Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Hψjesteret αφορούν την ερμηνεία των αρχών του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την αναζήτηση κρατικών ενισχύσεων που καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία και ειδικότερα το περιεχόμενο της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Deutsche Milchkontor κ.λπ. (1). Ειδικότερα, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει αν, σε περιστάσεις ανάλογες με εκείνες που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της κύριας δίκης, η υποχρέωση αποδόσεως μπορεί να καταστεί ανενεργός έναντι εκείνου ο οποίος έλαβε καλοπίστως την παροχή ή ο οποίος έδειξε εμπιστοσύνη στον σύννομο χαρακτήρα των ενισχύσεων.
2 Η υπόθεση από την οποία προέρχονται τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην εξέταση του Δικαστηρίου μπορεί να περιγραφεί συνοπτικά ως εξής:
Οι εναγόμενες της κύριας δίκης είναι δανικές επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα στον τομέα του εμπορίου βοείου κρέατος. Κατά την περίοδο μεταξύ 1985 και 1989, οι εν λόγω επιχειρήσεις αγόρασαν από το Slagtergεrden Bindslev A/S (στο εξής: Slagtergεrden) σημαντικές ποσότητες ground beef, προς εξαγωγή του κρέατος αυτού στις αραβικές χώρες. Κατά την εξαγωγή, οι εναγόμενες της κύριας δίκης ζήτησαν και πέτυχαν από τις αρμόδιες δανικές αρχές, δυνάμει των σχετικών κοινοτικών διατάξεων (2), την καταβολή «διαφοροποιημένης επιστροφής» λόγω εξαγωγής. Οι επιστροφές - καλόν είναι να υπενθυμίζεται - συνίστανται σε κοινοτικές ενισχύσεις λόγω εξαγωγής και ορίζονται ως «διαφοροποιημένες» ακριβώς διότι το ύψος τους, υπολογιζόμενο διαφορετικά ανάλογα με τον τόπο προορισμού, προσαρμόζεται στην τιμή που ισχύει στην αγορά όπου το προϋόν πρόκειται να εξαχθεί. Ο κύριος σκοπός της ρυθμίσεως είναι πράγματι να διευκολύνει την πώληση κοινοτικών προϋόντων στις αγορές τρίτων κρατών, με το να προσφέρει μια αντιστάθμιση στον εξαγωγέα ύψους ίσου προς την ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ της τιμής της κοινοτικής αγοράς και εκείνης, συνήθως κατώτερης, που ισχύει σε άλλες αγορές.
Εν προκειμένω, το ποσό της επιστροφής είχε καθοριστεί με βάση την αναλογία βοείου κρέατος που περιεχόταν στη σύνθεση του προϋόντος, βάσει των δηλώσεων που υπέβαλαν οι ίδιες οι εναγόμενες κατά το στάδιο της υποβολής της αιτήσεως. Ωστόσο, από εργαστηριακούς ελέγχους που διενεργήθηκαν στη Μέση Ανατολή το 1989 προέκυψε ότι το ground beef, για το οποίο ο ενδιαφερόμενος είχε λάβει επιστροφή λόγω εξαγωγής, περιείχε στην πραγματικότητα χοίρειο κρέας. Κατόπιν της αποκαλύψεως αυτής, οι τελωνειακές αρχές της Δανίας προέβησαν σε λεπτομερείς ελέγχους στις εγκαταστάσεις του παραγωγού Slagtergεrden. Από τους ελέγχους αυτούς προέκυψε ότι η σύνθεση του προϋόντος διέφερε από εκείνη που ανέφεραν οι εναγόμενες στην αίτησή τους με την οποία ζητούσαν τις επιστροφές λόγω εξαγωγής. Συγκεκριμένα, το ποσοστό βοείου κρέατος ήταν 28 %, ενώ οι εξαγωγικές επιχειρήσεις είχαν λάβει επιστροφές βάσει δηλωθέντος ποσοστού 60 %. Το ύψος των επιστρεφομένων ενισχύσεων ήταν επομένως σημαντικώς υψηλότερο από εκείνο που πράγματι οφειλόταν. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το σημείο αυτό δεν αμφισβητείται.
Κατόπιν ασκήσεως ποινικής διώξεως ο παραγωγός καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως. Εν τω μεταξύ, οι δανικές αρχές απαίτησαν από τις εξαγωγικές επιχειρήσεις την απόδοση των επιστροφών που χορηγήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία. Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση δέχθηκε τις αιτήσεις των εξαγωγικών επιχειρήσεων θεωρώντας, κατ' ουσίαν, ότι ήσαν καλόπιστες, ενώ η αχρεωστήτως πραγματοποιηθείσα πληρωμή οφειλόταν στην πραγματικότητα στον ακατάλληλο χαρακτήρα των ελέγχων που προέβλεπαν οι δημόσιες αρχές, οι οποίες έπρεπε κατά συνέπεια να φέρουν τον σχετικό κίνδυνο.
