Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Α - Εισαγωγή
1 Η παρούσα διαδικασία έχει ως αντικείμενο την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 28ης Σεπτεμβρίου 1995 στην υπόθεση Τ-95/94 (1). Με την απόφαση αυτή το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, της 31ης Δεκεμβρίου 1993, που αφορούσε τις υποτιθέμενες ενισχύσεις που χορήγησαν τα γαλλικά ταχυδρομεία (στο εξής: ταχυδρομεία) σε μια συνδεδεμένη με αυτά επιχείρηση.
2 Τα πραγματικά περιστατικά, που οδήγησαν σ' αυτήν την απόφαση της Επιτροπής, περιγράφονται ως εξής στην προσβαλλόμενη απόφαση:
«1 Mέχρι το 1987 η μεταφορά των χρημάτων και των αξιών των γαλλικών ταχυδρομείων (στο εξής: ταχυδρομεία) επραγματοποιείτο από τις εσωτερικές υπηρεσίες τους. Το 1986 τα ταχυδρομεία αποφάσισαν να αναθέσουν την άσκηση ορισμένων από τις δραστηριότητές τους σε εμπορικές εταιρίες. ςΕτσι, στις 16 Δεκεμβρίου 1986, ιδρύθηκε η Sociιtι holding des filiales de la poste (στο εξής: Sofipost), ελεγχόμενη κατά 99 % από το γαλλικό κράτος.
2 Στις 16 Απριλίου 1987, η Sofipost ίδρυσε τη Sιcuripost SA (στο εξής: Sιcuripost), την οποία ελέγχει κατά 99,92 %. Η εταιρία αυτή έχει ως αντικείμενο τη μεταφορά χρημάτων υπό συνθήκες ασφαλείας, τη φρούρηση και την προστασία, καθώς και την επιτήρηση. Τα ταχυδρομεία απέσπασαν στη Sιcuripost περισσότερους από 220 υπαλλήλους.
3 Με ιδιωτική σύμβαση της 28ης Σεπτεμβρίου 1987, τα ταχυδρομεία ανέθεσαν στη Sιcuripost τις δραστηριότητες που αφορούν τους ανωτέρω περιγραφέντες τομείς, τις οποίες ασκούσαν τα ίδια στο παρελθόν. Εν συνεχεία, η Sιcuripost επρόκειτο να διευρύνει την πελατεία της και τις δραστηριότητές της.
4 Στις 30 Σεπτεμβρίου 1987, συνήφθη συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ του Υπουργού των Ταχυδρομείων και των Τηλεπικοινωνιών (στο εξής: Τ & Τ) και της Sιcuripost.
5 Kατά τα τέλη του 1987, η Sofipost χορήγησε προκαταβολή 5 000 000 γαλλικών φράγκων (FF) στη Sιcuripost. Αυτό το δάνειο-προκαταβολή ενσωματώθηκε στο κεφάλαιο κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1988.
6 Tην 1η Ιανουαρίου 1988, η Sofipost πραγματοποίησε αύξηση του κεφαλαίου της Sιcuripost, η οποία συνίστατο, αφενός, στην εισφορά της καθαρής αξίας του κλάδου δραστηριοτήτων των ταχυδρομείων που αφορούσε τη μεταφορά χρημάτων και είχε ανατεθεί στη θυγατρική εταιρία, εκτιμούμενη σε 19 225 000 FF, και, αφετέρου, από μια εισφορά κεφαλαίου 9 775 000 FF.
7 Κατά τη διάρκεια του 1989, η Sofipost χορήγησε στη Sιcuripost ένα δεύτερο δάνειο-προκαταβολή 15 000 000 FF, με το βασικό τραπεζικό επιτόκιο αυξημένο κατά μισή μονάδα.» (2)
3 Στις 4 Σεπτεμβρίου 1989 διάφορες γαλλικές επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων υπέβαλαν στην Επιτροπή δύο αιτήσεις περί κινήσεως διαδικασίας, τη μία κατ' εφαρμογήν των άρθρων 85, 86 και 90 της Συνθήκης ΕΚ, και την άλλη κατ' εφαρμογήν των άρθρων 92 και 93 της ίδιας Συνθήκης. Στις αιτούσες συμπεριλαμβάνονταν η Chambre syndicale nationale des entreprises de transport de fonds et valeurs (Sytraval) και η Brink's France SARL (στο εξής, συνοπτικά: προσφεύγουσες).
4 Η παρούσα διαδικασία αφορά μόνο την αίτηση που στηρίζεται στα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης ΕΚ.
5 Στις 14 Μαρτίου 1990 η Επιτροπή ζήτησε από τη Γαλλική Κυβέρνηση να λάβει θέση επί της καταγγελίας αυτής. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 3ης Μαου 1990.
6 Στις 28 Ιουνίου 1991, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες ότι από την καταγγελία τους «ανακύπτουν πολλά σημαντικά ζητήματα αρχής, για τα οποία είναι απαραίτητη, εν προκειμένω, μια σε βάθος εξέταση εκ μέρους των αρμοδίων υπηρεσιών της Επιτροπής».
7 Στις 9 Οκτωβρίου 1991, η Επιτροπή πληροφόρησε περαιτέρω τις προσφεύγουσες ότι ο φάκελός τους «φαίνεται ιδιαίτερα πολύπλοκος και παρίσταται ανάγκη να γίνουν πολλές τεχνικές αναλύσεις του άφθονου έγγραφου υλικού που προσκόμισαν τόσο οι καταγγέλλουσες όσο και οι γαλλικές αρχές (...). Το ότι δεν κατέστη δυνατό να περατωθεί η εξέταση του φακέλου εντός της προθεσμίας που καθοριζόταν στο από 28 Ιουνίου 1991 έγγραφο οφείλεται στην πολυπλοκότητα του φακέλου και στην ανάγκη που προκύπτει από αυτό να ληφθεί μια απόφαση λαμβάνουσα υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα συμφέροντα» (3).
8 Στις 5 Φεβρουαρίου 1992, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση στην οποία ανέφερε ότι εξ όσων γνωρίζει «ναι μεν στη Sιcuripost παρασχέθηκε η στήριξη της μητρικής εταιρίας και του κράτους επ' ευκαιρία της ιδρύσεως και της εγκαταστάσεώς της στην αγορά, πλην όμως δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι υφίστανται κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης». Επεσήμανε ιδίως ότι «οι περιστάσεις από τις οποίες προκύπτουν, prima facie, ενισχύσεις εμπίπτουσες στο άρθρο 92, παράγραφος 1, διαψεύσθηκαν κατηγορηματικά - με την προσκόμιση εγγράφων αποδείξεων όπου ήταν απαραίτητο - από τις γαλλικές αρχές» (4).
9 Στις 13 Απριλίου 1992, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης. Η προσφυγή αυτή κατέστη άνευ αντικειμένου όταν η Επιτροπή, στις 22 Ιουνίου 1992, ανακάλεσε την απόφασή της 5ης Φεβρουαρίου 1992.
10 Στις 24 Ιουλίου 1992, οι προσφεύγουσες συμπλήρωσαν την καταγγελία που είχαν υποβάλει στην Επιτροπή.
11 Στις 21 Ιανουαρίου 1993, η Επιτροπή πληροφόρησε τις προσφεύγουσες ότι είχε εγγράψει στο μητρώο των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων, υπό τον αριθμό ΝΝ 5/93, τα ληφθέντα από τη Γαλλική Κυβέρνηση έναντι της Sιcuripost μέτρα.
12 Στις 26 Μαρτίου 1993, η Γαλλική Κυβέρνηση παρέσχε άδεια στη Sofipost να μεταφέρει στον ιδιωτικό τομέα την περιουσία της Sιcuripost. Στις 22 Απριλίου 1993, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν εκ νέου συμπληρωματική καταγγελία. Στις 5 Μαου 1993, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες ότι είχε αποφασίσει να χωρίσει την εξέταση της υποθέσεως σε δύο μέρη, ήτοι σε εκείνο της προ και σε εκείνο της μετά την ιδιωτικοποίηση.
13 Στις 11 Οκτωβρίου 1993, οι προσφεύγουσες κάλεσαν την Επιτροπή, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 175 της Συνθήκης, να λάβει απόφαση σχετικά με την υποβληθείσα στις 4 Σεπτεμβρίου 1989 καταγγελία τους (5).
14 Στις 31 Δεκεμβρίου 1993, η Επιτροπή - εκπροσωπούμενη από το αρμόδιο για ζητήματα ανταγωνισμού μέλος της - έστειλε σύντομη επιστολή στη Γαλλική Κυβέρνηση, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι αποφάσισε να σταματήσει την έρευνά της, που άρχισε κατόπιν της προαναφερθείσας καταγγελίας, διότι οι πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν επρόκειτο για κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Συγχρόνως όμως διευκρίνισε ότι η απόφαση αυτή δεν αφορούσε τα μέτρα που ελήφθησαν από το 1992 στο πλαίσιο της ιδιωτικοποιήσεως της Sιcuripost (6).
15 Την ίδια ημέρα η Επιτροπή - και πάλι εκπροσωπούμενη από το αρμόδιο για ζητήματα ανταγωνισμού μέλος της - έστειλε εκτενή επιστολή στις προσεύγουσες, με την οποία έλαβε θέση επί των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι προσφεύγουσες και εξέθεσε ότι η έρευνα που πραγματοποίησε δεν οδήγησε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο, στην περίπτωση αυτή, για κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης. Οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί των καταγγελλουσών έπρεπε επομένως να απορριφθούν. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε να σταματήσει την έρευνα που είχε αρχίσει σχετικά με την καταγγελία. Συγχρόνως όμως επεσήμανε ότι η απόφαση αυτή δεν αφορούσε τα μέτρα που ελήφθησαν από το 1992 στο πλαίσιο της ιδιωτικοποιήσεως της Sιcuripost (7).
