Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η εταιρία TWD Textilwerke Deggendorf GmbH (στο εξής: TWD ή αναιρεσείουσα), εταιρία γερμανικού δικαίου που ασκεί τις δραστηριότητές της στον τομέα των συνθετικών υλών, ζητεί από το Δικαστήριο την αναίρεση της αποφάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 (1) (στο εξής: απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε δύο προσφυγές ακυρώσεως τις οποίες είχε ασκήσει η ίδια αναιρεσείουσα κατά δύο αποφάσεων που είχε εκδώσει η Επιτροπή υπό την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
Συγκεκριμένα, πρόκειται για την απόφαση 91/391/ΕΟΚ (2) (στο εξής: απόφαση TWD II), της 26ης Μαρτίου 1991, και την απόφαση 92/330/ΕΟΚ (3) (στο εξής: απόφαση TWD III), της 18ης Δεκεμβρίου 1991 της Επιτροπής, αμφότερες αφορώσες τις χορηγηθείσες από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην αναιρεσείουσα επιχείρηση ενισχύσεις. Η Επιτροπή, μολονότι έκρινε με τις αποφάσεις αυτές ότι οι προαναφερθείσες ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, ανέστειλε την καταβολή τους μέχρι να επιστραφούν από την αναιρεσείουσα άλλες ενισχύσεις οι οποίες είχαν χορηγηθεί παρανόμως στο παρελθόν και είχαν κηρυχθεί ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, με την απόφαση 86/509/ΕΟΚ (4), της 21ης Μαου 1986 (στο εξής: απόφαση TWD I).
Τα πραγματικά περιστατικά και οι προσβαλλόμενες αποφάσεις
2 Κατά τα έτη 1981 έως 1983, η αναιρεσείουσα έλαβε επιδότηση 6,12 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων (DM) από την Ομοσπονδιακή Γερμανική Κυβέρνηση και δάνειο 11 εκατομμυρίων DM με προτιμησιακούς όρους από το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας (στο εξής: ενισχύσεις TWD I), οι οποίες δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή.
Κατόπιν καθυστερημένης κοινοποιήσεως, η οποία περιήλθε μόλις το 1985 και μετά από επανειλημμένες αιτήσεις της Επιτροπής, η Επιτροπή αποφάνθηκε επί των επιδίκων ενισχύσεων εκδίδοντας την απόφαση TWD I, με την οποία κήρυξε τις ενισχύσεις αυτές παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και διέταξε την επιστροφή τους. Η απόφαση TWD I κατέστη απρόσβλητη μετά την παρέλευση των συνήθων προθεσμιών για άσκηση ενδίκων μέσων.
3 Τον Οκτώβριο 1989, οι γερμανικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή σχέδιο νέων ενισχύσεων υπέρ της αναιρεσείουσας, το οποίο περιελάμβανε επιδότηση 4,52 εκατομμυρίων DM και τη χορήγηση δύο δανείων 6 και 14 εκατομμυρίων DM αντιστοίχως, με προτιμησιακούς όρους, που προορίζονταν για την παραγωγή ελαστικών καλτσών και νημάτων (στο εξής: ενισχύσεις TWD II). Η Επιτροπή κίνησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης διαδικασία και την ολοκλήρωσε εκδίδοντας την απόφαση TWD II, το διατακτικό της οποίας προβλέπει μεταξύ άλλων:
«Άρθρο 1
Οι ενισχύσεις (...) συμβιβάζονται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Άρθρο 2
Οι γερμανικές αρχές καλούνται να αναστείλουν την πληρωμή προς την Deggendorf των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσας απόφασης μέχρι να τους επιστραφούν οι ασυμβίβαστες ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 της αποφάσεως 86/509/ΕΟΚ.»
4 Εν τω μεταξύ, τον Φεβρουάριο 1991, οι γερμανικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή άλλο σχέδιο ενισχύσεων υπέρ της αναιρεσείουσας, υπό μορφή δανείων με προτιμησιακούς όρους με σκοπό την επαναδραστηριοποίηση και τον εκσυγχρονισμό μιας νεοαποκτηθείσας επιχειρήσεως, η οποία ειδικευόταν στην παραγωγή κουρτινών από ύφασμα (στο εξής: TWD III). Με την ευκαιρία αυτή επίσης, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, την οποία αποπεράτωσε με την έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως TWD III.
Το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, το οποίο αντιστοιχεί στο διατακτικό της αποφάσεως TWD II, κηρύσσει ότι οι ενισχύσεις TWD III συμβιβάζονται με την κοινή αγορά (άρθρο 1), εξαρτά όμως την καταβολή τους από την ανάκτηση, εκ μέρους των γερμανικών αρχών, των ενισχύσεων TWD I (άρθρο 2).
5 Ως προς τα ουσιώδη, οι αποφάσεις TWD II και TWD III έχουν ανάλογη αιτιολογία. Πράγματι, η Επιτροπή διαπίστωσε καταρχάς, με τις δύο αποφάσεις, ότι τα προϋόντα για την κατασκευή των οποίων προορίζονταν οι ενισχύσεις (ελαστικές κάλτσες και νήματα και κουρτίνες από ύφασμα, αντιστοίχως), καθόσον συνιστούν συμπληρωματική αγορά για την παραγωγή νημάτων, μπορούν να συμβάλουν στην απορρόφηση της πλεονάζουσας προσφοράς του τομέα.
Λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το ότι οι επίδικες ενισχύσεις προορίζονταν για την ανάπτυξη των περιφερειών, καθώς και τα πιθανά θετικά αποτελέσματά τους για τις θέσεις εργασίας, η Επιτροπή θεώρησε ότι οι δύο περιπτώσεις μπορούσαν να τύχουν της παρεκκλίσεως του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης και τις κήρυξε συμβιβαστές με την κοινή αγορά.
