Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1 Με την παρούσα προσφυγή, την οποία η Eπιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, ζητείται η ακύρωση αποφάσεως του Συμβουλίου, που ελήφθη την 22α Ιουνίου 1995, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, με την οποία θεωρήθηκε συμβατή με την κοινή αγορά, η εκ μέρους της Γαλλίας χορήγηση έκτακτης ενισχύσεως, σε οινοπαραγωγούς, για την προληπτική απόσταξη επιτραπέζιων οίνων.
2 Η παρούσα υπόθεση παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να προσδιορίσει σαφέστερα τη νομολογία για το τρίτο κριτήριο του άρθρου 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, σχετικά με το παραδεκτό της ασκήσεως προσφυγής.
Ι - Νομικό πλαίσιο
3 Κατ' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 42 και 43 της Συνθήκης, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 822/87 (1), με τον οποίο έγινε νέα κωδικοποίηση των θεμελιωδών διατάξεων που αφορούν την κοινή οργάνωση αγοράς στον αμπελοοινικό τομέα.
4 Στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς, με τον κανονισμό 822/87, προβλέφθηκαν ως οικονομικοί σταθεροποιητικοί παράγοντες και ως μέτρα εξυγιάνσεως της ενλόγω αγοράς, μεταξύ άλλων, και τα μέτρα της προληπτικής (άρθρο 38) και της υποχρεωτικής αποστάξεως (άρθρο 39), τα οποία αποφασίζει η Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που θέτουν και με τη διαδικασία που ορίζουν τα δύο άρθρα 38 και 39.
5 Στο άρθρο 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 822/87, σχετικά με τις προϋποθέσεις της προληπτικής απoοστάξεως, ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. αΟταν κρίνεται αναγκαίο, λαμβανομένων υπόψη των προβλέψεων της συγκομιδής ή προκειμένου να βελτιωθεί η ποιότητα των προϋόντων που διατίθενται στην αγορά, μπορεί να αρχίζει, κάθε αμπελουργική περίοδο, από την 1η Σεπτεμβρίου και μέχρι μιας ημερομηνίας που θα καθοριστεί, η προληπτική απόσταξη των επιτραπέζιων οίνων και των οίνων που είναι κατάλληλοι να δώσουν επιτραπέζιους οίνους.
(...).»
6 Στην παράγραφο 2 του προαναφερθέντος άρθρου 38 ορίζεται ότι η τιμή αγοράς του οίνου που παραδίδεται στην προληπτική απόσταξη ισούται με το 65 % της τιμής προσανατολισμού (2). Η προληπτική απόσταξη προϋποθέτει την εκούσια προσχώρηση του παραγωγού σε αυτή τη διαδικασία.
7 Η προληπτική απόσταξη ορισμένων ποσοτήτων οίνων για την περίοδο εμπορίας 1994/1995 αποφασίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2028/94 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 1993 (3).
8 Σκοπός του κανονισμού της Επιτροπής ήταν να αντιμετωπισθεί η ανάγκη εξυγιάνσεως και καλής διαχειρίσεως της αγοράς επιτραπέζιων οίνων. Ειδικότερα, προβλέφθηκε στο άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ότι η ποσότητα που μπορούσε να δοθεί από τους παραγωγούς για απόσταξη περιορίζεται σε 12 εκατόλιτρα ανά εκτάριο (στο εξής: hl/ha). Στη Γαλλία αναλογούσε ποσότητα 1 403 000 hl.
9 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού 2028/94, το συμβόλαιο και η δήλωση που υπογράφονται στα πλαίσια αυτής της αποστάξεως υποβάλλονται για έγκριση στον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως μέχρι τις 10 Νοεμβρίου 1994. Κατά δε την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου οι ποσότητες που εγγράφονται στο συμβόλαιο και τη δήλωση που έτυχαν εγκρίσεως πρέπει να παραδοθούν στο αποστακτήριο το αργότερο στις 15 Μαρτίου 1995.
10 Σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 822/87, η Επιτροπή αποφασίζει τη διεξαγωγή υποχρεωτικής αποστάξεως όταν, για μια αμπελουργική περίοδο, η αγορά των επιτραπέζιων οίνων και των οίνων που είναι κατάλληλοι να δώσουν επιτραπέζιους οίνους παρουσιάζει κατάσταση σοβαρής ελλείψεως ισορροπίας.
11 Η τιμή της υποχρεωτικής αποστάξεως την καθιστά αποτρεπτικό μέτρο για τους παραγωγούς. Κυμαίνεται περίπου στο 25 % της τιμής προσανατολισμού. Οι παραγωγοί μπορούν να αφαιρέσουν την ποσότητα οίνου που παρέχεται προς προληπτική απόσταξη από την ποσότητα που πρέπει να δοθεί για υποχρεωτική απόσταξη.
12 Το άρθρο 76 του κανονισμού 822/87 κατέστησε εφαρμοστέες στην αμπελοοινική αγορά τις διατάξεις των άρθρων 92, 93 και 94 της Συνθήκης.
13 Επομένως, με τη ρητή πρόβλεψη του κανονισμού 822/87 εφαρμόζεται στην αμπελοοινική αγορά και το άρθρο 93 της Συνθήκης, στο οποίο καθιερώνεται ο έλεγχος, κατ' αρχήν από την Επιτροπή (4) και κατ' εξαίρεση από το Συμβούλιο (5), του συμβατού με την κοινή αγορά των κάθε είδους κρατικών ενισχύσεων που είτε υφίστανται ήδη είτε πρόκειται να θεσπισθούν ή να τροποποιηθούν. Το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, έχει ως εξής:
«(...)
Κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίσει ομοφώνως ότι ενίσχυση που έχει θεσπισθεί ή που πρόκειται να θεσπισθεί από το κράτος αυτό θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 92 ή των προβλεπομένων από το άρθρο 94 κανονισμών, αν εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν μια τέτοια απόφαση. Αν η Επιτροπή έχει κινήσει, ως προς την ενίσχυση αυτή, τη διαδικασία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αίτηση του ενδιαφερομένου κράτους προς το Συμβούλιο έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σχετικής διαδικασίας μέχρις ότου αποφανθεί το Συμβούλιο.
Αν το Συμβούλιο δεν αποφανθεί εντός τριών μηνών από την υποβολή της αιτήσεως, αποφασίζει η Επιτροπή.
