ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
κ. ΓΕΩΡΓΊΟΥ ΚΟΣΜΆ
της 11ης Ιουλίου 1996 ( *1 )
1.
Με την παρούσα προσφυγή, που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία παρέβη την υποχρέωση της να μεταφέρει στην εσωτερική έννομη τάξη μια σειρά οδηγιών και συγκεκριμένα:
α)
την οδηγία 91/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με τους όρους υγειονομικοί) ελέγχου που διέπουν τη διάθεση στην αγορά ζώων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας ( 1 ), η οποία στο άρθρο 29, ορίζει τα εξής:
«1.
Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.
2.
(...)»,
β)
την οδηγία 91/492/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, περί καθορισμού των υγειονομικών κανόνων που διέπουν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των ζώντων δίθυρων μαλακίων ( 2 ), η οποία στο άρθρο 15 ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.
(...)»,
γ)
την οδηγία 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1991, περί καθορισμού των υγειονομικών κανόνων οι οποίοι διέπουν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των αλιευτικών προϊόντων ( 3 ), η οποία στο άρθρο 18 ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.
(...)», και τέλος,
δ)
την οδηγία 92/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1992, για τον καθορισμό των ελάχιστων κανόνων υγιεινής που εφαρμόζονται σε ορισμένα αλιευτικά προϊόντα που λαμβάνονται σε αλιευτικά σκάφη σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της οδηγίας 91/493/ΕΟΚ ( 4 ), η οποία στο άρθρο 4 ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη συμμόρφωση τους με την παρούσα οδηγία, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993. Ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.
(...)».
2.
Μετά την εκπνοή των ανωτέρω προθεσμιών, τη 12η Μαρτίου 1993, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο επέστησε την προσοχή της επί του γεγονότος ότι έως τότε δεν της είχαν κοινοποιηθεί τα μέτρα μεταφοράς των οδηγιών αυτών στην εσωτερική έννομη τάξη ούτε διέθετε άλλες σχετικές πληροφορίες και την κάλεσε να της γνωστοποιήσει, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή του εγγράφου, τις παρατηρήσεις της.
3.
Την 4η Μαΐου 1994, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία κάλεσε την Ιρλανδία να λάβει, εντός διμήνου από την παραλαβή της, τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση της στις οδηγίες.
4.
II Ιρλανδία, μέσω του μονίμου αντιπροσώπου της στις Κοινότητες, απήντησε στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής, με επιστολή της, με ημερομηνία 5 Ιουλίου 1993, óτι επίκειται η μεταφορά των οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη της.
5.
Την 16η Οκτωβρίου 1995, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου.
6.
Η Ιρλανδία, με το υπόμνημα απαντήσεως που κατέθεσε, δεν αρνείται ότι δεν έχει θέσει σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Αντιτείνει απλώς ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη η έκδοση υπουργικών κανονισμών (Ministerial Regulations) για τη ρύθμιση του θέματος.
7.
Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης του για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που τάσσει μια οδηγία ( 5 ).
8.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον η Ιρλανδία δεν έχει μεταφέρει εμπροθέσμως στην εσωτερική έννομη τάξη τις οδηγίες, στοιχειοθετείται η σχετική παράβαση την οποία επικαλείται η Επιτροπή.
Πρόταση
9.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο:
«1)
Να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία, μη εκδίδοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη μεταφορά στην εσωτερική της έννομη τάξη της οδηγίας 91/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 1991, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τη διάθεση στην αγορά ζώων και προϊόντων υδατοκαλλιέργειας, της οδηγίας 91/492/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, περί καθορισμού των υγειονομικών κανόνων που διέπουν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά ζώντων δίθυρων μαλακίων, της οδηγίας 91/493/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1991, περί καθορισμού των υγειονομικών κανόνων ol οποίοι διέπουν την παραγωγή και τη διάθεση στην αγορά των αλιευτικών προϊόντων, και της οδηγίας 92/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1992, για τον καθορισμό των ελάχιστων κανόνων υγιεινής που εφαρμόζονται σε ορισμένα αλιευτικά προϊόντα που λαμβάνονται σε αλιευτικά σκάφη σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο i, της οδηγίας 91/493/ΕΟΚ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των άρθρων 29, 15, 18 και 4 αντιστοίχως των προαναφερθεισών οδηγιών, και
2)
να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ελληνική.
( 1 ) ΕΕ 1991, L 46, ο. 1.
( 2 ) ΕΕ 1991, L 268, ο. 1.
( 3 ) ΕΕ 1991, L 268, σ. 15.
( 4 ) ΕΕ 1992, L 187. 41.
( 5 ) Βλ. ενδεικτικά την απόφαση της 2ας Μαΐου 1996, C-253/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. Ι - 2423, ακέψη 12).
Full & Egal Universal Law Academy