16 Κατόπιν αυτού, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, με την οποία ζήτησαν από το Πρωτοδικείο «να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 31ης Δεκεμβρίου 1993 με όλες τις κατά νόμο συνέπειες» (8).
17 Οι προσφεύγουσες προέβαλαν τέσσερις λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής τους:
«Ο πρώτος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, καθόσον η Επιτροπή κακώς αποφάσισε, ενόψει των εν προκειμένω περιστάσεων, να μην κινήσει την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή διαδικασία. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των προσφευγουσών, καθόσον η Επιτροπή έκανε μνεία στην απόφασή της - προξενούσα βλάβη στις προσφεύγουσες - εγγράφων τα οποία δεν τους είχαν κοινοποιηθεί, όπως οι παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον η Επιτροπή παρέλειψε να απαντήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση στις αιτιάσεις που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες με την καταγγελία τους και οι οποίες αφορούσαν (1) τις ενισχύσεις που αποτελούν η απόσπαση διοικητικού προσωπικού των ταχυδρομείων στη Sιcuripost, (2) τη διάθεση σ' αυτήν κτιρίων των ταχυδρομείων, (3) τον εφοδιασμό με καύσιμα και τη συντήρηση οχημάτων υπό υπερβολικά ευνοϋκές συνθήκες και (4) το δάνειο των 15 000 000 FF που χορήγησε η Sofipost στη Sιcuripost με προνομιακό επιτόκιο. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από (1) την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η απόφαση αντιμετώπισε την αύξηση των κεφαλαίων της Sιcuripost κατά 9 775 000 FF, (2) τις προκαταβολές έναντι παραγγελιών που χορήγησαν τα ταχυδρομεία υπέρ της Sιcuripost και (3) τις μη κανονικές τιμές και εγγυήσεις που εφάρμοσαν έναντι αυτής τα ταχυδρομεία» (9).
18 Κατόπιν εξετάσεως των εγγράφων της δικογραφίας, το Πρωτοδικείο θεωρεί «ότι πρέπει να επικεντρώσει την εξέτασή του επί του τρίτου και του τετάρτου λόγου ομού, που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης και από την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως» (10).
19 Το Πρωτοδικείο δέχθηκε ως αφετηρία ότι η προσβαλλόμενη έννομη πράξη αποτελεί απόφαση, «η οποία απορρίπτει την αίτηση των προσφευγουσών περί διαπιστώσεως από την Επιτροπή ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης χορηγώντας ενισχύσεις στη Sιcuripost» (11).
20 Στο πλαίσιο της έρευνας της εκτάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι ο εν προκειμένω έλεγχος δεν ήταν «έλεγχος της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως, όπως αυτός που αφορά την εξέταση του συμβιβαστού εθνικών μέτρων που έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως κρατικές ενισχύσεις, εξέταση η οποία εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής (...), αλλά έλεγχος της ερμηνείας και της εφαρμογής της εννοίας "κρατική ενίσχυση" του άρθρου 92 της Συνθήκης, τις οποίες πραγματοποιεί η Επιτροπή προκειμένου να καθορίσει αν τα καταγγελλόμενα από τις προσφεύγουσες εθνικά μέτρα πρέπει ή όχι να χαρακτηριστούν ως κρατικές ενισχύσεις» (12).
21 Κατά τον έλεγχο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η απόφαση. Το Πρωτοδικείο επεσήμανε τέσσερα σημεία. Πρώτον, η Επιτροπή χρειάστηκε πλέον των 51 μηνών για να επεξεργαστεί την καταγγελία των προσφευγουσών, που υποβλήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1989. Πρέπει, επιπλέον, να προστεθεί ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου των 51 μηνών, η Επιτροπή έλαβε δύο αποφάσεις (την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1992 και την τώρα προσβαλλόμενη απόφαση), που απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από 22 μήνες. Δεύτερον, η Επιτροπή διευκρίνισε με τα έγγραφα που αντάλλαξε με τις προσφεύγουσες ότι από την καταγγελία τους ανέκυπταν πολλά σημαντικά ζητήματα αρχής για τα οποία ήταν αναγκαία μια εμπεριστατωμένη εξέταση. Τρίτον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή ανακάλεσε την πρώτη απόφασή της, της 5ης Φεβρουαρίου 1992, μετά την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν κατά της αποφάσεως αυτής οι προσφεύγουσες, μολονότι η προσφυγή ακυρώσεως απλώς επαναλάμβανε τις αιτιάσεις που είχαν ήδη προβληθεί στην καταγγελία χωρίς να περιέχει νέες αιτιάσεις. Τέταρτον, πρέπει τέλος να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή είχε εγγράψει τα επίδικα μέτρα στο μητρώο των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων. Εξάλλου, η Επιτροπή, στην επιστολή της προς τη Γαλλική Κυβέρνηση, με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 1993, εξέφραζε τη λύπη της διότι κανένα από τα μέτρα αυτά δεν είχε κοινοποιηθεί προηγουμένως, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. «Υπό το φως των ανωτέρω διαπιστώσεων - έκρινε το Πρωτοδικείο - πρέπει να ερευνηθεί αν, εν προκειμένω, από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι τα καταγγελθέντα από τις προσφεύγουσες μέτρα συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης.» (13)
22 Όσον αφορά (1) το αποσπασθέν από τα ταχυδρομεία διοικητικό προσωπικό, η Επιτροπή στην απόφασή της δεν εξέτασε το καταγγελθέν από τις προσφεύγουσες ειδικό όφελος, που συνίστατο στο ότι οι αποσπασθέντες αυτοί υπάλληλοι μπορούν εν ανάγκη να επανατοποθετηθούν στην υπηρεσία από την οποία προέρχονται, χωρίς να υποχρεούται η Sιcuripost να καταβάλει καμία αποζημίωση λόγω καταγγελίας ή απολύσεως. Εκτός αυτού, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Sιcuripost δεν κατέβαλε για τους υπαλλήλους αυτούς εισφορές στα ταμεία ανεργίας, χωρίς να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αυτό δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση. Αυτό προσκρούει όμως στο άρθρο 190 (14).
23 Όσον αφορά (2) τη διάθεση στη Sιcuripost κτιρίων, η Επιτροπή περιορίστηκε στην επισήμανση ότι η διάθεση αυτή δεν έγινε - όπως υποστηρίχθηκε στην καταγγελία - δωρεάν, αλλά η Sιcuripost ήταν υποχρεωμένη στην καταβολή μισθώματος. Η Επιτροπή όμως δεν εξέτασε το ύψος του μισθώματος αυτού και δεν το συνέκρινε με τα ποσά που θα έπρεπε, σε αντίστοιχη περίπτωση, να καταβάλουν οι ανταγωνιστές. Επομένως, η απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Εκτός αυτού, η Επιτροπή, όταν αποφασίσει να απορρίψει μια καταγγελία, χωρίς να παράσχει τη δυνατότητα στον καταγγέλλοντα να διατυπώσει την άποψή του πριν από την έκδοση της οριστικής αποφάσεως επί των στοιχείων που συνέλεξε στο πλαίσιο της έρευνάς της, «έχει υποχρέωση να εξετάσει οίκοθεν τις αιτιάσεις τις οποίες δεν θα παρέλειπε να προβάλει ο καταγγέλλων αν είχε μπορέσει να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών». Επομένως, και επί του σημείου αυτού η αιτιολογία της αποφάσεως είναι πλημμελής (15).
24 ςΟσον αφορά (3) τον εφοδιασμό με καύσιμα, «καλώς» η Επιτροπή στην απόφασή της υιοθέτησε την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Αντίθετα, η αιτιολογία της αποφάσεως όσον αφορά τη συντήρηση των οχημάτων της Sιcuripost είναι ανεπαρκής, διότι η Επιτροπή περιορίστηκε στο να αναφερθεί στο σύστημα τιμολογήσεως που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει «αν από τις εφαρμοζόμενες τιμές προέκυπτε ή όχι η ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως» (16).
25 Όσον αφορά (4) τα χορηγηθέντα από τη Sofipost στη Sιcuripost δάνεια, «ορθώς» η Επιτροπή συμμερίστηκε την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, σχετικά με το δάνειο των 5 000 000 FF (17). Αντίθετα η αιτιολογία, όσον αφορά την προκαταβολή των 15 000 000 FF, είναι ανεπαρκής, διότι η Επιτροπή περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι επρόκειτο για τοκοφόρο συναλλαγή. Και σε μια όμως τέτοια περίπτωση ήταν δυνατόν να επρόκειτο για ενίσχυση (18).