6 Πάντως η Επιτροπή, υπενθυμίζοντας ότι η TWD δεν είχε ακόμα επιστρέψει, στις αντίστοιχες ημερομηνίες εκδόσεως των επίδικων αποφάσεων, τις ενισχύσεις TWD I, όπως προέβλεπε αντιθέτως η απόφαση TWD I, και υπογραμμίζοντας ότι οι ενισχύσεις TWD I σε συνδυασμό με τις νέες ενισχύσεις παρέχουν στη δικαιούχο επιχείρηση υπέρμετρο και αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και αδικαιολόγητο πλουτισμό, δήλωσε ότι έκρινε σκόπιμο να αναστείλει την καταβολή των ενισχύσεων TWD II και TWD III μέχρι να επιστραφούν οι ενισχύσεις TWD I.
Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ήταν «υποχρεωμένη να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό» λόγω της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί από την αμέλεια της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της TWD, οι οποίες είχαν ενεργήσει κατά παράβαση των επιτακτικών κανόνων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, και υπενθύμισε, περαιτέρω, ότι δεν διέθετε «κανένα μέσο καταναγκασμού για να επιταχύνει ή να επιβάλει την εκτέλεση της αποφάσεώς της» TWD I (5).
Η απόφαση του Πρωτοδικείου
7 Το Πρωτοδικείο, όταν αποφάνθηκε επί των προσφυγών ακυρώσεως τις οποίες είχε ασκήσει η TWD κατά των αποφάσεων TWD I και TWD II, εξέτασε, στην απόφαση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αναιρέσεως, το κύρος των αποφάσεων αυτών από διάφορες απόψεις, αντιστοιχούσες στις αιτιάσεις που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα.
Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο εξέτασε, κατά πρώτον, τους λόγους ακυρώσεως οι οποίοι στηρίζονται στην αναρμοδιότητα της Επιτροπής να εξαρτήσει την καταβολή ενισχύσεων, οι οποίες συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, από την επιστροφή προηγουμένων ενισχύσεων και στη φερομένη παραβίαση των αρχών που διέπουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών· δεύτερον, εξέτασε τους λόγους οι οποίοι στηρίζονται στην έλλειψη ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων απορρεόντων από τις ενισχύσεις TWD I, για να εξετάσει, τρίτον, τους στηριζόμενους στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και, τέλος, τους λόγους που αντλούνται από τη νομιμότητα των ενισχύσεων TWD I.
8 Όσον αφορά την πρώτη πτυχή του θέματος, η οποία είναι η πλέον σημαντική για τη διαδικασία που μας απασχολεί σήμερα, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας ερμηνεύοντας το διατακτικό των προσβαλλομένων αποφάσεων ενόψει της αιτιολογίας τους. Επί του σημείου αυτού, το Πρωτοδικείο έκρινε καταρχάς:
«Το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι (...) οι αποφάσεις ΤWD ΙΙ και ΤWD ΙΙΙ, κάθε μία εξεταζόμενη στο σύνολό της, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Επιτροπή κατέληξε στο ασυμβίβαστο των νέων ενισχύσεων ΤWD ΙΙ και ΤWD ΙΙΙ με την κοινή αγορά, επί όσο χρόνο δεν έχουν επιστραφεί οι παλαιές ενισχύσεις ΤWD Ι. Συγκεκριμένα, στο αιτιολογικό των προσβαλλομένων αποφάσεων, η Επιτροπή έκρινε ότι το σωρευτικό αποτέλεσμα των παλαιών ενισχύσεων ΤWD Ι και των νέων ενισχύσεων ΤWD ΙΙ και ΤWD ΙΙΙ, αντιστοίχως, συνίσταται στην αλλοίωση των όρων των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Συνεπώς, οι εν λόγω αποφάσεις έχουν την έννοια ότι οι νέες ενισχύσεις ΤWD ΙΙ και ΤWD ΙΙΙ, αυτές καθαυτές, μπορούν να είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά, αλλά δεν μπορούν να επιτραπούν βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης, χωρίς να έχει εξαλειφθεί το σωρευτικό αποτέλεσμα των παλαιών ενισχύσεων ΤWD Ι και των νέων ενισχύσεων ΤWD ΙΙ και ΤWD ΙΙΙ.
Επομένως, το αιτιολογικό των προσβαλλομένων αποφάσεων δεν μπορεί να ερμηνευθεί (...) ως απηλλαγμένη αιρέσεων κήρυξη του συμβιβαστού με την κοινή αγορά (άρθρο 1), κήρυξη στην οποία προστέθηκε μια παράνομη αναβλητική αίρεση (άρθρο 2). Απεναντίας, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι, ακόμη και από την ανάγνωση των εν λόγω αποφάσεων, προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν θα είχε διαπιστώσει το συμβιβαστό των νέων ενισχύσεων ΤWD ΙΙ ή ΤWD ΙΙΙ, όπως έπραξε με το άρθρο 1 του ως άνω διατακτικού, χωρίς την αίρεση που περιέχεται στο άρθρο 2. Συγκεκριμένα, ο σκοπός του άρθρου 2 του ανωτέρω διατακτικού συνίσταται ακριβώς στο να καταστήσει δυνατή την κατ' άρθρο 1 κήρυξη του συμβιβαστού» (6).
9 Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της αρμοδιότητας της Επιτροπής να εξαρτά από συγκεκριμένες προϋποθέσεις την καταβολή ενισχύσεων οι οποίες έχουν κηρυχθεί ρητώς συμβιβαστές με την κοινή αγορά, αρμοδιότητα η οποία αμφισβητήθηκε εντόνως από την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο έκρινε, πρώτον, ότι ο ρόλος που ανατίθεται εν προκειμένω στην Επιτροπή από τη Συνθήκη συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι, όταν η Επιτροπή το κρίνει σκόπιμο, μπορεί να επιβάλει «τροποποιήσεις» και να εξαρτά το παραδεκτό των μέτρων υποστηρίξεως από την τήρηση προϋποθέσεων που σκοπούν στη διασφάλιση της ισορροπίας των συναλλαγών και, συνεπώς, του κοινού συμφέροντος.
