Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Finanzgericht Hamburg (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) υπέβαλε στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (1) (στο εξής: κανονισμός για το γάλα), δυνάμει του οποίου χορηγούνται επιστροφές για το γάλα που περιέχεται σε παρασκευάσματα με βάση τον καφέ, όχι όμως και για το γάλα που περιέχεται σε παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα καφέ. Το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε, επίσης, ερωτήματα σχετικά με τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (2) (στο εξής: τελωνειακός κανονισμός), καθώς και για τη δυνατότητα υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο στο πλαίσιο αποφάσεως περί λήψεως προσωρινών μέτρων.
Η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Οι κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση διατάξεις του κανονισμού για το γάλα είναι οι ακόλουθες:
«Άρθρο 17
Στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να επιτραπεί η εξαγωγή (...) με βάση τις τιμές (...) στο διεθνές εμπόριο, η διαφορά μεταξύ των τιμών αυτών και των τιμών μέσα στην Κοινότητα μπορεί να καλυφθεί από μια επιστροφή κατά την εξαγωγή.»
Στο παράρτημα του κανονισμού για το γάλα αναφέρονται τα προϋόντα για τα οποία μπορεί να χορηγηθεί επιστροφή για το ποσοστό γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων που περιέχουν:
«Παράρτημα
Κωδικός ΣΟ
Περιγραφή εμπορευμάτων
(...)
(...)
ex 2101 10
(...)
Παρασκευάσματα με βάση τον καφέ
(...)
(...)
(...)»
3 Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (3) (στο εξής: Κοινό Δασμολόγιο), προέβλεπε τα ακόλουθα:
Δασμοί
Κωδικός
ΣΟ
Περιγραφή εμπορευμάτων
αυτόνομοι
(%)
ή εισφορές
(AGR)
συμβατικοί
(%)
Συμπληρωματική
μονάδα
1
2
3
4
5
(...)
2101 10
2101 10 11
2101 10 19
2101 10 91
2101 10 99
(...)
(...)
- Εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ και παρασκευάσματα με βάση αυτά τα εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα ή με βάση τον καφέ:
- - Εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα:
- - - Περιεκτικότητας σε ξερές ουσίες που προέρχονται από τον καφέ ίσης ή ανώτερης του 95 % κατά βάρος
- - - ςΑλλα
- - Παρασκευάσματα:
- - - Που δεν περιέχουν λιπαρές ύλες που προέρχονται από το γάλα, πρωτενες γάλακτος, ζαραχόζη, ισογλυκόζη, γλυκόζη, άμυλα κάθε είδους ή που περιέχουν κατά βάρος λιγότερο του 1,5 % λιπαρές ύλες που προέρχονται από το γάλα, λιγότερο του 2,5 % πρωτενες γάλακτος, λιγότερο του 5 % ζαχαρόζη ή ισογλυκόζη, λιγότερο του 5 % γλυκόζη ή άμυλα κάθε είδους
- - - ςΑλλα
(...)
30
30
30
20,8
(...)
18
18
18
13 + MOB
(...)
-
-
-
-
(...)
4 Οι επεξηγηματικές σημειώσεις του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας επί του εναρμονισμένου συστήματος περιγραφής και κωδικοποίησης των εμπορευμάτων, το οποίο είναι γνωστό ως «εναρμονισμένο σύστημα», αναφέρουν τα εξής σχετικά με την κλάση 21.01:
«21.01 (...)
Η κλάση αυτή περιλαμβάνει:
1. Τα εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ (...). Παρουσιάζονται σε υγρή κατάσταση ή σε μορφή σκόνης και, κατά κανόνα, είναι ιδιαίτερα συμπυκνωμένα. Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνεται κυρίως ο στιγμιαίος καφές, ο οποίος συνίσταται σε αφέψημα καφέ, το οποίο έχει κατόπιν αφυδατωθεί, ή ακόμα σε αφέψημα καφέ το οποίο υποβλήθηκε σε κατάψυξη και κατόπιν αφυδατώθηκε σε κενό αέρα.
(...)
3. Τα παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα των ανωτέρω παραγράφων 1 και 2. Πρόκειται για παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ (...) [και όχι προκύπτοντα από προσθήκη καφέ (...) σε άλλες ουσίες] περιλαμβανομένων των εκχυλισμάτων, κ.λπ., στα οποία προστέθηκαν, κατά τη διαδικασία παρασκευής άμυλα και άλλοι υδρογονάνθρακες.
4. Τα παρασκευάσματα με βάση τον καφέ (...). Στα παρασκευάσματα αυτά περιλαμβάνονται ιδίως:
α. οι ζύμες καφέ που αποτελούνται από φρυγμένο αλεσμένο καφέ, φυτικά λίπη, κ.λπ., και ενίοτε άλλα συστατικά (...)
(...)»
5 Οι κρίσιμες για την παρούσα υπόθεση διατάξεις του τελωνειακού κανονισμού είναι οι ακόλουθες:
«Τίτλος Ι
Γενικές διατάξεις
Κεφάλαιο 1
Πεδίο εφαρμογής και βασικοί ορισμοί
Άρθρο 1
Η τελωνειακή νομοθεσία θα συνίσταται στον παρόντα κώδικα και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή του σε κοινοτικό ή σε εθνικό επίπεδο. Ο κώδικας θα εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που θεσπίζονται σε άλλους τομείς:
- στις συναλλαγές της Ευρωπαϋκής Κοινότητας με τις τρίτες χώρες,
- (...) Τίτλος IV
Τελωνειακοί προορισμοί
(...)
Κεφάλαιο 2
Τελωνειακά καθεστώτα
(...)
Τμήμα 4
Εξαγωγή
Άρθρο 161
1. Το καθεστώς εξαγωγής επιτρέπει την έξοδο κοινοτικού εμπορεύματος από το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.
Η εξαγωγή συνεπάγεται την επιβολή των εξαγωγικών δασμών και την εφαρμογή των μέτρων εμπορικής πολιτικής και των λοιπών διατυπώσεων που προβλέπονται για την έξοδο αυτή.
2. Με εξαίρεση τα (...) κάθε κοινοτικό εμπόρευμα που προορίζεται να εξαχθεί πρέπει να τεθεί υπό το καθεστώς εξαγωγής.
(...)
