης Μαρτίου 1995 αποτελούσε αποκλειστικά την οριακή ημερομηνία πριν από την οποία έπρεπε να πραγματοποιηθούν οι δαπάνες των οποίων είχε γίνει δεκτή η κάλυψη με κοινοτικούς πόρους στο πλαίσιο των εν λόγω σχεδίων.
24 Επικουρικά, η προσφεύγουσα προβάλλει τον ακόλουθο διαφορετικό ισχυρισμό: αν γίνει δεκτό ότι τα έγγραφα της 16ης Φεβρουαρίου 1996 εκδόθηκαν βάσει της ερμηνείας του άρθρου 12 που προτείνει το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών εν προκειμένω, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις αντιβαίνουν προς το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους που αποκλείουν τη δυνατότητα συνυπολογισμού των αιτήσεων πληρωμής της 1ης Ιουνίου 1995 κατά την εκκαθάριση των επίδικων σχεδίων (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 10).
25 Κατά τη γνώμη μου, ο εξεταζόμενος εν προκειμένω λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος. Όπως διατείνεται η Επιτροπή, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας αντιβαίνουν τόσο προς τη λογική, σημειολογική και γραμματική έννοια του άρθρου 12 όσο και προς τη συστηματική και τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής (28). Προβλέποντας ότι η υποβολή των αιτήσεων οριστικής πληρωμής πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται για την εκκαθάριση των παλαιών σχεδίων, το Συμβούλιο θέλησε να υποχρεώσει - με επιτυχία υποστηρίζει η Επιτροπή (29) - τα κράτη μέλη να τακτοποιήσουν την κατάστασή τους σε εύθετο χρόνο. Προς τον σκοπό αυτό, ως κύρωση για τη μη τήρηση της προθεσμίας υποβολής των ως άνω αιτήσεων προβλέφθηκε η αυτόματη αποδέσμευση τμημάτων των ποσών που είχαν ήδη εγκριθεί στο πλαίσιο της χορηγήσεως χρηματοδοτικών συνδρομών. Επομένως, πώς είναι δυνατό να υποστηριχθεί σοβαρά ότι η προθεσμία της 31ης Μαρτίου 1995 είναι καθαρά προθεσμία τάξεως ή ότι η Επιτροπή διέθετε σχετικά εξουσία εκτιμήσεως (με την επιφύλαξη της αναγκαίας παρεμβάσεως για την εκκαθάριση των λογαριασμών); Εξάλλου, ακριβώς επειδή το άρθρο 12 δεν προέβλεψε, αντιθέτως, καμία νομική συνέπεια για την εκ μέρους της Επιτροπής μη τήρηση της προθεσμίας της 31ης Μαρτίου 1995, το γεγονός ότι η καθής έλαβε τις αποφάσεις εκκαθαρίσεως δύο επίδικων σχεδίων μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχει σημασία όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η προθεσμία της 31ης Μαρτίου 1995 μπορούσε να παραταθεί. Επιπλέον, μένω άναυδος μπροστά στην προτεινόμενη από το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ερμηνευτική λύση, κατά την οποία οι αιτήσεις οριστικής πληρωμής μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να γίνουν δεκτές μετά τις 31 Μαρτίου 1995 εφόσον περιέρχονταν στην Επιτροπή αρκετό χρόνο πριν τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να προβεί εγκαίρως σε διοικητικό έλεγχο καθενός από τους επίμαχους φακέλους. Η άποψη αυτή δεν συμβιβάζεται με την αρχή της ασφαλείας δικαίου, η οποία θεωρείται ως γενική αρχή της κοινοτικής έννομης τάξεως (30). Κατά συνέπεια, είναι ανώφελο να εξετάσω την πτυχή που αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογήσεως των εγγράφων της 16ης Φεβρουαρίου 1996 (βλ. ανωτέρω, σημείο 25).
iii) Παράβαση εκ μέρους της Επιτροπής των γενικών αρχών της κοινοτικής νομιμότητας και της περιφερειακής συνεργασίας, καθώς και των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας
26 α) Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι, ακόμα και αν η Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με το άρθρο 12, ωστόσο παραβίασε την αρχή της αγαστής συνεργασίας, έκφανση της οποίας αποτελεί στον τομέα που μας απασχολεί η αρχή της περιφερειακής συνεργασίας (31). Η προσφεύγουσα προσάπτει στην καθής ότι προέβη στην εκκαθάριση των επίδικων σχεδίων - τα οποία περατώθηκαν, αντιστοίχως, στις 31 Μαρτίου και την 1η Απριλίου 1994 - βάσει μόνον των αιτήσεων πληρωμής που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή στις 31 Μαρτίου 1995 και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι αιτήσεις οριστικής πληρωμής περί των οποίων γινόταν λόγος στο έγγραφο του Υπουργείου της 21ης Μαρτίου 1995 (βλ. ανωτέρω, σημείο 5) που περιήλθαν στην καθής την 1η Ιουνίου 1995, δηλαδή αρκετό χρόνο πριν από την προθεσμία της 30ής Σεπτεμβρίου 1995. Το ελάττωμα το οποίο προβάλλεται ότι πάσχουν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είναι ακόμη σοβαρότερο, καθόσον οι αποτελούσες το αντικείμενο των τελικών αιτήσεων πληρωμής δαπάνες είχαν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από τις 31 Μαρτίου 1995, ενώ η καθυστέρηση υποβολής των ως άνω αιτήσεων οφειλόταν στους επισταμένους ελέγχους στους οποίους προέβησαν οι ολλανδικές αρχές για να εξακριβώσουν τη συνδρομή των προϋποθέσεων καταβολής του τελικού υπολοίπου στους δικαιούχους και την ακρίβεια των υποβληθεισών στην Επιτροπή πληροφοριών.