Σύμφωνα με το Πρωτοδικείο, η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, «όταν η Επιτροπή εξετάζει το συμβιβαστό κρατικής ενισχύσεως με την κοινή αγορά, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή, περιλαμβανομένων, αν παρίσταται ανάγκη, του πλαισίου που έχει ήδη αξιολογηθεί σε προηγούμενη απόφαση, καθώς και των υποχρεώσεων που αυτή η προηγούμενη απόφαση επέβαλε σε κράτος μέλος» (7).
10 Όσον αφορά συγκεκριμένα την αρμοδιότητα της Επιτροπής να κάνει χρήση διαδικασίας, στερουμένης νομικής βάσεως, για την επίτευξη στόχων στους οποίους, σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, αναφέρονται ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, όπως το άρθρο 169, το Πρωτοδικείο έκρινε, εν συνεχεία, ότι το διατακτικό των προσβαλλομένων αποφάσεων ουδόλως επεδίωκε σκοπούς ομοίους με τους στόχους προσφυγής παραβάσεως κατά της Γερμανικής Κυβερνήσεως, αλλ' αναφερόταν απλώς «στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούσαν να χορηγηθούν στην TDW νέες ενισχύσεις, τις οποίες η TWD δεν ήταν καθόλου υποχρεωμένη να ζητήσει».
Ακολουθώντας τη γραμμή αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «ο σκοπός του άρθρου 2 του επίδικου διατακτικού δεν συνίστατο στο να διαπιστωθεί η παράβαση της αποφάσεως ΤWD Ι, αλλά στο να εμποδιστεί η καταβολή νέων ενισχύσεων που θα νόθευαν τον ανταγωνισμό κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον» (8).
Τέλος, το Πρωτοδικείο, στηριζόμενο σε πάγια νομολογία, απέρριψε την αιτίαση της αναιρεσείουσας σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας (9), και κατέληξε ότι «η Επιτροπή ήταν αρμόδια να θεσπίσει το άρθρο 2 του διατακτικού των εν λόγω αποφάσεων» (10).
11 Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως των αρχών σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, εκ μέρους της Επιτροπής, στην οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει ότι δεν έλαβε υπόψη ούτε την εκκρεμούσα ενώπιον εθνικού δικαστηρίου διαφορά με το ίδιο αντικείμενο, ούτε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της ίδιας της αναιρεσείουσας ως προς το νομότυπο της ενισχύσεως, η οποία προστατεύεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, το Πρωτοδικείο, καταρχάς, διαπίστωσε ότι «η ύπαρξη διαφοράς σε εθνικό επίπεδο δεν μπορεί να επηρεάσει την αρμοδιότητα της Επιτροπής να θεσπίζει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζει το ανόθευτο του ανταγωνισμού εντός της Κοινότητας» (11).
Εν συνεχεία, εξετάζοντας την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να γίνει επίκληση της προστασίας αυτής όσον αφορά ενισχύσεις (όπως οι ενισχύσεις TWD I) οι οποίες έχουν χορηγηθεί κατά παράβαση των διαδικαστικών διατάξεων της Συνθήκης, παρά μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις, και κατέληξε ότι οι περιστάσεις αυτές δεν συντρέχουν εν προκειμένω, όπως καταδεικνύεται επίσης εκ του γεγονότος ότι ο επιληφθείς της διαδικασίας σε εθνικό επίπεδο δικαστής δεν έχει ακόμα (οκτώ έτη μετά την έναρξη της διαδικασίας) αποφανθεί ως προς την ύπαρξή τους, ενώ δεν έχει καν υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα υπό την έννοια αυτή (12).
12 Τέλος, το Πρωτοδικείο απέρριψε επίσης ως αβάσιμους τους λοιπούς προβληθέντες από την αναιρεσείουσα λόγους· συγκεκριμένα, έκρινε ότι η προβαλλόμενη πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής ως προς την ύπαρξη ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων απορρεόντων από τη σώρευση των εν λόγω ενισχύσεων δεν είχε αποδειχθεί επαρκώς (13), ότι ο ισχυριμός της παραβιάσεως εκ μέρους της Επιτροπής της αρχής της αναλογικότητας βασιζόταν σε προϋποθέσεις οι οποίες δεν είχαν αποδειχθεί, δηλαδή ότι το άθροισμα των ενισχύσεων TWD II και TWD III ήταν ανώτερο του ποσού των ενισχύσεων TWD I (14), και ότι η νομιμότητα των ενισχύσεων TWD I δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, δεδομένου ότι οι προθεσμίες για άσκηση ενδίκων μέσων κατά της αποφάσεως TWD I είχαν παρέλθει προ πολλού και η απόφαση είχε, συνεπώς, καταστεί απρόσβλητη (15).
Οι λόγοι αναιρέσεως
13 Όπως επισήμανα, η αναιρεσείουσα άσκησε, με την παρούσα διαδικασία, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ζητώντας από το Δικαστήριο να την ακυρώσει, καθώς επίσης και να ακυρώσει το άρθρο 2 των επιδίκων αποφάσεων· η αίτηση αναιρέσεως στηρίζεται σε έξι διαφορετικούς λόγους.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας τις αποφάσεις TWD II και TWD III κατά τρόπο ο οποίος δεν συνάδει προς τη διατύπωση του διατακτικού τους, παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο. Επαναλαμβάνοντας με τον δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγο, επιχειρήματα παρόμοια κατ' ουσίαν με τα πρωτοδίκως προβληθέντα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να θεσπίσει το άρθρο 2 των δύο αυτών αποφάσεων, ότι παραβίασε τις διατάξεις σχετικά με την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας, ότι εσφαλμένως διαπίστωσε ότι η σώρευση των ενισχύσεων TWD II και TWD III και των ενισχύσεων TWD I παρείχε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη TWD και ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
Επί του πρώτου και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
14 Επειδή ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως συνδέονται στενώς, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να εξετασθούν από κοινού, συνιστούν δε το κεντρικό θέμα της παρούσας διαδικασίας. Η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο, σύμφωνα με την αναιρεσείουσα, συνίσταται στο ότι το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε το κύρος των δύο αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή επέβαλε υποχρεώσεις, οι οποίες, σύμφωνα με την αναιρεσείουσα πάντοτε, υπερβαίνουν τα όρια των αρμοδιοτήτων της και στερούνται πρόσφορης νομικής βάσεως.