Τίτλος VIII
Δικαίωμα προσφυγής
Άρθρο 243
1. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας οι οποίες το αφορούν άμεσα και ατομικά.
Έχει επίσης δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή το πρόσωπο το οποίο έχει υποβάλει σχετική αίτηση στην αρμόδια τελωνειακή αρχή χωρίς όμως να επιτύχει την έκδοση απόφασης μέσα στην προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2.
Η προσφυγή πρέπει να ασκείται στο κράτος μέλος στο οποίο ελήφθη η απόφαση ή υπεβλήθη η αίτηση για την έκδοσή της.
2. Το δικαίωμα προσφυγής μπορεί να ασκηθεί:
α) σε πρώτο στάδιο, ενώπιον της τελωνειακής αρχής που ορίζεται για τον σκοπό αυτό από τα κράτη μέλη·
β) σε δεύτερο στάδιο, ενώπιον μιας ανεξάρτητης αρχής η οποία μπορεί να είναι μια δικαστική αρχή ή ένα ισοδύναμο ειδικευμένο όργανο σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη.
Άρθρο 244
Η άσκηση προσφυγής δεν επιφέρει την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ωστόσο, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναβάλουν εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, αν έχουν βάσιμους λόγους να αμφιβάλλουν για τη συμφωνία της προσβαλλόμενης απόφασης με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.
Όταν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών, η αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης εξαρτάται από την ύπαρξη ή τη σύσταση εγγύησης (...).»
Η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και τα προδικαστικά ερωτήματα
6 Η Krόger GmbH & Co. KG (στο εξής: Krόger) παράγει το προϋόν Cappuccino Tasse, το οποίο παρασκευάζεται με βάση εκχυλίσματα καφέ και περιέχει, μεταξύ άλλων, αποκοφυφωμένο γάλα. Κατά την εξαγωγή του προϋόντος, το έτος 1993, η Krόger εισέπραξε επιστροφή κατά την εξαγωγή για το ποσοστό αποκορυφωμένου γάλακτος/αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που περιείχετο στο εξαχθέν προϋόν, συνολικού ύψους 89 411 γερμανικών μάρκων (DM) (46 155 ECU). Η Krόger μετακύλισε την επιστροφή στους πελάτες της μέχρι του ποσού των 68 457,02 DM (35 338 ECU).
7 Με την από 3 Φεβρουαρίου 1994 επιστολή η Krόger ζήτησε από το Hauptzollamt Hamburg-Jonas να της εξηγήσει γιατί η θυγατρική της δεν έλαβε επιστροφή κατά την εξαγωγή του ιδίου προϋόντος. Με την από 11 Φεβρουαρίου 1994 επιστολή του το Hauptzollamt Hamburg-Jonas απάντησε ότι επιστροφές κατά την εξαγωγή χορηγούνται για το αποκορυφωμένο γάλα που περιέχεται σε παρασκευάσματα με βάση τον καφέ, όχι όμως και για το αποκορυφωμένο γάλα που περιέχεται σε παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα καφέ.
8 Με απόφαση της 30ής Μαου 1994, το Hauptzollamt Hamburg-Jonas ζήτησε την απόδοση 89 411 DM που είχαν χορηγηθεί ως επιστροφές καταβληθείσες στην Krόger λόγω εξαγωγής Cappuccino Tasse κατά το έτος 1993, με το αιτιολογικό ότι το ποσό αυτό είχε αχρεωστήτως καταβληθεί, καθόσον το προϋόν παρασκευάστηκε με βάση εκχυλίσματα καφέ και όχι με βάση καφέ.
9 Με επιστολή της 30ής Ιουνίου 1994 η Krόger υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι επί της διοικητικής αυτής ενστάσεως δεν έχει ακόμα ληφθεί απόφαση.
10 Στις 18 Ιουλίου 1994 η Krόger ζήτησε από το Hauptzollamt Hamburg-Jonas την αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως της 30ής Μαου 1994, της σχετικής με την απόδοση των επιστροφών. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε στις 3 Αυγούστου 1994.
11 Η Krόger προσέφυγε, κατόπιν αυτού, ενώπιον του Finanzgericht Hamburg, ζητώντας την αναστολή της εκτελέσεως. Με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1995, το Finanzgericht Hamburg, επικαλούμενο το άρθρο 244 του τελωνειακού κανονισμού, έκανε δεκτό το αίτημα της Krόger περί αναστολής της εκτελέσεως, με το σκεπτικό ότι υφίσταντο αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού για το γάλα. Το Finanzgericht Hamburg επέτρεψε, εξάλλου, την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως περί της αναστολής της εκτλέσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιβαίνει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68, σε συνδυασμό με το παράρτημά του, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 374/92, προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, καθιστάμενος επομένως ανίσχυρος, καθόσον δεν προβλέπει τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή γάλακτος/γαλακτοκομικών προϋόντων περιεχομένων σε παρασκευάσματα διατροφής της διακρίσεως 2101 10 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, τα οποία παρασκευάζονται με βάση εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ;
2) Εμποδίζει η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας την αναζήτηση καταβληθεισών επιστροφών κατά την εξαγωγή γάλακτος/γαλακτοκομικών προϋόντων, περιεχομένου/ων σε παρασκευάσματα διατροφής της διακρίσεως 2101 10 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και παραγομένων με βάση εκχυλίσματα καφέ;
3) Εφαρμόζεται το άρθρο 244 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 (τελωνειακός κώδικας) επί της αναστολής εκτελέσεως αποφάσεων με τις οποίες ζητείται η επιστροφή καταβληθεισών επιστροφών κατά την εξαγωγή;
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα: αΟταν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το κύρος της διατάξεως του κοινοτικού δικαίου επί της οποίας στηρίζεται η απόφαση, κρίνεται το αίτημα αναστολής εκτελέσεως κατά το άρθρο 244 του τελωνειακού κώδικα ή σύμφωνα με ποιες άλλες προϋποθέσεις;
5) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο τρίτο ερώτημα: Σύμφωνα με ποιες προϋποθέσεις κρίνεται το αίτημα αναστολής εκτελέσεως σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής διατάξεως επί της οποίας στηρίζεται η απόφαση;
6) Έχει το άρθρο 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ την έννοια ότι δεν παρέχει στο Finanzgericht τη δυνατότητα να επιτρέψει την άσκηση ενδίκου μέσου κατά το άρθρο 128, παράγραφος 3, δεύτερη φράση, σε συνδυασμό με το άρθρο 115, παράγραφος 2, σημείο 1, του κανονισμού λειτουργίας των Finanzgericht;»
Το πρώτο ερώτημα
12 Το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται στο αν το γεγονός ότι οι επιστροφές κατά την εξαγωγή χορηγούνται για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϋόντα που περιέχονται στα παρασκευάσματα με βάση τον καφέ όχι όμως για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϋόντα που περιέχονται στα παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα καφέ, συνιστά παραβίαση της απαγορεύσεως που επιβάλλει το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο αφορά κάθε είδους δυσμενή διάκριση μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών της Κοινότητας, έτσι ώστε ο κανονισμός για το γάλα να καθίσταται ανίσχυρος.