Το αιτούν δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε έφεση εκ μέρους του δανικού Υπουργείου Γεωργίας, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Α. Εμποδίζουν οι αρχές του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την επιστροφή ενισχύσεων καταβληθεισών χωρίς νόμιμη αιτία και κατά τις οποίες πρέπει να διασφαλίζονται πλήρως τα συμφέροντα της Κοινότητας, να θέτει ένα εθνικό δίκαιο ως κριτήρια αποκλεισμού της αναζητήσεως των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία
- την καλή πίστη των λαβόντων τις ενισχύσεις και επομένως την προστασία της δικαιολογημένης τους εμπιστοσύνης,
- το γεγονός ότι παρήλθαν πέντε έως δέκα έτη από την καταβολή των ποσών των ενισχύσεων, οπότε ενδεχόμενη επιστροφή των ποσών αυτών πρέπει να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα επαχθές μέτρο για τους λαβόντες τις ενισχύσεις,
- το ότι η καταβολή χωρίς νόμιμη αιτία των ποσών των ενισχύσεων οφείλεται σε εξαιρετικές περιστάσεις που σχετίζονται με σοβαρές και αξιόποινες πράξεις απάτης τελεσθείσες από τρίτον,
- το ότι η αρμόδια για τον έλεγχο αρχή πραγματοποιούσε καθημερινούς ελέγχους στον χώρο παραγωγής - πράγμα που γνώριζαν οι εξαγωγικές επιχειρήσεις - χωρίς να ανακαλύψει την απάτη ή/και να λάβει τα προσήκοντα εν προκειμένω μέτρα,
- το ότι η αρχή που κατέβαλε τα ποσά γνώριζε καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου καταβολής ότι η αξιοπιστία του συστήματος ελέγχου εξηρτάτο από την ακρίβεια των στοιχείων που παρείχε η ίδια η ελεγχόμενη επιχείρηση και παρά ταύτα παρέλειψε να ζητήσει να της γνωστοποιηθούν το περιεχόμενο των συνταγών παραγωγής και τα λογιστικά στοιχεία του παραγωγού που αφορούσαν τις αγορές πρώτων υλών,
εάν ληφθεί ως δεδομένο ότι τα ίδια κριτήρια ισχύουν όσον αφορά την αναζήτηση αμιγώς εθνικών ενισχύσεων;
Β. Θα πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό η ίδια απάντηση, αν κατά το εθνικό δίκαιο λαμβάνεται επίσης υπόψη το ότι δεν υπήρχαν κατά τα λοιπά περιστάσεις συνεπεία των οποίων οι εξαγωγικές επιχειρήσεις θα έπρεπε να έχουν αμφιβολίες ως προς το αν το προϋόν παρείχε δικαίωμα επί επιστροφών;
2) Εμποδίζουν οι αρχές του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την επιστροφή ποσών ενισχύσεων που καταβλήθηκαν χωρίς νόμιμη αιτία και κατά τις οποίες πρέπει να διασφαλίζονται πλήρως τα συμφέροντα της Κοινότητας, να μπορεί να θεωρηθεί μια εξαγωγική επιχείρηση ότι ενεργεί καλοπίστως και, επομένως, απαλλάσσεται της υποχρεώσεως αποδόσεως των ποσών αυτών, εάν ληφθεί ως βάση ότι η εξαγωγική επιχείρηση δεν επιφυλάχθηκε, μέσω συμφωνίας με τον παραγωγό, του δικαιώματος να προβαίνει η ίδια σε ελέγχους επί της παραγωγής στον τόπο παραγωγής προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η σύνθεση των παραγομένων προϋόντων είναι σύμφωνη με τη δήλωση που υπογράφει ο εξαγωγέας και αν ληφθεί ως δεδομένο
- ότι ο παραγωγός είχε άδεια εξαγωγής εκδοθείσα από την αρχή που κατέβαλε τα ποσά,
- ότι η εξαγωγική επιχείρηση ήταν εμπορική επιχείρηση από την οποία δεν διέρχονταν τα εμπορεύματα,
- ότι η εξαγωγική επιχείρηση γνώριζε ότι η ελεγκτική αρχή προέβαινε καθημερινώς σε έλεγχο στον τόπο παραγωγής και
- ότι η τιμή των τελικών προϋόντων του αυτού είδους και της αυτής συνθέσεως ήταν ενιαία για όλους τους παραγωγούς της Δανίας και της αλλοδαπής;
3) Μπορεί τρίτος, ιδίως εκείνος που λαμβάνει την ενίσχυση, να επικαλείται ενδεχόμενες παραλείψεις, τις οποίες η ελεγκτική αρχή θα έπρεπε να αποφύγει, με αποτέλεσμα να αποκλείεται, βάσει της συνολικής εκτιμήσεως της υποθέσεως, η αναζήτηση των ήδη καταβληθεισών επιστροφών;»
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
3 Με το πρώτο ερώτημα ζητείται κατ' ουσίαν να εξεταστεί αν, στο πλαίσιο αγωγής περί αναζητήσεως αχρεωστήτως καταβληθεισών κοινοτικών ενισχύσεων, μπορεί το δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη, για να αποκλείσει την υποχρέωση αποδόσεως, ορισμένες ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως· περιστάσεις τις οποίες το δανικό δίκαιο λαμβάνει υπόψη στο πλαίσιο των κανόνων που διέπουν τις αμιγώς εθνικές παρόμοιες αιτήσεις αποδόσεως.
