Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, έπειτα από προσφυγή της Γαλλικής Δημοκρατίας (στο εξής: προσφεύγουσα), εντάσσεται θεματικά σ' έναν κύκλο διαφορών που αφορούν την έδρα του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου (1) (στο εξής: καθού). Άμεσος στόχος της προσφυγής είναι το ψήφισμα του καθού για τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος των περιόδων συνόδου για το έτος 1996 (2). Για τον μήνα Οκτώβριο ορίστηκε μόνο μία πενθήμερος περίοδος συνόδου της ολομελείας, πράγμα που ήταν αντίθετο προς ό,τι συνέβη σε ορισμένα προηγούμενα έτη και προκλήθηκε από μία τροπολογία της αρχικής προτάσεως της διασκέψεως των προέδρων (3). Δεδομένου ότι κατά τον μήνα Αύγουστο δεν πραγματοποιούνται, κατά παράδοση, σύνοδοι του Κοινοβουλίου, με τον τρόπο αυτό ο αριθμός των πενθήμερων περιόδων συνόδου της ολομελείας που πραγματοποιούνται τακτικά στο Στρασβούργο περιορίστηκε για το έτος 1996 σε έντεκα.
2 Ο ποσοτικός αυτός προσδιορισμός αποτελεί, κατά την προσφεύγουσα, παράβαση της αποφάσεως που ελήφθη με κοινή συμφωνία των αντιπροσώπων των Κυβερνήσεων των κρατών μελών σχετικά με τον καθορισμό των εδρών των οργάνων και ορισμένων οργανισμών και υπηρεσιών των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (4) στις 12 Δεκεμβρίου 1992 στο Εδιμβούργο (στο εξής: απόφαση του Εδιμβούργου). Στο άρθρο 1 της αποφάσεως του Εδιμβούργου προβλέπεται συγκεκριμένα:
«Το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο έχει την έδρα του στο Στρασβούργο όπου λαμβάνουν χώρα οι δώδεκα μηνιαίες περίοδοι συνόδου της ολομελείας, συμπεριλαμβανομένης της συνόδου για τον προϋπολογισμό.» (5)
3 Ως περαιτέρω αιτίαση η προσφεύγουσα προβάλλει τη σχετική αύξηση των «περιόδων των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας» στις Βρυξέλλες σε οκτώ περιόδους συνόδου που διαρκούν κάθε φορά δύο μισές ημέρες. Βέβαια, στην απόφαση του Εδιμβούργου προβλέπεται περαιτέρω ότι: «οι περίοδοι των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας πραγματοποιούνται στις Βρυξέλλες.» Όμως η προσφεύγουσα θεωρεί ότι εν όψει της μειώσεως των πενθήμερων περιόδων συνόδου της ολομελείας στο Στρασβούργο και της ταυτόχρονης αυξήσεως των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας στις Βρυξέλλες αμφισβητείται η καταρχήν καθιέρωση του Στρασβούργου (6) ως έδρας του Κοινοβουλίου. Η προσφεύγουσα επικαλείται τον υπό την έννοια αυτή μη σύννομο χαρακτήρα του προσβαλλομένου ψηφίσματος του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο του γενικού λόγου της προσφυγής της που αναφέρεται στην αναρμοδιότητα. Πέραν αυτού, το προσβαλλόμενο ψήφισμα είναι μη νόμιμο λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου. Ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου όφειλε να διαγνώσει την έλλειψη νομιμότητας της τροπολογίας αριθ. 9, η αποδοχή της οποίας είχε ως αποτέλεσμα μείωση των δώδεκα πενθήμερων περιόδων συνόδου της ολομελείας, που είχε προτείνει η διάσκεψη των προέδρων, σε έντεκα, και κατά συνέπεια να μην εμποδίσει, σύμφωνα με το άρθρο 125 του εσωτερικού κανονισμού του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, την υιοθέτηση της τροπολογίας. Τέλος η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα πάσχει έλλειψη αιτιολογίας, και συνεπώς είναι και μόνον εκ του λόγου αυτού μη νόμιμο.
4 Το καθού αντίθετα υποστηρίζει ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα είναι καθ' όλα νόμιμο. Υποστηρίζει συναφώς ότι η απόφαση του Εδιμβούργου, θεωρούμενη κατά λέξη, είναι μη νόμιμη. Εντούτοις το γράμμα της αποφάσεως του Εδιμβούργου αφήνει περιθώριο για ερμηνεία σύμφωνη προς τη Συνθήκη. Σε καμία πάντως περίπτωση το προσβαλλόμενο ψήφισμα του Κοινοβουλίου δεν μπορεί να είναι παράνομο λόγω ενδεχόμενης μη συμφωνίας του προς την απόφαση του Εδιμβούργου.
5 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου άσκησε παρέμβαση υπέρ της προσφεύγουσας.
6 Η προσφεύγουσα ζητεί:
- να ακυρωθεί το ψήφισμα του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1995 για τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος εργασιών·
- να καταδικαστεί το καθού στα δικαστικά έξοδα.
7 Το καθού ζητεί:
- να απορριφθεί η προσφυγή·
- να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
8 Θα επανέλθω στους ισχυρισμούς των διαδίκων στο πλαίσιο της νομικής αξιολογήσεως.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι - Το παραδεκτό
9 Το καθού δεν προέβαλε ρητώς ένσταση απαραδέκτου. Εντούτοις το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της προσφυγής (7).
10 Σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των «πράξεων του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων». Θα υπήρχε συνεπώς κώλυμα παραδεκτού αν γινόταν δεκτό ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν παράγει «νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων». Το με τον τρόπο αυτό διατυπωμένο κώλυμα παραδεκτού προβαλλόταν μονίμως, στο πλαίσιο της μέχρι τούδε νομολογίας (8), για την προσβολή πράξεων του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου. Ρητώς όμως το κριτήριο αυτό περιελήφθη για πρώτη φορά στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ με την τροποποίηση της Συνθήκης από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ.
11 Μπορεί κατά συνέπεια να τεθεί το ερώτημα αν στην εν λόγω προϋπόθεση παραδεκτού πρέπει να δοθεί διαφορετικό περιεχόμενο από ό,τι πριν από την τροποποίηση της Συνθήκης. Υπέρ της επί το αυστηρότερον διαμορφώσεως της προϋποθέσεως του παραδεκτού θα μπορούσε ενδεχομένως να συνηγορήσει η επιδιωκόμενη ενίσχυση της εσωτερικής αυτονομίας του οργάνου. Από την άλλη πλευρά, η τροποποίηση της Συνθήκης είναι δυνατό να αποσκοπούσε σε απλή κωδικοποίηση της μέχρι τότε νομολογίας (9) για τον καθορισμό και την εφαρμογή της προϋποθέσεως του παραδεκτού.
12 Η ταυτότητα της διατυπώσεως συνηγορεί, κατά την άποψή μου, υπέρ της τελευταίας απόψεως. Προς τον σκοπό ευρύτερης έννομης προστασίας δεν θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να τίθενται υπερβολικά αυστηρές προϋποθέσεις παραδεκτού. Αυτό δεν θίγει την εσωτερική αυτονομία του οργάνου, διότι κατά πάγια νομολογία (10) το πρώτον κατά τον έλεγχο του βασίμου οριοθετείται πάντοτε κατά πόσο μία πράξη του οργάνου πρέπει να χαρακτηριστεί ως εσωτερικό μέτρο οργανώσεως και επομένως δεν μπορεί να ακυρωθεί από το Δικαστήριο κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως. Μεγάλη ελαστικότητα ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού δεν προδικάζει συνεπώς με κανέναν τρόπο το κύρος του προσβαλλομένου ψηφίσματος του Κοινοβουλίου.