(...).»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά
14 Την 26η Ιουλίου 1994 η Επιτροπή υπέβαλε στην επιτροπή διαχειρίσεως των οίνων σχέδιο κανονισμού με το οποίο αποφασιζόταν η προληπτική απόσταξη για την περίοδο 1994/1995.
15 Την 28η Ιουλίου 1994 πραγματοποιήθηκε στο γαλλικό Υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας σύσκεψη, κατά την οποία αποφασίσθηκε κατ' αρχήν η χορήγηση ενισχύσεως στους Γάλλους οινοπαραγωγούς λόγω σημαντικών διαφοροποιήσεων των τιμών ανάμεσα στα γαλλικά, ιταλικά και πορτογαλικά κρασιά.
16 Την 8η Αυγούστου 1994, με τον κανονισμό 2028/94, η Επιτροπή απεφάσισε τη διεξαγωγή προληπτικής αποστάξεως για την περίοδο 1994/1995.
17 Την 17η Αυγούστου 1994, η Επιτροπή ζήτησε την κοινοποίηση της ενισχύσεως που είχε αποφασίσει η Γαλλία να χορηγήσει στους οινοπαραγωγούς στο πλαίσιο διεξαγωγής της προληπτικής αποστάξεως.
18 Την 20ή Oκτωβρίου 1994, οι γαλλικές αρχές κοινοποίησαν την επίμαχη ενίσχυση στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
19 Κατά τη σύνοδο του Συμβουλίου της 29ης και 30ής Μαου 1995, η Γαλλία ζήτησε από αυτό να επιτρέψει τη χορήγηση της ενισχύσεως στους Γάλλους οινοπαραγωγούς, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο.
20 Την 22α Ιουνίου 1995, το Συμβούλιο εξέδωσε απόφαση σχετική με τη χορήγηση συμπληρωματικής ενισχύσεως στους Γάλλους οινοπαραγωγούς, για την περίοδο 1994/1995, που ανερχόταν σε μέγιστο ποσό ίσο με 660 γαλλικά φράγκα (FF) ανά εκτάριο και, κατ' αυτόν τον τρόπο, επέτρεπε στον παραγωγό να επιτύχει τιμή προληπτικής αποστάξεως προσεγγίζουσα εκείνη του οίνου που επωλείτο στην αγορά τη συγκεκριμένη αμπελουργική περίοδο. H απόφαση αυτή του Συμβουλίου, κατά το άρθρο 2, απευθυνόταν στη Γαλλική Δημοκρατία.
21 Η απόφαση του Συμβουλίου δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, αλλά κοινοποιήθηκε στη Γαλλική Κυβέρνηση με επιστολή του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου, με ημερομηνία 27 Ιουλίου 1995.
22 Με επιστολή του, ο εξουσιοδοτημένος από τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου γενικός διευθυντής απέστειλε στην Επιτροπή, την 27η Ιουλίου 1995, επικυρωμένα αντίγραφα της αποφάσεως και την πληροφορούσε ότι το Συμβούλιο έλαβε την επίμαχη απόφαση και ότι την ίδια μέρα ο Πρόεδρος του Συμβουλίου την κοινοποίησε στον αποδέκτη της (δηλαδή τη Γαλλική Δημοκρατία) και έκτοτε απέκτησε ενέργεια.
23 Η ως άνω απόφαση του Συμβουλίου (προσβαλλομένη) περιήλθε στην Επιτροπή την 1η Αυγούστου 1995.
ΙΙΙ - Τα αιτήματα των διαδίκων
24 Στρεφόμενη κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1995, με την οποία εγκρίθηκε η χορήγηση ενισχύσεως στους Γάλλους οινοπαραγωγούς, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου με δικόγραφο που κατέθεσε την 29η Σεπτεμβρίου 1995.
25 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο α) την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1995, β) την καταδίκη του Συμβουλίου στα δικαστικά έξοδα και γ) την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά της έξοδα.
26 Το Συμβούλιο κατέθεσε με ξεχωριστό δικόγραφο, που έχει ως ημερομηνία 6η Νοεμβρίου 1995, ένσταση απαραδέκτου. Το Δικαστήριο απεφάσισε την 18η Ιουνίου 1996 να εξετάσει το ζήτημα του απαραδέκτου με την ουσία της υποθέσεως.
27 Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο α) να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη, β) επικουρικώς ζητεί να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη και γ) να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Υπέρ των θέσεων του Συμβουλίου παρενέβη η Γαλλική Δημοκρατία με γραπτά υπομνήματα που κατέθεσε.
ΙV - Επί του παραδεκτού
28 Στην υπό κρίση υπόθεση τίθεται προεχόντως ζήτημα παραδεκτού της προσφυγής. To Συμβούλιο, την άποψη του οποίου συμμερίζεται και η Γαλλική Κυβέρνηση, προβάλλει ότι η προσφυγή της Επιτροπής, που κατετέθη στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 29η Σεπτεμβρίου 1995, είναι εκπρόθεσμη, διότι η άσκησή της έλαβε χώρα μετά την πάροδο δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε πλήρη γνώση αυτής (22 Ιουνίου 1995).
29 Επί του ζητήματος αυτού παρατηρώ τα εξής:
30 Κατά το άρθρο 189, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης, η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της για τους αποδέκτες που ορίζει. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 191, παράγραφος 3, οι αποφάσεις κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους και αποκτούν ενέργεια με την κοινοποίησή τους.
31 Περαιτέρω, το άρθρο 173, παράγραφος 5, της Συνθήκης ορίζει ότι οι προσφυγές ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως. Κατά δε το άρθρο 81, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής κατά πράξεως κοινοτικού οργάνου αρχίζουν να τρέχουν, σε περίπτωση κοινοποιήσεως, από την επομένη της ημέρας της κοινοποιήσεως της πράξεως στον ενδιαφερόμενο.
32 Τέλος, το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 2, του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου (6), ορίζει, πλην άλλων, ότι ο Γενικός Γραμματέας κοινοποιεί στους αποδέκτες τους τις αποφάσεις του Συμβουλίου και χορηγεί στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στην Επιτροπή ακριβή αντίγραφα των αποφάσεων του Συμβουλίου.