26 Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι οι προσφεύγουσες αιτιώνται την Επιτροπή για πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως όσον αφορά τις τιμές που εφάρμοζε η Sιcuripost έναντι των ταχυδρομείων. Η Επιτροπή, κατά τη σύγκριση στην οποία προέβη μεταξύ των τιμών αυτών και των τιμών που απαιτούσε η Sιcuripost από τρίτους, περιορίστηκε στο έτος 1993, χωρίς να παραθέσει καμία σχετική δικαιολογία ή διευκρίνιση. Ελλείψει διευκρινίσεων σχετικά με τις αντίστοιχες τιμές τα έτη 1987 έως 1992, το Πρωτοδικείο δεν διέθετε επαρκή στοιχεία, βάσει των οποίων να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του όσον αφορά το βάσιμο της προσβαλλομένης αποφάσεως· αυτή η έλλειψη αιτιολογίας έπρεπε να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως (19).
27 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο επεσήμανε τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις συχνά οι καταγγέλλοντες όσον αφορά την απόδειξη. Λόγω των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως καθίστατο «εντονότερη η υποχρέωση αιτιολογήσεως» της Επιτροπής (20).
28 Τέλος, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι από την υποχρέωση της Επιτροπής να αιτιολογεί τις αποφάσεις της μπορεί «να προκύψει, υπό ορισμένες περιστάσεις, η ανάγκη κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως με τον καταγγέλλοντα, εφόσον, για να δικαιολογήσει επαρκώς κατά νόμο την εκτίμησή της όσον αφορά τη φύση του μέτρου το οποίο ο καταγγέλλων χαρακτηρίζει ως κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή είναι αναγκαίο να γνωρίζει την άποψη του καταγγέλλοντος όσον αφορά τα στοιχεία που αυτή συνέλεξε στο πλαίσιο της εξετάσεως της καταγγελίας (...). Υπό τέτοιες περιστάσεις, η υποχρέωση αυτή αποτελεί την αναγκαία προέκταση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να διασφαλίζει μια επιμελή και αμερόληπτη εξέταση του φακέλου συλλέγοντας όλες τις αναγκαίες απόψεις» (21).
29 Από τις προηγούμενες σκέψεις το Πρωτοδικείο συνήγαγε το συμπέρασμα ότι η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, «δεδομένου ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να στηρίξει το συμπέρασμα ότι τα καταγγελθέντα από τις προσφεύγουσες μέτρα δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης» (22).
30 Κατά της αποφάσεως αυτής του Πρωτοδικείου στρέφεται η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής, με την οποία ζητείται να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να διαταχθούν τα νόμιμα, ειδικότερα να αναπεμφθεί η υπόθεση προς κρίση στο Πρωτοδικείο και να καταδικαστούν οι προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα (23). Υπέρ της αναιρεσείουσας παρενέβησαν οι Κάτω Ξώρες, η Γερμανία, η Ισπανία και η Γαλλία (που είχε ήδη παρέμβει υπέρ της Επιτροπής κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου). Αντίθετα, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης δεν έλαβαν μέρος στην αναιρετική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
Β - Νομική αξιολόγηση
Ι - Προκαταρκτική παρατήρηση
31 Κατά την εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το Πρωτοδικείο στήριξε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής σε περισσότερες εκτιμήσεις. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να γίνει δεκτή μόνον αν το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικά σφάλματα σε όλες αυτές τις εκτιμήσεις και η απόφασή του δεν αποδεικνύεται ορθή ούτε από άλλους λόγους.
ΙΙ - Οι κανόνες κοινοτικού δικαίου για τις κρατικές ενισχύσεις
32 Για την κατανόηση του προβλήματος της παρούσας υποθέσεως είναι κατ' αρχήν απαραίτητη μια σύντομη επισκόπηση των κανόνων της Συνθήκης ΕΚ που ισχύουν για τις κρατικές ενισχύσεις και ιδίως των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής στον τομέα αυτό. Το Δικαστήριο εξέτασε πρόσφατα τους κανόνες αυτούς στην απόφασή του επί της υποθέσεως C-39/94 (24) - που αφορούσε επίσης τα ταχυδρομεία - και παρατήρησε τα εξής:
«35 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ορίζει ότι "ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϋκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως".
36 Αυτή η κατ' αρχήν απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε ανεπιφύλακτη, δεδομένου μάλιστα ότι το άρθρο 92, παράγραφος 3, απονέμει στην Επιτροπή ευρεία διακριτική εξουσία, προκειμένου να μπορεί να επιτρέπει τη χορήγηση ενισχύσεως κατ' εξαίρεση της γενικής απαγορεύσεως της εν λόγω παραγράφου 1. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την εκτίμηση του αν μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται ή όχι προς την κοινή αγορά, ανακύπτουν προβλήματα για την επίλυση των οποίων απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη και να εκτιμώνται σύνθετα γεγονότα και περιστάσεις οικονομικού χαρακτήρα που μπορούν να μεταβάλλονται ταχέως (απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, ονομαζόμενη Boussac, Συλλογή 1990, σ. Ι-307, σκέψη 15).
37 Για τον λόγο αυτό, έχει προβλεφθεί με το άρθρο 93 της Συνθήκης ειδική διαδικασία για την οργάνωση της εκ μέρους της Επιτροπής διαρκούς εξετάσεως και ελέγχου των ενισχύσεων. Όσον αφορά τις νέες ενισχύσεις τις οποίες προτίθενται να θεσπίσουν τα κράτη μέλη, καθιερώνεται διαδικασία προηγουμένης εγκρίσεως, χωρίς την οποία καμία ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομίμως θεσπισθείσα. Βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, της Συνθήκης, τα σχέδια που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή πριν από την εφαρμογή τους.
38 Η Επιτροπή προβαίνει τότε σε μια πρώτη εξέταση των σχεδιαζομένων ενισχύσεων. Εάν, κατά το πέρας της εξετάσεως αυτής, φρονεί ότι ορισμένο σχέδιο δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κινεί αμελλητί τη διαδικασία της κατ' αντιπαράθεση εξετάσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2. Από το άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, της Συνθήκης προκύπτει ότι καθ' όλη τη διάρκεια της προκαταρκτικής φάσεως το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει το σχέδιο ενισχύσεως. Σε περίπτωση κινήσεως της διαδικασίας της κατ' αντιπαράθεση εξετάσεως, η απαγόρευση αυτή εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής επί του αν το σχέδιο ενισχύσεως συμβιβάζεται με την κοινή αγορά (βλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 1992, C-47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-4145, σκέψη 24). Αντιθέτως, εάν η Επιτροπή δεν αντιδράσει εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει το σχέδιο ενισχύσεως, αφού ειδοποιήσει προηγουμένως την Επιτροπή (απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 815, σκέψη 4).»
33 Η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 2, διαδικασία μόνο στην περίπτωση που θεωρεί, έπειτα από μια πρώτη εξέταση, ότι η ενίσχυση είναι αντίθετη προς τη Συνθήκη, αλλά ήδη και στην περίπτωση που «αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες προκειμένου να κρίνει αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αρκεσθεί στην προκαταρκτική φάση του άρθρου 93, παράγραφος 3, προκειμένου να λάβει ευνοϋκή απόφαση για κάποια ενίσχυση, παρά μόνον αν είναι σε θέση να σχηματίσει την πεποίθηση, μετά από πρώτη εξέταση, ότι η εν λόγω ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Αντιθέτως, αν, από την πρώτη αυτή εξέταση, η Επιτροπή σχηματίσει αντίθετη γνώμη ή δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την κρίση του συμβιβαστού της εν λόγω ενισχύσεως με την κοινή αγορά, τότε οφείλει να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες γνώμες και να κινήσει προς τον σκοπό αυτό τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2» (25).
34 H προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 3, τρίτη φράση, απαγόρευση έχει άμεση ισχύ. Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση μέτρων ενισχύσεως που εφαρμόζονται χωρίς να έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να επικαλεστούν τη διάταξη αυτή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (26). Τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν σε μια τέτοια περίπτωση να εξασφαλίζουν στα πρόσωπα αυτά «ότι θα συναχθούν όλες οι συνέπειες, κατά το εθνικό τους δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων των μέτρων ενισχύσεως όσο και την αναζήτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής ή ενδεχομένων προσωρινών μέτρων» (27).
35 Στο πλαίσιο αυτό ένα εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να πρέπει να ερμηνεύσει την περιλαμβανόμενη στο άρθρο 92 έννοια της ενισχύσεως, «προκειμένου να είναι σε θέση να κρίνει αν ένα κρατικό μέτρο που ελήφθη χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 3, διαδικασία προηγουμένου ελέγχου έπρεπε να έχει υποβληθεί στη διαδικασία αυτή». Ενώ η κρίση σχετικά με το κατά πόσο μία ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά αποτελεί αποκλειστικά αρμοδιότητα της Επιτροπής - υποκείμενη στον έλεγχο του Δικαστηρίου -, δεν ισχύει το ίδιο για την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον υφίσταται ενίσχυση. Εάν το εθνικό δικαστήριο έχει αμφιβολίες, μπορεί να ζητήσει διευκρινίσεις από την Επιτροπή επί του ζητήματος αυτού. Εξάλλου, το εθνικό δικαστήριο δύναται ή οφείλει, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία του άρθρου 92 (28).
ΙΙΙ - Η νομική φύση της ακυρωθείσας αποφάσεως της Επιτροπής
36 Το Πρωτοδικείο στην απόφασή του θεώρησε - όπως προαναφέρθηκε - ότι η προσβαλλόμενη νομική πράξη αποτελεί απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση με την οποία εζητείτο να διαπιστωθεί ότι η Γαλλία παρέβη τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης χορηγώντας ενισχύσεις στη Sιcuripost (29).