27 β) Επιπλέον, κατά το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, τα έγγραφα της 16ης Φεβρουαρίου 1996 προσβάλλουν τη γενική αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η προσφεύγουσα εκθέτει ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση στον τομέα των διαρθρωτικών ταμείων η οποία ίσχυε την περίοδο εκδόσεως των αποφάσεων περί χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής για τα επίδικα σχέδια δεν προέβλεπε καμία γενική υποχρέωση καθορισμού προθεσμίας ούτε οριακή ημερομηνία εκτελέσεως όσον αφορά τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις που είχαν αναληφθεί για τα προγράμματα δράσεως τα οποία επρόκειτο να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο πολλών οικονομικών χρήσεων, αλλ' ούτε και προέβλεπε προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων οριστικής πληρωμής. Στο πλαίσιο του τότε ισχύοντος συστήματος (32), οι ατομικές αποφάσεις χορηγήσεως της κάθε χρηματοδοτικής συνδρομής καθόριζαν οι ίδιες τις προθεσμίες πραγματοποιήσεως των σχετικών σχεδίων, τις οποίες εξάλλου συνήθως παρέτεινε η Επιτροπή (ακόμη και πολλές φορές για τον ίδιο φάκελο) αιτήσει του ενδιαφερομένου κράτους μέλους. Επομένως, οι διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 3, και του άρθρου 12 σαφώς μετέβαλαν αναδρομικά τη ρύθμιση που ίσχυε για τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής για τα σχέδια 80.07.03.002 και 84.07.03.004. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να γνωστοποιήσει στα κράτη μέλη τη νέα πολιτική που σκόπευε να ακολουθήσει στον τομέα αυτόν και να διευκρινίσει τις δημοσιονομικές συνέπειες της εκ μέρους της ερμηνείας του άρθρου 12. Ελλείψει μιας τέτοιας ενέργειας, οι ολλανδικές αρχές μπορούσαν δικαιολογημένα να αναμένουν ότι η οριστική εκκαθάριση των δύο επίμαχων σχεδίων θα επραγματοποιείτο, όπως και στο παρελθόν, στο πλαίσιο διαβουλεύσεως και αγαστής συνεργασίας, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του γεγονότος ότι η καθής δεν είχε ανάγκη εξάμηνης προθεσμίας για να προβεί στην εκκαθάριση των επίμαχων λογαριασμών. Κατά την προσφεύγουσα, η στάση της καθής που αποτελεί έρεισμα για την προβαλλόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη συνεχίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και μετά τη λήψη του εγγράφου της 23ης Φεβρουαρίου 1995 (βλ. ανωτέρω, σημείο 5), με το οποίο η Επιτροπή υπενθύμισε το γράμμα του άρθρου 12 - το κείμενο του οποίου κάθε άλλο παρά είναι απαλλαγμένο ασαφειών -, χωρίς όμως να διευκρινίζει τις συνέπειες που εξαρτούσε από τη μη τήρηση της προθεσμίας της 31ης Μαρτίου 1995. Από την άλλη πλευρά, η καθής όφειλε να απαντήσει στο από 21 Μαρτίου 1995 έγγραφο, που εξέθετε ότι το Υπουργείο ήταν πεπεισμένο ότι είχε την εξουσία να υποβάλει τις αιτήσεις οριστικής πληρωμής ακόμα και μετά τις 31 Μαρτίου.
28 γ) Τέλος, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον έλεγχο των προβλεπουσών κύρωση διατάξεων έναντι της αρχής της αναλογικότητας, κατά την οποία η επιβολή κυρώσεων, όπως είναι η απώλεια του δικαιώματος λήψεως ενισχύσεως, δεν μπορεί να θεωρείται σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο παρά μόνον αν οι υποχρεώσεις, η μη τήρηση των οποίων συνεπάγεται την οικεία κύρωση, έχουν θεμελιώδη σημασία για την ορθή λειτουργία του εξεταζόμενου συστήματος ενισχύσεων. Δυνάμει της αρχής αυτής και, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, είχαν τηρηθεί όλες οι κύριες υποχρεώσεις στις οποίες στηριζόταν το δικαίωμα λήψεως χρηματοδοτικής συνδρομής για τα επίδικα σχέδια, η μη τήρηση της προθεσμίας που τάχθηκε για την υποβολή των αιτήσεων οριστικής πληρωμής δεν μπορούσε να οδηγήσει στην κύρωση της απώλειας του επίμαχου δικαιώματος, τούτο δε για τον πρόσθετο λόγο ότι η ίδια η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να προβεί σε εκκαθάριση των δύο σχεδίων πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 1995.