Θα εξετάσω καταρχάς το πρόβλημα αν μπορεί να προσδοθεί σημασία στην καλή πίστη του ενδιαφερομένου, ο οποίος είναι εναγόμενος επί αγωγής περί αναζητήσεως. Συναφώς, οι εναγόμενες της κύριας δίκης, η Επιτροπή, η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, μολονότι προτείνουν διαφορετικές λύσεις επί της ουσίας, υποστηρίζουν ομόφωνα ότι αυτό το ειδικό κριτήριο της υποχρεώσεως αποδόσεως δεν διέπεται από την κοινοτική νομοθεσία. Κατά τη γνώμη τους, η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών δεν ρυθμίστηκε ενιαία παρά με την έκδοση του κανονισμού (EΚ) 2945/94 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1994 (3), ο οποίος ωστόσο δεν έχει εφαρμογή στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Συνεπώς, σύμφωνα με την απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., η εκκρεμής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αγωγή πρέπει να διέπεται αποκλειστικά από τις σχετικές διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, λαμβάνοντας ως δεδομένο, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση, ότι «οι κανόνες που προβλέπει το εθνικό δίκαιο δεν μπορούν να καταλήγουν στο να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εφαρμογή της κοινοτικής ρύθμισης και ότι η εθνική νομοθεσία πρέπει να εφαρμόζεται με τρόπο που να μη δημιουργούνται διακρίσεις σε σχέση με τις διαδικασίες που αποβλέπουν στην επίλυση διαφορών του ίδιου τύπου, που όμως είναι αμιγώς εθνικές» (4).
Ωστόσο, φρονώ ότι δεν μπορώ να συμμεριστώ μια τέτοια εκτίμηση. Η καλή πίστη πρέπει πράγματι να νοείται ως υποκειμενική κατάσταση του δικαιούχου, δηλαδή ως έλλειψη γνώσεως του ότι η ληφθείσα παροχή καταβλήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Βεβαίως, πρέπει εν προκειμένω να εξεταστεί αν η υποχρέωση αποδόσεως ορίζεται αντικειμενικά από τη νομική τάξη, ήτοι αν η υποχρέωση απορρέει αποκλειστικά από την αντικειμενική περίσταση ότι το καταβληθέν ποσό δεν οφειλόταν ή αν η υποχρέωση αυτή εξαρτάται από την ύπαρξη μιας πρόσθετης προϋποθέσεως, ας πούμε, υποκειμενικής φύσεως, συνδεομένης με το ότι ο δικαιούχος γνώριζε ότι η ενίσχυση είχε καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία. Με άλλα λόγια, πρέπει να εξεταστεί αν ο κανόνας περί του υποκειμενικού στοιχείου της υποχρεώσεως αποδόσεως προέρχεται από την ίδια την κοινοτική τάξη ή αν γίνεται συναφώς παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του εθνικού νόμου. Η άποψή μου είναι ότι από το σύνολο της προ του κανονισμού 2945/94 κοινοτικής νομοθεσίας πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ανάκτηση των επιστροφών λόγω εξαγωγής ρυθμιζόταν ανέκαθεν ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκειμενική προϋπόθεση (5). Είναι αληθές ότι η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών δεν προέβλεπε ρητώς την περίπτωση του εξαγωγέα ο οποίος έλαβε καλοπίστως μη οφειλόμενα ποσά. Ωστόσο, αυτή η έλλειψη προβλέψεως δεν συνιστά κενό του εξεταζομένου καθεστώτος. Αντανακλά αντιθέτως συγκεκριμένη επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη να μην προσδώσει σημασία στο υποκειμενικό στοιχείο της αγωγής περί αναζητήσεως των καταβληθέντων. Το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο και με τη ratio που διαπνέει την επιστροφή λόγω εξαγωγής. Όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις (6), το σύστημα αυτό απορρέει από τη βούληση ενθαρρύνσεως της πωλήσεως των κοινοτικών προϋόντων στην παγκόσμια αγορά. Προς τούτο, καταβάλλεται στον εξαγωγέα ένα ποσό για να αντισταθμιστεί η ενδεχόμενη διαφορά μεταξύ της κοινοτικής τιμής και της τιμής που ισχύει σε άλλες αγορές: το ποσό που καταβάλλει ο αρμόδιος για τη χορήγηση της παροχής οργανισμός είναι αποκλειστικά προσαρμοσμένο στο ύψος της διαφοράς αυτής και το δικαίωμα του εξαγωγέα επί της επιστροφής δεν μπορεί να προβληθεί παρά μόνο σε σχέση με την εν λόγω διαφορά. Ο λόγος υπάρξεως του εξεταζομένου συστήματος είναι ο ακόλουθος: οι αχρεωστήτως καταβαλλόμενες επιστροφές πρέπει να αποδίδονται και ο δικαιούχος, στην περίπτωση κατά την οποία χορηγήθηκαν προκαταβολικώς, οφείλει να παρέχει εγγύηση για να διασφαλίζει την ενδεχόμενη απόδοση (7). Η απόδοση αυτή οφείλεται εν πάση περιπτώσει ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διαπίστωση σχετικά με την υποκειμενική κατάσταση του δικαιούχου. Πράγματι, η αναζήτηση δεν προβλέπεται ως κύρωση για κάποια συμπεριφορά αντίθετη προς το δίκαιο, αλλ' απλώς ως απόδοση ενός ποσού το οποίο καταβλήθηκε χωρίς αντικειμενική δικαιολογία. Θεωρώ εξάλλου σημαντικό ότι, ακόμη και όταν τα εμπορεύματα δεν φθάνουν για λόγους ανωτέρας βίας στον προορισμό που έχει δηλωθεί στην αίτηση αλλ' αντιθέτως εξάγονται προς μια χώρα για την οποία προβλεπόταν επιστροφή κατώτερου ποσού, ο ενδιαφερόμενος οφείλει παρ' όλ' αυτά να αποδώσει τη διαφορά μεταξύ του ποσού που έλαβε και του ποσού το οποίο μπορούσε νομίμως να αξιώσει. Το Δικαστήριο διευκρίνισε προσφάτως το σημείο αυτό στην απόφαση Anglo Irish Beef Processors International κ.λπ., τονίζοντας ότι ο δικαιούχος, ακόμη και σε περίπτωση ανωτέρας βίας, δεν δικαιούται να κρατήσει το σύνολο της προκαταβληθείσας επιστροφής (8).