13 Την εκτίμηση αυτή στηρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το παραδεκτό προσφυγών ακυρώσεως κατά πράξεων του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου. Στην απόφαση της 23ης Μαρτίου 1993 επί της υποθέσεως Weber κατά Κοινοβουλίου (11) το Δικαστήριο έκρινε, παραδείγματος χάριν, με παραπομπή στην προηγούμενη νομολογία, ότι:
«Όσον αφορά το παραδεκτό του αιτήματος ακυρώσεως, υπενθυμίζεται ότι η Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα συνιστά κοινότητα δικαίου υπό την έννοια ότι ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα θεσμικά της όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη, η οποία καθιερώνει πλήρες σύστημα ενδίκων μέσων και διαδικασιών, το οποίο αποσκοπεί να αναθέσει στο Δικαστήριο τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων (...).» (12)
14 Σχετικά με τα όρια του πιο πάνω περιγραφομένου ελέγχου νομιμότητας από το Δικαστήριο αναφέρεται περαιτέρω ότι δεν είναι δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως πράξεις που «ανάγονται απλώς στην εσωτερική οργάνωση των εργασιών του Κοινοβουλίου (...)» (13).
Οι πράξεις αυτές περιγράφονται ως εξής από το Δικαστήριο:
«Υπάγονται σ' αυτήν την κατηγορία πράξεις του Κοινοβουλίου οι οποίες είτε δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα, είτε παράγουν έννομα αποτελέσματα μόνο στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών του και υπάγονται σε διαδικασίες ελέγχου που ορίζει ο κανονισμός του.» (14)
15 Ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας, ερωτηθείς ρητώς κατά την προφορική διαδικασία σχετικά με τα συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα του προσβαλλομένου ψηφίσματος, επισήμανε αφενός τη νομική δέσμευση για πραγματοποίηση συγκεκριμένης συνόδου της ολομελείας σε συγκεκριμένο τόπο και αφετέρου τις σημαντικές συνέπειες που προκαλεί στην πράξη η παρουσία των μελών του οργάνου σ' έναν τόπο.
16 Εκ πρώτης όψεως το χρονοδιάγραμμα εργασιών ενός οργάνου πρέπει να χαρακτηριστεί μέτρο εσωτερικής οργανώσεως του οργάνου. Κατά την άποψή μου, όμως, η νομική δέσμευση να πραγματοποιούνται οι περίοδοι συνόδου της ολομελείας σε συγκεκριμένο χρόνο και σε συγκεκριμένο τόπο ή, παρά πάσα προσδοκία, να παραλείπεται η πραγματοποίηση αυτή μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Ανεξάρτητα από το δικαίωμα και την υποχρέωση των μελών του οργάνου να βρίσκονται, μαζί με την απαιτούμενη διοικητική υποδομή, στον καθορισμένο τόπο, για να μπορούν να εκπληρώσουν τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα και τις άμεσα από το δικαίωμα αυτό απορρέουσες αξιώσεις των μελών κατά του οργάνου, η απαραίτητη προετοιμασία της υποδομής δημιουργεί έμμεσα και νομικές δεσμεύσεις έναντι τρίτων.
17 Αν ληφθεί ως αφετηρία αυτή η συγκεκριμένη θεώρηση και με βάση αναφοράς ένα αφηρημένο επίπεδο, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα αμφισβητεί την απόφαση σχετικά με την έδρα του Κοινοβουλίου, και επομένως επεμβαίνει σ' έναν τομέα αρμοδιότητας που η Συνθήκη επιφυλάσσει «στις κυβερνήσεις των κρατών μελών» (15).
18 Το προσβαλλόμενο ψήφισμα μπορεί επομένως, κατά την άποψή μου, να παράγει έννομα αποτελέσματα και έναντι τρίτων. Διαφορετικό είναι το ερώτημα κατά πόσον το καθού ενήργησε εντός των ορίων της αρμοδιότητάς του, η απάντηση στο οποίο κατ' ανάγκη πρέπει να δοθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο του ελέγχου του βασίμου.
19 Πριν όμως ασχοληθώ με τον έλεγχο του βασίμου της προσφυγής, επιθυμώ να θίξω μια περαιτέρω πλευρά του παραδεκτού. Αναφέρομαι συναφώς στον κύκλο προβληματισμού που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «γενικό έννομο συμφέρον».
20 Το αίτημα της προσφυγής της προσφεύγουσας στρέφεται, όσον αφορά τις πρακτικές του συνέπειες, κατά της παραλείψεως μιας πενθημέρου περιόδου συνόδου της ολομελείας στο Στρασβούργο από τις 7 έως τις 11 Οκτωβρίου 1996, που είχε αρχικά προταθεί. Αν το προσβαλλόμενο ψήφισμα κριθεί παράνομο, δεν μπορεί πλέον να πραγματοποιηθεί η συγκεκριμένη αυτή περίοδος συνόδου. Το γεγονός όμως αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για το παραδεκτό της προσφυγής. Από τυπική άποψη, τα κράτη μέλη ανήκουν στους προνομιακώς νομιμοποιούμενους για την άσκηση προσφυγής, οι οποίοι δεν χρειάζεται να αποδείξουν την ύπαρξη νομιμοποιήσεως ούτε εννόμου συμφέροντος (16). Εξάλλου δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι οι νομικές συνέπειες του αιτήματος της προσφυγής εξέρχονται ευρέως του πλαισίου του ελέγχου που αφορά την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης περιόδου συνόδου. Η κρίση επί της διαφοράς προϋποθέτει την καταρχήν διευκρίνιση των ορίων της αυτονομίας του καθού για την οργάνωση των εργασιών του. Αυτή η ευρεία, υπερβαίνουσα το χρονοδιάγραμμα εργασιών του έτους 1996, σημασία της διαφοράς καθίσταται προφανής από το γεγονός ότι εκκρεμεί και άλλη μία προσφυγή της προσφεύγουσας κατά του καθού για την ακύρωση του ψηφίσματος του Κοινοβουλίου για τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος εργασιών για το έτος 1997 (17).
21 Πρέπει κατά συνέπεια να γίνει δεκτό, χωρίς κανένα περιορισμό, ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
ΙΙ - Το βάσιμο
1. Αναρμοδιότητα
22 Προς τεκμηρίωση του παράνομου χαρακτήρα του προσβαλλομένου ψηφίσματος η προσφεύγουσα προβάλλει μια σειρά λόγων ακυρώσεως. Ο πρώτος και κύριος λόγος ακυρώσεως είναι η προβαλλόμενη αναρμοδιότητα του καθού. Το ψήφισμα του Κοινοβουλίου είναι αντίθετο προς την απόφαση του Εδιμβούργου, διότι αποφασίστηκε να πραγματοποιούνται εφεξής έντεκα πενθήμερες περίοδοι συνόδου της ολομελείας στο Στρασβούργο, ενώ στην απόφαση του Εδιμβούργου γίνεται ρητά λόγος για δώδεκα περιόδους συνόδου της ολομελείας. Με την παρέκκλιση αυτή από τους δεσμευτικούς ορισμούς της αποφάσεως του Εδιμβούργου το καθού υπερέβη τις αρμοδιότητές του. Με την απόφαση του Εδιμβούργου τα κράτη μέλη εξεπλήρωσαν την υποχρέωση για τον καθορισμό της έδρας των οργάνων που τους επέβαλε η Συνθήκη (18). Ο καθορισμός αυτός δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί. Αυτό δεν είναι δυνατό και για δικονομικούς λόγους. Οι αποφάσεις των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών που ελήφθησαν βάσει του άρθρου 216 της Συνθήκης ΕΚ αποτελούν νομικές πράξεις sui generis, που δεν μπορούν να προσβληθούν ούτε με την προσφυγή ακυρώσεως του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ ούτε με την κάμπτουσα την εφαρμογή διατάξεως ένσταση κατά το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΚ. Η εκτίμηση αυτή συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου. Η προσφεύγουσα δέχεται εντούτοις ότι η απόφαση του Εδιμβούργου μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής ερμηνείας.