37 Η ερμηνεία αυτή αμφισβητείται τόσο από την Επιτροπή όσο και από τα κράτη μέλη, τα οποία παρενέβησαν υπέρ αυτής.
38 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση, για την οποία πρόκειται, περιλαμβάνεται στο έγγραφό της προς τη Γαλλική Δημοκρατία, με ημερομηνία 31 Δεκεμβρίου 1993. Οι προσφεύγουσες, με το έγγραφο που τους απευθύνθηκε την ίδια ημερομηνία, ενημερώθηκαν απλώς για τη λήψη της αποφάσεως αυτής. Αναφερόμενη στην άποψη που υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας Tesauro στην προαναφερθείσα υπόθεση Cook κατά Επιτροπής (30), η Επιτροπή θεωρεί ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93 η μόνη απόφαση που μπορεί να λάβει συνίσταται στο να κρίνει αν η ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Αντίθετα, δεν μπορεί να νοηθεί μια απόφαση αυτοτελής και διακεκριμένη, με αντικείμενο την απόρριψη της καταγγελίας ενός ανταγωνιστή του λαβόντος την ενίσχυση.
39 Η Γαλλική Κυβέρνηση συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για απόφαση της Επιτροπής που απευθύνεται σ' αυτήν και όχι για απόφαση με την οποία απορρίπτεται η καταγγελία των προσφευγουσών. Η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι σύμφωνα με το σύστημα των διατάξεων της Συνθήκης η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει μόνον αποφάσεις που απευθύνονται σε κράτη μέλη. Και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στον τομέα αυτό μόνο το οικείο κράτος μέλος μπορεί να θεωρηθεί αποδέκτης της αποφάσεως της Επιτροπής. Από τις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως - που δεν αναφέρθηκε ρητά στο ζήτημα αυτό - μπορεί επίσης να συναχθεί ότι αποκλείεται η δυνατότητα να απευθύνεται η απόφαση στις προσφεύγουσες.
40 Πριν από την έναρξη εξετάσεως του ζητήματος πρέπει να τονιστεί, όπως έπραξε το Πρωτοδικείο στην απόφασή του (31), «ότι ούτε η Συνθήκη ούτε η κοινοτική νομοθεσία έχουν καθορίσει το διαδικαστικό καθεστώς των καταγγελιών περί υπάρξεως κρατικών ενισχύσεων». Tο Συμβούλιο δεν έχει κάνει ακόμη χρήση της προβλεπόμενης στο άρθρο 94 της Συνθήκης δυνατότητας να εκδώσει «κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93». Αυτή είναι η διαφορά του εν λόγω νομικού τομέα από εκείνον των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Ο κανονισμός 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962 (32), που εκδόθηκε για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών προβλέπει στο άρθρο 3 ότι, εκτός από τα κράτη μέλη, και «πρόσωπα και ενώσεις προσώπων που επικαλούνται έννομο συμφέρον» μπορούν να υποβάλλουν στην Επιτροπή αίτηση, ζητώντας να διαπιστωθεί η ύπαρξη παραβάσεως των άρθρων 85 και 86 και να υποχρεωθούν οι ενδιαφερόμενοι να παύσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση. Αν η Επιτροπή απορρίψει την καταγγελία αυτή, οι καταγγέλλοντες μπορούν να προσβάλουν την απόφαση αυτή με προσφυγή ακυρώσεως (33).
41 Η έλλειψη αντιστοίχων διατάξεων δεν σημαίνει ότι στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων δεν είναι δυνατό να απευθυνθεί τέτοια καταγγελία στην Επιτροπή. Αντίθετα, από την αρχή της χρηστής διοικήσεως προκύπτει άνευ ετέρου ότι η Επιτροπή οφείλει να εξετάζει όλες τις καταγγελίες που της υποβάλλονται και αφορούν - πραγματικές ή υποτιθέμενες - ενισχύσεις. Αν η Επιτροπή, στο πλαίσιο μιας πρώτης εξετάσεως κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση είναι αντίθετη προς τη Συνθήκη ή αν δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις σχετικές με την κρίση αυτή δυσχέρειες, υποχρεούται - όπως προαναφέρθηκε (34) - να ακυρώσει την τυπική διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής η Επιτροπή πρέπει να δώσει στους «ενδιαφερομένους» τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους. Στους ενδιαφερομένους αυτούς ανήκουν, εκτός από τις επιχειρήσεις που λαμβάνουν την ενίσχυση, «επίσης, τα πρόσωπα, οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, ενδεχομένως, από τη χορήγηση της ενισχύσεως, ιδίως δε οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές οργανώσεις» (35).
42 Αν, αντίθετα, η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν χρειάζεται να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, και πάλι ο καταγγέλλων προστατεύεται. Αν, συγκεκριμένα, η Επιτροπή διαπιστώσει βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, χωρίς να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, ότι μια ενίσχυση είναι σύμφωνη προς την κοινή αγορά, η απόφαση αυτή μπορεί, σύμφωνα με τη νεότερη νομολογία, να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως κατά το άρθρο 173 από τους «ενδιαφερόμενους» που αναφέρονται στο άρθρο 93, παράγραφος 2 (36). Όπως ορθά αναφέρει στην αιτιολογία του το Δικαστήριο, μόνο με τον τρόπο αυτό μπορούν τα εν λόγω πρόσωπα να επιτύχουν την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων που θέτει υπέρ αυτών το άρθρο 93, παράγραφος 2 (37).
43 Οι αρχές αυτές δεν ισχύουν μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή αρνείται την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, διότι έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση είναι άνευ ετέρου σύμφωνη προς την κοινή αγορά, αλλά και στις περιπτώσεις στις οποίες κατά την άποψη της Επιτροπής ελλείπει η προϋπόθεση της υπάρξεως ενισχύσεως (38). Και η Επιτροπή εξέφρασε στην παρούσα διαδικασία την ίδια άποψη.
44 Το Δικαστήριο, στις προαναφερθείσες αποφάσεις, θεώρησε ότι το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής ήταν η άρνηση να κινήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 2, διαδικασία (39). Στις αποφάσεις αυτές εξάλλου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής απευθυνόταν στο οικείο κράτος μέλος, και όχι στον καταγγέλλοντα (40). Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο εξέτασε κάθε φορά αν η απόφαση αφορούσε άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες. Τίθεται συνεπώς στην παρούσα υπόθεση το ερώτημα αν είναι σύμφωνη προς τη νομολογία αυτή η κρίση του Πρωτοδικείου ότι η πράξη που ακυρώθηκε αποτελούσε απόφαση απευθυνόμενη στις προσφεύγουσες, περί απορρίψεως της καταγγελίας τους.
45 Θεωρώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση. Όσον αφορά, κατ' αρχάς, τη διατύπωση που επέλεξε το Πρωτοδικείο, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το ίδιο το Δικαστήριο εκφράστηκε με όμοιο τρόπο στην υπόθεση Irish Cement κατά Επιτροπής, επί της οποίας αποφάνθηκε το 1988. Και στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για έγγραφο που απηύθυνε η Επιτροπή σε μια επιχείρηση, η οποία είχε υποβάλει καταγγελία για μια ενίσχυση που χορηγήθηκε σε ανταγωνιστή. Το Δικαστήριο έκρινε σχετικά: «Το έγγραφο της 14ης Μαου 1985 συνιστά, επομένως, απόφαση της Επιτροπής απορρίψασα την καταγγελία σχετικά με την ενίσχυση που χορηγήθηκε στην SQQL» (41). Το Δικαστήριο παρατήρησε τότε ότι η καταγγελία δεν μπορεί παρά να απέβλεπε στην κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2 (42). Ενόψει αυτού θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός, που επιλέγεται για μια τέτοια απόφαση, δεν έχει μεγάλη σημασία.
46 Σημαντικότερη είναι αντίθετα η αντίρρηση, ότι αποδέκτης μιας τέτοιας αποφάσεως της Επιτροπής μπορεί να είναι μόνο κράτος μέλος. Πράγματι είναι αυτονόητο ότι μια απόφαση της Επιτροπής που αφορά την ενίσχυση που χορηγεί ένα κράτος μέλος πρέπει κατ' αρχήν να απευθύνεται σ' αυτό το κράτος μέλος. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση, στην οποία η Επιτροπή, όπως εν προκειμένω, δραστηριοποιήθηκε λόγω καταγγελίας και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είναι απαραίτητη η κίνηση της τυπικής διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2. Αν εκδοθεί μια τέτοια απόφαση και η Επιτροπή ενημερώσει για το γεγονός αυτό τον καταγγέλλοντα με μια επιστολή, είναι αυτονόητο ότι ο καταγγέλλων δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της επιστολής αυτής αλλά μόνο κατά της ίδιας της αποφάσεως, και αυτό μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο. Για τέτοια περίπτωση επρόκειτο στις υποθέσεις επί των οποίων εξεδόθησαν οι αποφάσεις Cook και Matra (43).