Συμπερασματικώς, ο κοινοτικός νομοθέτης όρισε την απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών ως αντικειμενική υποχρέωση με χαρακτήρα απλής αντεπιστροφής, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε κριτήριο ενοχής ή καταλογισμού όσον αφορά τον φορέα της υποχρεώσεως. Όπως είπε το Δικαστήριο στην απόφαση Plange (9), «η χορήγηση της επιστροφής συνιστά ένα πλεονέκτημα για τον επιχειρηματία, το οποίο δικαιολογείται αν συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες αφορούν τόσο τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εξαγομένου προϋόντος όσο και τους τρόπους εξαγωγής. Όταν αποδεικνύεται μετά από ελέγχους ότι δεν συντρέχει αυτή η περίπτωση, το ποσό της επιστροφής δεν οφείλεται στον εξαγωγέα και πρέπει να αποδοθεί όταν έχει ήδη καταβληθεί (...). Δεν είναι αναγκαίο, προκειμένου να μπορεί να ζητηθεί η απόδοση μιας επιστροφής, ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας να έχει διαπράξει απάτες ή σφάλματα που μπορούν να του καταλογιστούν».
Η απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών επιβάλλεται επομένως ανεξάρτητα από την καλή ή την κακή πίστη του ενδιαφερομένου: οι εθνικές έννομες τάξεις ουδόλως μπορούν να αλλοιώσουν το αυστηρώς αντικειμενικό περιεχόμενο που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο στην αγωγή περί αναζητήσεως των καταβληθέντων.
4 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν δεν λαμβάνονταν υπόψη οι προηγούμενες εκτιμήσεις, δεν πιστεύω ότι ο εξαγωγέας από τον οποίο αξιώνεται η απόδοση των επιστροφών λόγω εξαγωγής μπορεί, υπό ανάλογες περιστάσεις με εκείνες που περιγράφονται στη διάταξη περί παραπομπής, να επικαλεστεί την καλή πίστη του για να απαλλαγεί από την υποχρέωση αποδόσεως. Συναφώς, αρκεί να παρατηρηθεί ότι η πλάνη στην οποία ο ενδιαφερόμενος ισχυρίζεται ότι υπέπεσε χωρίς να έχει διαπράξει πταίσμα αφορά τη σύνθεση των προϋόντων που έτυχαν της επιστροφής. Για τη χορήγηση όμως της ενισχύσεως, ο εξαγωγέας είναι ακριβώς εκείνος που πρέπει να δηλώσει:«α) την ονομασία των προϋόντων σύμφωνα με την ονοματολογία που χρησιμοποιείται για τις επιστροφές· β) την καθαρή μάζα αυτών των προϋόντων ή, κατά περίπτωση, την ποσότητα εκφρασμένη στη μονάδα μετρήσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της επιστροφής· γ) εφόσον αυτό χρειαστεί, για τον υπολογισμό της επιστροφής, τη σύνθεση των εν λόγω προϋόντων ή μια αναφορά σ' αυτή τη σύνθεση» (10).
Η έννομη τάξη επιβάλλει συνεπώς στον εξαγωγέα μια υποχρέωση δηλώσεως και, ειδικότερα, μια υποχρέωση υποβολής ακριβών δηλώσεων· τόσο μάλλον που ο έλεγχος περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν τη χορήγηση της ενισχύσεως, καθώς και περί του ύψους της ενισχύσεως, διενεργείται ακριβώς βάσει των δηλώσεων που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος. Επομένως, η ενδεχόμενη πλάνη σχετικά με τη σύνθεση των εμπορευμάτων - η οποία οδήγησε την αρχή να καθορίσει ανώτερη επιστροφή από εκείνη που πράγματι οφειλόταν - πρέπει να θεωρείται ασύγγνωστη πλάνη, καθόσον αφορά πραγματικά στοιχεία τα οποία υπάγει η έννομη τάξη στη σφαίρα ελέγχου του εξαγωγέα. Δεν έχει συνεπώς σημασία το ότι ο ενδιαφερόμενος δεν γνώριζε συγκεκριμένα την πραγματική σύνθεση του εμπορεύματος: αυτό που έχει σημασία είναι ότι όφειλε εν πάση περιπτώσει να τη γνωρίζει.
Οι εναγόμενες επιχειρήσεις της κύριας δίκης ισχυρίζονται ωστόσο ότι οι δικαιούχοι της ενισχύσεως ήσαν εν προκειμένω εμπορικές επιχειρήσεις. Η απάτη, υποστηρίζουν, διεπράχθη από τον παραγωγό και είναι δυσανάλογο να υποστηριχθεί ότι ο εξαγωγέας, ο οποίος στερείται κάθε δυνατότητας ελέγχου της ποιότητας των εμπορευμάτων, πρέπει να προβαίνει σε λεπτομερείς εργαστηριακούς ελέγχους για να διαπιστώνει το αληθές των δηλώσεων που υποβάλλονται στις δημόσιες αρχές. Το επιχείρημα αυτό ωστόσο δεν είναι πειστικό. Το όφελος της επιστροφής χορηγείται πράγματι στον εξαγωγέα βάσει των δηλώσεών του. Δεν βλέπω συνεπώς ποιος άλλος εκτός από αυτόν θα έπρεπε να εγγυάται το αληθές των βεβαιώσεων που υποβάλλονται στις δημόσιες αρχές. Θεωρώ ότι γενικώς είναι εύλογο και προσήκον να υποστηρίζεται ότι τον κίνδυνο που σχετίζεται με την ενδεχόμενη ανακρίβεια των βεβαιώσεων φέρει εκείνος που υποβάλλει τη δήλωση, ο οποίος εξάλλου είναι και ο δικαιούχος της ενισχύσεως.