33 Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι γεγονός το οποίο κινεί την προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής είναι, πρώτον, η δημοσίευση της πράξεως, προκειμένου περί των δημοσιευτέων πράξεων, δεύτερον, η κοινοποίηση αυτής προκειμένου περί των πράξεων εκείνων οι οποίες πρέπει, κατά τις κείμενες διατάξεις, να κοινοποιούνται, και τρίτον, για τις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται δημοσίευση ή κοινοποίηση, η γνώση της πράξεως, η οποία πρέπει να είναι πλήρης (7).
34 Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, περαιτέρω, ότι οι αποφάσεις πρέπει να κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους, που είναι οι οριζόμενοι σ' αυτές, και πως η κοινοποίηση αυτή έχει ως συνέπεια ότι έκτοτε αναπτύσσουν αποτελέσματα. Η κοινοποίηση δεν είναι όρος του υποστατού (8) αλλά εξωτερικό στοιχείο της πράξεως (9).
35 Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη απόφαση του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1995, ορίζει ως αποδέκτη αυτής αποκλειστικώς τη Γαλλική Δημοκρατία και ουδένα έτερον (άρθρο 2). Επομένως, αν η Γαλλική Κυβέρνηση επιθυμούσε να ασκήσει προσφυγή, η προθεσμία θα έτρεχε σε βάρος της μόνον από την κοινοποίηση σ' αυτήν της αποφάσεως. Αντιθέτως, προκειμένου περί της Επιτροπής, η οποία δεν κατονομάζεται στην προσβαλλομένη ως αποδέκτης της αποφάσεως, δεν απαιτείται κοινοποίηση σ' αυτήν για να κινηθεί η προθεσμία, αλλά κινείται από την πλήρη γνώση της πράξεως, αν τέτοια προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου. Συνεπώς, μεταγενέστερη της πλήρους γνώσεως χορήγηση αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως στην Επιτροπή δεν ασκεί επιρροή επί ήδη αρξαμένης προθεσμίας, ούτε κινεί νέα προθεσμία για την άσκηση προσφυγής.
36 ςΟπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, και δεν αμφισβητείται, ήδη από της 16ης Ιουνίου 1995, ήταν στη διάθεση των μελών του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχέδιο αποφάσεως (έγγραφο 8100/95 Αgri 62) (10), το οποίο υπήρχε στην αίθουσα όπου διεξήχθη η κρίσιμη συνεδρίαση (11). Το σχέδιο αυτό απετέλεσε τη βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, που ελήφθη την 22α Ιουνίου 1995. Από την παραβολή δε των κειμένων του σχεδίου και της αποφάσεως προκύπτει πράγματι ότι το ενλόγω σχέδιο έγινε δεκτό και μάλιστα ομοφώνως χωρίς μεταβολές. Περαιτέρω, η Επιτροπή παραδέχεται (σημείο 7 των γραπτών παρατηρήσεών της επί της ενστάσεως απαραδέκτου) ότι παρευρίσκετο κατά τη κρίσιμη σύνοδο του Συμβουλίου Γεωργίας από 19 έως 22 Ιουνίου 1995, διά του αρμοδίου Επιτρόπου.
37 Στην προσφυγή της Επιτροπής επισυνάπτεται, ως παράρτημα VI, έγγραφο (απόσπασμα των πρακτικών), με ημερομηνία 23 Ιουνίου 1995, το οποίο συνέταξε η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής την επομένη της κρίσιμης συσκέψεως του Συμβουλίου Γεωργίας που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες από 19 έως 22 Ιουνίου 1995. Στο ενλόγω έγγραφο, και ειδικότερα στο σημείο 9, μνημονεύεται κατά το περιεχόμενό της η προσβαλλομένη απόφαση και αναφέρεται ότι η σύνοδος του Συμβουλίου Γεωργίας είχε ως αποτέλεσμα την ομόφωνη έγκριση της γαλλικής αιτήσεως (με μία αποχή). Περαιτέρω περιγράφεται η εξέλιξη της συζητήσεως που κατέληξε στην επίμαχη απόφαση, και αναφέρονται τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβερνήσεως, γίνεται δε μνεία και του γεγονότος ότι διατυπώθηκαν αμφιβολίες τόσο ορισμένων κρατών μελών, όσο και του παρισταμένου αρμοδίου Επιτρόπου, σχετικά με το αν δικαιολογείται η ικανοποίηση της γαλλικής αιτήσεως.
38 Από όλα τα ανωτέρω στοιχεία τεκμαίρεται ότι η Επιτροπή είχε πλήρη γνώση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Συμβουλίου το αργότερο κατά την ημερομηνία συντάξεως των πρακτικών αυτών (23 Ιουνίου 1995). Επομένως, από την επομένη της ημερομηνίας αυτής (24 Ιουνίου 1995) άρχισε να τρέχει η προθεσμία προσβολής της αποφάσεως του Συμβουλίου, για την Επιτροπή, η οποία έληξε μετά πάροδο δύο μηνών, δηλαδή, συνυπολογιζομένης και της παρατάσεως των δύο ημερών λόγω αποστάσεως (12), την 26η Αυγούστου 1995.
39 Εξάλλου όπως αναφέρεται σε προηγούμενες σκέψεις (σημεία 21 έως 23 και 35) η προσβαλλομένη απόφαση του Συμβουλίου κοινοποιήθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία στις 27 Ιουλίου 1995, ενώ στην Επιτροπή απεστάλη την ίδια μέρα και περιήλθε σ' αυτή την 1η Αυγούστου 1995 [αριθμός πρωτοκόλλου SG(95)A/12870/1 8 1995]. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προθεσμία ασκήσεως της ενδίκου προσφυγής της κινήθηκε από 27 Ιουλίου 1995, όταν η προσβαλλομένη απόφαση κοινοποιήθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία και απέκτησε έκτοτε ενέργεια και επομένως ότι η προσφυγή της, κατατεθείσα στις 29 Σεπτεμβρίου 1995, είναι εμπρόθεσμος. Η άποψη όμως αυτή είναι εσφαλμένη, διότι η κοινοποίηση προς τη Γαλλική Δημοκρατία εκκίνησε την προθεσμία μόνο γι' αυτήν, που κατονομάζεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως αποδέκτης της. Αντιθέτως, για την Επιτροπή, η οποία δεν κατονομάζεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως αποδέκτης της και άρα δεν απαιτείται κοινοποίηση σ' αυτήν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 173, παράγραφος 5 της Συνθήκης, η προθεσμία γι' αυτήν κινήθηκε αφής έλαβε πλήρη γνώση, δηλαδή το αργότερο την 23η Ιουνίου 1995.