29 Θεωρώ ότι ούτε αυτός ο λόγος ακυρώσεως μπορεί να γίνει δεκτός. Πράγματι, για να υφίσταται προσβολή των αρχών της κοινοτικής νομιμότητας και της περιφερειακής συνεργασίας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας, όπως διατείνεται η Ολλανδική Κυβέρνηση εν προκειμένω, προϋπόθεση είναι να διαθέτει η Επιτροπή, όπως η ίδια παρατήρησε, ορισμένη διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή του άρθρου 12. Τούτο όμως δεν συμβαίνει, όπως είχα ήδη την ευκαιρία να υπογραμμίσω (βλ. το σημείο 26). Εξάλλου, με βάση απλώς την κοινή λογική, καθόσον η αποδοχή άλλης απόψεως θα έθετε υπό αμφισβήτηση το σύνολο της λειτουργίας της Κοινότητας, πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα οι υποχρεώσεις της χρηστής διοικήσεως και της αγαστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη (περιλαμβανομένης εκείνης της περιφερειακής συνεργασίας), οι οποίες βαρύνουν την Επιτροπή, να περιλαμβάνουν και την υποχρέωση συγκεκριμένης εξακριβώσεως της υπάρξεως αμφιβολιών εκ μέρους κάποιου κράτους μέλους όσον αφορά την ορθή ερμηνεία προσφάτως εκδοθεισών κανονιστικών διατάξεων. Τέλος, είναι πρόδηλον ότι, καθόσον οι αιτιάσεις που αφορούν την έλλειψη προστασίας της αιτιολογημένης εμπιστοσύνης και τον δυσανάλογα βαρύ χαρακτήρα της κυρώσεως αφορούν απευθείας το περιεχόμενο του άρθρου 12 και όχι την εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή του άρθρου αυτού στην υπό κρίση υπόθεση, οι ως άνω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών άφησε να παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία για να υποβάλει κατόπιν προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της ως άνω διατάξεως.
iv) Εσφαλμένος χαρακτηρισμός του από 21 Μαρτίου 1995 εγγράφου του Υπουργείου ως πράξεως που δεν αποτελεί αίτηση οριστικής πληρωμής - v) Έλλειψη διαβουλεύσεων με την επιτροπή του Ταμείου πριν από την έκδοση των αποφάσεων της 16ης Φεβρουαρίου 1996 - vi) Ανακρίβεια της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών σχετικά με το σχέδιο 84.07.03.004
30 iv) Κατά τη γνώμη μου, δεδομένου ότι κανένας από τους κύριους λόγους ακυρώσεως τους οποίους προβάλλει η προσφεύγουσα δεν μπορεί να γίνει δεκτός, θα εξετάσω τώρα τους επικουρικούς. Ο πρώτος αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση του από 21 Μαρτίου 1995 εγγράφου του Υπουργείου. Η καθής όχι μόνο δεν θεώρησε το έγγραφο αυτό ως αίτηση οριστικής πληρωμής, αλλά και παρέλειψε να γνωστοποιήσει σε εύθετο χρόνο (δηλαδή πριν τις 31 Μαρτίου) τη θέση της στις ολλανδικές αρχές. Με τον τρόπο αυτό οι τελευταίες περιήλθαν σε αδυναμία να τακτοποιήσουν εγκαίρως το σχετικό έγγραφο ή, ενδεχομένως, εντός κάποιας άλλης κατάλληλης προθεσμίας την οποία η Επιτροπή όφειλε κανονικά να τάξει, προσθέτοντας τις ελλείπουσες ενδείξεις. Έτσι, η καθής φέρεται ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 3, και του άρθρου 12 και ότι παραβίασε τις αρχές της συνεργασίας και της χρηστής διοικήσεως. Κατά την άποψη του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών, από το έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1995 μπορούσε να συναχθεί ότι τα επίδικα σχέδια είχαν περατωθεί και ότι οι ολλανδικές αρχές ζητούσαν την καταβολή του σχετικού τελικού υπολοίπου. Ωστόσο, η Επιτροπή φέρεται ότι εξομοίωσε αυθαίρετα την έννοια της κατά το άρθρο 12 «αιτήσεως οριστικής πληρωμής» με την έννοια της «αιτήσεως τελικής πληρωμής», που προβλέπεται και διέπεται, όσον αφορά τόσον τον τύπο όσο και την ουσία, από το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1787/84 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1984, για το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (33).
31 Και στην περίπτωση αυτή έχω πεισθεί από τα επιχειρήματα που προβάλλει η καθής. Πριν απ' όλα, αν και η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 28 του κανονισμού 1787/84 (που καταργήθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1989) δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη στην υπό κρίση υπόθεση (34), δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι οι κατά το άρθρο 12 αιτήσεις οριστικής πληρωμής πρέπει να περιλαμβάνουν κατ' ουσίαν τις ίδιες ενδείξεις που προβλέπονταν παλαιότερα για τις αιτήσεις τελικής πληρωμής. Επιπλέον, οι αιτήσεις αυτές πρέπει, τουλάχιστον, να προσδιορίζουν για κάθε σχέδιο το ποσό της ζητούμενης πληρωμής, την ακολουθούμενη μέθοδο υπολογισμού και τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η σχετική ενέργεια. Δεδομένου ότι το έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1995 δεν περιελάμβανε κανένα από τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν το θεώρησε ως νομότυπη και πλήρη αίτηση. Επιπλέον, είναι απλώς αδύνατο να υποτεθεί ότι η καθής ήταν υποχρεωμένη, δυνάμει των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της αγαστής συνεργασίας με τα κράτη μέλη, να εξετάσει το επίμαχο έγγραφο - που της περιήλθε σε απροσδιόριστη ημερομηνία, εν πάση όμως περιπτώσει πριν από τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 12 - αμέσως μετά τη λήψη του και να απαντήσει ενδεχομένως με άλλο έγγραφο, υπογραμμίζοντας τα προβλήματα και τις παρατυπίες. Όσοι υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη θα πρέπει να αγνοούν ότι, κατά τη διάρκεια του Μαρτίου 1995, που ήταν ένας «δύσκολος» μήνας, οι υπηρεσίες της Επιτροπής είχαν «πλημμυρίσει» από εκατοντάδες ανάλογες ανακοινώσεις των κρατών μελών (35).