5 Δεν μπορεί επιπλέον να προσδοθεί οποιαδήποτε σημασία στο γεγονός ότι η μη συμφωνία των εμπορευμάτων προς την υποβληθείσα από τον εξαγωγέα δήλωση οφειλόταν σε απατηλή συμπεριφορά τρίτου, ήτοι του παραγωγού, στην οποία ο ίδιος ο εξαγωγέας δεν είχε καμία συμμετοχή. Όπως έχει πει το Δικαστήριο σε μια άλλη περίπτωση (11), στον τομέα αυτόν «όσον αφορά την καλή πίστη του εξαγωγέα καθώς και τη μη συμμετοχή του στην απάτη (...) οι περιστάσεις αυτές [δεν] μπορούν να ληφθούν υπόψη». Η εξήγηση αυτού του προσανατολισμού της νομολογίας, ο οποίος έχει επανειλημμένως επιβεβαιωθεί, έγκειται στο γεγονός ότι το δικαίωμα επί της καταβολής της επιστροφής συνδέεται με αυστηρώς αντικειμενικά κριτήρια: «εν προκειμένω, ουδεμία σημασία έχει» - όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας C. Gulmann με τις προτάσεις του στην υπόθεση Boterlux (12) - «η καλή πίστη του εξαγωγέα. Ο εξαγωγέας βαρύνεται καταρχήν με τη μέριμνα σχετικά με το ότι έχουν πληρωθεί οι προϋποθέσεις και, επομένως, αυτός φέρει, καταρχήν, τον σχετικό με την πλήρωσή τους κίνδυνο». Τούτο δε διότι το Δικαστήριο θεωρεί παγίως ότι η ενδεχόμενη απατηλή συμπεριφορά τρίτου «αποτελεί συνήθη εμπορικό κίνδυνο» στο πλαίσιο των «συμβατικών σχέσεων που συνάπτονται για την πραγματοποίηση εξαγωγής για την οποία χορηγείται επιστροφή» (13). Όπως το Δικαστήριο είπε στην απόφαση Θεοδωράκης (14), εναπόκειται στον ενδιαφερόμενο, «ο οποίος είναι εξάλλου απολύτως ελεύθερος να επιλέγει τους εμπορικούς του εταίρους, αναλόγως του συμφέροντος που αυτός μπορεί να προσδοκά, να λαμβάνει τις κατάλληλες προφυλάξεις είτε περιλαμβάνοντας στην εν λόγω σύμβαση αντίστοιχες ρήτρες είτε συνάπτοντας ειδική ασφάλιση». Σε περίπτωση απάτης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου, ο εξαγωγέας δεν μπορεί συνεπώς να αξιώνει να κρατήσει την επιστροφή την οποία πράγματι δεν εδικαιούτο· μπορεί το πολύ να επικαλεστεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου τη συμβατική ή εξωσυμβατική προστασία που του παρέχει η έννομη τάξη του έναντι του αντισυμβαλλομένου, αλλά δεν μπορεί να κρατήσει την αχρεωστήτως καταβληθείσα ενίσχυση.
6 Στο πλαίσιο πάντοτε του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά εν συνεχεία το Δικαστήριο αν η απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθεισών ενισχύσεων μπορεί να αποκλείεται κατ' εφαρμογήν της αρχής, που αναγνωρίζει το εθνικό δίκαιο, ότι η αναζήτηση συνιστά προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του δικαιούχου των ενισχύσεων. Η απάντηση, εξεταζόμενη υπό το φως των στοιχείων που προκύπτουν από τη διάταξη περί παραπομπής, πρέπει να είναι αρνητική. Καταρχάς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, σύμφωνα με κατεύθυνση της νομολογίας που έχει επανειλημμένως επιβεβαιωθεί, αποτελεί μια από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου (15). Συνεπώς, στις αγωγές περί αναζητήσεως των καταβληθέντων που στηρίζονται στο κοινοτικό δίκαιο έχει εφαρμογή η αρχή που καθιερώνει η κοινοτική έννομη τάξη και όχι το αντίστοιχο κριτήριο που καθιερώνεται από τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες. Η λύση αυτή επιτρέπει την αποφυγή διαφορετικής μεταχειρίσεως ανάλογα με τη σχετική ρύθμιση, όσον αφορά το σύνολο των περιπτώσεων που πρέπει να υπάγονται, καταρχήν, στο ίδιο καθεστώς.