23 Το καθού υποστηρίζει την άποψη ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα εκδόθηκε εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του. Η παρούσα διαφορά δεν αφορά σε τελική ανάλυση τον καθορισμό της έδρας, αλλά το δικαίωμα εσωτερικής οργανώσεως του Κοινοβουλίου. Το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ως παράβαση της αποφάσεως του Εδιμβούργου. Στον βαθμό που η απόφαση του Εδιμβούργου, ερμηνευόμενη κατά γράμμα, θα εθεωρείτο ότι αποτελεί το μέτρο για τον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, το καθού υποστηρίζει ότι η απόφαση του Εδιμβούργου είναι παράνομη. Την εκτίμηση αυτή εξέφρασε ήδη το καθού αμέσως μετά τη λήψη αποφάσεως στο Εδιμβούργο, στις 16 Δεκεμβρίου 1992, με τη μορφή ψηφίσματος (19).
24 Όσον αφορά τις συνέπειες της προσβαλλόμενης παρανομίας, το καθού υποστηρίζει ότι η απόφαση του Εδιμβούργου θα έπρεπε να εξεταστεί παρεμπιπτόντως στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς. Η εξέταση θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση είναι εν πάση περιπτώσει μερικώς ανίσχυρη, στο μέτρο που περιορίζει παράνομα το δικαίωμα αυτόνομης οργανώσεως του καθού, το οποίο εγγυάται η Συνθήκη (20). Εντούτοις το καθού θεωρεί ότι είναι δυνατή η σύμφωνη προς τη Συνθήκη ερμηνεία της αποφάσεως του Εδιμβούργου.
25 Για τον έλεγχο της νομιμότητας του προσβαλλομένου ψηφίσματος η απόφαση του Εδιμβούργου έχει καθοριστική σημασία, ανεξάρτητα από την έννοια που τελικά θα της δοθεί. Δεδομένου ότι οι απόψεις των διαδίκων κυμαίνονται από την αδυναμία προσβολής της αποφάσεως μέχρι το εν μέρει ανίσχυρο αυτής, πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί η νομική φύση και το περιεχόμενο της αποφάσεως.
26 Οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι μία απόφαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών κατά την έννοια των άρθρων 216 της Συνθήκης ΕΚ δεν συμπεριλαμβάνεται, καταρχήν, στις πράξεις που μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης. Έτσι έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση της 30ής Ιουνίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-181/91 και C-248/91, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (21), αποφαινόμενο ότι:
«Από τη διατύπωση αυτής της διατάξεως προκύπτει σαφώς ότι οι πράξεις που εκδίδονται από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών που ενεργούν όχι ως μέλη του Συμβουλίου αλλά ως αντιπρόσωποι των κυβερνήσεών τους, ασκώντας κατ' αυτόν τον τρόπο συλλογικά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών, δεν υπόκεινται στον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί το Δικαστήριο.» (22)
27 Εξίσου σαφής είναι η διατύπωση του άρθρου 184 της Συνθήκης, που καθιστά δυνατό τον παρεμπίπτοντα έλεγχο κανονισμών, με ενδεχόμενη συνέπεια το ανεφάρμοστο των κανονισμών.
28 Κατά την άποψή μου, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι πράξεις των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, που εκδίδονται βάσει της Συνθήκης, διαφεύγουν κάθε ελέγχου νομιμότητας. Η Ευρωπαϋκή Κοινότητα συνιστά κοινότητα δικαίου (23), στην οποία το Δικαστήριο καλείται, σύμφωνα με το άρθρο 164 της Συνθήκης, να εξασφαλίσει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή της Συνθήκης. Το άρθρο 216 της Συνθήκης ΕΚ - πίσω από το οποίο βρίσκεται ο «συντακτικός νομοθέτης της Κοινότητας», δηλαδή τα κράτη μέλη - αναθέτει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών μία σαφώς καθορισμένη εντολή. Κατά την άποψή μου, αποτελεί στοιχειώδη επιταγή του κράτους δικαίου η τήρηση των ορίων της εντολής αυτής να μην διαφεύγει καταρχήν του δικαστικού ελέγχου.
29 Στο μέτρο αυτό δεν συμμερίζομαι την άποψη που υποστηρίζουν οι διάδικοι, ότι ο διορισμός των επιτρόπων ή των μελών του Δικαστηρίου (24) δεν μπορεί ποτέ να ελεγχθεί δικαστικά. Αρκεί να υποτεθεί ότι κατά τον διορισμό των επιτρόπων δεν διορίζεται κανένας υπήκοος κράτους μέλους και διορίζεται υπήκοος τρίτου κράτους ή ορίζεται θητεία μικρότερη των πέντε ετών. Ανάλογες καταστάσεις θα ήταν δυνατό να δημιουργηθούν κατά τον διορισμό των μελών του Δικαστηρίου. Κάθε καταστρατήγηση θα ήταν δυνατή, αν δεν ήταν δυνατό να ανατραπούν τέτοιου είδους αποφάσεις, αντίθετες προς το κείμενο της Συνθήκης (25).
30 Ξωρίς καμία αμφιβολία οι αποφάσεις των αντιπροσώπων των κυβερήσεων των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 216 της Συνθήκης δεν περιλαμβάνονται στις πράξεις των οργάνων της Κοινότητας, όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚ. Δέχομαι επίσης ότι οι αποφάσεις αυτές υπερέχουν ιεραρχικώς των πράξεων αυτών. Σ' αυτό οφείλεται το γεγονός ότι διαφεύγουν του ελέγχου των άρθρων 173 και 184 της Συνθήκης και έτσι η ισχύς τους είναι σε πολύ μεγαλύτερη έκταση εξασφαλισμένη απ' ό,τι η ισχύς του παραγώγου κοινοτικού δικαίου. Εντούτοις πρέπει να παραμένουν εντός των ορίων που θέτει η Συνθήκη, για να μην κινδυνεύουν να κριθούν παράνομες. Το ζήτημα είναι, κατά την άποψή μου, μόνον ποιες δικονομικές συνέπειες επιφέρει ο ενδεχόμενος παράνομος χαρακτήρας μιας τέτοιας αποφάσεως.
31 Η σύμφωνη προς τη Συνθήκη ερμηνεία είναι όμως προτιμότερη σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη λύση. Η προσέγγιση αυτή δεν παρουσιάζει, νομίζω, προβλήματα και θεωρείται από όλους τους διαδίκους της παρούσας διαδικασίας εφικτή. Πρέπει επομένως να εξεταστεί αν είναι δυνατή η σύμφωνη προς τη Συνθήκη ερμηνεία της αποφάσεως του Εδιμβούργου. Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για τον καθορισμό σε δώδεκα του αριθμού των περιόδων συνόδου της ολομελείας που πρέπει να πραγματοποιηθούν στο Στρασβούργο Αυτός ο καθαρά αριθμητικός τρόπος θεωρήσεως δεν αποδίδει όμως την καθεαυτή προβληματική σε όλη της την έκταση. Αφετηρία πρέπει να αποτελέσει η καταρχήν απόφαση περί καθορισμού της έδρας του Κοινοβουλίου υπέρ του Στρασβούργου. Στη συνέχεια ερωτάται κατά πόσον η απόφαση σχετικά με την έδρα επιβάλλει την πραγματοποίηση συγκεκριμένου αριθμού περιόδων συνόδου της ολομελείας στον τόπο αυτό. Τέλος πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο αυτό η σημασία της ρητά αναφερομένης συνόδου για τον προϋπολογισμό. Σε συνδυασμό με την αξιολόγηση της σχέσεως της έδρας, των περιόδων συνόδου της ολομελείας και της συνόδου για τον προϋπολογισμό θα πρέπει να εξεταστεί το χαρακτηριστικό στοιχείο «περίοδοι των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας».