Με άλλα λόγια, το ζήτημα αρχής επί του οποίου το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Μπορεί η Επιτροπή, μετά από διαδικασία του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης, να εκδώσει απόφαση με την οποία κρίνει ότι μια συγκεκριμένη ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά και συγχρόνως να απαγορεύσει την καταβολή της μέχρις ότου η δικαιούχος επιχείρηση επιστρέψει άλλη ενίσχυση, η οποία έχει χορηγηθεί προηγουμένως και έχει κηρυχθεί ασυμβίβαστη από την Επιτροπή με άλλη απόφαση;
Εκ προοιμίου, διευκρίζω ότι, αντίθετα με αυτά που έκρινε το Πρωτοδικείο και για τους λόγους τους οποίους θα εξετάσω, είμαι πεπεισμένος ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
15 Πρώτον, η ανάλυση των επιδίκων αποφάσεων στην οποία προβαίνει το Πρωτοδικείο, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, σε πλήρη αντίθεση με την ίδια τη διατύπωση του διατακτικού τους. Όπως επισήμανα διά μακρών στην παράγραφο 8 ανωτέρω, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι οι αποφάσεις πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η Επιτροπή έκρινε τις ενισχύσεις TWD II και TWD III ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά καθ' όσον χρόνο οι ενισχύσεις TWD I δεν έχουν επιστραφεί και, συνεπώς, το συμβιβαστό των πρώτων ενισχύσεων εξαρτάται από την προηγούμενη επιστροφή των δεύτερων.
Όμως, η ερμηνεία αυτή προσκρούει σε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο, τόσο στο άρθρο 1 των επίδικων αποφάσεων όσο και σε διάφορα σημεία της αιτιολογίας, στην οποία αναφέρεται κατά γράμμα ότι «οι ενισχύσεις (...) συμβιβάζονται με την κοινή αγορά» (16) και συμβιβάζονται, ας το υπογραμμίσουμε, δυνάμει εκτιμήσεων που αφορούν τις συνέπειές τους στον οικείο τομέα, τους στόχους που επιδιώκουν σε περιφέρειακό επίπεδο, καθώς και τα ενδεχόμενα θετικά αποτελέσματά τους επί των θέσεων εργασίας.
16 Είναι αληθές ότι, όπως ανέφερα, οι αιτιολογίες των αποφάσεων αναφέρονται επίσης στην οικονομική κατάσταση της δικαιούχου επιχειρήσεως και, συγκεκριμένα, στα αδικαιολόγητα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που θα μπορούσε να προσποριστεί εάν ελάμβανε και άλλες ενισχύσεις, επιπλέον αυτών που χορηγήθηκαν παρανόμως και δεν επιστράφηκαν, πλην όμως η Επιτροπή, αντί να συναγάγει από τις διαπιστώσεις αυτές τις πλέον εύλογες συνέπειες, δηλαδή ότι οι ενισχύσεις TWD II και TWD III είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά καθόσον συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσεως επιχειρήσεως η οποία, επιπλέον, απολαύει ήδη παρανόμων, μη επιστραφεισών ενισχύσεων, δηλώνει ακριβώς και ρητώς το αντίθετο, δηλαδή ότι οι εν λόγω ενισχύσεις είναι συμβιβαστές με την κοινή αγορά, για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, με μόνη τη διαφορά ότι η καταβολή τους πρέπει να εξαρτηθεί από την επιστροφή των ενισχύσεων TWD I.
Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε με την ανάλυση του Πρωτοδικείου μόνον εάν από τις αποφάσεις προέκυπτε σαφώς ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να εξαρτήσει το συμβιβαστόν των νέων ενισχύσεων από την επιστροφή των προηγουμένων, δηλαδή εάν προέκυπτε από τις αποφάσεις ότι, κατόπιν ενδελεχούς έρευνας επί της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως κατά τη στιγμή εγκρίσεως των ενισχύσεων, η Επιτροπή κατέληξε ότι, παρά τα ενδεχόμενα θετικά αποτελέσματά τους στον οικείο τομέα, στην ανάπτυξη της εν λόγω περιοχής και στις θέσεις εργασίας, οι νέες ενισχύσεις είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, διότι ενισχύουν παρανόμως τη θέση της επιχειρήσεως, και ότι συμβιβάζονται μόνον εάν επιστραφούν οι προηγούμενες ενισχύσεις. Περαιτέρω, είναι αυτονόητο ότι μια τέτοια στάθμιση των διακυβευομένων συμφερόντων πρέπει να λαμβάνεται προσηκόντως υπόψη στην αιτιολογία των εν λόγω αποφάσεων (17).
Τούτο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω, όπως είδαμε. Αντιθέτως, με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις κρίθηκε ρητώς ότι οι ενισχύσεις TWD II και TWD III συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, και τούτο μολονότι η καταβολή τους αναστέλλεται μέχρι την επιστροφή άλλων ενισχύσεων.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή μπορεί να εξαρτά από συμπληρωματικές προϋποθέσεις, οι οποίες επιπλέον αφορούν διαφορετικές πτυχές (τουλάχιστον από νομικής απόψεως), την καταβολή ενισχύσεων τις οποίες ρητώς κήρυξε συμβιβαστές με την κοινή αγορά. Αντίθετα προς ό,τι προβλέπει σχετικά με τις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά ενισχύσεις, η Συνθήκη δεν περιέχει πράγματι καμία διάταξη που να παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία αναστολής της καταβολής ενισχύσεων που συμβιβάζονται με την κοινή αγορά (18).