40 Επομένως, η κρινόμενη προσφυγή η οποία κατατέθηκε την 29η Σεπτεμβρίου 1995, ήτοι πέρα των δύο μηνών, είναι εκπρόθεσμη και για τον βάσιμο τούτο λόγο πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθώς υποστηρίζουν το Συμβούλιο και η Γαλλική Κυβέρνηση (13).
V - Oι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως
41 Ανεξαρτήτως του εκπροθέσμου της προσφυγής, θα εξετάσω στη συνέχεια, δι' ολίγων, τους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι είναι πανομοιότυποι με εκείνους που είχε προβάλει η Επιτροπή στην υπόθεση C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, στην οποία εκδόθηκε η απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996 του Δικαστηρίου (14). Η ενλόγω απόφαση μας προσφέρει αρκετά στοιχεία για την επίλυση των τιθεμένων με την παρούσα προσφυγή ζητημάτων ουσίας.
A - Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως: εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης
42 Η Επιτροπή, προέβαλε, κατά πρώτο και κύριο λόγο, στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο ότι έγινε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο δεν εφαρμόζεται βεβαίως μόνον εντός του κεφαλαίου που αφορά τον ανταγωνισμό αλλά δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το να θεωρούνται νόμιμες ενισχύσεις αντίθετες προς άλλες, εκτός των άρθρων 92 έως 94, διατάξεις της Συνθήκης. Ισχυριζόταν δε ότι υπάρχει αναρμοδιότητα και καταστρατήγηση διαδικασίας, στο μέτρο που η επίμαχη διάταξη του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, χρησιμοποιήθηκε ως έρεισμα των εξαιρέσεων από τον μηχανισμό της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς.
43 Το Δικαστήριο στην απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (15), απέρριψε πανομοιότυπο λόγο ακυρώσεως (16), γι' αυτό και η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεως, δήλωσε ότι δεν διατηρεί από τον πρώτο λόγο παρά μόνον ότι το Συμβούλιο υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει με βάση το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εξετάσει τον πρώτο λόγο ακυρώσεως που προβάλλει η Επιτροπή.
Β - Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως: προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών
44 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, τον οποίο προέβαλε, αρχικά μόνον επικουρικώς, η Επιτροπή διατείνεται ότι δεν υπήρχαν «εξαιρετικές περιστάσεις» που πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων, να συντρέχουν, κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, για να θεωρηθεί μια ενίσχυση που χορηγείται ή που θα χορηγηθεί από κράτος μέλος συμβατή με την κοινή αγορά. Υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο κακώς άσκησε τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, προβαίνοντας σε προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όταν εξέδωσε την επίμαχη απόφαση. Γι' αυτό και ζητεί την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως διότι η αιτιολογία της δεν είναι νόμιμη.
45 Σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς το αν είναι σκόπιμο να ενεργήσει («δύναται να αποφασίσει ομοφώνως») και προσδιορίζει πότε συντρέχουν οι «εξαιρετικές περιστάσεις» που αποτελούν conditio sine qua non για τη λήψη μιας αποφάσεως ότι κάποια κρατική ενίσχυση, που έχει θεσπισθεί ή που πρόκειται να θεσπισθεί απο κράτος μέλος, θεωρείται συμβατή με την κοινή αγορά. Και τούτο έστω και αν η Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 3, έχει αποφασίσει ότι η ενίσχυση δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
46 Το Δικαστήριο στην απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου έκρινε ότι (17) «όταν η εφαρμογή από το Συμβούλιο της γεωργικής πολιτικής της Κοινότητας περιλαμβάνει την ανάγκη εκτιμήσεως περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, η διακριτική εξουσία της οποίας απολαύει δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά στη φύση και στην έκταση των διατάξεων που θα θεσπίζει, αλλά επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, στη διαπίστωση των βασικών στοιχείων, υπό την έννοια ιδίως ότι επιτρέπεται στο Συμβούλιο να στηριχθεί, ενδεχομένως, σε συνολικές διαπιστώσεις. Ο δικαστής, ελέγχοντας την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση της πρόδηλης πλάνης ή της καταχρήσεως εξουσίας ή του ζητήματος μήπως η οικεία αρχή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεώς της» (18). ηΕκρινε δε περαιτέρω ότι (19) «από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, καταδεικνύεται ότι όταν το Συμβούλιο αποφασίζει ότι εξαιρετικές περιστάσεις δικαιολογούν να θεωρηθεί μια ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά, παρεκκλίνοντας έτσι από το άρθρο 92, καλείται να προβεί στην εκτίμηση περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως».
47 Στην υπό κρίση περίπτωση, θεωρώ (20) ότι το Συμβούλιο εκαλείτο να προβεί στην εκτίμηση περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως γι' αυτό και η διακριτική εξουσία της οποίας απελάμβανε δεν εφαρμοζόταν αποκλειστικά στη φύση και στην έκταση των διατάξεων που θα εθέσπιζε, αλλά επίσης και στη διαπίστωση των βασικών στοιχείων. Επομένως, επιτρεπόταν στο Συμβούλιο να στηριχθεί, σε συνολικές διαπιστώσεις. Δηλαδή μπορούσε να συνεκτιμήσει ένα σύνολο στοιχείων για να διαπιστώσει αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.