32 Νομικό έρεισμα της αποφάσεως του Εδιμβούργου αποτελούν τα άρθρα 216 της Συνθήκης ΕΚ, 77 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και 189 της Συνθήκης ΕΚΑΕ (26). Η αρμοδιότητα που θεμελιώνεται με τον τρόπο αυτό δεν είναι απεριόριστη. Οριοθετείται από τα άρθρα 142 της Συνθήκης ΕΚ, 25 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και 112 της Συνθήκης ΕΚΑΕ (27), που κωδικοποιούν την εξουσία εσωτερικής οργανώσεως του Κοινοβουλίου, καθώς και από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ, δηλαδή από την υποχρέωση των κρατών μελών για ειλικρινή συνεργασία.
33 Η εκ φύσεως έντονη σχέση αλληλεπιδράσεως των διατάξεων αυτών απετέλεσε ήδη αντικείμενο των προηγούμενων διαφορών σχετικά με την έδρα του Κοινοβουλίου (28) και διερευνήθηκε μέσω αντιπαραθέσεώς τους στις αποφάσεις που εκδόθηκαν επί των διαφορών αυτών. Παρ' όλον ότι αυτές οι προηγούμενες αποφάσεις αφορούσαν κάθε φορά μόνον τον προσωρινό καθορισμό της έδρας των οργάνων, οι βασικές αξιολογήσεις μπορούν να τεθούν ως βάση της αποφάσεως που πρέπει να εκδοθεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι και ο προσωρινός καθορισμός της έδρας πραγματοποιήθηκε με άσκηση της αρμοδιότητας που παρέχει το άρθρο 216 της Συνθήκης. Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν θεώρησε ότι ο προσωρινός χαρακτήρας των αποφάσεων επηρεάζει τη δεσμευτικότητά τους (29). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή πρέπει να λαμβάνεται ως βάση ότι οι κυβερνήσεις των κρατών μελών κατά τη λήψη των αποφάσεών τους πρέπει να σέβονται την αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου να ρυθμίζει την εσωτερική του οργάνωση. «Πρέπει να φροντίζουν ώστε τέτοιες αποφάσεις να μην εμποδίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία του Κοινοβουλίου.» (30)
34 Επί τη βάσει μιας καθαρά αφηρημένης θεωρήσεως, ο καθορισμός του μελλοντικού χρονοδιαγράμματος εργασιών ενός οργάνου εμπεριέχεται χωρίς αμφιβολία στην εσωτερική οργάνωση του οργάνου. Η κατάσταση όμως είναι διαφορετική εν όψει της αποφάσεως του Εδιμβούργου, στην οποία αντικείμενο της ρυθμίσεως αποτελούν ο τόπος και ο αριθμός συγκεκριμένων περιόδων συνόδου. Ο με την απόφαση καταρχήν καθορισμός του Στρασβούργου ως έδρας του Κοινοβουλίου δεν προσκρούει κατά την άποψή μου σε νομικούς ενδοιασμούς. Ο καθορισμός της έδρας χρήζει συγκεκριμένου χαρακτηρισμού λόγω ακριβώς της διατηρήσεως περισσότερων τόπων εργασίας. Σύμφωνα με την προηγούμενη, στηριζόμενη στην απόφαση των αντιπροσώπων των κρατών μελών της 8ης Απριλίου 1965 (31), πρακτική του Κοινοβουλίου κατά την οργάνωση των εργασιών του, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών συγκεκριμενοποίησαν ως έδρα του Κοινοβουλίου τον τόπο στον οποίο πραγματοποιούνται «οι δώδεκα μηνιαίες περίοδοι συνόδου της ολομελείας, συμπεριλαμβανομένης της συνόδου για τον προϋπολογισμό».
35 Ερωτάται ήδη αν σκοπός της διατυπώσεως αυτής ήταν πράγματι ο καθορισμός του αριθμού των περιόδων συνόδου και του αντικειμένου μίας από τις συνόδους αυτές, ή αν η φράση αυτή έχει την έννοια ότι η έδρα του Κοινοβουλίου προσδιορίζεται από το γεγονός ότι στον τόπο αυτό πραγματοποιούνται τακτικά οι σύνοδοι της ολομελείας.
36 Για να δοθεί πρόσφορη απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι με την πάροδο των ετών το Κοινοβούλιο διαμόρφωσε έναν κυκλικό τρόπο εργασίας ως συνήθη μορφή εκτελέσεως των καθηκόντων του. Το καθού εξέθεσε πολύ παραστατικά και λεπτομερώς την εξέλιξη του τρόπου εργασιών του μέχρι τη διαμόρφωση του status quo. Σύμφωνα με όσα εξέθεσε, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι οι σύνοδοι του Κοινοβουλίου πραγματοποιούνται εναλλακτικά υπό τη μορφή εβδομάδων κοινοβουλευτικών ομάδων, εβδομάδων καταρχήν πενθήμερων περιόδων συνόδου της ολομελείας (32), εβδομάδων επιτροπών και μιας εβδομάδας συνόδου μεικτού χαρακτήρα.
37 Κατά παράδοση, τον μήνα Αύγουστο δεν πραγματοποιούνται σύνοδοι του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, κατά τα έτη των εκλογών δεν πραγματοποιούνται σύνοδοι ολομελείας κατά τον μήνα Ιούνιο. Το γεγονός ότι παρ' όλ' αυτά το Κοινοβούλιο κατά το παρελθόν έφτανε συχνά τις δώδεκα συνολικά εβδομάδες συνόδου της ολομελείας ετησίως οφείλεται στο ότι κατά τα έτη αυτά είχαν οριστεί δύο εβδομάδες συνόδου της ολομελείας τον μήνα Οκτώβριο.
38 Με μόνο κριτήριο τον αριθμό των εβδομάδων συνόδου της ολομελείας που πραγματοποιούνταν ετησίως, η πρακτική της τελευταίας δεκαετίας διαμορφώνεται ως εξής:
Κατά τα έτη εκλογών 1984 και 1989 πραγματοποιήθηκαν έντεκα εβδομάδες συνόδου της ολομελείας. Κατά το έτος εκλογών 1994 πραγματοποιήθηκαν μάλιστα μόνο δέκα. Κατά τα έτη 1985 έως 1988, 1990 και 1991 πραγματοποιήθηκαν δώδεκα εβδομάδες συνόδου της ολομελείας ετησίως, από τις οποίες οι δύο τον Οκτώβριο. Κατά τα έτη 1992 και 1993 πραγματοποιήθηκαν μόνο έντεκα εβδομάδες συνόδου της ολομελείας, διότι κατά τον αντίστοιχο μήνα Οκτώβριο πραγματοποιήθηκε μόνο μία εβδομάδα συνόδου της ολομελείας, όπως άλλωστε και κατά το έτος εκλογών 1994. Τέλος, στο χρονοδιάγραμμα εργασιών για το έτος 1995 ορίστηκαν και πάλι δώδεκα εβδομάδες συνόδου της ολομελείας.