32 v) Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι πριν από την έκδοση των αποφάσεων της 16ης Φεβρουαρίου 1996 δεν πραγματοποιήθηκε διαβούλευση με την επιτροπή του Ταμείου, όπως όριζε το άρθρο 32 του κανονισμού 1787/84 (βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 33), διάταξη η οποία δεν καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε με το άρθρο 12, για τα μέτρα με τα οποία η Επιτροπή αποφασίζει να μειώσει ή να καταργήσει ήδη χορηγηθείσα συνδρομή. Ούτε αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός. Η Επιτροπή ισχυρίζεται - δικαίως, κατά τη γνώμη μου, - ότι η διαδικασία μειώσεως ή καταργήσεως της συνδρομής βάσει του άρθρου 32 προϋποθέτει ότι η δράση για την οποία χορηγήθηκε συνδρομή δεν πραγματοποιήθηκε με τον προβλεπόμενο τρόπο ή ότι δεν πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις που καθορίζονταν με τις διέπουσες τη σχετική χορήγηση πράξεις, διαφέρει δε από τη διαδικασία αυτόματης αποδεσμεύσεως των ποσών για τα οποία είχε αναληφθεί η σχετική υποχρέωση στο πλαίσιο της χορηγήσεως συνδρομής, που προβλέπεται και διέπεται από το άρθρο 12, και εξαρτάται από την ύπαρξη μιας διαφορετικής προϋποθέσεως (μη εμπρόθεσμης υποβολής της αιτήσεως τελικής πληρωμής), σχετικά με την οποία ουδεμία διαβούλευση με την επιτροπή του Ταμείου προβλέπεται.
33 vi) Τέλος, το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση περί εκκαθαρίσεως του σχεδίου 84.07.03.004, με την οποία η Επιτροπή ζήτησε την επιστροφή 1 364 180 HFL (αντί να καταβάλει στην προσφεύγουσα το τελικό υπόλοιπο ύψους 844 500 HFL), διότι η καθής εσφαλμένα παρέλειψε να λάβει υπόψη τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην από 6 Απριλίου 1994 ενδιάμεση αίτηση πληρωμής. Το εν λόγω έγγραφο ανέφερε ότι το τελικό ποσό των έως τότε πραγματοποιηθεισών δημοσίων δαπανών, σε σχέση με το οποίο έπρεπε να καθοριστεί το τμήμα της συνδρομής του Ταμείου που θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αιτήσεως πληρωμής, ανερχόταν σε 22 915 000 HFL. Με έγγραφο της 21ης Οκτωβρίου 1994, ωστόσο, η Επιτροπή πληροφόρησε το Υπουργείο ότι δεν μπορούσε να δεχθεί την από 6 Απριλίου αίτηση, καθόσον, αφενός, οι μέθοδοι υπολογισμού που ακολουθούνταν ήταν αβέβαιες και, αφετέρου, ο υπολογισμός αυτός είχε ως αποτέλεσμα τον προσδιορισμό της συνδρομής του Ταμείου σε ποσοστό 33,3 % της ολικής δαπάνης, που υπερέβαινε το ποσοστό (30 %) το οποίο προέβλεπε η απόφαση περί χορηγήσεως. Έτσι, το Υπουργείο ανακάλεσε την από 6 Απριλίου 1994 αίτησή του με έγγραφο που εστάλη ως τηλεομοιοτυπία στις 8 Νοεμβρίου 1994. Επιπλέον, αντί να υποβάλει νέα σωστή ενδιάμεση αίτηση πληρωμής, το Υπουργείο προτίμησε, χάριν απλότητας, να παραθέσει απευθείας τα ενημερωμένα στοιχεία με την αίτηση οριστικής πληρωμής της 1ης Ιουνίου 1995, η οποία επιβεβαίωσε με τον τρόπο αυτό την ανάκληση της από 6 Απριλίου 1994 δηλώσεως. Επομένως, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών σχετικά με το σχέδιο 84.07.03.004, η Επιτροπή βασίστηκε μόνο στα στοιχεία που διέθετε την 31η Μαρτίου 1995, δηλαδή έλαβε υπόψη το συνολικό ποσό των δημοσίων δαπανών που είχαν πραγματοποιηθεί στις 9 Οκτωβρίου 1991 (ήτοι 15 552 734,98 HFL), το οποίο είχαν αναφέρει οι ολλανδικές αρχές με την ενδιάμεση αίτηση πληρωμής την οποία είχαν υποβάλει πριν από εκείνη της 6ης Απριλίου 1994. Εντούτοις, κατά την προσφεύγουσα, οι αρχές της συνεργασίας και της χρηστής διοικήσεως υποχρέωναν την Επιτροπή, εφόσον η προθεσμία της 31ης Μαρτίου 1995 παρήλθε άπρακτη, να χρησιμοποιήσει για την έκδοση της τελικής αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως τα στοιχεία που περιλαμβάνονταν στην ενδιάμεση αίτηση της 6ης Απριλίου 1994 και να αγνοήσει την ανάκλησή της από τις ολλανδικές αρχές. Κυρίως, η καθής έπρεπε να συναγάγει τα ορθά κριτήρια υπολογισμού από την αρχική απόφαση περί χορηγήσεως της συνδρομής για το επίδικο σχέδιο.