Αν εξεταστούν οι υπόλοιπες αποφάσεις του Δικαστηρίου ως προς τη δυνατότητα να απευθύνεται μια τέτοια απόφαση και στον καταγγέλλοντα, διαπιστώνεται ότι πουθενά δεν αναφέρεται μια τέτοια δυνατότητα. Πάντως, δεν μπορεί με βεβαιότητα να διαπιστωθεί ότι μέχρι τώρα το Δικαστήριο έχει πράγματι αναγνωρίσει μια τέτοια δυνατότητα. Αυτό ισχύει και για την ήδη αναφερθείσα απόφαση Irish Cement. Στην περίπτωση εκείνη η προσφυγή δεν στρεφόταν κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία «απέρριπτε την καταγγελία», αλλά κατά ενός μεταγενέστερου εγγράφου, το οποίο απλώς επιβεβαίωνε, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, την απόφαση αυτή (η οποία εν τω μεταξύ είχε παραγάγει οριστικά έννομα αποτελέσματα). Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και δεν εξέτασε αν η (ενδεχόμενη) «απόφαση» του δευτέρου εγγράφου αφορούσε τον καταγγέλλοντα «άμεσα και ατομικά» (44). Δεν είναι επομένως βέβαιο αν η περιεχόμενη στο πρώτο έγγραφο απόφαση απευθυνόταν πράγματι, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, στον καταγγέλλοντα. Στην ήδη προαναφερθείσα απόφαση CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, που εκδόθηκε ένα έτος αργότερα, το Δικαστήριο ερμήνευσε ένα παρόμοιο έγγραφο της Επιτροπής προς τον καταγγέλλοντα ως γνωστοποίηση μιας αποφάσεως με αποδέκτη τη Γαλλία, με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2 (45).
47 Συμφωνώ με την άποψη ότι δεν πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μια τέτοια απόφαση να απευθύνεται απευθείας στον καταγγέλλοντα. Η διατύπωση της Συνθήκης δεν οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της Επιτροπής περί μη κινήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 93, παράγραφος 2, διαδικασίας μπορεί να απευθύνεται μόνο στο κράτος μέλος που έλαβε το σχετικό μέτρο ενισχύσεως. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη που υποστήριξε ο γενικός εισαγγελέας Tesauro στην υπόθεση Cook κατά Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή δεν μπορεί να απαντήσει στην καταγγελία παρά μόνον «αφού αποφανθεί επί του συμβιβαστού της ενισχύσεως, και η απάντηση δεν μπορεί να έχει ως περιεχόμενο παρά τη γνωστοποίηση της αποφάσεως που αφορά το συμβιβαστό» (46).
48 Είναι βέβαια ορθό ότι αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής αποτελεί η νομιμότητα της συμπεριφοράς του κράτους μέλους (47). Πρέπει εντούτοις να παρατηρηθεί ότι, σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, το κράτος μέλος εμπλέκεται πολύ λιγότερο στη διαδικασία απ' ό,τι ο καταγγέλλων. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν κοινοποίησε το επίδικο μέτρο στην Επιτροπή και επομένως δεν ζήτησε από αυτή τη λήψη αποφάσεως. Αντίθετα, οι προσφεύγουσες με την καταγγελία τους έθεσαν σε κίνηση την έρευνα. Όπως ήδη ανέφερα, η νεότερη νομολογία αναγνωρίζει στον καταγγέλλοντα, ο οποίος ανήκει στους ενδιαφερομένους κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, το δικαίωμα να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής περί μη κινήσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό. Αυτό συνεπάγεται - όπως θα αποδειχθεί - ότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να αιτιολογήσει την απόφασή της. Το ζήτημα κατά πόσον η Επιτροπή εκπλήρωσε στην προκειμένη περίπτωση την υποχρέωση αυτή αποτελεί το επίκεντρο των σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πρέπει όμως ήδη στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η Επιτροπή, στην επιστολή της προς τις προσφεύγουσες της 31ης Δεκεμβρίου 1993, αναφέρθηκε εκτενώς στους λόγους που την οδήγησαν στην απόφασή της, ενώ δεν έπραξε το ίδιο στο έγγραφο της ιδίας ημερομηνίας που απηύθυνε στη Γαλλική Δημοκρατία (48). Αν γίνει δεκτό ότι στην παρούσα υπόθεση η απόφαση της Επιτροπής εμπεριέχετο στο έγγραφο προς τη Γαλλική Δημοκρατία, είναι αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι η απόφαση αυτή δεν περιείχε επαρκή αιτιολογία. Αν, αντίθετα, η απόφαση περιείχετο στο έγγραφο της Επιτροπής προς τις προσφεύγουσες, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα επρόκειτο (παρά την εκ πρώτης όψεως εντύπωση) για απόφαση απευθυνόμενη στη Γαλλική Δημοκρατία. Στο έγγραφο που απευθυνόταν στις προσφεύγουσες δεν είχε επισυναφθεί αντίγραφο του εγγράφου που απευθυνόταν στη Γαλλική Δημοκρατία. Το έγγραφο αυτό εξάλλου δεν αναφέρεται - όπως βλέπω - ούτε μία φορά στο έγγραφο που απευθύνεται στις προσφεύγουσες. Δεν νομίζω συνεπώς ότι ευσταθεί η άποψη ότι στην προκειμένη περίπτωση γνωστοποιήθηκε απλώς στις προσφεύγουσες μια απόφαση που αφορούσε άλλον. Μια τέτοια ερμηνεία θα έμοιαζε τεχνητή. Και η ίδια η Επιτροπή άλλωστε παραδέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση έγινε «ατυχής παρουσίαση» της αποφάσεώς της.
49 Ορθότερο μου φαίνεται συνεπώς να ερμηνευθεί το έγγραφο της Επιτροπής έτσι όπως το ερμήνευσε το Πρωτοδικείο. Πρέπει, νομίζω, να αναγνωριστεί στην Επιτροπή η δυνατότητα να απευθύνει τέτοιου είδους αποφάσεις απευθείας στους καταγγέλλοντες. Εξάλλου, η Επιτροπή σε μια τέτοια απόφαση ερευνά κατά κύριο λόγο τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος. Εκτός αυτού, ο καταγγέλλων είναι εκείνος που ενδιαφέρεται κατά κύριο λόγο για την απόφαση αυτή, διότι αυτός, σε αντίθεση με το οικείο κράτος μέλος, μπορεί να έχει συμφέρον να ασκήσει κατά της αποφάσεως αυτής προσφυγή ακυρώσεως. Νομίζω ότι η προσέγγιση αυτή είναι πλησιέστερη στην πραγματικότητα.
50 Στην πιθανή αντίρρηση, ότι η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα συμφέροντα του οικείου κράτους μέλους, μπορεί να αντιταχθεί ότι, κατά την άποψή μου, η Επιτροπή δύναται, αλλά δεν οφείλει, να απευθύνει μια τέτοια απόφαση στον καταγγέλλοντα (49). Αν το μέτρο ενισχύσεως, κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία, έχει κοινοποιηθεί από το οικείο κράτος μέλος, θεωρώ ορθότερο να απευθύνει η Επιτροπή την απόφασή της στο κράτος μέλος. Και στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε η Επιτροπή να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό. Κατά την άποψή μου όμως δεν το έπραξε, χωρίς αυτό να δημιουργεί προβλήματα.
51 Ακόμη και αν δεν γινόταν δεκτή αυτή η θεώρηση των πραγμάτων, θα έπρεπε να επισημανθεί ότι πρόσωπα που θίγονται άμεσα και ατομικά μπορούν να προσβάλουν μια τέτοια απόφαση που απευθύνεται σε κράτος μέλος και ότι η Επιτροπή ρητώς (και ορθώς) αναγνώρισε ότι οι προσφεύγουσες πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές. Ενόψει αυτού θεωρώ εσφαλμένη την προσπάθεια αναιρέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου για μόνο τον λόγο ότι πιθανόν να ερμήνευσε εσφαλμένα το περιεχόμενο και τους αποδέκτες της αποφάσεως, ενώ δεν χωρεί αμφιβολία ως προς τον επιδιωκόμενο με την προσφυγή σκοπό.
ΙV - Παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως του άρθρου 190 της Συνθήκης
52 Το Πρωτοδικείο στην απόφασή του περιορίστηκε, όπως δήλωσε το ίδιο, σε εκείνους τους δύο από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, που αντλούνται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης, αφενός, και από την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως της Επιτροπής, αφετέρου. Η Γαλλική Κυβέρνηση όμως ορθά παρατήρησε ότι τελικώς το Πρωτοδικείο στήριξε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής μόνο στην παράβαση του άρθρου 190 (50). Έτσι, το Πρωτοδικείο έκρινε αφενός ότι η αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής ήταν ανεπαρκής. Αφετέρου, δέχθηκε ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 190 διότι παρέλειψε να λάβει ορισμένα μέτρα (και συγκεκριμένα να εξετάσει αιτιάσεις, τις οποίες δεν προέβαλαν μεν οι καταγγέλλουσες, θα είχαν όμως προβάλει υπό ορισμένες προϋποθέσεις, καθώς και να κινήσει τη διαδικασία κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως με τις καταγγέλλουσες). Αυτές οι δύο πλευρές του ζητήματος πρέπει να εξεταστούν χωριστά.
1. Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
53 Σε μια απόφαση που εξέδωσε πρόσφατα το Δικαστήριο περιέγραψε ως εξής την έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 190:
«Κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, προκειμένου να μπορούν οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη του μέτρου, το δε Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να προσδιορίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και των συμφραζομένων καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα.» (51)
Και το Πρωτοδικείο στην απόφασή του ξεκίνησε από τη βάση αυτή (52).