13 Η Krόger υποστήριξε ότι ο κανονισμός για το γάλα αντιβαίνει στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δεδομένου ότι δύο όμοια ή παρόμοια προϋόντα αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό, χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος. Τα δύο προϋόντα χρησιμοποιούνται ως προϋόντα διατροφής και ως ημιτελή προϋόντα στη βιομηχανία τροφίμων. Οι καταναλωτές δεν διακρίνουν μεταξύ των ποτών που διατίθενται στο εμπόριο με την ονομασία «καφές» και τα οποία παράγονται από εκχυλίσματα καφέ και των προϋόντων τα οποία παρασκευάζονται με βάση φρυγμένο καφέ. Η επιλογή της βιομηχανίας τροφίμων μεταξύ των δύο αυτών πρώτων υλών ή των δύο αυτών ημιτελών προϋόντων γίνεται αποκλειστικώς με βάση την τιμή. Τα επιστρεφόμενα ποσά συμβάλλουν σημαντικά στην χονδρική πώληση και, κατά συνέπεια, η διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ των παρασκευασμάτων με βάση τον καφέ και των παρασκευασμάτων με βάση εκχυλίσματα καφέ συνεπάγεται στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η διαφορά μεταχειρίσεως δεν είναι θεωρητική, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, υπάρχουν παρασκευάσματα με βάση τον καφέ και με προσθήκη γάλακτος για τα οποία παρέχονται επιστροφές.
14 Η Επιτροπή και το Συμβούλιο υποστήριξαν ότι δεν πρόκειται για όμοια προϋόντα και επικαλέστηκαν σχετικώς τις επεξηγηματικές σημειώσεις του Συμβουλίου Τελωνειακής Συνεργασίας, οι οποίες αναφέρουν ως παράδειγμα παρασκευασμάτων με βάση τον καφέ τις ζύμες καφέ και ως παράδειγμα παρασκευασμάτων με βάση εκχυλίσματα καφέ τον στιγμιαίο καφέ. Τα συστατικά, η διαδικασία παρασκευής και η τιμή διαφέρουν. Εξάλλου, τα παρασκευάσματα με βάση τον καφέ προσφέρονται σε ορισμένα καταστήματα, ενώ τα παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα καφέ προσφέρονται σε άλλου είδους καταστήματα. Τα παρασκευάσματα με βάση τον καφέ έχουν γεύση διαφορετική από εκείνη των παρασκευασμάτων με βάση εκχυλίσματα καφέ και αφήνουν υπολείμματα μετά τη χρήση· συνεπώς, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα καφέ.
Εξάλλου, η αξία του αποκορυφωμένου γάλακτος/αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που περιέχεται στα παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα καφέ είναι χαμηλή σε σχέση με τη συνολική τιμή των εν λόγω προϋόντων. Συνεπώς, ο κίνδυνος να υποκαταστήσουν οι παραγωγοί το αποκορυφωμένο γάλα/αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη με άλλο προϋόν είναι μικρός και γι' αυτόν τον λόγο δεν κρίθηκε αναγκαία η χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή για το αποκορυφωμένο γάλα/αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που περιέχεται στα παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα καφέ. Αντιθέτως, η αξία του αποκορυφωμένου γάλακτος/αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη αποτελεί σημαντικό ποσοστό της συνολικής τιμής των παρασκευασμάτων με βάση τον καφέ και γι' αυτόν τον λόγο κρίθηκε αναγκαία η χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή αυτών των προϋόντων.
Η ένωση παραγωγών διαλυτού καφέ των χωρών της ΕΟΚ (Afcasole, Παρίσι), η ευρωπαϋκή ομοσπονδία των ενώσεων επιχειρήσεων φρυγμένου καφέ (EUCA, Βρυξέλλες) και η Kaffeerφsterverband, Αμβούργο, πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν στην αγορά παρασκευάσματα με βάση τον καφέ και με προσθήκη γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων.
15 Εξάλλου, το Συμβούλιο υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, δυσμενής διάκριση μπορεί να διαπιστωθεί μόνον κατόπιν συγκεκριμένης συγκρίσεως των πραγματικών συνεπειών της διαφορετικής μεταχειρίσεως δύο ομάδων επιχειρηματιών και όχι με βάση καθαρώς θεωρητικά συμπεράσματα από την ανάλυση των διατάξεων της σχετικής κανονιστικής ρυθμίσεως. Η Krόger δεν απέδειξε την ύπαρξη επιχειρηματιών που να αντιμετωπίζονται ευνοϋκότερα από την ίδια. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η τυχόν δυνατότητα υποκαταστάσεως μεταξύ τους ορισμένων προϋόντων δεν αποκλείει τη δυνατότητα να αποδειχθεί ότι συντρέχει διαφορετική μεταχείριση.
16 Από τη γραμματική ανάλυση της δασμολογικής κλάσεως 2101 10 προκύπτει ότι το Κοινό Δασμολόγιο διακρίνει σαφώς μεταξύ, αφενός, των παρασκευασμάτων «με βάση εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα» καφέ και, αφετέρου, των παρασκευασμάτων «με βάση τον καφέ». Από καθαρώς γραμματικής απόψεως, η διάκριση αυτή προκύπτει από την επανάληψη της εκφράσεως «με βάση τον» μετά το μόριο «και». Δεν είχε κριθεί τότε αναγκαίο να προβλεφθεί χωριστή διάκριση για κάθε ένα από τα προϋόντα αυτά στο Κοινό Δασμολόγιο· αντιθέτως, διαχωρίζοντας τα παρασκευάσματα μεταξύ των κλάσεων 2101 10 91 και 2101 10 99, επιτεύχθηκε η διάκριση μεταξύ των δύο κυρίων ομάδων παρασκευασμάτων.