48 Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς χαρακτηρίζεται από πολλών ετών, από μια «μόνιμη διαρθρωτική έλλειψη ισορροπίας, κατάσταση που αρχίζει τώρα να βελτιώνεται», όπως έχει δεχθεί και το Δικαστήριο (21), το Συμβούλιο μπορούσε να στηριχθεί όχι μόνον σε στοιχεία που αφορούσαν την έναρξη της περιόδου 1994/1995 αλλά και να λάβει υπόψη του στοιχεία που αφορούσαν τις αρχές του 1995. Τούτο φαίνεται και από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της επίμαχης αποφάσεως, όπου, παρότι αναφέρεται ότι η κατάσταση της αγοράς οίνου ως είχε κατά τη στιγμή λήψεως της αποφάσεως δεν παρουσίαζε κάτι το εξαιρετικό που θα δικαιολογούσε την προσφυγή στην υποχρεωτική απόσταξη, εν τούτοις, η ανάγκη καλής πραγματώσεως της προληπτικής αποστάξεως στο σύνολο των οινοπαραγωγών κρατών μελών ήταν απαραίτητη σε μια αγορά που χαρακτηριζόταν από την συνήθη πτώση των χρήσεων (22). To Συμβούλιο μπορούσε επίσης να λάβει υπόψη του αριθμούς συνολικούς, οι οποίοι αναφέρονταν αφενός στην κατάσταση στην Κοινότητα και όχι μόνον στην κατάσταση στη γαλλική αγορά και αφετέρου στο σύνολο των οίνων και όχι μόνο τους επιτραπέζιους, στους οποίους αναφερόταν το μέτρο της προληπτικής αποστάξεως που απεφάσισε η Επιτροπή και της ενισχύσεως που απεφάσισε η Γαλλική Κυβέρνηση. Τέλος, κατά τη γνώμη μου, το Συμβούλιο μπορούσε να συνεκτιμήσει και την εξέλιξη των θεσμικών τιμών σε εθνικό νόμισμα για να κρίνει αν ήταν δυσμενής ή όχι για τους Γάλλους παραγωγούς σε σχέση με εκείνους των άλλων κρατών μελών, σε βαθμό που απαιτείτο η λήψη ειδικού μέτρου.
49 Βεβαίως, δεν θεωρώ αφεαυτής νόμιμη την αιτιολόγηση της επίμαχης αποφάσεως (δεύτερη αιτιολογική σκέψη) που βασίζεται στο γεγονός ότι αφορά σε έναν τομέα, το κανονιστικό πλαίσιο του οποίου πρόκειται να αλλάξει, με σκοπό τη θέσπιση μέτρων που θα επιτρέψουν τη διαρκή εξυγίανση της αμπελοοινικής αγοράς, διότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί «εξαιρετική περίσταση», κατά τους όρους της διατάξεως του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο. Κατά τη γνώμη μου, ένα τέτοιο γεγονός παρόμοιο με τα προηγούμενο δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει «εξαιρετικές περιστάσεις», διότι επεκτείνοντας υπερβολικά την έννοια αυτή θα καταλήγαμε στην ανισχυροποίησή της λόγω της υπερβολικής διευρύνσεώς της. Δηλαδή θα αλλοιώναμε το περιεχόμενό της με αποτέλεσμα η αόριστη αυτή νομική έννοια να έχει ονομαστική μόνο αξία, χωρίς ουσιαστικά δεσμευτικό περιεχόμενο και, τελικά, χωρίς ιδιαίτερη πρακτική χρησιμότητα (23).
50 Η Επιτροπή προβάλλει ότι δεν συνέτρεχαν «εξαιρετικές περιστάσεις», διότι οι τιμές επιτραπέζιων οίνων στη Γαλλία κατά την περίοδο αυτή αυξήθηκαν σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο 1993/1994. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1994/1995 οι τιμές αγοράς των γαλλικών οίνων ήταν ανώτερες από την τιμή προσανατολισμού ενώ οι τιμές αγοράς ιταλικών και ισπανικών οίνων παρέμεναν κατώτερες από την τιμή προσανατολισμού. Επίσης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις διότι οι συμβάσεις προληπτικής αποστάξεως που συνήφθησαν από τα κράτη μέλη αφορούσαν μικρότερες ποσότητες σε σχέση με εκείνες των προηγουμένων ετών. Συνάγει δε ότι δεν υπήρξε εξαιρετική πτώση ή κατάσταση εξαιρετικά χαμηλή του ύψους των εισοδημάτων που θα δικαιολογούσε την λήψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
51 Επί των ζητημάτων αυτών έχω να παρατηρήσω τα εξής. Καταρχάς, η προσφυγή στο μέτρο της αποστάξεως καθιστά ορατή, αν όχι μια οιονεί σύγκρουση, τουλάχιστον μια προσπάθεια αποδεκτού συμβιβασμού ανάμεσα σε δύο ισοδύναμους στόχους της κατά το άρθρο 39 της Συνθήκης κοινής γεωργικής πολιτικής, οι οποίοι κατά την παράγραφο 1 είναι «να εξασφαλίζει (...) ένα δίκαιο βιοτικό επίπεδο στο γεωργικό πληθυσμό» (στοιχείο ββ) και «να σταθεροποιεί τις αγορές» (στοιχείο γγ). Το Δικαστήριο έχει κρίνει επανειλημμένως σχετικά ότι (24): «(...) κατά την επιδίωξη των διαφόρων στόχων που απαριθμούνται στο άρθρο 39 της Συνθήκης, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να διασφαλίσουν τη συνεχή εξομάλυνση που είναι δυνατόν να απαιτείται λόγω ενδεχομένων αντιφάσεων μεταξύ των στόχων αυτών, θεωρούμενων χωριστά, και να δίδουν, ενδεχομένως, σε κάποιον απ' αυτούς προσωρινώς την προτεραιότητα που επιβάλλουν τα γεγονότα ή οι περιστάσεις ενόψει των οποίων εκδίδουν τις αποφάσεις τους».
52 Θεωρώ ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση το Συμβούλιο επιχειρεί να εξισορροπήσει αυτούς τους αντίρροπους στόχους του άρθρου 39 της Συνθήκης στο πλαίσιο της αμπελοοινικής αγοράς και, δεδομένου ότι διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια, ήταν το αρμόδιο όργανο να εκτιμήσει κατά πόσον οι υπάρχουσες δυσλειτουργίες της ενλόγω αγοράς σε επίπεδο κράτους μέλους και οι απορρέουσες δυσμενείς συνέπειες για τους Γάλλους οινοπαραγωγούς δικαιολογούσαν ad hoc τη λήψη κάποιου διορθωτικού μέτρου.
53 Παρατηρούμε λοιπόν ότι, κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη της επίμαχης αποφάσεως, οι Γάλλοι οινοπαραγωγοί κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες ελέγχου της παραγωγής μειώνοντας την απόδοσή τους σε επιτραπέζιο οίνο και υφίστανται λόγω αυτού του γεγονότος σημαντική πτώση του εισοδήματός τους.