34 Ωστόσο, και ο λόγος αυτός τον οποίο μόλις εξέτασα πρέπει να απορριφθεί. Το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών δεν μπορεί να καθιστά την Επιτροπή υπεύθυνη για τα ζημιογόνα αποτελέσματα της δικής του αμελούς συμπεριφοράς. Εφόσον ανακάλεσε την ενδιάμεση αίτηση της 6ης Απριλίου 1994, η προσφεύγουσα κυβέρνηση αποφάσισε να μην υποβάλει νέα αίτηση δεόντως τροποποιημένη και επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να διαβιβάσει με την οριστική αίτηση τα ενημερωμένα στοιχεία σχετικά με το συνολικό ποσό των πραγματοποιηθεισών δαπανών. Όμως, η αίτηση αυτή περιήλθε στην καθής μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 12. Πιστεύω ότι το επιχείρημα των ολλανδικών αρχών ότι η Επιτροπή έπρεπε να φροντίσει να διορθώσει τα λάθη και τις παραλείψεις τους αλλά και τα ανακριβή στοιχεία που είχαν υποβάλει δεν βρίσκει έρεισμα στην ισχύουσα στον τομέα αυτό κανονιστική ρύθμιση ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την υποχρέωση του καθού κοινοτικού οργάνου να έχει αγαστή συνεργασία με τα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ.
IV - Πρόταση
Δεδομένων των προηγουμένων παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή στην υπόθεση C-308/95,
- να απορρίψει την προσφυγή στην υπόθεση C-84/96 και
- να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στα δικαστικά έξοδα των δύο υποθέσεων.
(1) - Πρόκειται για τα σχέδια 80.07.03.002 (Veendam-Musselkanaal), 84.07.03.001 (Rijksweg 7), 84.07.03.003 (Wegproject S13), 84.07.03.004 (Weg Veendam), 85.07.04.005 (5 gegroepeerde Drentse projecten), 87.07.04.001 (Wegproject Zwart 6 Zuid), 87.07.04.004 (Rondweg Sneek) και 88.07.04.002 (project Gelpenberg).
(2) - Πρόκειται ειδικότερα για τα προαναφερθέντα σχέδια 80.07.03.002 και 84.07.03.004.
(3) - Με τη δεύτερη προσφυγή του το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ζήτησε επίσης από το Δικαστήριο να διατάξει την ένωση και τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων λόγω συναφείας προς διευκόλυνση της γραπτής ή της προφορικής διαδικασίας ή για την έκδοση κοινής αποφάσεως περατώνουσας τη δίκη.
(4) - Όσον αφορά το πλαίσιο των παρουσών προτάσεων, βλ. τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και το συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 193, σ. 5), και (ΕΟΚ) 2083/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4254/88 για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (EE L 193, σ. 34).
(5) - Όσον αφορά τα σχέδια για τα οποία η χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής των διαρθρωτικών ταμείων είχε αποφασιστεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1989, το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1), που άρχισε ακριβώς να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1989, έθεσε την αρχή ότι οι αναλήψεις υποχρεώσεων σχετικά με χρηματοδότηση από πόρους του προϋπολογισμού ισχύουν για περίοδο της οποίας η διάρκεια εξαρτάται από τη φύση και τις ειδικές συνθήκες εφαρμογής των οικείων προγραμμάτων δράσεως. Βλ. επίσης το άρθρο 1 του δημοσιοοικονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977, που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 356, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2049/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 185, σ. 3), και με το άρθρο 1, σημείο 4, του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΞ,ΕΟΚ) 610/90 του Συμβουλίου, της 13ης Μαρτίου 1990 (ΕΕ L 70, σ. 1).
(6) - Κατά την Επιτροπή, το περιγραφόμενο στο κείμενο φαινόμενο οφείλεται, όσον αφορά τα χρηματοδοτούμενα από το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως (στο εξής: Ταμείο) σχέδια, στην ίδια τη φύση των εν λόγω σχεδίων (που αφορούν ιδίως παραγωγικές επενδύσεις ή επενδύσεις στον τομέα των υποδομών), στην υποχρέωση των τελικών δικαιούχων να υποβάλλουν κατάλληλα και πλήρη σχετικά στοιχεία και των αρμόδιων εθνικών αρχών να πραγματοποιούν τους αναγκαίους οικονομικούς ελέγχους προς εξακρίβωση της συνδρομής των προϋποθέσεων χορηγήσεως της κοινοτικής συνδρομής, στις αναπόφευκτες καθυστερήσεις τόσο κατά την εκτέλεση των σχεδίων στην πράξη όσο και σε διοικητικό επίπεδο, καθώς και στην εκ μέρους των κρατών μελών ελλιπή πληροφόρηση της Επιτροπής επί της εξελίξεως της εκτελέσεως των σχεδίων.