39 Ως αφετηρία της ερμηνείας της αποφάσεως του Εδιμβούργου, που συνιστά πολιτικό συμβιβασμό, πρέπει καταρχάς να ληφθεί η διατύπωση της συμφωνίας. Στην απόφαση αναφέρεται «λαμβάνουν χώρα οι δώδεκα μηνιαίες περίοδοι συνόδου της ολομελείας» (33) και όχι παραδείγματος χάριν «ο αριθμός των περιόδων συνόδου της ολομελείας που θα λαμβάνουν χώρα εκεί ορίζεται σε δώδεκα». Η προαναφερθείσα διατύπωση αποτελεί ένδειξη ότι οι αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών αναφέρθηκαν σε υφιστάμενη πρακτική του τρόπου εργασιών του Κοινοβουλίου. Αυτή η θέωρηση επιβεβαιώνεται από την περαιτέρω ρύθμιση. Τόσο η πραγματοποίηση των περιόδων πρόσθετων συνόδων της ολομελείας όσο και η συνεδρίαση των επιτροπών στις Βρυξέλλες ανταποκρίνονται στην προηγούμενη πρακτική, που εξάλλου επικυρώθηκε ήδη από την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την έδρα του Κοινοβουλίου (34).
40 Υπό το πρίσμα της πρακτικής που εξέθεσα προηγουμένως, ο αριθμός δώδεκα, ο οποίος αφορά τις περιόδους συνόδου της ολομελείας που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια ενός έτους, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως απόλυτος αριθμός. Αν όμως η διατύπωση ληφθεί υπόψη κατά γράμμα, τότε ανακύπτει ως επόμενο εμπόδιο ο όρος «μηνιαίες». Ερωτάται αν οι αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών ήθελαν πράγματι να υποχρεώσουν το Κοινοβούλιο να συνεδριάζει και τον Αύγουστο και, κατά τα έτη των εκλογών, και τον Ιούνιο. Αυτό το θεωρώ πάντως πολύ απίθανο.
41 Ακόμη και αν γίνει δεκτή η άποψη που υποστήριξε η προσφεύγουσα κατά την προφορική διαδικασία, ότι δηλαδή ο αριθμός δώδεκα μπορεί να επιτευχθεί και με μία δεύτερη σύνοδο ολομελείας τον Οκτώβριο, η θεώρηση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στο γράμμα της αποφάσεως, όπου γίνεται ρητά λόγος για «μηνιαίες» περιόδους συνόδου της ολομελείας. Ακόμη και για την τακτικά επαναλαμβανόμενη ειδική περίπτωση των ετών εκλογών δεν γίνεται νύξη στο κείμενο. Για τους λόγους αυτούς, η διατύπωση της εν λόγω αποφάσεως δεν πρέπει, κατά την άποψή μου, να λαμβάνεται υπόψη κατά γράμμα, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο ελαστικό, εν όψει της προηγούμενης πρακτικής κατά την οργάνωση των εργασιών του Κοινοβουλίου και των αναγκών που προκύπτουν από τις εργασίες αυτές. Ο αριθμός δώδεκα δεν πρέπει συνεπώς να θεωρείται ότι συνιστά ελάχιστη επιταγή ή ότι αποτελεί ανώτατο όριο.
42 Υπό το πρίσμα αυτό προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία η ρητή αναφορά της συνόδου για τον προϋπολογισμό. Όπως ανέφερε πειστικά ο εκπρόσωπος του καθού κατά την προφορική διαδικασία, ο χρονικός προσδιορισμός της συνόδου για τον προϋπολογισμό έχει οπωσδήποτε υποδεέστερη σημασία. Έστω και αν κατά παράδοση στο παρελθόν στο πλαίσιο μιας από τις περιόδους συνόδου του Οκτωβρίου διεξήγετο συζήτηση για τον προϋπολογισμό, η διάρκεια και η έκταση των συζητήσεων δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση τον χαρακτηρισμό μιας εβδομάδας συνόδου της ολομελείας ως «συνόδου για τον προϋπολογισμό». Η σημασία της συζητήσεως για τον προϋπολογισμό στο Κοινοβούλιο μειώθηκε ακόμη περισσότερο εν όψει των οικονομικών προοπτικών της Κοινότητας που αποφασίστηκαν κατά τη σύνοδο του Συμβουλίου στο Εδιμβούργο και ισχύουν μέχρι το 1999. Από τότε, κατά τη διάρκεια μιας πενθήμερης περιόδου συνόδου της ολομελείας, η συζήτηση για τον προϋπολογισμό περιορίζεται σε μισή μόνον ημέρα.
43 Από τη σύμφωνα με τα στατιστικά δεδομένα, κατά τομείς κατανεμόμενη, πρακτική των εργασιών του Κοινοβουλίου (35) των προηγουμένων ετών καθίσταται σαφές ότι - ήδη και πριν από το 1992 - δεν μπορεί να γίνει λόγος για σαφή υπεροχή αποφάσεων σχετικών με τον προϋπολογισμό κατά τη διάρκεια μιας από τις περιόδους συνόδου του Οκτωβρίου.
44 Η ρητή αναφορά της συνόδου για τον προϋπολογισμό στην απόφαση του Εδιμβούργου μπορεί να δικαιολογείται κάπως εν όψει του από την φύση των πραγμάτων επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα της και του χρονικού προσανατολισμού της κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους (36), σε καμία όμως περίπτωση δεν συνδέεται με την πραγματική σημασία της συνόδου αυτής. Κατά ορθή ερμηνεία, η απόφαση του Εδιμβούργου αφήνει συνεπώς περιθώρια ελαστικότητας κατά τον καθορισμό του προγράμματος εργασιών του Κοινοβουλίου. Ο καθορισμός της έδρας συγκεκριμενοποιείται συνεπώς με την απόφαση υπό την έννοια ότι στον τόπο αυτό πρέπει να λαμβάνουν χώρα οι τακτικά πραγματοποιούμενες εβδομάδες συνόδου της ολομελείας, χωρίς δεσμευτικό αριθμητικό, ημερολογιακό ή θεματικό καθορισμό τους.
45 Το όριο της σχετικής αυτής ελευθερίας χαράσσεται στο σημείο, στο οποίο τίθεται υπό αμφισβήτηση η καταρχήν απόφαση καθορισμού της έδρας, συμπεριλαμβανομένου του ορισμού της έδρας ως του τόπου όπου πραγματοποιούνται οι τακτικές περίοδοι συνόδου της ολομελείας. Πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι το κύριο βάρος της δραστηριότητας της ολομελείας συνδέεται άρρηκτα με το Στρασβούργο. Οι εργασίες του οργάνου πρέπει να οργανώνονται κατά τρόπο ώστε το Στρασβούργο να αποτελεί το κέντρο των εργασιών της ολομελείας.
46 Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η άποψη της προσφεύγουσας ότι η απόφαση του Εδιμβούργου καθόρισε με τρόπο δεσμευτικό για το καθού ορισμένες προδιαγραφές για την οργάνωση των εργασιών του. Το πλαίσιο αυτό μπορεί να θεωρηθεί και ως ελάχιστο όριο, που δικαιολογείται από το ότι η διατήρηση περισσότερων τόπων εργασιών καθιστά απαραίτητο τον ειδικό προσδιορισμό του τόπου της έδρας του οργάνου.
47 Η προσφεύγουσα φρονεί επιπλέον ότι η καταρχήν απόφαση για την έδρα τέθηκε υπό αμφισβήτηση με τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος των εργασιών του καθού για το 1996 όχι μόνο με τον περιορισμό των εβδομάδων συνόδου της ολομελείας από δώδεκα σε έντεκα, αλλά και με τη σχετική αύξηση του αριθμού των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας στις Βρυξέλλες.