54 Εξάλλου, κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, οι Γάλλοι οινοπαραγωγοί εισπράττουν ελάχιστη τιμή αγοράς του προοριζόμενου για προληπτική απόσταξη οίνου πολύ πιο αποτρεπτική από εκείνη που εισπράττουν οι αμπελουργοί των άλλων παραγωγών χωρών.
55 Αυτές οι αιτιολογικές σκέψεις, κατά τη γνώμη μου, αποτελούν νόμιμη αιτιολογία. Αναλυτικότερα, θεωρώ ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε προφανή πλάνη εκτιμήσεως όταν έκρινε ότι οι Γάλλοι οινοπαραγωγοί υπέστησαν σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους στην προσπάθειά τους να μειώσουν την παραγωγή και την απόδοση σε επιτραπέζιους οίνους. Προέβαλε δε, δίχως να αντικρουσθεί πειστικά από την Επιτροπή, ότι τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι η τιμή που επετύγχαναν για την προληπτική απόσταξη οι Γάλλοι οινοπαραγωγοί ήταν πολύ κατώτερη από εκείνη των Ισπανών και Ιταλών οινοπαραγωγών λόγω της πτώσεως της τιμής συναλλάγματος του ισπανικού και του ιταλικού νομίσματος αντίστοιχα, δεδομένου ότι τα αποτελέσματα των υποτιμήσεων της πεσέτας και της λίρας αντίστοιχα εξακολουθούσαν ως το τέλος του 1994. Συγκεκριμένα, κατά το Συμβούλιο, από την αρχή της περιόδου 1992/1993 και ως το καλοκαίρι του 1994 η εξέλιξη των θεσμικών τιμών σε εθνικό νόμισμα ήταν πολύ δυσμενής για τους Γάλλους παραγωγούς. Για τους παραγωγούς της Ιταλίας και της Ισπανίας η τιμή αγοράς για προληπτική απόσταξη αυξήθηκε κατά 35 % και 27 % αντιστοίχως ενώ, λόγω της σταθερότητας του γαλλικού φράγκου, για τους Γάλλους παραγωγούς οι τιμές παρέμειναν στα ίδια με την προηγούμενη περίοδο επίπεδα.
56 Επομένως, θεωρώ ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, όταν θέλησε με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως να αντιμετωπίσει τη δυσμενή για τους Γάλλους οινοπαραγωγούς κατάσταση, δηλαδή, να την αντιμετωπίσει μέσα από διορθωτικά μέτρα των οποίων τη λήψη δεν προβλέπει το υπάρχον κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει το συγκεκριμένο τομέα (στο πλαίσιο του κανονισμού 822/87).
57 Επιπλέον, στην όγδοη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αναφέρεται ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η ενίσχυση από τη Γαλλική Κυβέρνηση στους Γάλλους οινοπαραγωγούς «κατ' εξαίρεση και στο μέτρο και για την περίοδο που είναι απολύτως απαραίτητες για την επανόρθωση των διαπιστωθεισών καταστάσεων ελλείψεως ισορροπίας» (25).
58 Συνεπώς, θεωρώ ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όταν έκρινε, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τον στόχο της διασφαλίσεως ενός δίκαιου εισοδήματος στους παραγωγούς οίνου, ότι η επίδικη ενίσχυση έπρεπε να θεωρηθεί συμβατή με την κοινή αγορά, και τούτο εφόσον δεν είχε, εν πάση περιπτώσει, προκαλέσει πραγματική και μόνιμη διαταραχή στη λειτουργία της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (26).
59 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι τα γεγονότα τα οποία προβάλλονται από το Συμβούλιο, συνιστούν «εξαιρετικές περιστάσεις», κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης. Επίσης, ότι, στο πλαίσιο εκτιμήσεως πολύπλοκων οικονομικών καταστάσεων, στην οποία προβαίνει, το Συμβούλιο καλώς άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και δεν υπάρχει προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως τον οποίον προβάλλει η Επιτροπή, πρέπει να απορριφθεί.
Γ - Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως: πλημμελής αιτιολογία
60 Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο η Επιτροπή ζητεί την ακύρωση προβάλλοντας ότι η αιτιολογία της επίμαχης αποφάσεως του Συμβουλίου είναι ανεπαρκής, σύντομη, παρουσιάζει κενά και είναι εσφαλμένη (27).
61 Αφού ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως της Επιτροπής, δηλαδή της πρόδηλης πλάνης στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Συμβούλιο θεωρώντας ότι συνέτρεχαν οι εξαιρετικές περιστάσεις του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, έχει απορριφθεί, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως δεν χρειάζεται να εξετασθεί παρά μόνον καθόσον αφορά τα κενά που παρουσιάζει η αιτιολογία (28).
62 Θεωρώ ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, καίτοι συνοπτική, καταδεικνύει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία ότι, λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων, η ενίσχυση μπορούσε κατά παρέκκλιση να θεωρηθεί συμβατή προς την κοινή αγορά, κατά το απολύτως αναγκαίο μέτρο και χρονικό διάστημα (29). Από την αιτιολογία δε αυτή προκύπτει το ουσιώδες στοιχείο του επιδιωκομένου από το κοινοτικό όργανο στόχου, που ήταν η διασφάλιση ενός δίκαιου εισοδήματος στους Γάλλους αγρότες. Επομένως, είναι επαρκής και δεν παρουσιάζει κενά. Συνεπώς, και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
VI - Πρόταση
63 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1) Να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής.
2) Nα καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - Κανονισμός (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ 1987, L 84, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112).
(2) - Στο άρθρο 27, παράγραφοι 2, 3 και 4, του κανονισμού 822/87 ορίζονται τα εξής: «2. Για κάθε τύπο επιτραπέζιου οίνου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ορίζεται τιμή προσανατολισμού για κάθε περίοδο, πριν από την 1η Αυγούστου.3. Η τιμή προσανατολισμού καθορίζεται με βάση το μέσο όρο των τιμών που διαπιστώνονται για τον συγκεκριμένο τύπο οίνου κατά τις δύο περιόδους που προηγούνται της ημερομηνίας καθορισμού, καθώς και την εξέλιξη των τιμών της τρέχουσας αμπελουργικής περιόδου.(...) 4. Η τιμή προσανατολισμού καθορίζεται στο στάδιο της παραγωγής και εκφράζεται, ανάλογα με τον τύπο του οίνου, είτε σε ECU ανά % vol ανά εκατόλιτρο, είτε σε ECU ανά εκατόλιτρο.»