Η εξουσία αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ούτε ερμηνευτικώς, ούτε μπορεί να γίνει προς τον σκοπό αυτό επίκληση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των διατάξεων σε θέματα ενισχύσεων (συγκεκριμένα των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης). Πράγματι, είμαι της γνώμης ότι η απαγόρευση (ή, όπως εν προκειμένω, η αναστολή) της καταβολής ενισχύσεων οι οποίες συμβιβάζονται με τη Συνθήκη είναι εν πάση περιπτώσει απαράδεκτη, καθόσον δεν υφίσταται ακριβώς ο δικαιολογητικός της απαγορεύσεως αυτής λόγος (ή της αναστολής), δηλαδή ότι η καταβολή των ενισχύσεων ενέχει τον κίνδυνο επηρεασμού των συναλλαγών και στρεβλώσεως του ανταγωνισμού· επομένως η Επιτροπή, επιβάλλοντας υποχρέωση όπως η προκείμενη, υπερβαίνει σαφώς τα όρια της αποστολής που της έχει ανατεθεί με τη Συνθήκη.
18 Η μνημονευθείσα από την Επιτροπή απόφαση του Δικαστηρίου, την οποία επικαλείται το Πρωτοδικείο για να δικαιολογήσει το δικαίωμα της Επιτροπής να λαμβάνει υπόψη προηγούμενες καταστάσεις όταν εκδίδει αποφάσεις σε θέματα ενισχύσεων (19), στην πραγματικότητα επιβεβαιώνει τις θεωρήσεις αυτές. Πράγματι, η απόφαση αυτή διευκρινίζει ότι η Επιτροπή πρέπει βεβαίως να λαμβάνει υπόψη και τις υποχρεώσεις τις οποίες μια προηγούμενη απόφαση επέβαλε σε κράτος μέλος, ακριβώς όμως για να εκτιμήσει αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά (20) και όχι, όπως φαίνεται να υπονοούν η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο, για να αναστείλει την καταβολή ενισχύσεως η οποία συμβιβάζεται με την κοινή αγορά.
Με άλλα λόγια, ενόψει της Συνθήκης και της νομολογίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή διαθέτει δύο εναλλακτικές δυνατότητες: ή, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία, περιλαμβανομένης της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως και των προηγουμένων καταστάσεων, να κρίνει ότι η ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και, στην περίπτωση αυτή μπορεί, μάλιστα δε υποχρεούται, να διατάξει την αναστολή της καταβολής· ή μπορεί να κρίνει, κατόπιν παρόμοιας έρευνας, ότι η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, στην περίπτωση αυτή όμως δεν μπορεί βεβαίως να αντιταχθεί στην καταβολή της.
19 Αυτή η αρχή επιβεβαιώνεται, κατά τη γνώμη μου, και από την προσεκτική ανάγνωση του αιτιολογικού των προσβαλλομένων αποφάσεων. Πράγματι, όπως είδαμε, αφενός, η Επιτροπή κρίνει ότι οι επίδικες ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, στηριζόμενη σε εκτιμήσεις σχετικά με τα χαρακτηριστικά τους και τα δυνητικά αποτελέσματά τους στον συγκεκριμένο οικονομικό τομέα. Αφετέρου, επικαλούμενη τη ζημία η οποία απορρέει από τη σώρευση των ενισχύσεων αυτών με τις προηγούμενες ενισχύσεις, καθώς και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που θα μπορούσε να προσποριστεί στην περίπτωση αυτή η δικαιούχος επιχείρηση, αναστέλλει την καταβολή τους. Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν αποκρύπτει, συναφώς, ότι επιδιώκει έναν σαφώς συγκεκριμένο σκοπό, δηλαδή να επιβάλει, ελλείψει άλλων «μέσων καταναγκασμού», την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στις γερμανικές αρχές και στην TWD με την απόφασή της TWD I.
Επομένως, νομίζω ότι είναι αρκετά προφανές ότι η Επιτροπή θέλησε να επωφεληθεί της ευκαιρίας που της πρόσφεραν οι διαδικασίες σχετικά με τις ενισχύσεις TWD II και TWD III για να καταστήσει αποτελεσματική και να επιβάλει την εκτέλεση της επιβληθείσας στις γερμανικές αρχές (και, έμμεσα, στην TWD) υποχρεώσεως ανακτήσεως των ενισχύσεων TWD I, η οποία περιλαμβάνεται στην απόφαση TWD II.
20 Δέχομαι ότι ένας τέτοιος σκοπός, αυτός καθαυτός, μπορεί να είναι πλέον ή εύλογος, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των γνωστών δυσχερειών στις οποίες προσκρούουν συχνά στην πράξη οι προσπάθειες της Επιτροπής, να επιτύχει την επιστροφή παρανόμων ενισχύσεων και/ή ενισχύσεων οι οποίες κηρύσσονται ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.
Εντούτοις, η επίτευξη του σκοπού αυτού πρέπει να επιδιώκεται με πρόσφορα μέσα, ενώ, στο άρθρο 2 των αποφάσεων TWD II και TWD III, η Επιτροπή επιβάλλει την αναστολή της καταβολής των ενισχύσεων τις οποίες το άρθρο 1 (και το αιτιολογικό) των ιδίων αυτών αποφάσεων χαρακτηρίζουν ως συμβιβαστές με την κοινή αγορά χωρίς, όπως είπαμε, καμία διάταξη της Συνθήκης να της το επιτρέπει, οπότε, προφανέστατα, υπερβαίνει τις εξουσίες που της έχουν απονεμηθεί. Όπως ήδη παρατήρησα, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε διαφορετικό συμπέρασμα παρά μόνο αν η Επιτροπή είχε διαπιστώσει (κατά τρόπο προσηκόντως αιτιολογημένο) ότι οι νέες ενισχύσεις είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά λόγω των αποτελεσμάτων της σωρεύσεώς τους με τις προηγούμενες ενισχύσεις· πράγματι, μόνο στην περίπτωση αυτή η αναστολή της καταβολής των πρώτων θα είχε νομικό έρεισμα (επίσης).