17 Κατά τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ο κοινοτικός νομοθέτης έκρινε αναγκαίο, κατά την έκδοση του κανονισμού για το γάλα, να προβλέψει τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή γαλακτοκομικών προϋόντων περιεχομένων σε παρασκευάσματα «με βάση τον καφέ», όταν η αξία των γαλακτοκομικών προϋόντων που περιέχουν τα εν λόγω παρασκευάσματα είναι σχετικά υψηλή. Αντιθέτως, δεν έκρινε αναγκαία τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή γαλακτοκομικών προϋόντων περιεχομένων σε παρασκευάσματα «με βάση εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα» καφέ, επειδή η αξία των γαλακτοκομικών προϋόντων που περιέχονται σε τέτοιου είδους εμπορεύματα είναι σχετικά χαμηλή.
18 Δεδομένου ότι το Κοινό Δασμολόγιο δεν περιείχε χωριστές διακρίσεις για τα παρασκευάσματα «με βάση εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα» καφέ και για τα παρασκευάσματα «με βάση τον καφέ», ο κανονισμός για το γάλα δεν μπορούσε, για καθαρώς νομοτεχνικούς λόγους, να παραπέμψει απλώς σε μια ορισμένη κλάση του Κοινού Δασμολογίου. Επιβαλλόταν, κατά συνέπεια, κατά την κατάρτιση του κανονισμού για το γάλα, να διευκρινιστεί, στο πλαίσιο της παραπομπής στην αντίστοιχη δασμολογική κλάση, την κλάση 2101 10, ότι μόνο τα γαλακτοκομικά προϋόντα τα περιεχόμενα σε παρασκευάσματα «με βάση τον καφέ» παρέχουν δικαίωμα για χορήγηση ενισχύσεως, το δε γεγονός ότι πρόκειται για ένα τμήμα της σχετικής κλάσεως υπογραμμίστηκε με την προσθήκη του προθέματος ex πριν από τον αριθμό της κλάσεως, προς υποδήλωση του γεγονότος ότι πρόκειται για εμπορεύματα αποσπασμένα από τη δασμολογική αυτή κλάση.
19 Δεν έχει καμία σημασία αν υπήρξαν, αν υπάρχουν σήμερα ή αν θα υπάρξουν στο μέλλον παρασκευάσματα με βάση τον καφέ και με προσθήκη γάλακτος. Κατ' αρχήν, τα προϋόντα αυτά χρησιμοποιούνται π.χ. στις μηχανές για καφέ expresso. Δεν υπάρχει λόγος αμφισβητήσεως της ορθότητας της παρατηρήσεως του Συμβουλίου και της Επιτροπής κατά την οποία η αξία των γαλακτοκομικών προϋόντων που περιέχονται στα παρασκευάσματα «με βάση εκχυλίσματα, αποστάγματα ή συμπυκνώματα» καφέ είναι μικρότερη από την αξία των γαλακτοκομικών προϋόντων που περιέχονται σε παρασκευάσματα «με βάση τον καφέ». Η αιτία αυτής της διαφοράς αξίας δεν διευκρινίζεται. Η διαφορά εξηγείται ίσως από το γεγονός ότι η αξία του καφέ στα παρασκευάσματα που περιέχουν γαλακτοκομικά προϋόντα είναι υψηλότερη, όταν όλα τα άλλα στοιχεία μένουν ίδια, στην περίπτωση που πρόκειται για παρασκεύασμα «με βάση εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα» σε σχέση με την περίπτωση που πρόκειται για παρασκεύασμα «με βάση τον καφέ», δεδομένου ότι το πρώτο προϋόν προϋποθέτει μεταποίηση του δευτέρου.
20 Δεν έχει σχετικώς σημασία αν η Συνδυασμένη Ονοματολογία τροποποιήθηκε κατόπιν, συγκεκριμένα με τον κανονισμό (ΕΚ) 3115/94 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1994 (4), ώστε να υπάρχουν σήμερα δύο διακρίσεις (5) για τα παρασκευάσματα, εκ των οποίων η μία περιλαμβάνει τα παρασκευάσματα με βάση αποστάγματα καφέ και η άλλη τα άλλα προϋόντα. Ο εν λόγω κανονισμός τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995, όμως το Hauptzollamt Hamburg-Jonas είχε ήδη αποφανθεί, στις 11 Φεβρουαρίου 1994, ότι δεν έπρεπε να χορηγηθούν επιστροφές για το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϋόντα που περιέχονται σε παρασκευάσματα με βάση αποστάγματα καφέ. Κατά τη γνώμη μου, δεν συντρέχει λόγος να υποτεθεί ότι η απόφαση που έλαβε το Hauptzollamt Hamburg-Jonas στις 11 Φεβρουαρίου 1994 επηρεάστηκε από τις τροποποιήσεις που επέφερε ο κανονισμός της 20ής Δεκεμβρίου 1994 στο Κοινό Δασμολόγιο.
21 Επιβάλλεται, συνεπώς, να εξεταστεί αν το γεγονός ότι οι επιστροφές χορηγούνται για τα γαλακτοκομικά προϋόντα που περιέχονται σε παρασκευάσματα με βάση τον καφέ, όχι όμως για τα γαλακτοκομικά προϋόντα που περιέχονται σε παρασκευάσματα με βάση αποστάγματα καφέ, συνιστά διάκριση κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
22 Προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη διακρίσεως πρέπει, κατ' αρχήν, να εξεταστεί αν τα παρασκευάσματα με βάση αποστάγματα καφέ με προσθήκη γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων και τα παρασκευάσματα με βάση τον καφέ με προσθήκη γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων μπορούν να υποκατασταθούν μεταξύ τους. Το Δικαστήριο έχει ελάχιστα στοιχεία στη διάθεσή του προκειμένου να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, πράγμα που περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι δεν υφίστανται προφανώς προς το παρόν παρασκευάσματα με βάση τον καφέ με προσθήκη γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων. Η Krόger δεν απέδειξε την ύπαρξη συγκεκριμένου προϋόντος που θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς για την ανάλυση της δυνατότητας υποκαταστάσεως του ενός προϋόντος με το άλλο. Κατά τη γνώμη μου δεν απαιτείται να δοθεί απάντηση στο ζήτημα αν τα δύο προϋόντα είναι μεταξύ τους υποκαταστατά.