(3) - Κανονισμός (ΕΚ) 2028/94 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 1993, για την έναρξη της προληπτικής αποστάξεως που αναφέρεται στο άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 822/87 για την περίοδο εμπορίας 1994/1995 (ΕΕ 1994, L 206, σ. 5).
(4) - Bλ., παραδείγματος χάριν, τις αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, υπόθεση 78/76, Steinike & Weinlig (Συλλογή τόμος 1977, σ. 171, σκέψη 9, in fine), και της 17ης Μαρτίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-72/91 και C-73/91, Sloman Neptun (Συλλογή 1993, σ. Ι-887, σκέψη 11).
(5) - Βλ. την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, υπόθεση C-225/91, Μatra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3203, σκέψη 41).
(6) - Απόφαση 93/662/ΕΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση του εσωτερικού του κανονισμού· ΕΕ L 304 της 10ης Δεκεμβρίου 1993, σ. 1.
(7) - Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι σε περίπτωση ελλείψεως δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής κινείται αφής ο ενδιαφερόμενος έλαβε πλήρη γνώση του περιεχομένου και της αιτιολογίας της συγκεκριμένης πράξεως ώστε να μπορεί να κάνει χρήση του δικαιώματός του για την άσκηση προσφυγής. Πρβλ. τις αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 1990, Wirtschaftsvereinigung Eisen- und Stahlindustrie κατά Επιτροπής, υπόθεση C-180/88 (Συλλογή 1990, σ. Ι-4413, σκέψη 22), της 6ης Ιουλίου 1988, υπόθεση 236/86, Dillinger Hόttenwerke (Συλλογή 1988, σ. 3761, σκέψη 14) και της 9ης Ιανουαρίου 1997, υπόθεση C-143/95 Ρ, Επιτροπή κατά Socurte κ.λπ. (σκέψη 31), η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
(8) - Η αποσαφήνιση του ζητήματος αυτού είναι αναγκαία διότι η Επιτροπή διακρίνει (σημείο 9 των γραπτών παρατηρήσεών της επί της ενστάσεως απαραδέκτου του Συμβουλίου) μεταξύ της ημερομηνίας εκδηλώσεως της πολιτικής βουλήσεως του Συμβουλίου (22 Ιουνίου 1995) και της ημερομηνίας κοινοποιήσεώς της στον αποδέκτη της, κατά την οποία, όπως υποστηρίζει, διατυπώθηκε σε νομικό επίπεδο (27 Ιουλίου 1995).
(9) - Το Δικαστήριο άλλωστε αναγνωρίζει ότι η κοινοποίηση θα πρέπει να είναι νομότυπη και ότι οι ενδεχόμενες παρατυπίες δεν επιδρούν επί του κύρους της πράξεως, «είναι εξωτερικές σε σχέση με την πράξη», αλλά εμποδίζουν την έναρξη της προθεσμίας προσβολής της πράξεως· βλ. την απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972, υπόθεση 48/69, ICI (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 99, σκέψεις 39 καί 40).
(10) - Κατά τον εσωτερικό κανονισμό του (άρθρο 2, παράγραφος 1), ο Πρόεδρος του Συμβουλίου συντάσσει και απευθύνει στα άλλα μέλη του Συμβουλίου και την Επιτροπή την προσωρινή ημερήσια διάταξη κάθε συνόδου, τουλάχιστον 14 μέρες πριν την έναρξη της συνόδου. Επίσης, η Επιτροπή προσκαλείται να μετάσχει στις συνόδους του Συμβουλίου, εφόσον αυτό δεν αποφάσισε να συσκεφθεί χωρίς την παρουσία της Επιτροπής (άρθρο 4, παράγραφος 2).
(11) - Σημειωτέον ότι, κατά το Συμβούλιο, η Επιτροπή έλαβε, όπως και τα 15 μέλη του Συμβουλίου, τα έγγραφα που ετοιμάσθηκαν από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου για τη λήψη των αποφάσεων του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο υποστηρίζει επιπλέον ότι η Επιτροπή διέθετε και την προσωρινή ημερησία διάταξη για τη σύνοδο από 19 έως 22 Ιουνίου 1995 του Συμβουλίου Γεωργίας.
(12) - Σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που περιέχει την απόφαση περί παρεκτάσεως προθεσμιών λόγω αποστάσεως, αν οι διάδικοι δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, οι δικονομικές προθεσμίες παρεκτείνονται, λόγω αποστάσεως, για το Βασίλειο του Βελγίου κατά δύο ημέρες.
(13) - Θεωρώ ότι προς αυτή την λύση οδηγεί και η έρευνα της νομολογίας του Δικαστηρίου, το οποίο έχει κρίνει επανειλημμένα ότι «η αυστηρή εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων περί των δικονομικών προθεσμιών ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη ασφάλεια του δικαίου και στην ανάγκη αποφυγής κάθε διακρίσεως ή αυθαίρετης μεταχειρίσεως κατά την απονομή της δικαιοσύνης». Πρβλ. τις αποφάσεις της 26ης Νοεμβρίου 1985, υπόθεση 42/85, Cockerill-Sambre (Συλλογή 1985, σ. 3749, σκέψη 10) και της 12ης Ιουλίου 1984, υπόθεση 209/83, Ferriera Valsabbia κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3089, σκέψη 14) και τη διάταξη της 27ης Απριλίου 1988, υπόθεση 352/87, Farzoo και Kortmann κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2281, σκέψη 7).