Σημειωτέον ωστόσο ότι το Δικαστήριο διευκρίνισε προσφάτως ότι οι εφαρμοστέοι κανόνες στον τομέα των επιστροφών λόγω εξαγωγής «δεν μπορούν να γεννήσουν άλλη θεμιτή προσδοκία πλην του δικαιώματος επί της επιστροφής εντός των ορίων που αυτό προβλέπεται» (16). Όμως κάθε επιχειρηματίας, που έχει τη συνήθη ενημέρωση, είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται ότι το σύστημα των ενισχύσεων λόγω εξαγωγής δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα επί της επιστροφής παρά μόνον αν - και αποκλειστικά αν - πληρούνται οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για τη χορήγησή της. Το Δικαστήριο επικύρωσε, με την ίδια σαφήνεια, την αρχή της υποχρεώσεως που υπέχει ο εξαγωγέας να αποδίδει το τμήμα της ενισχύσεως το οποίο δεν του οφειλόταν.
Επομένως, δεν βλέπω πού μπορούσε δικαιολογημένα να βασιστεί ο ενδιαφερόμενος στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συναφώς, θεωρώ ότι είναι αποφασιστική η παρατήρηση ότι η εμπιστοσύνη είναι άξια προστασίας μόνον εφόσον είναι δικαιολογημένη: πρέπει πράγματι ο δικαιούχος, χωρίς να έχει διαπράξει πταίσμα, να έχει βασιστεί στον σύννομο χαρακτήρα - έστω και αν είναι μόνο κατά τα φαινόμενα - της ενισχύσεως. Με άλλα λόγια, η κοινοτική τάξη παρέχει προστασία μόνο στην εμπιστοσύνη που δεν οφείλεται σε πταίσμα. Το Δικαστήριο, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, έχει επανειλημμένως αναγνωρίσει την αρχή ότι η εμπιστοσύνη σχετικά με το σύννομο της ενισχύσεως είναι δικαιολογημένη μόνον εφόσον η ενίσχυση αυτή έχει χορηγηθεί με τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 93 της Συνθήκης. Τούτο δε διότι «ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκε η διαδικασία αυτή» (17). Θεωρώ ότι αυτή η κατεύθυνση της νομολογίας εκφράζει μια αρχή γενικού περιεχομένου στον τομέα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και συνιστά, κατά συνέπεια, ένα σημαντικό κλειδί ερμηνείας για τη λύση της υπό κρίση διαφοράς. Η ratio που διαπνέει τη νομολογία του Δικαστηρίου στις υποθέσεις αυτές είναι ότι ο δικαιούχος οφείλει, βάσει του γενικού καθήκοντος επιμελείας, να βεβαιώνεται για το σύννομο της διαδικασίας με την οποία του χορηγείται μια ενίσχυση. Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται δεκτή η περίπτωση μη πταισματικής εμπιστοσύνης όταν ο αθέμιτος χαρακτήρας της ληφθείσας ενισχύσεως προκύπτει από παράβαση των διαδικαστικών κανόνων, καθόσον η παράβαση αυτή αποτελεί πλημμέλεια που μπορεί ευχερώς να ελεγχθεί και της οποίας η άγνοια δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
Εν προκειμένω, οι εισαγωγείς δεν μπορούν να προβάλλουν εμπιστοσύνη άξια προστασίας, για τον απλό λόγο ότι το παράνομο της ενισχύσεως αφορά περιστάσεις τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι βέβαια δεν γνώριζαν, αλλά τις οποίες θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να γνωρίζουν. Το στοιχείο αυτό θεωρώ ότι δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι οι εξαγωγείς έτυχαν επιστροφών χωρίς νόμιμη αιτία, διότι είχαν δηλώσει ότι εξάγουν εμπορεύματα με περιεκτικότητα βοείου κρέατος ανώτερη από εκείνη που είχε πράγματι το προϋόν. Είναι πολύ πιθανό ότι δεν γνώριζαν την πραγματική σύνθεση του προϋόντος· ωστόσο όμως θα μπορούσαν και όφειλαν να τη γνωρίζουν. Αποκλείεται συνεπώς να μπορούν οι εξαγωγείς να προβάλλουν τη μη πταισματική άγνοιά τους σε σχέση με στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως τα οποία είχαν καθήκον να δηλώσουν· καθήκον το οποίο, είναι αυτονόητο, πρέπει να νοείται ως υποχρέωση υποβολής ακριβών δηλώσεων, με συνέπεια οι ίδιοι οι δηλώνοντες να φέρουν τον κίνδυνο ενδεχομένης ανακρίβειας.
Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη δεν μπορεί να δημιουργήσει ούτε το γεγονός ότι η δημόσια αρχή άσκησε ελέγχους στον τόπο παραγωγής, χωρίς ωστόσο να διαπιστώσει παρατυπίες. Ακόμη και αν γίνει πράγματι δεκτό ότι η αρμόδια αρχή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση επιμελούς διενέργειας των απαιτουμένων ελέγχων, αρκεί να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι «η πρακτική κράτους μέλους που αντιβαίνει προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν συνεπάγεται τη γένεση δικαιολογημένης εμπιστοσύνης υπέρ του επωφελουμένου από την ούτω δημιουργημένη κατάσταση επιχειρηματία» (18). Τα καθήκοντα ελέγχου που υπέχουν τα κράτη μέλη - όπως προκύπτει από την απόφαση Corman (19) - «συνιστούν υποχρεώσεις έναντι της Κοινότητας και μόνο οι κοινοτικές αρχές μπορούν να συνάγουν τις συνέπειες από ενδεχόμενη παράβαση. Οι έλεγχοι που ασκούνται στο πλαίσιο αυτό δεν έχουν ούτε ως σκοπό ούτε ως αποτέλεσμα να απαλλάσσουν, κατά οποιονδήποτε τρόπο, τον υπέρ ου η κατακύρωση από την ευθύνη του που απορρέει από τον διαγωνισμό». Η ένδειξη που μπορεί να αντληθεί από αυτή τη νομολογιακή κατεύθυνση είναι ότι η διενέργεια των ελέγχων αυτών εκ μέρους των κρατών μελών δεν έχει ως αποτέλεσμα να απαλλάσσει τον εξαγωγέα από την υποχρέωση ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεών του: ο σκοπός των ελέγχων αυτών δεν είναι, πράγματι, να παρέχει στους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες κάποια βεβαιότητα σχετικά με το ότι τα προϋόντα πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται για τη χορήγηση επιστροφής λόγω εξαγωγής. Δεν πρόκειται συνεπώς για «εγγύηση» παρεχόμενη στους εξαγωγείς. Συνεπώς, αποκλείεται να μπορούν οι εξαγωγείς να τρέφουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη με βάση τη συμπεριφορά των ελεγκτικών αρχών.