23 Όπως προανέφερα, η αξία του γάλακτος/των γαλακτοκομικών προϋόντων που περιέχονται στα παρασκευάσματα με βάση εκχυλίσματα καφέ, κ.λπ. αντιπροσωπεύει σχετικώς μικρότερο ποσοστό της τελικής τιμής απ' ό,τι η αξία του γάλακτος/των γαλακτοκομικών προϋόντων που περιέχονται στα παρασκευάσματα με βάση τον καφέ. Όπως σημείωσαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, ο κίνδυνος υποκαταστάσεως του γάλακτος με άλλο προϋόν αυξάνει όσο αυξάνει το ποσοστό που αντιπροσωπεύει η αξία του γάλακτος στην τιμή του τελικού προϋόντος. Για τον λόγο αυτό κρίθηκε απλώς αναγκαίο να προβλεφθεί η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή για το ποσοστό του γάλακτος στα παρασκευάσματα με βάση τον καφέ. Νομίζω ότι αυτό συνιστά έναν αξιόλογο αντικειμενικό λόγο διαφορετικής μεταχειρίσεως των παρασκευασμάτων με βάση τον καφέ με προσθήκη γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων και των παρασκευασμάτων με βάση εκχυλίσματα καφέ με προσθήκη γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων.
24 Για τους λόγους αυτούς προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα την απάντηση ότι από την ανάλυση, βάσει της διατάξεως παραπομπής και των λοιπών στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού για το γάλα.
Το δεύτερο ερώτημα
25 Με το δεύτερο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο θέτει το ζήτημα αν η παραβίαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης αποκλείει την προβολή αιτήματος αποδόσεως μιας επιστροφής κατά την εξαγωγή που χορηγήθηκε για το γάλα ή τα γαλακτοκομικά προϋόντα τα περιεχόμενα σε παρασκευάσματα διατροφής με βάση εκχυλίσματα καφέ.
26 Το ερώτημα αυτό προϋποθέτει ότι στο πλαίσιο της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα έχει διαπιστωθεί ότι το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης έχει παραβιαστεί. Όπως, όμως, προανέφερα, δεν συντρέχει μια τέτοια περίπτωση. Συνεπώς, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Το τρίτο ερώτημα
27 Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν το άρθρο 244 του τελωνειακού κανονισμού ρυθμίζει το ζήτημα της αναστολής εκτελέσεως μιας αποφάσεως με την οποία ζητείται η απόδοση μιας επιστροφής κατά την εξαγωγή.
28 Η Krόger υποστήριξε ότι απόφαση με την οποία ζητείται η απόδοση επιστροφών κατά την εξαγωγή συνιστά απόφαση των τελωνειακών αρχών η οποία αφορά την εφαρμογή της τελωνειακής κανονιστικής ρυθμίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 243, παράγραφος 1, του τελωνειακού κανονισμού. Το άρθρο 1, πρώτη φράση, του τελωνειακού κανονισμού χαρακτηρίζει, βεβαίως, ως τελωνειακή κανονιστική ρύθμιση μόνο τον τελωνειακό κανονισμό και τις διατάξεις που λαμβάνονται προς εκτέλεσή του, ωστόσο, το πεδίο εφαρμογής του εκτείνεται, κατά το άρθρο 1, δεύτερη φράση, στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών που αφορούν εμπορεύματα υποκείμενα στις κοινοτικές συνθήκες. Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή αφορούν αναγκαστικώς την εξαγωγή εμπορευμάτων προς τρίτες χώρες και κατά συνέπεια εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του τελωνειακού κανονισμού. Τα άρθρα 161 και 162 του τελωνειακού κανονισμού επιβεβαιώνουν ότι η τελωνειακή κανονιστική ρύθμιση περιλαμβάνει επίσης τη διαδικασία εξαγωγής. Η διαδικασία επιστροφών κατά την εξαγωγή αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας εξαγωγής ή τουλάχιστον συνδέεται στενώς με τη διαδικασία αυτή και, κατά συνέπεια, εμπίπτει στην τελωνειακή κανονιστική ρύθμιση υπό ευρεία έννοια.
29 Η Επιτροπή και το Hauptzollamt Hamburg-Jonas υποστήριξαν ότι η αναστολή εκτελέσεως επιτρέπεται, κατά το άρθρο 244 του τελωνειακού κανονισμού, μόνο στο πλαίσιο της ουσιαστικής εφαρμογής του τελωνειακού κανονισμού, που οριοθετείται από τα τέλη εξαγωγής και τα τέλη εισαγωγής. Η απόδοση των επιστροφών που έχουν αδικαιολογήτως καταβληθεί δεν εμπίπτει σ' αυτό το πεδίο εφαρμογής.
30 Η Επιτροπή σημείωσε, εξάλλου, ότι οι επιστροφές κατά την εξαγωγή στηρίζονται σε ειδικές διατάξεις των διαφόρων οργανώσεων αγοράς. Κατά την ορολογία του τελωνειακού κανονισμού (βλ. άρθρο 1), πρόκειται για «ειδικούς κανόνες που θεσπίζονται σε άλλους τομείς». Το γεγονός ότι η χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή εξαρτάται από την πραγματική εξαγωγή και, επομένως, συνδέεται με τη διαδικασία εξαγωγής που ρυθμίζουν τα άρθρα 161 και 162 του τελωνειακού κανονισμού δεν συνεπάγεται διεύρυνση του πεδίου ουσιαστικής εφαρμογής του τελωνειακού κανονισμού. Το άρθρο 244, δεύτερο εδάφιο, του τελωνειακού κανονισμού δεν επιτρέπει την αναστολή της εκτελέσεως μιας αποφάσεως παρά μόνον όταν συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν βασίμως αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον συμβιβάζεται η απόφαση με την τελωνειακή κανονιστική ρύθμιση, ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας, όχι όμως όταν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το κύρος του κοινοτικού δικαίου βάσει του οποίου εκδόθηκε η απόφαση. Εξάλλου, τα κριτήρια αυτά, από τα οποία εξαρτάται η αναστολή της εκτελέσεως, εφαρμόζονται, κατά το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, μόνο επί των τελωνειακών αρχών. Αντιθέτως, το άρθρο 244 δεν προσδιορίζει κριτήρια για την αναστολή που αποφασίζεται από τις δικαστικές αρχές ή από ισοδύναμο όργανο (βλ. το άρθρο 243, παράγραφος 2, στοιχείο ββ). Συνεπώς, το άρθρο 244 δεν μπορεί να αποτελέσει τον γενικό κανόνα στον τομέα των προσωρινών μέτρων.