21 Δεν είναι μόνον αυτό. Πράγματι, θεωρώ ότι, εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση της Επιτροπής ότι «υποχρεούται» να διατάξει την αναστολή της καταβολής των επίδικων ενισχύσεων, δεδομένου ότι δεν διαθέτει άλλα μέσα καταναγκασμού για να επιβάλει στις γερμανικές αρχές και στην TWD την τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση TWD I, στην πραγματικότητα στερείται ερείσματος.
Αντιθέτως, κατά τη Συνθήκη, η Επιτροπή διαθέτει συγκεκριμένο ένδικο μέσον στις περιπτώσεις παραβάσεως των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2. Αναφέρομαι στην ευχέρεια, την οποία της παρέχει το άρθρο 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, να προσφεύγει απευθείας στο Δικαστήριο ζητώντας του να διαπιστώσει τη διαπραχθείσα από το εν λόγω κράτος παράβαση μέσω μιας διαδικασίας ταχύτερης και απλούστερης από τη διαδικασία του άρθρου 169. Εξάλλου, είναι προφανές ότι, αν το εν λόγω κράτος δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση η οποία διαπιστώνει την παράβαση, η Επιτροπή μπορεί να κάνει χρήση της προβλεπόμενης στο άρθρο 171 της Συνθήκης διαδικασίας, ζητώντας από το Δικαστήριο να επιβάλει στο κράτος την καταβολή χρηματικής ποινής.
22 Επομένως, ενόψει των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν μέχρι τώρα, νομίζω ότι προκύπτει αναπόφευκτα το συμπέρασμα: επιβάλλεται να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και, κατά συνέπεια, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να ακυρωθεί το άρθρο 2 των αποφάσεων TWD II και TWD III, λόγω αναρμοδιότητας και υπερβάσεως εξουσίας της Επιτροπής.
Γνωρίζω ότι η λύση αυτή μπορεί να προκαλέσει κάποια αμηχανία, καθόσον η ακύρωση μόνον του άρθρου 2 των προσβαλλομένων αποφάσεων θα έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα να επιτραπεί η καταβολή ενισχύσεων υπέρ επιχειρήσεως, η οποία ενέχεται για τη μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως που της έχει επιβληθεί (μολονότι εμμέσως) από την Επιτροπή να επιστρέψει άλλες ενισχύσεις. Πάντως, αφενός, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υποθέσεως, υπάρχει εκκρεμής διαδικασία ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, μετά το πέρας της οποίας προσδοκάται ότι αργά ή γρήγορα θα επιβληθεί η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής. Εξάλλου, εν πάση περιπτώσει, οι αιτήσεις που υπέβαλε η αναιρεσείουσα, καταρχάς ενώπιον του Πρωτοδικείου και, εν συνεχεία, ενώπιον του Δικαστηρίου, αφορούν ρητώς και αποκλειστικώς τις επίδικες διατάξεις, οπότε δεν μπορεί το Δικαστήριο, χωρίς να υπερβεί τα όρια της αιτήσεως, να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος άλλων διατάξεων οι οποίες δεν προσβάλλονται.
23 Για να ξεπεράσει τη δυσχέρεια που μόλις επισήμανα, το Δικαστήριο διαθέτει στην πραγματικότητα μόνο μια δυνατότητα: να ακυρώσει τις επίδικες αποφάσεις στο σύνολό τους, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
Έτσι, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, βασιζόμενο σε πάγια νομολογία, να προβεί αυτεπαγγέλτως στην εκτίμηση της αιτιολογίας των εν λόγω αποφάσεων (21) και να κρίνει ότι, εν προκειμένω, η υποχρέωση αιτιολογίας δεν έχει τηρηθεί, παραδείγματος χάρη, επειδή, όπως ανέφερα, η ρητή διαπίστωση του ότι οι νέες ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά δεν αποδεικνύεται επαρκώς (ή τουλάχιστον αποδεικνύεται αντιφατική), λαμβανομένης υπόψη της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού που απορρέει, σύμφωνα με την ίδια την Επιτροπή, από τη σώρευση των ενισχύσεων αυτών με τις προηγούμενες. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο έχει έρεισμα για να ακυρώσει πλήρως τις αποφάσεις, χωρίς, ωστόσο, να κρίνει ultra petita (22).
24 Πάντως, δεν μπορώ να συνταχθώ πλήρως με τη λύση αυτή, η οποία όμως θα επέτρεπε στην Επιτροπή να λάβει νέες αποφάσεις όσον αφορά την ίδια υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τις διατυπωθείσες από το Πρωτοδικείο και το Δικαστήριο παρατηρήσεις.
Όπως παρατήρησα, ακόμα και αν η λύση αυτή θεμελιώνεται νομικώς, τουλάχιστον εάν λάβουμε ως βάση την ερμηνεία της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου η οποία αντλείται από διάφορες αποφάσεις, νομίζω ότι αγνοεί τον ουσιώδη μηχανισμό της δίκης, που αποδίδει αποφασιστική σημασία στη βούληση των διαδίκων ως προς το αίτημα. Πράγματι, εν προκειμένω, η πλήρης ακύρωση των αποφάσεων, των οποίων η αναιρεσείουσα ζήτησε (προδήλως και) σαφώς τη μερική ακύρωση, θα κατέληγε ουσιαστικά στην πλήρη αλλοίωση της εκβάσεως της ίδιας της αναιρέσεως, η οποία, παρόλον ότι γίνεται δεκτή, θα συνεπαγόταν τελικά για την αναιρεσείουσα δυσμενέστερες συνέπειες από αυτές που θα απέρρεαν από την απόρριψή της (23).