54 Η Ολλανδική Κυβέρνηση, η οποία ερμηνεύει την προσβαλλόμενη πράξη ως απόφαση απευθυνόμενη στη Γαλλία, επεσήμανε στις παρατηρήσεις της ότι για τον καθορισμό της εκτάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα τρίτων (όπως, στην προκειμένη περίπτωση, των προσφευγουσών). Αυτό είναι ορθό (53). Όπως αναφέρθηκε ήδη, η απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, μπορεί να προσβληθεί από τους «ενδιαφερομένους» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής με προσφυγή ακυρώσεως (54). Οι ενδιαφερόμενοι όμως μπορούν να κάνουν αποτελεσματική χρήση του δικαιώματος αυτού μόνον εάν μπορούν «να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν τη λήψη του μέτρου». Η Επιτροπή επομένως υπέχει την υποχρέωση αιτιολογίας τέτοιων αποφάσεων σύμφωνα με το άρθρο 190. Η αντίθετη άποψη που υποστήριξε η Γερμανική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία μια τέτοια υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το άρθρο 190 ούτε από το άρθρο 93, δεν είναι, νομίζω, σύμφωνη με τη νεότερη νομολογία (επί της οποίας δεν λαμβάνει θέση η Γερμανική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της). Για τον ίδιο λόγο δεν μπορώ να συμφωνήσω και με την άποψη που υποστήριξε η Ολλανδική Κυβέρνηση, σύμφωνα με την οποία επειδή η Επιτροπή δεν είχε, στο πλαίσιο του άρθρου 93, παράγραφος 3, υποχρέωση ακροάσεως των καταγγελλουσών (ζήτημα επί του οποίου θα επανέλθω), δεν είχε ούτε την υποχρέωση να αναφέρει τους λόγους για την απόρριψη των παρ' όλα αυτά προβληθέντων επιχειρημάτων.
Το γεγονός ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η Επιτροπή έπρεπε, κατά την αιτιολόγηση της αποφάσεώς της, να λάβει υπόψη τα συμφέροντα των προσφευγουσών έχει, κατά την άποψή μου, ακόμη μεγαλύτερη σημασία από το ζήτημα των αποδεκτών της αποφάσεως αυτής, που εξετάστηκε ήδη.
55 Στην παρούσα υπόθεση το Πρωτοδικείο έπρεπε επομένως πράγματι να ερευνήσει αν «από την προσβαλλομένη απόφαση διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική βάσει της οποίας η Επιτροπή θεώρησε ότι τα καταγγελλόμενα από τις προσφεύγουσες μέτρα δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στις καταγγέλλουσες να γνωρίζουν τους λόγους απορρίψεως της καταγγελίας τους προκειμένου να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους και στο Πρωτοδικείο να ασκήσει τον έλεγχό του» (55).
56 Όπως προαναφέρθηκε, το Πρωτοδικείο στην απόφασή του υποστήριξε εξάλλου ότι ο έλεγχος, τον οποίο έπρεπε στην προκειμένη περίπτωση να καθιστά δυνατό η αιτιολογία της προσβαλλομένης πράξεως, δεν ήταν έλεγχος της εκτιμήσεως μέτρων που είχαν ήδη χαρακτηριστεί ως κρατικά μέτρα. Αντίθετα, επρόκειτο για την ερμηνεία και εφαρμογή της έννοιας της ενισχύσεως (56). Και ως προς το σημείο αυτό η άποψη του Πρωτοδικείου ευσταθεί. Ορθώς, βεβαίως, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι και η απάντηση στο ερώτημα, αν ένα συγκεκριμένο μέτρο συνιστά ενίσχυση, μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες. Ο έλεγχος πρέπει, επομένως, να κατευθυνθεί στο αν η διαπίστωση αυτή απαιτεί σύνθετες τεχνικές ή οικονομικές εκτιμήσεις. Και το Δικαστήριο στην απόφαση SFEI κ.λπ. δέχθηκε ότι η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον πρόκειται για ενίσχυση απαιτεί μια «οικονομική ανάλυση» που να λαμβάνει υπόψη όλους τους σημαντικούς παράγοντες (57). Αυτό είναι οπωσδήποτε ορθό. Εντούτοις, θεωρώ ότι το περιθώριο εκτιμήσεως είναι στην προκειμένη περίπτωση σημαντικά μικρότερο απ' ό,τι στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, διότι η ερμηνεία της εννοίας της «ενισχύσεως» δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, όπως το ζήτημα του συμβιβαστού της ενισχύσεως με την κοινή αγορά (58). Η εξέταση του ζητήματος αυτού παρέλκει εν προκειμένω, διότι το εν λόγω ζήτημα δεν είναι σημαντικό για την κρινόμενη υπόθεση. Αν γίνει δεκτή η άποψη που απέρριψα, συνάγεται αναγκαστικά το συμπέρασμα ότι η αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Όπως τόνισε το Δικαστήριο στην αποκαλούμενη «Bremer Vulkan» υπόθεση (59) - στην οποία επίσης επρόκειτο για τον χαρακτηρισμό συγκεκριμένων μέτρων ως ενισχύσεων - η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Από αυτό συνάγει το Δικαστήριο ότι η Επιτροπή «όφειλε εν προκειμένω να λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις και όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή στην προκειμένη περίπτωση» (60).
57 Όσον αφορά την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της Επιτροπής, στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε βάσει της άτυπης έρευνας που πραγματοποιήθηκε κατά το άρθρο 93, παράγραφος 3. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να διερευνήσει στην απόφασή της όλες τις σημαντικές για τη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεις (61). Όφειλε, πάντως, να ελέγξει και να εκτιμήσει τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες.
58 Πολλά από τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη διαδικασία υποστήριξαν ότι η Επιτροπή διέθετε, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως στην υπόθεση Lorenz (62), μόνο μια σύντομη προθεσμία στο πλαίσιο της προκαταρκτικής φάσεως για τον έλεγχο των σχεδίων ενισχύσεων. Αυτό το γεγονός πρέπει πράγματι να επηρεάζει την έκταση της αιτιολογίας. Η εκτίμηση όμως αυτή δεν είναι κρίσιμη για την παρούσα περίπτωση. Αφενός, στην παρούσα περίπτωση παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ετών έως ότου εκδοθεί η ακυρωθείσα απόφαση. Αφετέρου - και αυτό είναι καθοριστικό - η προαναφερθείσα νομολογία (και η συνεπεία αυτής σύντομη προθεσμία) δεν εφαρμόζεται οσάκις το κράτος μέλος εφάρμοσε τα σχέδια μέτρων χωρίς να τα έχει προηγουμένως κοινοποιήσει στην Επιτροπή (63). Αυτό ακριβώς συνέβη στην παρούσα περίπτωση.
59 Επομένως, καίτοι η αιτιολογία της Επιτροπής πρέπει να ικανοποιεί υψηλές απαιτήσεις, η αιτίαση που προέβαλαν όλοι οι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία, σύμφωνα με την οποία το Πρωτοδικείο υπερέβη τα εσκαμμένα στο ζήτημα αυτό και κατ' ουσίαν δεν εξέτασε την ύπαρξη επαρκούς αιτιολογίας, αλλά το ζήτημα κατά πόσον οι λόγοι αυτοί ήταν ουσία βάσιμοι, είναι, νομίζω, σε σημαντικό βαθμό δικαιολογημένη.
- Απόσπαση διοικητικού προσωπικού
60 Όσον αφορά την απόσπαση προσωπικού των ταχυδρομείων στη Sιcuripost, σύμφωνα με όσα διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, οι προσφεύγουσες προέβαλαν στην καταγγελία τους και την αιτίαση ότι η Sιcuripost μπορούσε σε περίπτωση ανάγκης να αποχωριστεί τους συνεργάτες αυτούς χωρίς να πρέπει για τον λόγο αυτό να καταβάλει αποζημίωση λόγω καταγγελίας ή απολύσεως. Το Πρωτοδικείο στην απόφασή του ανέφερε ότι η ίδια η Επιτροπή δέχθηκε ότι στην απόφασή της δεν εξέτασε αυτό το σημείο της καταγγελίας. Αυτή η διαπίστωση δεν αμφισβητείται ούτε από την Επιτροπή ούτε από τους λοιπούς διαδίκους τους οποίους αφορά η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
61 Στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου η Επιτροπή υποστήριξε ότι το σημείο αυτό αποτελούσε απλώς μια «δευτερεύουσα πτυχή» μιας αιτιάσεως, που αφορούσε την ανάληψη της μισθοδοσίας του προσωπικού της Sιcuripost από το κράτος. Το Πρωτοδικείο δεν θεώρησε ότι αυτό ήταν επαρκές, διότι η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να δίδει απαντήσεις σε καθεμία από τις αιτιάσεις που διατυπώνονται στην καταγγελία «αναφερόμενη έστω, ενδεχομένως, σε ένα κανόνα de minimis». Επομένως, επί του σημείου αυτού η απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας (64).
62 Θεωρώ ότι η άποψη αυτή είναι ορθή. Εφόσον η προβλεπόμενη στο άρθρο 190 της Συνθήκης υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να δίνει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να λάβει ρητώς θέση επί όλων των σημείων της καταγγελίας (65). Αυτό δεν συνεπάγεται την υπέρ το δέον διεύρυνση των απαιτήσεων του άρθρου 190. Στην περίπτωση όπου μια πτυχή της καταγγελίας κρίνεται δευτερεύουσα ή λιγότερο σημαντική, η Επιτροπή οφείλει να το επισημάνει, έστω και συνοπτικά. Αυτό δεν συνέβη. Η επιγενόμενη αιτιολογία της Επιτροπής στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν μπορεί να αναπληρώσει την έλλειψη αυτή.