7 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επιπλέον το Δικαστήριο αν η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών μπορεί να αποφεύγεται λόγω του γεγονότος ότι το σημαντικό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της χορηγήσεως της ενισχύσεως και της σχετικής αιτήσεως αποδόσεώς της καθιστά την απόδοση ιδιαίτερα επαχθή για τον λήπτη. Η απάντηση κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι αρνητική. Το εθνικό δικαστήριο μπορεί, προφανώς, να εφαρμόσει στην αγωγή περί αναζητήσεως των καταβληθέντων τους κανόνες περί παραγραφής που προβλέπει η έννομη τάξη όσον αφορά τις αιτήσεις αποδόσεως που στηρίζονται στο εθνικό δίκαιο. Πέραν των κανόνων αυτών, ωστόσο, το χρονικό διάστημα μεταξύ της χορηγήσεως ενισχύσεως και της σχετικής αποδόσεως είναι παντελώς αλυσιτελές. Εξάλλου, κάθε επιστροφή ποσού περικλείει στοιχεία που ισοδυναμούν με περιουσιακή μείωση και αποτελεί επαχθές μέτρο για τον ενδιαφερόμενο. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να αναγνωριστεί στο εθνικό δικαστήριο η εξουσία να διακρίνει, κατά διακριτική ευχέρεια, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η απόδοση αποτελεί «κανονική» επιβάρυνση και εκείνες, αντιθέτως, στις οποίες συνιστά υπερβολική ζημία.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
8 Οι προεκτεθείσες σκέψεις επιτρέπουν, κατά τη γνώμη μου, να δοθεί απάντηση και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Το αιτούν δικαστήριο, διατυπώνοντας το ερώτημα, λαμβάνει ως αφετηρία ότι ο καλόπιστος λήπτης δεν οφείλει να αποδώσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, ζητώντας από το Δικαστήριο διευκρινίσεις σχετικά με την έννοια της καλής πίστεως. Ειδικότερα, ερωτάται αν, υπό περιστάσεις ανάλογες με εκείνες που χαρακτηρίζουν την υπόθεση της κύριας δίκης, ο δικαιούχος μπορεί, ή όχι, να θεωρείται καλόπιστος και, συνεπώς, να απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών. Για τους λόγους όμως που εκτέθηκαν ανωτέρω, ο εξαγωγέας οφείλει εν πάση περιπτώσει να αποδώσει το τμήμα των ενισχύσεων το οποίο δεν του οφειλόταν· η ενδεχόμενη καλή πίστη του είναι συναφώς - το επαναλαμβάνω - παντελώς αλυσιτελής. Εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο πάντοτε της αναλύσεως του πρώτου ερωτήματος, εξήγησα επίσης τους λόγους για τους οποίους, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν συντρέχουν τα στοιχεία που συγκροτούν την καλή πίστη. Συγκεκριμένα, η καλή πίστη προϋποθέτει συγγνωστή πλάνη, η οποία δεν υφίσταται εν προκειμένω, εφόσον η πλάνη αφορά ένα πραγματικό στοιχείο, ήτοι τη σύνθεση προϋόντος, την οποία όφειλε να γνωρίζει ο ενδιαφερόμενος εφόσον επιδείκνυε τη συνήθη επιμέλεια.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
9 Το τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο αφορά τις συνέπειες που απορρέουν από το ότι η δημόσια αρχή δεν διενήργησε με επιμέλεια τους ελέγχους επί των επίμαχων εξαγωγικών πράξεων. Επί του σημείου αυτού επίσης είχα ήδη την ευκαιρία να απαντήσω στο σχετικό ερώτημα: ο εξαγωγέας δεν μπορεί να επικαλείται την ενδεχόμενη αμέλεια των ελεγκτικών αρχών για να απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποδόσεως των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών. Αν η αμέλεια αυτή του προκάλεσε οικονομική ζημία, ο ενδιαφερόμενος μπορεί το πολύ να ζητήσει από την αρμόδια αρχή την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστη, υπό τον όρο, βεβαίως, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το εθνικό δίκαιο για να μπορεί να ευδοκιμήσει αγωγή αποζημιώσεως.