31 Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 243, παράγραφος 1, του τελωνειακού κανονισμού ορίζει ότι όλοι έχουν το δικαίωμα να ασκούν προσφυγή κατά των αποφάσεων που έλαβαν οι τελωνειακές αρχές και οι οποίες αφορούν την εφαρμογή της τελωνειακής κανονιστικής ρυθμίσεως και τους αφορούν άμεσα και ατομικά. Εξάλλου, το άρθρο 244 ορίζει ότι η προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα, αλλά ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναβάλουν εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση της αμφισβητούμενης αποφάσεως, αν έχουν βάσιμους λόγους να αμφιβάλλουν για τη συμφωνία της με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο.
32 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι οι αποφάσεις των οποίων μπορεί να διαταχθεί η αναστολή είναι εκείνες που αφορούν την εφαρμογή της τελωνειακής κανονιστικής ρυθμίσεως. Δυνάμει του άρθρου 1 του τελωνειακού κανονισμού, η τελωνειακή κανονιστική ρύθμιση αποτελείται από τον τελωνειακό κανονισμό και από τις διατάξεις που έχουν ληφθεί προς εφαρμογή του. Η τελωνειακή κανονιστική ρύθμιση αφορά την επιβολή τελών εισαγωγής και εξαγωγής. Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή συνιστούν πληρωμές και, συνεπώς, δεν αποτελούν, κατ' αρχήν, τελωνειακούς δασμούς ή επιβαρύνσεις. Επίσης, απόφαση σχετική με την απόδοση επιστροφών κατά την εξαγωγή δεν λαμβάνεται βάσει της τελωνειακής κανονιστικής ρυθμίσεως, αλλά βάσει των διατάξεων που αφορούν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή στο πλαίσιο της οικείας αγοράς. Συνεπώς, δεν συντρέχει η προϋπόθεση της υπάρξεως βασίμων λόγων αμφιβολίας για τη συμφωνία της αμφισβητούμενης αποφάσεως με την τελωνειακή κανονιστική ρύθμιση, από την οποία εξαρτάται η αναστολή της εκτελέσεως κατά το άρθρο 244, δεύτερο εδάφιο, στις υποθέσεις που αφορούν αιτήσεις αποδόσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή.
33 Κατά τα λοιπά συμφωνώ με την επιχειρηματολογία της Επιτροπής.
34 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο τρίτο ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 244 του τελωνειακού κανονισμού έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεων αποδόσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή.
Το τέταρτο ερώτημα
35 Το τέταρτο ερώτημα είναι διατυπωμένο έτσι ώστε να τίθεται μόνο στην περίπτωση που η απάντηση στο τρίτο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 244 του τελωνειακού κανονισμού έχει την έννοια ότι ρυθμίζει την αναστολή της εκτελέσεως αποφάσεων σχετικών με την απόδοση επιστροφών κατά την εξαγωγή. Ενόψει της απαντήσεως που προτείνω για το τρίτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Το πέμπτο ερώτημα
36 Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί επί ποιας βάσεως μπορεί ένα εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί της αναστολής εκτελέσεως μιας διοικητικής αποφάσεως στην περίπτωση που υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανόνα του κοινοτικού δικαίου κατ' εφαρμογήν του οποίου ελήφθη η διοικητική απόφαση.
37 Η Επιτροπή επικαλείται τις γενικές αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την αναστολή της εκτελέσεως μιας εθνικής διοικητικής πράξεως που στηρίζεται σε κοινοτικό κανονισμό [βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Φεβρουαρίου 1991, Zuckerfabrik Sόderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest (6), και της 9ης Νοεμβρίου 1995, Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Ι)] (7). Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν απαιτείται προσαρμογή αυτής της νομολογίας στο άρθρο 244 του τελωνειακού κανονισμού. Η διάταξη αυτή επιτρέπει την αναστολή της εκτελέσεως στην περίπτωση που υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το κύρος ή στην περίπτωση που συντρέχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας. Θα μπορούσαν ίσως να χορηγηθούν τόσο ευρείες εξουσίες στα εθνικά δικαστήρια στον τελωνειακό τομέα, αποκλείεται όμως να χορηγηθούν σε όλους τους τομείς. Προς διασφάλιση των δικαιωμάτων άμυνας των κοινοτικών οργάνων, επιβάλλεται να συμπληρωθούν οι προϋποθέσεις από τις οποίες οι προαναφερθείσες αποφάσεις εξαρτούν τη λήψη προσωρινών μέτρων, με την προσθήκη μιας προϋποθέσεως, δυνάμει της οποίας το εθνικό δικαστήριο πρέπει να παρέχει δυνατότητα διατυπώσεως γνώμης στο κοινοτικό όργανο που εξέδωσε την πράξη της οποίας το κύρος αμφισβητείται.
38 Η Krόger υποστήριξε ότι το άρθρο 244 του τελωνειακού κανονισμού θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατ' αναλογία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η διαδικασία εξαγωγής προσομοιάζει πολύ με τη διαδικασία της επιστροφής κατά την εξαγωγή και, στην περίπτωση της μη κατ' αναλογία εφαρμογής, το κοινοτικό δίκαιο θα παρουσίαζε κενά που θα προκαλούσαν δυσμενή διάκριση.
39 Το Δικαστήριο διευκρίνισε, προσφάτως στην υπόθεση Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Ι) προαναφερθείσα, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων αναφορικά με εθνική πράξη στηριζόμενη σε κοινοτικό κανονισμό. Κατά τη νομολογία αυτή, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων:
«- εφόσον το δικαστήριο αυτό έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής πράξεως και εφόσον, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει ήδη επιληφθεί ερωτήματος σχετικού με το κύρος της αμφισβητούμενης πράξεως, του υποβάλει σχετικό ερώτημα·
- εφόσον συντρέχει περίπτωση επείγοντος, υπό την έννοια ότι τα προσωρινά μέτρα είναι αναγκαία προκειμένου να μην υποστεί ο αιτών σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία·
- εφόσον το εν λόγω δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας·
- εφόσον, κατά την εκτίμηση όλων αυτών των προϋποθέσεων, το εθνικό δικαστήριο σέβεται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων επί της νομιμότητας του κανονισμού ή διάταξη εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για τη λήψη, στο κοινοτικό επίπεδο, παρομοίων προσωρινών μέτρων».