(7) - Βλ. το άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού (προαναφερθέντος στην υποσημείωση 5), το οποίο ορίζει, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 610/90, ότι «οι πιστώσεις του προϋπολογισμού πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και ιδίως της οικονομίας και της σχέσης κόστους/αποτελεσματικότητας (...)».
(8) - Ήτοι τα σχέδια 76.07.04.001 (σχέδιο κατασκευής της οδού S23), 87.07.03.001 (Zuiderbrug Venlo) και 88.07.04.004 (A2-Αεροδρόμιο του Μάαστριχτ), καθώς και για τα προαναφερθέντα σχέδια 84.07.03.003, 85.07.04.005, 87.07.04.001, 87.07.04.004 et 88.07.04.002 (βλ. την υποσημείωση 1 ανωτέρω).
(9) - Ήτοι τα σχέδια 80.07.03.002, 84.07.03.004, 87.07.04.001, 87.07.04.004 και 88.07.04.002.
(10) - Ήτοι τα σχέδια 84.07.03.003, 85.07.04.005, 87.07.04.001, 87.07.04.004 και 88.07.04.002.
(11) - Για τα άλλα τρία σχέδια που αναφέρει το από 28 Απριλίου 1995 προαναφερθέν έγγραφο του Garcνa-Lombardero προς το Υπουργείο βλ. την υποσημείωση 12 κατωτέρω και το σχετικό με αυτή χωρίο του κειμένου.
(12) - Πρόκειται για τα σχέδια 76.07.04.001, 87.07.03.001 και 88.07.04.004 (βλ. την υποσημείωση 8 ανωτέρω), καθώς και για το σχέδιο 86.07.03.002 (Αεροδρόμιο του Μάαστριχτ). Κατόπιν των πληροφοριών που παρέσχαν οι ολλανδικές αρχές με το από 31 Ιουνίου 1995 έγγραφό τους η Επιτροπή επιβεβαίωσε τηλεφωνικά ότι είχε χορηγηθεί παράταση και για το σχέδιο 88.07.03.001 (Oostersluis).
(13) - Όπως ανέφερε η Επιτροπή στο Υπουργείο με έγγραφο της 25ης Οκτωβρίου 1995, υπογραφόμενο από τον Garcνa-Lombardero.
(14) - Η Επιτροπή επικαλείται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1977, σ. 567), και της 15ης Δεκεμβρίου 1988, 166/86 και 220/86, Irish Cement κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6473).
(15) - Βλ. την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1997, T-331/94 (Συλλογή 1997, σ. II-1665).
(16) - Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729).
(17) - Βλ. ιδίως την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1994, T-3/93, Air France κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. II-121, σκέψεις 57 έως 59).
(18) - Βλ. ιδίως τις διατάξεις της 27ης Ιανουαρίου 1993, C-25/92, Miethke κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1993, σ. I-473, σκέψη 10), και της 28ης Ιουνίου 1993, C-64/93, Donatab κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3595, σκέψη 13)· βλ. επίσης την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1993, T-83/92, Zunis Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. II-1169, σκέψη 30).
(19) - Απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, T-81/97 (Συλλογή 1998, σ. II-2889).
(20) - Κανονισμός του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 σχετικά με το Ευρωπαϋκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Προσανατολισμού (EE L 374, σ. 25), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2085/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 44).
(21) - Βλ. ιδίως την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex και Westzucker κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 659, σκέψεις 15 έως 18).
(22) - Υπενθυμίζω ότι στις 28 Ιουλίου 1995 η Επιτροπή πιθανότατα θα είχε λάβει τουλάχιστον την αίτηση τελικής πληρωμής σχετικά με πέντε σχέδια, την οποία της είχαν υποβάλει οι ολλανδικές αρχές την 1η Ιουνίου 1995 (βλ, την υποσημείωση 10 ανωτέρω).
(23) - Βλ. επίσης την απόφαση της 26ης Μαου 1982, 44/81, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 1855, σκέψεις 10 έως 12).
(24) - Βλ. την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988, 190/84, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 1017, σκέψη 8).
(25) - Βλ. την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 1857, σκέψεις 10 έως 12). Βλ. επίσης τη διάταξη της 16ης Ιουλίου 1998, Τ-274/97, Ca'Pasta κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-2925, σκέψεις 24 έως 30). Το έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή πληροφόρησε μιαν εταιρία σχετικά με εσωτερική διαδικασία με σκοπό την κατάργηση χορηγηθείσας χρηματοδοτικής συνδρομής και την αναζήτηση του ήδη καταβληθέντος ποσού πρέπει να θεωρηθεί ως ενδιάμεσο μέτρο με ενημερωτικό χαρακτήρα, προοριζόμενο να προετοιμάσει την τελική απόφαση. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι τα δυσμενή αποτελέσματα που μπορούν ενδεχομένως να απορρέουν από το γεγονός ότι η εν λόγω διαδικασία εξακολουθεί να ευρίσκεται σε εξέλιξη αποτελούν απλώς το λογικό αποτέλεσμα της κινήσεως της διαδικασίας αυτής και, εφόσον η Επιτροπή δεν λαμβάνει ενδιάμεσα μέτρα, δεν χαρακτηρίζουν την ύπαρξη μέτρου που παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας), και την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 114/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 5289, σκέψεις 12 έως 15, ειδικότερα σκέψη 13· δεν χωρεί προσφυγή κατά πράξεως η οποία εκφράζει την πρόθεση της Επιτροπής να ακολουθήσει ορισμένη συμπεριφορά όσον αφορά τη σύνταξη περιορισμένων καταλόγων υποψηφίων για τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών που συνάπτονται στο πλαίσιο της συνεργασίας ΑΚΕ-ΕΟΚ. Κατά το Δικαστήριο, «έννομα αποτελέσματα μπορεί να παραγάγει όχι η διακήρυξη της προθέσεως αυτής, αλλά η κατάρτιση των ίδιων των καταλόγων, υπό την έννοια ότι μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείει ορισμένες επιχειρήσεις από τους καταλόγους αυτούς και να τις στερεί έτσι από τη δυνατότητα συμμετοχής στις εν λόγω συμβάσεις»).