48 Από την προηγούμενη πρακτική κατά τον ορισμό πρόσθετων συνόδων της ολομελείας στις Βρυξέλλες καθίσταται σαφές ότι με τον καθορισμό οκτώ φορές δύο μισών ημερών υπήρξε υπέρβαση του αριθμού των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας που είχαν μέχρι τότε οριστεί κατά τη διάρκεια ενός έτους. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η υπολογιζόμενη σε μισές ημέρες απόλυτη διάρκεια των συνόδων αντιστοιχεί στις πρόσθετες συνόδους της ολομελείας κατά τη διάρκεια του έτους 1995 (37) και είναι σχετικά μικρή σε σύγκριση με τις εβδομάδες συνόδου της ολομελείας που πραγματοποιήθηκαν στο Στρασβούργο (38).
49 Προκειμένου να κριθεί η νομιμότητα του καθορισμού πρόσθετων συνόδων της ολομελείας, πρέπει, και στο πλαίσιο αυτό, να ληφθεί ως βάση το γράμμα της αποφάσεως του Εδιμβούργου. Στην απόφαση αυτή αναφέρεται απλώς: «Οι περίοδοι των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας πραγματοποιούνται στις Βρυξέλλες.» Αυτή η διατύπωση δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ενός ενδεχόμενου αριθμητικού περιορισμού πιθανών πρόσθετων συνόδων της ολομελείας.
50 Πρέπει να τονιστεί ότι από απόψεως ορολογίας δεν γίνεται λόγος για «έκτακτες συνόδους» όπως στο άρθρο 139, παράγραφος 2 της Συνθήκης. Σε κατά το άρθρο αυτό σε «έκτακτη σύνοδο» μπορεί να συνέλθει το Κοινοβούλιο αν το ζητήσει η πλειοψηφία των μελών του, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή. Όπως επιβεβαίωσε ο εκπρόσωπος του καθού κατά την προφορική διαδικασία, ουδέποτε γίνεται ουσιαστικά χρήση αυτής της μορφής συνόδου του Κοινοβουλίου.
51 Από τη διατύπωση της αποφάσεως του Εδιμβούργου δεν προκύπτει επίσης ότι πρέπει, όπως απαιτείται στην απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου, οι πρόσθετοι σύνοδοι της ολομελείας να έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα (39) ή να χαρακτηρίζονται ως ειδικές περίοδοι συνόδου της ολομελείας (40).
52 Ο χαρακτηρισμός «πρόσθετοι σύνοδοι της ολομελείας» έχει επομένως, κατά τη γνώμη μου, την έννοια ότι πρέπει να πρόκειται για συνόδους της ολομελείας εκτός των τακτικά πραγματοποιουμένων εβδομάδων συνόδου της ολομελείας. Η εκτίμηση αυτή βρίσκει έρεισμα στην πρακτική που καθιερώθηκε ήδη υπό το κράτος της αποφάσεως για τον προσωρινό καθορισμό της έδρας ορισμένων οργάνων (41). Εξέθεσα ήδη προηγουμένως ότι οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών μελών κατά τη λήψη της αποφάσεως του Εδιμβούργου έλαβαν ως γνώμονα την προηγούμενη πρακτική.
53 Υπέρ της θεωρήσεως των πρόσθετων συνόδων της ολομελείας ως συνόδων της ολομελείας πέρα των τακτικά πραγματοποιουμένων περιόδων συνόδων της ολομελείας συνηγορούν και ουσιαστικοί λόγοι που συνδέονται με την κανονική λειτουργία του Κοινοβουλίου. Η διατήρηση, με την απόφαση του Εδιμβούργου, τριών τόπων εργασίας του Κοινοβουλίου και ο ρητός καθορισμός των Βρυξελλών ως τόπου συνόδου των επιτροπών καθιστά προφανή, ή εμφανίζει ίσως και ως μοναδική εφαρμόσιμη λύση, την πραγματοποίηση σύντομων συνόδων της ολομελείας στις Βρυξέλλες ως τον τόπο όπου συνεδριάζουν οι επιτροπές και εδρεύουν οι κοινοβουλευτικές ομάδες (42).
54 Μια ματιά στο επίδικο χρονοδιάγραμμα συνεδριάσεων του έτους 1996 αποδεικνύει ότι και οι οκτώ σύντομες σύνοδοι της ολομελείας στις Βρυξέλλες ορίζονται σε εβδομάδες στις οποίες προηγουμένως είχαν οριστεί συνεδριάσεις επιτροπών και κοινοβουλευτικών ομάδων.
55 Απ' όλα αυτά τα στοιχεία συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα ότι από το γράμμα και το πνεύμα της αποφάσεως του Εδιμβούργου δεν προκύπτει αριθμητικός περιορισμός των «πρόσθετων συνόδων της ολομελείας» στις Βρυξέλλες. Το κριτήριο μπορεί να είναι μόνον ο σεβασμός της αρχής ότι οι τακτικές εβδομάδες συνόδων της ολομελείας πρέπει να πραγματοποιούνται στο Στρασβούργο. Με βάση τη σκέψη αυτή πρέπει αφενός η απόφαση του Εδιμβούργου να θεωρείται σύμφωνη προς τη Συνθήκη και αφετέρου το προσβαλλόμενο ψήφισμα να θεωρείται σύμφωνο προς την απόφαση του Εδιμβούργου.
2. Παράβαση ουσιώδους τύπου
α) Καθήκοντα του Προέδρου του Κοινοβουλίου κατά το άρθρο 125 του Κανονισμού του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου
56 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου όφειλε να διαγνώσει τον παράνομο χαρακτήρα της τροπολογίας αριθ. 9 του επίδικου ψηφίσματος και να την εμποδίσει σύμφωνα με το άρθρο 125, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου (43). Η απαρίθμηση των λόγων απαραδέκτου των τροπολογιών στο άρθρο 125, παράγραφος 1 δεν είναι περιοριστική. Η παράβαση της Συνθήκης αποτελεί σε κάθε περίπτωση ουσιαστικό λόγο απαραδέκτου.
57 Το καθού αντίθετα υποστηρίζει ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 125, παράγραφος 3 του εσωτερικού κανονισμού, να εμποδίζει μόνο προφανώς απαράδεκτες τροπολογίες. Δεδομένου ότι το καθού λαμβάνει οπωσδήποτε ως δεδομένο ότι το προσβαλλόμενο ψήφισμα ήταν νόμιμο, άρα σε καμία περίπτωση δεν ήταν προφανώς απαράδεκτη η τροπολογία αριθ. 9, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν μπορούσε να εμποδίσει την τροπολογία.
58 Στο μέτρο που, σύμφωνα με τα προηγουμένως εκτεθέντα, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι το περιεχόμενο του προσβαλλομένου ψηφίσματος είναι σύννομο, οι επόμενες σκέψεις είναι καθαρά υποθετικής φύσεως.
59 Η εριζόμενη τροπολογία αριθ. 9 έχει ως εξής: «October, week 41. Delete part-session from 7th to 11th.» Η αποδοχή της τροπολογίας αυτής είχε κυρίως ως συνέπεια το περιεχόμενο για το οποίο παραπονείται η προσφεύγουσα. Αν υποτεθεί ότι ο καθορισμός έντεκα μόνον εβδομάδων συνόδου της ολομελείας στο χρονοδιάγραμμα των περιόδων συνόδου για το έτος 1996 ήταν παράνομος, ερωτάται αν ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου όφειλε να απορρίψει την τροπολογία ως απαράδεκτη.