63 Για λόγους πληρότητας, πρέπει να επισημανθεί ότι τα ανωτέρω δεν σημαίνουν βεβαίως ότι, κατά την άποψή μου, η Επιτροπή οφείλει να εξετάζει ρητώς κάθε σημείο της καταγγελίας. Αν μια αιτίαση είναι προφανώς αβάσιμη ή ασήμαντη, θα ήταν υπερβολικό να απαιτηθεί από την Επιτροπή να την εξετάσει σε κάθε περίπτωση. Είναι, εντούτοις, βέβαιο ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν πρόκειται για τέτοια περίπτωση. Η δυνατότητα μειώσεως του προσωπικού, χωρίς μεγάλες δαπάνες, δεν αποτελεί γεγονός που μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως ασήμαντο για το ζήτημα της υπάρξεως ενισχύσεως.
64 Δεν ισχύει το ίδιο για την αιτίαση των προσφευγουσών, σύμφωνα με την οποία η Sιcuripost δεν χρειάστηκε να καταβάλει για το προσωπικό αυτό εισφορές στα ταμεία ανεργίας. Επί της αιτιάσεως αυτής, η Επιτροπή στην απόφασή της επεσήμανε ότι δεν οφείλονταν τέτοιες εισφορές διότι η θέση των εν λόγω υπαλλήλων ήταν εξασφαλισμένη λόγω της υπηρεσιακής τους καταστάσεως. Η ορθότητα της αιτιολογίας αυτής είναι αμφίβολη. Πρέπει εντούτοις να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 190 της Συνθήκης υποχρεώνει την Επιτροπή μόνο να αναφέρει τους λόγους που την οδήγησαν στην απόφασή της. Από το άρθρο 190 δεν προκύπτει ότι οι λόγοι αυτοί πρέπει να είναι βάσιμοι. Ο έλεγχος της ουσιαστικής ορθότητας μιας αποφάσεως πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα κατά πόσον η απόφαση αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των εννόμων πράξεων πρέπει ακριβώς - όπως αναφέρθηκε ήδη πολλές φορές - να καθιστά δυνατό τον έλεγχο της ουσιαστικής ορθότητας, και επομένως δεν μπορεί να ταυτίζεται με αυτή. Στο μέτρο αυτό επομένως, η εκτίμηση του Πρωτοδικείου βαρύνεται με νομικό σφάλμα.
- Διάθεση κτιρίων
65 Όσον αφορά τη διάθεση κτιρίων στη Sιcuripost, οι προσφεύγουσες στην καταγγελία τους ισχυρίστηκαν ότι η Sιcuripost δεν όφειλε να καταβάλει αντάλλαγμα για τη διάθεση αυτή. Η Επιτροπή στην απόφασή της στηρίχθηκε στο γεγονός ότι η Sιcuripost ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει μίσθωμα. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει το ύψος των μισθωμάτων που κατέβαλε η Sιcuripost και να τα συγκρίνει με τα μισθώματα που θα όφειλαν να καταβάλουν οι ανταγωνιστές σε αντίστοιχη περίπτωση. Επομένως, στο σημείο αυτό η απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη (66).
66 Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εκτίμηση αυτή. Η Επιτροπή στην απόφασή της αιτιολόγησε για ποιο λόγο θεώρησε ότι δεν αποδείχθηκε η συγκεκριμένη αιτίαση της καταγγελίας. Η αιτιολογία αυτή επιτρέπει τον έλεγχο της ορθότητας της απόψεως της Επιτροπής. Είναι πράγματι προφανές ότι η υποχρέωση καταβολής μισθώματος αποκλείει το ενδεχόμενο διαθέσεως από χαριστική αιτία.
67 Εξίσου ευνόητο είναι βέβαια ότι απλά και μόνο το γεγονός ότι η Sιcuripost όφειλε να καταβάλει μίσθωμα δεν αποκλείει τη δυνατότητα να περιέχει η διάθεση των εν λόγω κτιρίων ένα στοιχείο ενισχύσεως. Αυτό θα μπορούσε να συμβαίνει στην περίπτωση όπου τα μισθώματα αυτά ήταν χαμηλότερα από τα μισθώματα που όφειλαν να καταβάλουν οι ανταγωνιστές. Αυτή όμως η δυνατότητα δεν προβλήθηκε από τις προσφεύγουσες ως αιτίαση στην καταγγελία τους. Γεννάται βέβαια το ερώτημα αν η Επιτροπή μπορούσε να περιοριστεί στην παρούσα διαπίστωση ή αν, αντίθετα, είχε λόγο να εξετάσει περαιτέρω το ύψος των μισθωμάτων που κατάβαλε η Sιcuripost. Πρόκειται όμως για υποχρέωση που απορρέει (ενδεχομένως) από το άρθρο 93 και τη διαδικασία που το άρθρο αυτό προβλέπει. Αντίθετα, δεν πρόκειται για παράβαση της υποχρεώσεως της αιτιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 190 (67). Και στο σημείο αυτό επομένως το Πρωτοδικείο, κατά την εκτίμησή του, υπέπεσε σε νομικό σφάλμα.
68 Εντούτοις, πρέπει να παρατηρηθεί ότι και το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Bremer Vulkan φαίνεται να ακολούθησε παρόμοια γραμμή με το Πρωτοδικείο στην παρούσα υπόθεση. Η υπόθεση επί της οποίας έκρινε το Δικαστήριο αφορούσε απόφαση της Επιτροπής, με την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη ενισχύσεως αντίθετης προς τη Συνθήκη. Επίκεντρο της διαδικασίας αποτέλεσε η εκτίμηση της αξίας των συγκεκριμένων μετοχών. Η Επιτροπή στην απόφασή της είχε υποστηρίξει ότι κρίσιμη ήταν μόνον η τιμή στο χρηματιστήριο, διότι η αξία των μετοχών καθορίζεται από την αγορά. Αντίθετα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη και άλλους παράγοντες (π.χ. την «πραγματική» αξία της οικείας επιχειρήσεως). Δεδομένου ότι δεν το έπραξε, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «επί του σημείου αυτού, η προσβαλλόμενη πράξη είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη» (68). Είναι προφανές ότι και στην περίπτωση αυτή ελέγχεται η ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως, και όχι η απαίτηση της υπάρξεως αιτιολογίας.
- Συντήρηση οχημάτων
69 Το ακριβές περιεχόμενο της αιτιάσεως που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στην καταγγελία τους σχετικά με τη συντήρηση οχημάτων δεν προκύπτει από την απόφαση του Πρωτοδικείου (69). Σύμφωνα με την εκτιθέμενη στην απόφαση του Πρωτοδικείου θέση της Επιτροπής υποστηρίχθηκε ότι η συντήρηση των οχημάτων της Sιcuripost διενεργείτο από την εθνική υπηρεσία εργαστηρίων και συνεργείων αυτοκινήτων ταχυδρομείων (Service national des ateliers et garages des PTT· στο εξής: SNAG). Η Επιτροπή, στην απόφασή της, αναφέρει σχετικά ότι η SNAG χρεώνει στη Sιcuripost το σύνολο των υπηρεσιών που της παρέχει και χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό ένα σύστημα τιμολογήσεως ανάλογο με αυτό που ισχύει στα ιδιωτικά συνεργεία αυτοκινήτων. Το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην αιτίαση της καταγγελίας των προσφευγουσών, διότι δεν εξέτασε αν από τις εφαρμοζόμενες τιμές προέκυπτε ή όχι η ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως (70).
70 Και στο σημείο αυτό θεωρώ - όπως π.χ. η Ολλανδική Κυβέρνηση - ότι το Πρωτοδικείο δεν έλεγξε την τήρηση του άρθρου 190, αλλά το ουσία βάσιμο των λόγων που προέβαλε η Επιτροπή. Στο σημείο αυτό αναφέρομαι στις σκέψεις που διατυπώθηκαν ήδη από την εξέταση του ζητήματος της διαθέσεως κτιρίων (71).
- Προκαταβολή 15 000 000 FF
71 Όσον αφορά την προκαταβολή ύψους 15 000 000 FF, που χορηγήθηκε στη Sιcuripost, η Επιτροπή στην απόφασή της ανέφερε ότι το επιτόκιο που καθορίστηκε για την προκαταβολή αυτή αντιστοιχούσε στο βασικό τραπεζικό επιτόκιο αυξημένο κατά 0,5 %. Από το στοιχείο αυτό η Επιτροπή συνήγαγε το συμπέρασμα ότι πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση των προσφευγουσών, διότι το δάνειο αυτό αποτελούσε τοκοφόρο συναλλαγή. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε «ότι το γεγονός ότι πρόκειται για τοκοφόρο συναλλαγή δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής απόδειξη του ότι δεν πρόκειται για κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης, δεδομένου ότι τέτοιου είδους τοκοφόρος συναλλαγή μπορεί να πραγματοποιηθεί με επιτόκιο συνιστών ιδιαίτερο όφελος για τη Sιcuripost σε σχέση με τους ανταγωνιστές της». Στο μέτρο αυτό η αιτιολογία της αποφάσεως είναι ανεπαρκής (72).