40 Όπως προανέφερα, το άρθρο 244 του τελωνειακού κανονισμού δεν εφαρμόζεται επί των αιτήσεων αποδόσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή που έχουν αδικαιολογήτως καταβληθεί. Η επιβολή τελωνειακών δασμών και επιβαρύνσεων στους ιδιώτες και η προς αυτούς απόδοση δασμών που αδικαιολογήτως επιβλήθηκαν έχει, κατά τη γνώμη μου, εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα από την καταβολή επιστροφών κατά την εξαγωγή και την απόδοση επιστροφών οι οποίες ενδεχομένως καταβλήθηκαν αδικαιολογήτως σε ιδιώτες, αυτή δε η διαφορά υπογραμμίζεται και όταν πρόκειται για τις προϋποθέσεις αναστολής της εκτελέσεως τέτοιων αποφάσεων.
41 Θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι το αιτούν δικαστήριο θα έπρεπε να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως περί αποδόσεως των επιστροφών, την οποία υπέβαλε η Krόger, σύμφωνα με τα κριτήρια που προσδιόρισε το Δικαστήριο στη νομολογία του, όπως αυτή, πλέον προσφάτως, διατυπώθηκε στην υπόθεση Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Ι), προαναφερθείσα.
42 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι ένα εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί, χωρίς τη συνδρομή των κοινοτικών οργάνων, να εκτιμήσει τις επιπτώσεις των προσωρινών μέτρων ως προς το συμφέρον της Κοινότητας και ότι, κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις που προσδιόρισε η νομολογία πρέπει να συμπληρωθούν με την επιβολή της υποχρεώσεως του εθνικού δικαστηρίου να παράσχει στο κοινοτικό όργανο που εξέδωσε την πράξη, η νομιμότητα της οποίας αμφισβητείται, τη δυνατότητα να διατυπώσει σχετικώς τη γνώμη του.
43 Από το προαναφερθέν απόσπασμα της αποφάσεως Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Ι), προκύπτει ότι, για να μπορέσει ένα εθνικό δικαστήριο να διατάξει τη λήψη προσωρινών μέτρων αναφορικά με εθνική πράξη στηριζόμενη σε κοινοτικό κανονισμό, πρέπει το δικαστήριο αυτό να λάβει δεόντως υπόψη του το συμφέρον της Κοινότητας. Οι λόγοι αυτής της υποχρεώσεως εξηγούνται στις σκέψεις 42 έως 45 της αποφάσεως Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Ι). Κατά τη σκέψη 43, προς εκπλήρωση αυτής του της υποχρεώσεως να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, κατ' αρχάς, να εξετάσει μήπως, σε περίπτωση που δεν εφαρμοστεί άμεσα, η αμφισβητούμενη κοινοτική πράξη απωλέσει κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
44 Η νομολογία του Δικαστηρίου η σχετική με τα προσωρινά μέτρα παρέχει σχετικώς ευρεία αρμοδιότητα στα εθνικά δικαστήρια. Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να την ασκούν με σύνεση και επιφυλακτικότητα. Βεβαίως, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς ότι, σε ορισμένες υποθέσεις, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να έχει τη δυνατότητα, όταν οι εθνικοί του δικονομικοί κανόνες το επιτρέπουν, να απευθύνεται απ' ευθείας στην Επιτροπή προκειμένου π.χ. να ζητήσει εξηγήσεις ως προς τους λόγους της μιας ή της άλλης διατάξεως. Πάντως, κατά γενικό κανόνα, το εθνικό δικαστήριο είναι φυσικό να κρίνει προσφορότερο να ζητήσει από τους διαδίκους και την εισαγγελική αρχή, στις ποινικές υποθέσεις, να προσκομίσουν τα απαιτούμενα πληροφοριακά στοιχεία ως προς την άποψη των κοινοτικών οργάνων στο συγκεκριμένο θέμα, στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται προκειμένου το εθνικό δικαστήριο να μπορέσει να εκτιμήσει το συμφέρον της Κοινότητας. Δεν νομίζω ότι μια υπόθεση όπως η παρούσα προσφέρεται για την αποσαφήνιση του τρόπου σύμφωνα με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να μεριμνούν για την προάσπιση των συμφερόντων της Κοινότητας.
45 Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώτημα αυτό την απάντηση ότι ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως μιας εθνικής πράξεως στηριζόμενης σε κοινοτικό κανονισμό μόνον όταν:
- το δικαστήριο αυτό έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής πράξεως και όταν, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει ήδη επιληφθεί ερωτήματος σχετικού με το κύρος της αμφισβητούμενης πράξεως, του υποβάλει το ίδιο σχετικό ερώτημα·
- όταν συντρέχει επείγων χαρακτήρας, υπό την έννοια ότι τα προσωρινά μέτρα είναι αναγκαία προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος βαρείας και ανεπανόρθωτης ζημίας του διαδίκου ο οποίος ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων·
- όταν το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας·
- όταν, υπό τον όρο της αξιολογήσεως όλων αυτών των προϋποθέσεων, το εθνικό δικαστήριο συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου τις σχετικές με τη νομιμότητα του κανονισμού ή προς διάταξη ασφαλιστικών μέτρων με την οποία παρέχονται, στο κοινοτικό επίπεδο, ανάλογα προσωρινά μέτρα.
Το έκτο ερώτημα
46 Το έκτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται στο αν το άρθρο 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι απαγορεύει σε εθνικό δικαστήριο, το οποίο διέταξε την αναστολή εκτελέσεως μιας διοικητικής αποφάσεως, να επιτρέψει, στο πλαίσιο της υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο, την άσκηση αναιρέσεως κατά αυτής της αποφάσεως περί αναστολής.