(26) - Είναι σχεδόν περιττό να διευκρινίσω ότι το αποτέλεσμα της εξετάσεως του προβαλλόμενου επιβεβαιωτικού χαρακτήρα του επίδικου εγγράφου έναντι εκείνου της 7ης Απριλίου 1995 (βλ. ανωτέρω, σημεία 6 και 11) δεν έχει καμία επίπτωση επί της προτάσεως που υποβάλλω εν προκειμένω στο Δικαστήριο. Απλώς χάριν πληρότητας της παρούσας εξετάσεως θα λάβω θέση και επί του ζητήματος αυτού. Συμμερίζομαι την άποψη της προσφεύγουσας κυβερνήσεως ότι το από 28 Ιουλίου 1995 έγγραφο δεν περιελάμβανε μόνο μια ρητή αναφορά περί ενός νέου ελέγχου της καταστάσεως από την Επιτροπή κατόπιν των στοιχείων που παρέσχαν οι ολλανδικές αρχές, αλλά περιείχε και δύο νέα στοιχεία (ερμηνεία του άρθρου 12 με τρόπο σύμφωνο προς τον εκτιθέμενο με το έγγραφο της 7ης Απριλίου 1995 και απαρίθμηση σειράς σχεδίων για τα οποία ίσχυε διαφορετική προθεσμία εκτελέσεως έναντι της καθοριζόμενης από το άρθρο 12 ή για τα οποία είχε ανασταλεί η προθεσμία υποβολής της αιτήσεως καταβολής για δικαστικούς λόγους), πράγμα το οποίο αποδεικνύει σαφέστατα ότι η εξέταση αυτή είχε όντως πραγματοποιηθεί. Κατά τα λοιπά, η εν λόγω επανεξέταση μπορεί να συνίσταται στη διοργάνωση, με πρωτοβουλία της Επιτροπής, συσκέψεως με τον ενδιαφερόμενο στον οποίο απευθυνόταν η προηγούμενη πράξη, προς συζήτηση ζητημάτων αποτελούντων το αντικείμενο της εν λόγω πράξεως, έστω και αν από την ως άνω σύσκεψη δεν προκύψει κανένα νέο στοιχείο και έστω και αν η σύσκεψη αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει την Επιτροπή να λάβει διαφορετική θέση (βλ. την απόφαση Air France κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 17, σκέψη 26). Επομένως, κατά τη γνώμη μου αποκλείεται, σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία (βλ. ιδίως τη διάταξη της 4ης Μαου 1998, T-84/97, BEUC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-795, σκέψη 52, και την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 1996, C-480/93 P, Zunis Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-1, σκέψεις 11 έως 14), ότι η προσβαλλόμενη με την πρώτη προσφυγή πράξη αποτελεί απλώς επιβεβαίωση του από 7 Απριλίου 1995 εγγράφου (το αν χαρακτηρίζεται εξάλλου το τελευταίο αυτό έγγραφο ως πράξη δεκτική προσφυγής κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ή ως απλό ενδιάμεσο μέτρο είναι άλλο ζήτημα).
(27) - Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως (βλ. ιδίως τη διάταξη της 4ης Ιουνίου 1986, 78/85, Ομάδα των Κομμάτων της Ευρωπαϋκής Δεξιάς κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1753, σκέψεις 9 έως 11).
(28) - Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφυγή στην ερμηνεία σε συνάρτηση με τους σκοπούς και τη γενική οικονομία μιας κοινοτικής διατάξεως επιβάλλεται μόνον όταν το γράμμα της δεν διευκολύνει μια σαφή και ενιαία ερμηνεία (ειδικότερα, όταν υφίστανται διαφορές μεταξύ των σχετικών κειμένων στις διάφορες γλώσσες: βλ. την απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1974, 6/74, Moulijn κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 511). Παρατηρώ εν παρόδω - για να επιβεβαιώσω ότι δεν υφίσταται ερμηνευτική δυσχέρεια όσον αφορά το γεγονός ότι είναι αποκλειστική η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων οριστικής πληρωμής την οποία προβλέπει το άρθρο 12 [αλλά και οι αντίστοιχες διατάξεις που περιλαμβάνονται i) στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2080/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά το χρηματοδοτικό μέσο προσανατολισμού της αλιείας (ΕΕ L 193, σ. 1)· ii) στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4255/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά το Ευρωπαϋκό Κοινωνικό Ταμείο, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2084/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 39), και iii) στο άρθρο 10 του προαναφερθέντος κανονισμoύ 4256/88, όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2085/93 (βλ. υποσημείωση 20)] - ότι το ζήτημα αυτό ουδέποτε υποβλήθηκε στον έλεγχο του Δικαστηρίου σε κάποια άλλη διαδικασία. Αντιθέτως, με την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Regione Toscana κατά Επιτροπής το Πρωτοδικείο δέχθηκε, με τις σκέψεις 50 έως 52 της αποφάσεώς του, ένα διαφορετικό λόγο προσφυγής που είχε προβάλει η Regione Toscana, ήτοι ότι η προθεσμία που τάσσει το άρθρο 10 του κανονισμού 4256/88 αναφέρεται στην ημερομηνία αποστολής της αιτήσεως και όχι σ' εκείνη της παραλαβής της από την Επιτροπή.