60 Το άρθρο 125, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού ορίζει: «Το παραδεκτό των τροπολογιών κρίνει ο πρόεδρος.» Οι λόγοι που καθιστούν απαράδεκτες τις τροπολογίες απαριθμούνται στην παράγραφο 1 της διατάξεως, σύμφωνα με την οποία:
«Καμία τροπολογία δεν γίνεται παραδεκτή:
α) αν το περιεχόμενό της δεν έχει άμεση σχέση με το κείμενο στου οποίου την τροποποίηση αποσκοπεί·
β) αν αποσκοπεί στη διαγραφή ή αντικατάσταση του συνόλου του κειμένου·
γ) αν, στην περίπτωση που αποσκοπεί στη διαγραφή μέρους ενός κειμένου, ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί με διεξαγωγή επιμέρους ψηφοφορίας, σύμφωνα με το άρθρο 116 (...)·
δ) αν αποσκοπεί στην τροποποίηση περισσοτέρων του ενός άρθρων ή περισσοτέρων της μιας παραγράφων του κειμένου στο οποίο αναφέρεται. Η διάταξη αυτή δεν αφορά τις συμβιβαστικές τροπολογίες·
ε) αν αποδειχθεί ότι σε μία τουλάχιστον από τις επίσημες γλώσσες η διατύπωση του κειμένου στο οποίο αναφέρεται δεν έχει ανάγκη τροποποιήσεως (...).»
61 Σύμφωνα με την παράγραφο 2 της διατάξεως η τροπολογία καθίσταται άκυρη «αν αντιβαίνει σε προηγούμενες αποφάσεις επί του αυτού κειμένου που έχουν ληφθεί κατά την αυτή ψηφοφορία».
62 Στις ερμηνείες του άρθρου 125, που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με το άρθρο 162 του εσωτερικού κανονισμού, αναφέρεται: «Η απόφαση του Προέδρου, βάσει της παραγράφου 3, σχετικά με το παραδεκτό των τροπολογιών δεν λαμβάνεται μόνο βάσει των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, αλλά βάσει των διατάξεων του κανονισμού γενικά.» (44)
63 Κατά την ανάγνωση των λόγων απαραδέκτου παρατηρείται ότι σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για καθαρά τυπικά κριτήρια εκτιμήσεως. Ακόμα και βάσει των ερμηνειών του άρθρου 125, που αναφέρονται στον εσωτερικό κανονισμό στο σύνολό του, από τίποτα δεν συνάγεται ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου προβαίνει σε γενικό έλεγχο νομιμότητας. Προ του ερωτήματος ποια είναι η έννοια και ποιος ο σκοπός των εξουσιών ελέγχου του Προέδρου σύμφωνα με το άρθρο 125, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού, φρονώ ότι δεν πρόκειται για εκτεταμένο νομικό έλεγχο.
64 Από την περιγραφή των καθηκόντων του Προέδρου του Κοινοβουλίου στο άρθρο 19 του εσωτερικού κανονισμού προκύπτει ότι καταρχήν του έχουν ανατεθεί καθήκοντα τάξεως και οργανώσεως. Το άρθρο 19, παράγραφοι 1 και 2, ορίζει, παραδείγματος χάριν, τα εξής:
«1. Ο Πρόεδρος διευθύνει, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, το σύνολο των δραστηριοτήτων του Κοινοβουλίου και των οργάνων του. Διαθέτει όλες τις εξουσίες για την προεδρία των συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου και τη διασφάλιση της απρόσκοπτης διεξαγωγής τους.
2. Ο Πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη, τη διακοπή και τη λήξη των συνεδριάσεων. Διασφαλίζει την τήρηση του κανονισμού, τηρεί την τάξη, δίνει τον λόγο, κηρύσσει τη λήξη των συνεδριάσεων, θέτει τα ζητήματα σε ψηφοφορία και ανακοινώνει τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών. Διαβιβάζει στις επιτροπές τις ανακοινώσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους.»
65 Η παράγραφος μάλιστα 3, κατά την άποψή μου, μάλλον αντιτίθεται στη συναγωγή μίας ουσιαστικής ελεγκτικής αρμοδιότητας του προέδρου. Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή:
«3. Ο Πρόεδρος δεν μπορεί να λάβει τον λόγο στη συζήτηση παρά μόνο για να καθορίσει σε ποιο σημείο βρίσκεται το θέμα και να επαναφέρει τους ομιλητές σ' αυτό· αν όμως επιθυμεί να συμμετάσχει σε μία συζήτηση, κατέρχεται από την έδρα του και δεν μπορεί να επανέλθει σ' αυτήν πριν λήξει η εν λόγω συζήτηση.»
66 Σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 4, στον Πρόεδρο ανατίθενται καθήκοντα εκπροσωπήσεως, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω.
67 Το άρθρο 125, παράγραφος 1 του εσωτερικού κανονισμού περιγράφει σαφώς τα κριτήρια, με βάση τα οποία μπορεί να ελεγχθεί το παραδεκτό των τροπολογιών. Ακόμα και η γενική παραπομπή στις διατάξεις του κανονισμού δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου έχει αρμοδιότητα γενικού νομικού ελέγχου. Ο κανονισμός αποτελεί σύνολο οργανωτικών διατάξεων του Κοινοβουλίου ως οργάνου, που δεν είναι ενδεδειγμένες ούτε έχουν σκοπό να αποτελέσουν κριτήριο για ουσιαστικό νομικό έλεγχο των πράξεων του οργάνου. Κατά την άποψή μου, μια τέτοια ελεγκτική αρμοδιότητα δεν θα μπορούσε εύκολα να συμβιβαστεί με την κυριαρχία του Κοινοβουλίου.
68 Διαφορετική θεώρηση θα ήταν ενδεχομένως επιβεβλημένη μόνο στην υποθετική περίπτωση μιας προφανώς παράνομης πράξεως. Στην περίπτωση αυτή ερωτάται αν θα πρέπει να υποχρεούται ο πρόεδρος του οργάνου να αγνοήσει τον ουσιαστικά παράνομο χαρακτήρα της πράξεως και να περιοριστεί στον τυπικό έλεγχο. Δεδομένου ότι δεν μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι η εν λόγω τροπολογία έχει προφανώς παράνομο, με την έννοια αυτή, χαρακτήρα, δεν χρειάζεται, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, να εξεταστεί το ζήτημα αυτό. Το βέβαιον είναι ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε τυπικό έλεγχο τηρήσεως του κανονισμού. Επειδή ούτε καταδείχθηκε ούτε τεκμαίρεται παράβαση διατάξεως του κανονισμού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν είχε λόγο να εμποδίσει την επίμαχη τροπολογία αριθ. 9 λόγω απαραδέκτου, σύμφωνα με το άρθρο 125, παράγραφος 3, του εσωτερικού κανονισμού.
β) Έλλειψη αιτιολογίας
69 Ως τρίτη και τελευταία αιτίαση η προσφεύγουσα προβάλλει την παράβαση ουσιώδους τύπου με τη μορφή ελλείψεως αιτιολογίας. Αναμφίβολα, το ψήφισμα για τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος των περιόδων συνόδου για το έτος 1996 στερείται αιτιολογίας.
70 Το καθού, όμως, υποστηρίζει ότι το ψήφισμα δεν έχρηζε αιτιολογίας. Αφενός, πρόκειται για πράξη της εσωτερικής του οργανώσεως που μόνον υπό εξαιρετικές συνθήκες μπορεί να προσβάλλει δικαιώματα τρίτων. Αφετέρου, το χρονοδιάγραμμα εργασιών ενός οργάνου είναι αφ' εαυτού κατανοητό. Οι λόγοι που δικαιολογούν τη λήψη αποφάσεως για τον καθορισμό του χρονοδιαγράμματος των περιόδων συνόδου είναι τόσο προφανείς, ώστε καθιστούν περιττή την ύπαρξη γραπτής αιτιολογίας.