47 Η Επιτροπή υποστήριξε ότι εθνικό δικαστήριο δεν παραβαίνει την υποχρέωσή του να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο πλαίσιο μιας αποφάσεως περί λήψεως προσωρινών μέτρων αν επιτρέψει την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής. Πράγματι, αν το εθνικό δικαστήριο που θα αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως, ακυρώσει την απόφαση περί λήψεως προσωρινών μέτρων, αίρεται ο λόγος που θεμελιώνει την υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος. Εξάλλου, η άδεια ασκήσεως αναιρέσεως δεν επηρεάζει το δικαίωμα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος. Κατά τη γερμανική νομολογία, μια υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας υποβάλλεται προδικαστικό ερώτημα εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία της σε επίπεδο αρχής, πράγμα που συνεπάγεται ότι επιβάλλεται να επιτραπεί η άσκηση της αναιρέσεως κατά αποφάσεως που διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων. Συνεπώς, οι διατάξεις του Finanzgerichtsordnung (κώδικα δικονομίας των φορολογικών δικαστηρίων) καθιστούν δυνατό τον εκ μέρους ενός ανωτέρου δικαστηρίου έλεγχο της συρροής των προϋποθέσεων για τη λήψη προσωρινών μέτρων, πράγμα που αποβαίνει προς το συμφέρον του κοινοτικού δικαίου.
48 Υπενθυμίζω ότι εθνικό δικαστήριο το οποίο διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων, λόγω αμφιβολιών ως προς το κύρος του κοινοτικού δικαίου, υποχρεούται, δυνάμει της νομολογίας του Δικαστηρίου [βλ., τελευταία, την απόφαση Atlanta Fruchthandelsgesellschaft κ.λπ. (Ι), προαναφερθείσα] να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα σχετικό με τον έλεγχο του κύρους, αν το Δικαστήριο δεν έχει ήδη επιληφθεί ενός τέτοιου ερωτήματος.
49 Την ίδια υποχρέωση υπέχουν, επίσης, τα εθνικά δικαστήρια οι αποφάσεις των οποίων υπόκεινται σε αναίρεση. Πράγματι, η υποχρέωση αυτή υποβολής προδικαστικού ερωτήματος οφείλεται στο ότι στην πράξη το εθνικό δικαστήριο αποκλίνει προσωρινώς από μια κοινοτική πράξη, προκειμένου να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα της τελικής αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου. Αν τα εθνικά δικαστήρια μπορούσαν να διατάσσουν τη λήψη προσωρινών μέτρων αναφορικά με εθνική πράξη στηριζόμενη σε κοινοτικό κανονισμό, χωρίς να ερωτούν σχετικώς το Δικαστήριο, θα παρεχόταν στα εθνικά δικαστήρια η δυνατότητα να αγνοούν πράξεις του κοινοτικού δικαίου, χωρίς το Δικαστήριο να μπορεί να αποφαίνεται οριστικώς επί του κύρους αυτής της κοινοτικής πράξεως. Συνεπώς, η υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος συνδέεται αναπόσπαστα με την απόφαση ενός εθνικού δικαστηρίου που διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων αναφορικά με εθνική πράξη στηριζόμενη στο κοινοτικό δίκαιο. Αν η απόφαση περί λήψεως προσωρινών μέτρων ακυρωθεί κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, εξαλείφεται επίσης η συνδεδεμένη με αυτήν υποχρέωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο.
50 Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο έκτο ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε εθνικό δικαστήριο, το οποίο αναστέλλει την εκτέλεση μιας εθνικής διοικητικής πράξεως στηριζόμενης σε κοινοτικό κανονισμό και υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με το κύρος του κοινοτικού κανονισμού, λόγω βασίμων αμφιβολιών του, να επιτρέψει την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του με την οποία διατάσσεται η αναστολή.
Πρόταση
51 Για τους ανωτέρω λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Finanzgericht Hamburg τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1) Από την ανάλυση, βάσει της διατάξεως παραπομπής και των λοιπών στοιχείων που προκύπτουν από τη δικογραφία, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1587/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68.
2) Η διάταξη του άρθρου 244 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού 2913/92, έχει την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεων αποδόσεως επιστροφών κατά την εξαγωγή.
3) Το άρθρο 189 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι ένα εθνικό δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως μιας εθνικής πράξεως στηριζόμενης σε κοινοτικό κανονισμό μόνον όταν:
- το δικαστήριο αυτό έχει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κύρος της κοινοτικής πράξεως και όταν, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει ήδη επιληφθεί ερωτήματος σχετικού με το κύρος της αμφισβητούμενης πράξεως, του υποβάλει το ίδιο σχετικό ερώτημα·
- όταν συντρέχει επείγων χαρακτήρας, υπό την έννοια ότι τα προσωρινά μέτρα είναι αναγκαία προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος βαρείας και ανεπανόρθωτης ζημίας του διαδίκου ο οποίος ζητεί τη λήψη των προσωρινών μέτρων·
- όταν το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει δεόντως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας·
- όταν, υπό τον όρο της αξιολογήσεως όλων αυτών των προϋποθέσεων, το εθνικό δικαστήριο συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ή του Πρωτοδικείου τις σχετικές με τη νομιμότητα του κανονισμού ή προς διάταξη ασφαλιστικών μέτρων με την οποία παρέχονται, στο κοινοτικό επίπεδο, ανάλογα προσωρινά μέτρα.
4) Το άρθρο 177, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε εθνικό δικαστήριο, το οποίο αναστέλλει την εκτέλεση μιας εθνικής διοικητικής πράξεως στηριζόμενης σε κοινοτικό κανονισμό και υποβάλλει στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με το κύρος του κοινοτικού κανονισμού, λόγω βασίμων αμφιβολιών του, να επιτρέψει την άσκηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεώς του με την οποία διατάσσεται η αναστολή.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1587/96 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουλίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού 804/68 (EE L 206, σ. 21).
(2) - ΕΕ L 302, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ 1997, L 17, σ. 1).
(3) - EE L 256, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2505/92 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1992, για την τροποποίηση των παραρτημάτων Ι και ΙΙ του κανονισμού 2658/87 (EE L 267, σ. 1).
(4) - EE L 345, σ. 1.
(5) - Οι διακρίσεις 2101 10 92 και 2101 10 98.
(6) - C-143/88 και C-92/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-415.
(7) - C-465/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-3761.
Full & Egal Universal Law Academy