(29) - Κατά την καθής, ο αριθμός των αιτήσεων οριστικής πληρωμής (ορισμένες από τις οποίες αφορούν περισσότερους του ενός φακέλους) που της υποβλήθηκαν τους τρεις πρώτους μήνες του 1995 για σχέδια χρηματοδοτούμενα από το Ταμείο ανέρχεται σε 2 000 περίπου. Για 500 περίπου φακέλους υπήρξε αυτόματη αποδέσμευση μέρους των ποσών για τα οποία είχε αναληφθεί σχετική υποχρέωση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 12.
(30) - Βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1975, 78/74, Deuka (Συλλογή τόμος 1975, σ. 143), και της 16ης Ιουνίου 1993, C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3283, σκέψη 26). Η αρχή της ασφαλείας δικαίου απαιτεί, μεταξύ άλλων, προκειμένου για διάταξη που τάσσει αποκλειστική προθεσμία, ιδίως μάλιστα όταν δύναται να έχει ως συνέπεια να στερήσει ένα κράτος μέλος από την υπέρ αυτού καταβολή μιας οικονομικής ενισχύσεως, της οποίας η αίτηση είχε εγκριθεί και βάσει της οποίας το κράτος μέλος έχει ήδη προβεί σε σημαντικές δαπάνες, να διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ακριβή, ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν να εκτιμήσουν με πλήρη επίγνωση τη σημασία που έχει γι' αυτά η τήρηση της προθεσμίας (βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23 απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 16).
(31) - Όπως υπενθύμισε η προσφεύγουσα, στον τομέα των διαρθρωτικών παρεμβάσεων, η εταιρική σχέση με σκοπό την επίτευξη κοινών σκοπών οργανώνεται - με πλήρη τήρηση των θεσμικών, νομικών και δημοσιονομικών αρμοδιοτήτων καθενός των εταίρων (της Επιτροπής και των αρχών που καθορίζει το ενδιαφερόμενο κράτος) - τόσο στο επίπεδο της προετοιμασίας και της χρηματοδοτήσεως όσο και σ' εκείνο της εκ των προτέρων εκτιμήσεως, της παρακολουθήσεως και της εκ των υστέρων αξιολογήσεως των χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων (βλ. το άρθρο 4 του κανονισμού 2052/88, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 2081/93).
(32) - Συναφώς το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών επικαλείται τον κανονισμό (ΕΟΚ) 724/75 του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1975, περί δημιουργίας Ευρωπαϋκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΕ ειδ. έκδ., 14/001, σ. 10 ).
(33) - ΕΕ L 169, σ. 1. Το άρθρο 28, περί του οποίου γίνεται λόγος στο κείμενο, εξαρτούσε την τελική καταβολή του υπολοίπου της συνδρομής του Ταμείου στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος από την υποβολη καταστάσεως περιλαμβάνουσας τις ακόλουθες ενδείξεις: την επωνυμία της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως (ή, για τα έργα υποδομής, το όνομα της υπεύθυνης αρχής, τον τόπο πραγματοποιήσεως της επενδύσεως, το συνολικό ποσό των δημοσίων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τον δωδέκατο μήνα που προηγείτο της ημερομηνίας παραλαβής της αιτήσεως συνδρομής από την Επιτροπή, το μέρος του ποσού που αφορούσε η αίτηση πληρωμής, το ζητούμενο ποσό, το πράγματι επενδυθέν ποσό και τη συμφωνία της πραγματοποιηθείσας επενδύσεως προς το αρχικό σχέδιο, την ημερομηνία περατώσεως της επενδύσεως, τον αριθμό των θέσεων εργασίας που δημιουργούνταν ή διατηρούνταν λόγω των επενδύσεων (στις περιπτώσεις επενδύσεων σε βιομηχανικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες ή σε δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών) και τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις των πραγματοποιηθεισών εργασιών οι οποίες μπορούσαν να εκτιμηθούν στο στάδιο αυτό.
(34) - Ωστόσο, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 2052/88, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 2081/93 (βλ. ανωτέρω, σημείο 14), η χορήγηση συνδρομής του Ταμείου για σχέδια για τα οποία η Επιτροπή έλαβε απόφαση πριν από την 1η Ιανουαρίου 1989 εξακολουθεί να διέπεται από τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1787/84.
(35) - Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 29, και το σχετικό με αυτήν τμήμα του κειμένου.
Full & Egal Universal Law Academy