(14) - Υπόθεση C-122/94 (Συλλογή 1996, σ. Ι-881). Βλ., επίσης, τις προτάσεις μου σε αυτήν την υπόθεση, που δημοσιεύθηκαν την 22α Νοεμβρίου 1995. Με αυτήν την απόφαση το Δικαστήριο απέρριψε προσφυγή της Επιτροπής, ασκηθείσα την 25η Απριλίου 1994, που αποσκοπούσε στην ακύρωση δύο αποφάσεων του Συμβουλίου της 21ης Φεβρουαρίου 1994, που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο της Συνθήκης, και αφορούσαν την χορήγηση εξαιρετικής ενισχύσεως για την απόσταξη ορισμένων οίνων στην Ιταλία και τη Γαλλία. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο είχε εγκρίνει τη χορήγηση συμπληρωματικής ενισχύσεως στους Γάλλους οινοπαραγωγούς για την περίοδο 1993/1994, που ανερχόταν σε μέγιστο ποσό ίσο με τη διαφορά ανάμεσα στα 24 FF % vol/hl, που αποτελούσε την τιμή στην αγορά την περίοδο εκείνη, και την ελάχιστη κοινοτική τιμή 2,06 ECU/ % vol/hl (η διαφορά ανερχόταν περίπου στα 8 FF) για την προληπτική απόσταξη. Επομένως, εξισωνόταν η τιμή της προληπτικής αποστάξεως με εκείνη του οίνου στην αγορά τη συγκεκριμένη αμπελουργική περίοδο. Επίσης, το Συμβούλιο είχε εγκρίνει τη χορήγηση συμπληρωματικής ενισχύσεως στους Ιταλούς οινοπαραγωγούς η οποία θα ανερχόταν σε ένα μέγιστο ποσό ίσο με τη διαφορά ανάμεσα στην ελάχιστη τιμή αγοράς προς προληπτική απόσταξη (2,06 ECU/ % vol/hl) και την τιμή προς υποχρεωτική απόσταξη (0,83 ECU/ % vol/hl). Δηλαδή, είχε εξισώσει την τιμή της υποχρεωτικής με εκείνη της προληπτικής αποστάξεως.
(15) - Aπόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 14.
(16) - Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «η εξουσία που απονέμει στο Συμβούλιο το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, μπορεί να ασκηθεί στον αμπελοοινικό τομέα εντός των ορίων που θέτει η διάταξη αυτή, δηλαδή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις». Βλ. την ανάλυση επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, στα σημεία 46 έως 71 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-122/94, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 14.
(17) - Aπόφαση που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 14 (σκέψη 18). Βλ., επίσης, και τις αποφάσεις της 17ης Μαου 1988, υπόθεση 84/87, Erpelding (Συλλογή 1988, σ. 2647, σκέψη 27), της 9ης Ιουλίου 1985, υπόθεση 179/84, Bozzetti (Συλλογή 1985, σ. 2301, σκέψη 30), της 11ης Ιουλίου 1989, υπόθεση 265/87, Schrδder (Συλλογή 1989, σ. 2237, σκέψεις 23 και 24) και της 21ης Φεβρουαρίου 1990, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 14).
(18) - Βλ. και την απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1980, υπόθεση 138/79, Roquette Frθres κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/III, σ. 313, σκέψη 25).
(19) - Απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 14 (σκέψη 19).
(20) - Για μία αναλυτικότερη προσέγγιση του εύρους της εξουσίας του Συμβουλίου κατά το άρθρο 93, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της εννοίας των «εξαιρετικών περιστάσεων» και του ζητήματος κατά πόσον υπάρχει εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός ή προφανώς εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, βλ. τα σημεία 75 έως 97 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 14.
(21) - Βλ. την ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 22).
(22) - Κατά την έκτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση απεφάσισε να χορηγήσει έκτακτη ενίσχυση στους Γάλλους αμπελουργούς για να αντισταθμίσει την πτώση του εισοδήματός τους και να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της προληπτικής αποστάξεως.
(23) - Πρβλ. τις ανάλογες επιφυλάξεις τις οποίες είχα διατυπώσει στο σημείο 94, των προτάσεών μου στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14 υπόθεση C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
(24) - Βλ. ενδεικτικά την απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, ήδη αναφερθείσα στην υποσημείωση 14 (σκέψη 24) και τις αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-133/93, C-300/93 και C-362/93, Crispoltoni κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-4863, σκέψη 32) και C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-4973, σκέψη 47).
(25) - Πρβλ. και τη σκέψη 25 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 14 αποφάσεως της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
(26) - Στη σκέψη 21 της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 14 αποφάσεως της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου το Δικαστήριο έκρινε τα εξής: «Συναφώς, πρέπει, κατ' αρχάς, να παρατηρηθεί ότι, έστω και αν η κατάσταση της αμπελοοινικής αγοράς ήταν παρόμοια προς αυτήν των προηγουμένων περιόδων, το Συμβούλιο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως θεωρώντας (...) χωρίς να αντικρουσθεί από την Επιτροπή, ότι η διαπιστωθείσα στις αρχές της περιόδου 1993/94 έλλειψη ισορροπίας στην κοινοτική αγορά οίνων ήταν ακριβώς δυνατό, λόγω του ότι εξακολουθούσε να υφίσταται μια τέτοια κατάσταση, ακριβώς λόγω του ότι παρατείνεται η κατάσταση αυτή, μπορούσε να συνεπάγεται, προκειμένου περί της Ιταλίας, τον κίνδυνο σοβαρών επιπτώσεων οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, ιδίως όσον αφορά τους μικρούς παραγωγούς και τους συνεταιρισμούς οινοποιείων, και, προκειμένου περί της Γαλλίας, τον κίνδυνο δημιουργίας κρισίμου καταστάσεως».
(27) - To Δικαστήριο στην ήδη μνημονευθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (σκέψη 29), απέρριψε ανάλογο λόγο ακυρώσεως τον οποίο είχε προβάλει η Επιτροπή, κρίνοντας τα εξής: «Καίτοι είναι αληθές ότι από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ αιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλομένη πράξη κατά τρόπο ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του, δεν απαιτείται ωστόσο η αιτιολογία να διευκρινίζει όλα τα καίρια πραγματικά και νομικά στοιχεία.» Βλ. επ' αυτού και την απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, υπόθεση C-466/93, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-3799, σκέψη 16). Και συνέχισε: «Πράγματι, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενό της αλλά και με το πλαίσιό της καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα. Κατά συνέπεια, εφόσον από την αμφισβητούμενη πράξη προκύπτει το ουσιώδες στοιχείο του επιδιωκομένου από το κοινοτικό όργανο στόχου, είναι περιττό να απαιτείται ειδική αιτιολογία για κάθε μια από τις τεχνικής φύσεως επιλογές του εν λόγω οργάνου.»
(28) - Τούτο δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, που ήδη μνημονεύθηκε στην υποσημείωση 14 (σκέψη 28).
(29) - Πρβλ. τη σκέψη 30, της μνημονευθείσας στην υποσημείωση 14, αποφάσεως της 29ης Φεβρουαρίου 1996, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
Full & Egal Universal Law Academy