25 Κατόπιν και αυτών των θεωρήσεων, επαναλαμβάνω ότι προτιμώ την πρώτη από τις εν λόγω λύσεις, δηλαδή την αφορώσα το κύρος μόνον της υποχρεώσεως αναστολής της καταβολής των νέων ενισχύσεων, και τούτο έχοντας πλήρη επίγνωση του ότι η (μόνη) αξία της λύσης αυτής είναι, τελικώς, ότι παρέχει χρήσιμη καθοδήγηση για το μέλλον.
Ως συμπέρασμα, θεωρώ ότι το άρθρο 2 των προσβαλλομένων αποφάσεων έχει εκδοθεί κατ' υπέρβαση εξουσίας και χωρίς αρμοδιότητα της Επιτροπής και ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο επιβεβαιώνοντας το κύρος του. Συνεπώς, είμαι της γνώμης ότι οι δύο πρώτοι προβληθέντες από την αναιρεσείουσα λόγοι αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και το Δικαστήριο, κρίνοντας επί της ουσίας της διαφοράς, πρέπει να ακυρώσει το άρθρο 2 των αποφάσεων TWD II και TWD III.
Επικουρικώς πάντως, και στην περίπτωση όπου το Δικαστήριο θα έκλινε υπέρ λύσεως διαφορετικής από αυτήν που προτείνω, θα εξετάσω, αν και συνοπτικώς, τους άλλους προβληθέντες από την αναιρεσείουσα λόγους αναιρέσεως.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
26 Καταρχάς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, ας το υπενθυμίσουμε, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας λαμβάνοντας τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, χρήζει ορισμένων συντόμων σκέψεων.
Καταρχήν, φρονώ ότι, ενόψει των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξα ως προς τους δύο πρώτους λόγους, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο τέταρτος λόγος περικλείεται σε αυτούς.
27 Πάντως, επιδιώκοντας να είμαι πλήρης, παρατηρώ, χωρίς εντούτοις να προβώ σε εμπεριστατωμένη ανάλυση του συγκεκριμένου αυτού θέματος, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι οι επίδικες αποφάσεις έχουν πράγματι εκδοθεί επίσης κατά κατάχρηση εξουσίας, η οποία συνίσταται, ειδικότερα, σε καταστρατήγηση της διαδικασίας.
Στηριζόμενος επί της ερμηνείας αυτών καθαυτών των αποφάσεων, την οποία κρίνω ορθή (24), συνάγω πράγματι με επαρκή σαφήνεια ότι η Επιτροπή έκανε ακριβώς χρήση της προβλεπομένης από τη Συνθήκη διαδικασίας η οποία σκοπεί στην κήρυξη του συμβιβαστού (ή του μη συμβιβαστού) μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά (άρθρο 93, παράγραφος 2), για σκοπούς διαφορετικούς από τον σκοπό αυτό, δηλαδή για να ασκηθεί πίεση στο κράτος προς το οποίο απευθύνονται οι αποφάσεις να τηρήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από άλλη προηγούμενη σχετική απόφαση. Συνεπώς, κρίνω ότι, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή πράγματι καταστρατήγησε τη διαδικασία, όπως προσδιορίζει η μνημονευθείσα από το Πρωτοδικείο νομολογία του Δικαστηρίου (25), και ότι το στοιχείο αυτό συνιστά, εν ανάγκη συμπληρωματικό λόγο ακυρώσεως του άρθρου 2 των εν λόγω αποφάσεων.
Επί του τρίτου, πέμπτου και έκτου λόγου αναιρέσεως
28 Αντιθέτως, κρίνω ότι οι άλλοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν, για διαφορετικές αιτίες.
Καταρχάς, ο τρίτος λόγος ο οποίος αφορά τη φερομένη παραβίαση των αρχών που διέπουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών δεν είναι κατά τη γνώμη μου βάσιμος. Επί του σημείου αυτού, επειδή πρόκειται κατ' ουσίαν για επιχείρημα ίδιο με το ήδη προβληθέν ενώπιον του Πρωτοδικείου και το οποίο απέρριψε το Πρωτοδικείο, αρκεί η υπενθύμιση του περιλαμβανόμενου στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σκεπτικού επί του σημείου αυτού, το οποίο αποδεικνύεται ορθό και πρόσφορο και το οποίο ενισχύεται από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου η οποία εφαρμόστηκε προσηκόντως (26).
29 Ο πέμπτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως, αφορώντες, αντιστοίχως, τη φερομένη ως εσφαλμένη εκτίμηση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων τα οποία απορρέουν από τη σώρευση των εν λόγω ενισχύσεων, και τη φερομένη παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας (οφειλόμενη στο συνολικό ανώτερο ποσό των ενισχύσεων TWD II και TWD III σε σχέση με τις ενισχύσεις TWD I), είναι, αντιθέτως, απαράδεκτοι.
Πράγματι, τα επιχειρήματα αυτά σκοπούν στο να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών τα οποία ήδη αποδείχθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και τα οποία, συνεπώς, δεν δύνανται να επανεξετασθούν στο στάδιο της αναιρέσεως.
30 Ενόψει των προηγηθεισών θεωρήσεων, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο:
- να κάνει δεκτή την αίτηση της αναιρέσεως και να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Σεπτεμβρίου 1995 στις συνεκδικασθείσες αποφάσεις T-244/93 και T-486/93, TWD κατά Επιτροπής·
- να ακυρώσει το άρθρο 2 της αποφάσεως 91/391/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1991, και το άρθρο 2 της αποφάσεως 92/330/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1991·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(1) - Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-244/93 και T-486/93, TWD κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-2265).
(2) - ΕΕ L 215, σ. 16.
(3) - ΕΕ 1992, L 183, σ. 36.
(4) - ΕΕ L 300, σ. 34.