71 Το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ θεσπίζει ρητά υποχρέωση αιτιολογίας για τους κανονισμούς, τις οδηγίες και τις αποφάσεις. Αυτές είναι οι κλασσικές μορφές που λαμβάνει η ασκούμενη από τον κοινοτικό νομοθέτη νομοθετική λειτουργία. Ξαρακτηρίζονται από το ότι είναι προορισμένες να παράγουν δεσμευτικά αποτελέσματα. Το προσβαλλόμενο ψήφισμα του Κοινοβουλίου δεν μπορεί τυπικά να ενταχθεί σε μία από τις κατηγορίες νομικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 190 της Συνθήκης, ούτε προορίζεται αυτό το ίδιο να παράγει αποτελέσματα έναντι τρίτων. Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γίνει δεκτή η άποψη του καθού ότι ο καθορισμός του χρονοδιαγράμματος των περιόδων συνόδου για το εκάστοτε ημερολογιακό έτος είναι από μόνος του σαφής, και επομένως το προσβαλλόμενο ψήφισμα δεν έχρηζε αιτιολογίας.
72 Κατά συνέπεια, πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους οι λόγοι ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα, οπότε η προσφυγή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
73 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Γ - Πρόταση
74 Ως συμπέρασμα των προηγουμένων σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το εξής διατακτικό:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
3) Το παρεμβαίνον φέρει τα δικαστικά του έξοδα.»
(1) - Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, 230/81, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 255)· απόφαση της 10ης Απριλίου 1984, 108/83, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1984, σ. 1945)· απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 358/85 και 51/86, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4821)·απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων C-213/88 και C-39/89, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-5643).
(2) - Ψήφισμα της 20ής Σεπτεμβρίου 1995 (ΕΕ 1995, C 269, σ. 55).
(3) - Πρόταση της διασκέψεως των προέδρων της 14ης Σεπτεμβρίου 1995 (ΕΕ 1995, C 269, σ. 19).
(4) - ΕΕ 1992, C 341, σ. 1.
(5) - Η υπογράμμιση δική μου.
(6) - Βλ. άρθρο 1, στοιχείο αα, εδάφιο 1, της αποφάσεως του Εδιμβούργου, όπου προβλέπεται: «Το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο έχει την έδρα του στο Στρασβούργο.»
(7) - Βλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 19).
(8) - Βλ. απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 25)· απόφαση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου (προναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 13)· και απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 16).
(9) - Βλ. υποσημείωση 8.
(10) - Βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 30)· απόφαση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 15)· και απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψεις 16 και 24).
(11) - Υπόθεση C-314/91 (Συλλογή 1993, Ι-1093).
(12) - Όπ.π., σκέψη 8.
(13) - Όπ.π., σκέψη 9.
(14) - Όπ.π. (σκέψη 10)· η υπογράμμιση δική μου.
(15) - Βλ. άρθρο 216 της Συνθήκης ΕΚ, άρθρο 77 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
(16) - Βλ. με το πνεύμα αυτό και την υπόθεση 230/81 (που αναφέρεται στην υποσημείωση 1, σκέψη 24).
(17) - Βλ. υπόθεση C-267/96 (ΕΕ 1996, C 269, σ. 21).
(18) - Βλ. άρθρο 216 της Συνθήκης ΕΚ, άρθρο 77 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Στο εξής για λόγους απλουστεύσεως θα αναφέρονται κυρίως οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ.
(19) - Βλ. ΕΕ 1992, C 21, σ. 105· βλ. επίσης πρωτόκολλο της συνεδριάσεως της 20ής Απριλίου 1993 (ΕΕ 1993, C 150, σ. 26 επ.).
(20) - Βλ. άρθρο 142 της Συνθήκης ΕΚ, άρθρο 25 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και άρθρο 112 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Στο εξής για λόγους απλουστεύσεως θα αναφέρονται κυρίως οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ.
(21) - Συλλογή 1993, Ι-3685.
(22) - Όπ.π., σκέψη 12 της αποφάσεως· η υπογράμμιση δική μου.
(23) - Βλ. απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 23).
(24) - Βλ. άρθρα 157, 158 και 167 της Συνθήκης ΕΚ.
(25) - Παραδέχομαι ότι όσον αφορά τον διορισμό των επιτρόπων, η σύμπραξη του Κοινοβουλίου κατά την έννοια του άρθρου 158 της Συνθήκης ΕΚ συνιστά ορισμένη βελτίωση. Αυτό όμως επήλθε μόνο με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και δεν αποδυναμώνει εντελώς την προβληματική που προαναφέρθηκε.
(26) - Για λόγους απλουστεύσεως στο εξής θα πρόκειται μόνο για το άρθρο 216 της Συνθήκης ΕΚ.
(27) - Για λόγους απλουστεύσεως στο εξής θα πρόκειται μόνο για το άρθρο 142 της Συνθήκης ΕΚ.
(28) - Βλ. υποσημείωση 1.
(29) - Στην απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1) αναφέρεται παραδείγματος χάριν στη σκέψη 38: «Πάντως, βάσει των αμοιβαίων καθηκόντων ειλικρινούς συνεργασίας που αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι αποφάσεις του Κοινοβουλίου πρέπει και αυτές να μην θίγουν την αρμοδιότητα των κυβερνήσεων των κρατών μελών να ορίζουν την έδρα των οργάνων και τις αποφάσεις που εν τω μεταξύ έχουν προσωρινά ληφθεί» (η υπογράμμιση δική μου). Όμοια είναι και η απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 52).
(30) - Βλ. απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 37)· βλ. επίσης την απόφαση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψη 35).
(31) - Απόφαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών για τον προσωρινό καθορισμό της έδρας ορισμένων οργάνων και υπηρεσιών της Κοινότητας (ABl 1967, 152, σ. 18)
(32) - Στο εξής, για λόγους απλουστεύσεως, θα χαρακτηρίζονται ως «εβδομάδες συνόδου της ολομελείας».
(33) - Η υπογράμμιση δική μου.
(34) - Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1) και απόφαση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1).
(35) - Βλ. 25η γενική έκθεση για τη δραστηριότητα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων 1991, σ. 440· 26η γενική έκθεση για τη δραστηριότητα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων 1992, σ. 424· 27η γενική έκθεση για τη δραστηριότητα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων 1993, σ. 409· Γενική έκθεση για τη δραστηριότητα της Ευρωπαϋκής Ενώσεως 1994, σ. 461· Γενική έκθεση για τη δραστηριότητα της Ευρωπαϋκής Ενώσεως 1995, σ. 489.
(36) - Η πρώτη και η δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού πραγματοποιούνται τακτικά κατά το τελευταίο τέταρτο του ημερολογιακού έτους.
(37) - Τέσσερις φορές τέσσερις μισές ημέρες, δηλαδή δεκαέξι μισές ημέρες ετησίως.
(38) - Δέκα μισές ημέρες ανά εβδομάδα· για το έτος 1995 αυτό σημαίνει δώδεκα φορές δέκα μισές ημέρες, δηλαδή 120 μισές ημέρες ετησίως, και για το εν λόγω χρονοδιάγραμμα συνεδριάσεων του 1996 έντεκα φορές δέκα μισές ημέρες, δηλαδή εκατόν δέκα μισές ημέρες ετησίως.
(39) - Βλ. απόφαση Γαλλία κατά Κοινοβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 1, σκέψεις 36 και 40).
(40) - Όπ.π., σκέψεις 40 και 41.
(41) - Απόφαση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών για τον προσωρινό καθορισμό της έδρας ορισμένων οργάνων και υπηρεσιών της Κοινότητας της 8.4.1965 (ΕΕ 152 της 13.7.1967, σ. 18)
(42) - Βλ. την απάντηση του εκπροσώπου του καθού κατά την προφορική διαδικασία, ο οποίος υποστήριξε ότι οι πολιτικές ομάδες έχουν την έδρα τους στις Βρυξέλλες.
(43) - ΕΕ 1995, L 293, σ. 1 (στο εξής: εσωτερικός κανονισμός).
(44) - Η υπογράμμιση δική μου.
Full & Egal Universal Law Academy