Πρόταση
10 Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στο Hψjesteret:
«Η κοινοτική έννομη τάξη, ιδίως ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα, έχει ορίσει την απόδοση των αχρεωστήτως καταβληθεισών επιστροφών λόγω εξαγωγής ως υποχρέωση που έχει τον χαρακτήρα αντεπιστροφής. Η απόδοση οφείλεται βάσει της αντικειμενικής διαπιστώσεως ότι οι επιστροφές δεν οφείλονταν, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί η καλή πίστη του εξαγωγέα, η ενδεχόμενη απατηλή συμπεριφορά τρίτου, το σημαντικό χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της καταβολής και της αιτήσεως αποδόσεως, επιφυλασσομένης, στην τελευταία αυτή περίπτωση, της δυνατότητας του εθνικού δικαστηρίου να εφαρμόζει τις διατάξεις που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία όσον αφορά την παραγραφή αναλόγων αξιώσεων περιουσιακής φύσεως.
Δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η καλή πίστη του εξαγωγέα, ο οποίος έλαβε αχρεωστήτως επιστροφές λόγω εξαγωγής βάσει εσφαλμένων δηλώσεων σχετικά με τη σύνθεση του προϋόντος, τις οποίες υπέβαλε ο ίδιος ο εξαγωγέας στη δημόσια αρχή.
Η ενδεχόμενη αμέλεια της διοικήσεως κατά την άσκηση του καθήκοντος ελέγχου ουδόλως δημιουργεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σχετικά με το σύννομο των επιστροφών λόγω εξαγωγής που χορηγήθηκαν στον ενδιαφερόμενο. Ένας επιχειρηματίας πρέπει πράγματι να είναι σε θέση να βεβαιώνεται ότι το εξαγόμενο εμπόρευμα ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά που ο ίδιος ο εξαγωγέας δήλωσε με την αίτησή του περί χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής.»
(1) - Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82 (Συλλογή 1983, σ. 2633).
(2) - Πρόκειται για το άρθρο 18 του κανονισμού (EΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72)· το άρθρο 6 του κανονισμού (EΟΚ) 885/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί θεσπίσεως στον τομέα του βοείου κρέατος των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων καθορισμού του ύψους αυτών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 108), καθώς και τον κανονισμό (EΟΚ) 1315/84 της Επιτροπής, της 11ης Μαου 1984, περί καθορισμού των επιστροφών κατά την εξαγωγή στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ L 125, σ. 38).
(3) - Κανονισμός για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα όσον αφορά την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και τις κυρώσεις (ΕΕ L 310, σ. 57).
(4) - Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., σκέψη 19.
(5) - Θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι πρέπει να εκτιμηθεί η υπό κρίση υπόθεση υπό το φως των διατάξεων του κανονισμού (EΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), ο οποίος «κωδικοποιεί» τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2730/79 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1979, περί των κοινών λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 70).
(6) - Βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 1984, 89/83, Dimex (Συλλογή 1984, σ. 2815, σκέψεις 8 και 9).
(7) - Σε περίπτωση προκαταβολής, ο σκοπός της εγγυήσεως συνίσταται ακριβώς στο να διασφαλίζει στην αρχή που είναι αρμόδια για την παροχή την ενδεχόμενη απόδοση του καταβληθέντος ποσού εάν διαπιστωθεί εν συνεχεία ότι «οι όροι για τη χορήγηση της επιστροφής δεν [πληρούνταν]» (εικοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3665/87) ή αν αποδειχθεί ότι υφίστατο «δικαίωμα για επιστροφή κατώτερου ποσού» [βλ. άρθρο 6 του κανονισμού (EΟΚ) 565/80 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1980, περί της προπληρωμής των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϋόντα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 50), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EΟΚ) 2026/83 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1983 (ΕΕ L 199, σ. 12)].
(8) - Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1996, C-299/94 (Συλλογή 1996, σ. I-1925, σκέψη 25).
(9) - Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987, 288/85 (Συλλογή 1987, σ. 611, σκέψη 11· η υπογράμμιση δική μου).
(10) - Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 3665/87 (η υπογράμμιση δική μου).
(11) - Βλ. απόφαση της 9ης Αυγούστου 1994, C-347/93, Boterlux (Συλλογή 1994, σ. I-3933, σκέψη 36).
(12) - Προπαρατεθείσα απόφαση, Συλλογή 1994, σ. I-3941, βλ., ειδικότερα, την υποσημείωση 14 στην οποία ο γενικός εισαγγελέας υπενθύμισε τη νομολογία του Δικαστηρίου στην υπόθεση Irish Grain Board (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1986, 254/86, Συλλογή 1986, σ. 3309). Στην υπόθεση αυτή, που αφορούσε τον τομέα των νομισματικών εξισωτικών ποσών, το Δικαστήριο είχε αποκλείσει τη συνεκτίμηση του κριτηρίου της καλής πίστεως του εξαγωγέα.
(13) - Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Boterlux, σκέψη 35.
(14) - Βλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1987, 109/86 (Συλλογή 1987, σ. 4319, σκέψη 8).
(15) - Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την απόφαση της 1ης Απριλίου 1993, C-31/91 έως C-44/91, Lageder κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-1761, σκέψη 33, με παραπομπές στη νομολογία).
(16) - Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Anglo Irish Beef Processors International κ.λπ., σκέψη 33.
(17) - Βλ., ως πλέον πρόσφατη, την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-24/95, Alcan Deutschland (Συλλογή 1997, σ. Ι-1591, σκέψη 25), η οποία περιέχει επιπλέον παραπομπές στη νομολογία.
(18) - Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Lageder κ.λπ., σκέψη 34.
(19) - Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1985, 124/83 (Συλλογή 1985, σ. 3777, σκέψη 21).
Full & Egal Universal Law Academy