(5) - Η εντός εισαγωγικών παράθεση αναφέρεται συγκεκριμένα στην απόφαση TWD III· πάντως, η απόφαση TWD II είναι κατ' ουσίαν ανάλογη ως προς το σημείο αυτό.
(6) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 51 και 52.
(7) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 53 έως 56, στις οποίες γίνεται μνεία των αρχών που διατυπώθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Οκτωβρίου 1991, C-261/89, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-4437, σκέψη 20).
(8) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 57 έως 59.
(9) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 61 και 62, στις οποίες το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει την καθιερωθείσα αρχή σύμφωνα με την οποία «μια απόφαση έχει ληφθεί κατά κατάχρηση εξουσίας, μόνον όταν, βάσει αντικειμενικών, κρισίμων και συγκλινουσών ενδείξεων, προκύπτει ότι έχει ληφθεί προς επίτευξη σκοπών ξένων προς αυτούς που επικαλείται (βλ., π.χ., την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-331/88, Fedesa κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I-4023, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 2ας Φεβρουαρίου 1995, T-106/92, Frederiksen κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. II-99)» και εξ αυτών καταλήγει ότι, εφόσον δεν επιδιώχθηκε εν προκειμένω κανένας άλλος στόχος από αυτόν που είχε δηλωθεί, οι αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί κατά κατάχρηση εξουσίας.
(10) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψη 63.
(11) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 66 και 68, όπου, εξάλλου, διευκρινίζεται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν εμποδίζουν τη συνέχιση της εκκρεμούσας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δίκης.
(12) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 69 έως 71, στις οποίες το Πρωτοδικείο αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1990, σ. I-3437, σκέψεις 12 έως 16).
(13) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 82 έως 85.
(14) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 94 έως 97.
(15) - Προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψεις 104 και 105, στις οποίες το Πρωτοδικείο αναφέρει την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf κατά Γερμανίας (Συλλογή 1994, σ. I-833).
(16) - Βλ., π.χ., την απόφαση TWD II, μέρος IV, τελευταίο εδάφιο, και μέρος V, δέκατο και δέκατο τρίτο εδάφιο, καθώς και την απόφαση TWD III, μέρος III, τελευταίο εδάφιο, και μέρος V, δέκατο και δέκατο έκτο εδάφιο.
(17) - Η απλή εφαρμογή της νομολογίας Philip Morris (απόφαση της 17ης Σεπεμβρίου 1980, 730/79, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψη 11, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι: «όταν μια κρατική ενίσχυση οικονομικού χαρακτήρα ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις που την ανταγωνίζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, οι τελευταίες πρέπει να θεωρούνται ότι επηρεάζονται από την ενίσχυση») δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να κηρυχθούν ασυμβίβαστες ενισχύσες για τις οποίες η ίδια η Επιτροπή διαπίστωσε και αναγνώρισε ρητώς ότι εμπεριέχουν θετικά δυνητικά αποτελέσαμτα για τον εν λόγω τομέα και την οικεία περιφέρεια, καθώς και για τις θέσεις εργασίας.
(18) - Βλ. επίσης, συναφώς, την απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1992, C-294/90, British Aerospace και Rover (Συλλογή 1992, σ. I-493, σκέψη 14), με την οποία το Δικαστήριο, αν και επί διαφορετικής υποθέσεως, επικρίνει τη χρήση από την Επιτροπή, σε θέματα ενισχύσεων, διαδικασιών οι οποίες δεν προβλέπονται στη Συνθήκη.
(19) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1991.
(20) - Προαναφερθείσα απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1991, σκέψη 20, το απόσπασμα της οποίας παρατίθεται εντός εισαγωγικών στην παράγραφο 9 των προτάσεων αυτών.
(21) - Βλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 1959, 18/57, Nold κατά Ανωτάτης Αρχής, Recueil 1958-1959, σ. 89, σημείο D (υφίσταται μόνο συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά: Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 323), καθώς και, πιο πρόσφατα, απόφαση της 1ης Ιουλίου 1986, 185/85, Usinor (Συλλογή 1986, σ. 2079, σκέψη 19).
(22) - Βλ., εξ αντιθέτου, την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1972, 37/71, Jamet (Rec. 1972, σ. 483, σκέψεις 11και 12), με την οποία το Δικαστήριο, κρίνοντας περί του παραδεκτού μερικής αιτήσεως ακυρώσεως, έκρινε ότι «(...) ακυρώνοντας το σύνολο της πράξεως, το Δικαστήριο θα έκρινε ultra petita ενώ ο λόγος που στρέφεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αφορά τη δημόσια τάξη» (η υπογράμμιση δική μου).
(23) - Πράγματι, η πλήρης ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων θα επεκτεινόταν επίσης και στη ρητή δήλωση του ότι οι εν λόγω ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
(24) - Βλ., συγκεκριμένα, την παράγραφο 19 των προτάσεών μου.
(25) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Fedesa κ.λπ., η οποία διευκρινίζει ότι «(...) μια απόφαση εκδίδεται κατά κατάχρηση εξουσίας όταν (...) προκύπτει ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλο εκτός του υπ' αυτής αναφερομένου ή την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των οικείων περιστάσεων» (σκέψη 24). Πρέπει να παρατηρηθεί ότι αναφέροντας τη νομολογία αυτή για να απορριφθεί το επιχείρημα της αναιρεσείοσυας επί του σημείου αυτού, το Πρωτοδικείο παραλείπει πλήρως να αναφέρει τη μία εκ των δύο περιπτώσεων καταχρήσεως εξουσίας τις οποίες ρητώς αναφέρει το Δικαστήριο, δηλαδή αυτή η οποία χαρακτηρίζεται ακριβώς ως κατάχρηση εξουσίας (...) «ή την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των οικείων περιστάσεων»): βλ. την προαναφερθείσα απόφαση TWD κατά Επιτροπής, σκέψη 61.
(26) - Βλ. την παράγραφο 11 των προτάσεών μου.
Full & Egal Universal Law Academy