72 Και στο σημείο αυτό το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε, κατά την άποψή μου, την τήρηση του άρθρου 190, αλλά την ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως. Η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους θεώρησε ότι το επίδικο δάνειο δεν αποτελούσε ενίσχυση. Το αν οι λόγοι αυτοί ήταν βάσιμοι είναι διαφορετικό θέμα. Αν οι προσφεύγουσες μπορούσαν π.χ. να αποδείξουν ότι τα συνήθη στην αγορά επιτόκια για τέτοια δάνεια υπερέβαιναν στην πραγματικότητα κατά πολύ το επιτόκιο που απαιτήθηκε από τη Sιcuripost, η αιτιολογία που προέβαλε η Επιτροπή στην απόφασή της θα έχανε την αξία της. Αυτό όμως δεν αφορά το ζήτημα υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, αλλά το ζήτημα της ουσιαστικής νομιμότητας της αποφάσεως.
- Οι τιμές που εφάρμοζε η Sιcuripost έναντι των ταχυδρομείων
73 Οι προσφεύγουσες στην καταγγελία τους υποστήριξαν ότι οι συμβάσεις μεταξύ των ταχυδρομείων και της Sιcuripost, κυρίως όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς χρημάτων, είχαν συναφθεί σε τιμή σαφώς υψηλότερη από εκείνη που συνήθως εφαρμόζεται στο σχετικό επαγγελματικό κλάδο. Η Επιτροπή στην απόφασή της προέβη σε σύγκριση μεταξύ των τιμών που εφάρμοζε η Sιcuripost έναντι των ταχυδρομείων και των τιμών που εφάρμοζε έναντι των καταστημάτων καζίνο. Το Πρωτοδικείο στην απόφασή του επισημαίνει ότι η Επιτροπή προέβη στη σύγκριση αυτή αποκλειστικώς βάσει των στοιχείων που αφορούν το έτος 1993, χωρίς ωστόσο να παραθέσει καμία σχετική δικαιολογία ή διευκρίνιση. Λόγω ελλείψεως των στοιχείων που αφορούν τα έτη 1987 έως 1992, το Πρωτοδικείο έκρινε «ότι δεν διαθέτει στοιχεία βάσει των οποίων να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του όσον αφορά το βάσιμο της προσβαλλομένης αποφάσεως». Στο σημείο αυτό, επομένως, η απόφαση της Επιτροπής πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, η οποία πρέπει να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως.
74 Από το αντίστοιχο απόσπασμα της αποφάσεως της Επιτροπής διαπιστώνεται ότι η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τη σύγκριση των τιμών δεν είναι εκ πρώτης όψεως κατανοητή. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι το Πρωτοδικείο ως προς το σημείο αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής δεν έκρινε ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας (73). Παραμένει όμως το γεγονός ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε μόνο στα στοιχεία για το έτος 1993.
75 Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι με τον τρόπο αυτόν η Επιτροπή εξέτασε τη συγκεκριμένη αιτίαση μόνο για το έτος 1993, ενώ ως προς τα λοιπά έτη την άφησε ανοιχτή. Επομένως, ως προς τα έτη 1987 έως 1992 η απόφαση της Επιτροπής δεν περιέχει αιτιολογία σχετικά με την άποψη της Επιτροπής ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν υπήρξε ενίσχυση. Ο τρόπος αυτός θεωρήσεως δεν είναι εσφαλμένος. Πιστεύω όμως ότι προτιμότερη είναι μια άλλη ερμηνεία. Από το γεγονός ότι η Επιτροπή στήριξε το συμπέρασμά της στα αναφερόμενα στην απόφαση στοιχεία για το 1993 πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι θεώρησε τα στοιχεία αυτά χρήσιμα. Η Επιτροπή δηλαδή φαίνεται ότι έκρινε πως τα στοιχεία για το 1993 είναι αντιπροσωπευτικά για ολόκληρο το εν λόγω χρονικό διάστημα. Το αν αυτό πράγματι ευσταθούσε είναι και πάλι ζήτημα της ουσιαστικής ορθότητας και όχι της αιτιολογίας της αποφάσεως. Επομένως, και στο μέτρο αυτό οι αιτιάσεις που προέβαλαν η Επιτροπή και οι λοιποί διάδικοι είναι βάσιμες (74).
76 Παρεμπιπτόντως πρέπει να αναφερθεί ότι στο πλαίσιο αυτό δεν είναι, κατά την άποψή μου, κρίσιμο το γεγονός που ειδικώς αναφέρει το Πρωτοδικείο, ότι δηλαδή η Επιτροπή στο οικείο σημείο της αποφάσεώς της στηρίχθηκε κατά λέξη στα όσα ανέφερε προς την Επιτροπή η Γαλλική Κυβέρνηση. Εκείνο που πρέπει μόνο να ελεγχθεί εν προκειμένω είναι κατά πόσον υπάρχει επαρκής αιτιολογία. Αυτό συμβαίνει κατά την άποψή μου. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν επεξεργάστηκε η ίδια την αιτιολογία αυτή, αλλά την πήρε από τη Γαλλία, δεν έχει σημασία, διότι είναι προφανές ότι η Επιτροπή οικειοποιήθηκε τις απόψεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως.
77 Πρέπει εξάλλου να παρατηρηθεί ότι η διαφορά τιμών που διαπιστώθηκε με τη σύγκριση υπερέβαινε, για το έτος 1993, το 10 %. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου - που δεσμεύουν το Δικαστήριο ως αναιρετικό δικαστήριο - οι τιμές που εφάρμοζε η Sιcuripost έναντι των ταχυδρομείων μειώνονταν συνεχώς, το έτος όμως 1993 υπερέβαιναν ακόμη κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 10 % τις τιμές που όφειλαν να πληρώνουν αντίστοιχοι πελάτες. Αυτό σημαίνει ότι οι διαφορές τιμών που επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες για τα προηγούμενα χρόνια ήταν ακόμη μεγαλύτερες. Ούτε η Επιτροπή αμφισβήτησε αυτές τις διαφορές τιμών για τα έτη 1987 έως 1992 (75). Ενόψει αυτών των περιστάσεων η Επιτροπή δεν μπορούσε, κατά την άποψή μου, να στηριχθεί απλώς στα προαναφερθέντα στοιχεία για το 1993, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε ενίσχυση. Στο μέτρο αυτό επομένως υπάρχει (πρόδηλη) πλάνη εκτιμήσεως, όπως υποστήριξαν οι προσφεύγουσες κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου. Επομένως, δεδομένου ότι το περιεχόμενο της αποφάσεως του Πρωτοδικείου στο σημείο αυτό είναι ορθό, παρά τη σχετική πλάνη του Πρωτοδικείου - δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας αλλά (πρόδηλη) πλάνη εκτιμήσεως -, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί (76).
2. Ζητήματα διαδικασίας
78 Σύμφωνα με την άποψη του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή, στην περίπτωση που αποφασίσει να μην κινήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης διαδικασία, χωρίς προηγουμένως να παράσχει τη δυνατότητα στον καταγγέλλοντα να διατυπώσει την άποψή του επί των στοιχείων που συνέλεξε στο πλαίσιο της έρευνάς της, έχει υποχρέωση «να εξετάσει οίκοθεν τις αιτιάσεις τις οποίες δεν θα παρέλειπε να προβάλει ο καταγγέλλων αν είχε μπορέσει να λάβει γνώση των στοιχείων αυτών» (77).
79 Η Ολλανδική Κυβέρνηση επεσήμανε τις δυσχέρειες στις οποίες οδηγεί μια τέτοια συλλογιστική. Πράγματι, θα πρέπει να είναι πολύ δύσκολο για την Επιτροπή να εκπληρώσει την υποχρέωση που της επέβαλε το Πρωτοδικείο. Αυτό ισχύει ιδίως στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της μόνο μια μικρή προθεσμία για τον προκαταρκτικό έλεγχο του άρθρου 93, παράγραφος 3 (78).
80 Εντούτοις, δεν θεωρώ απαραίτητη την περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αυτού στην παρούσα υπόθεση. Όπως ορθά παρατήρησε η Γαλλική Κυβέρνηση, το ζήτημα αυτό αφορά την έκταση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν στην Επιτροπή το άρθρο 93 και η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό διαδικασία. Το Πρωτοδικείο, υπό το κάλυμμα του ελέγχου του άρθρου 190, εξέτασε την τήρηση ενός νέου διαδικαστικού κανόνα, που το ίδιο έθεσε. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με την άποψη αυτή. Από την υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 190 είναι βέβαιο ότι δεν προκύπτει η υποχρέωση εξετάσεως επιχειρημάτων που δεν έχουν προταθεί. Είναι επομένως βάσιμες οι αντίστοιχες αιτιάσεις των διαδίκων που μετέχουν στην αναιρετική διαδικασία.
81 Το Πρωτοδικείο εκτός αυτού υποστήριξε την άποψη ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως του άρθρου 190 μπορεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, να οδηγήσει σε υποχρέωση της Επιτροπής να παράσχει στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του ήδη στο πλαίσιο του άρθρου 93, παράγραφος 3, και να κινήσει μια διαδικασία κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως («un dιbat contradictoire») (79).
82 Δεν είναι προφανές ποια αξία πρέπει να αποδοθεί στη σκέψη αυτή στο πλαίσιο της αιτιολογίας που περιέχει η απόφαση του Πρωτοδικείου. Το σχετικό εδάφιο αρχίζει με μια έκφραση («επιπλέον») που οδηγεί μάλλον στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για παρεμπίπτουσα σκέψη. Εφόσον ο λόγος αυτός είναι πράγματι μη κρίσιμος, οι αιτιάσεις που αναφέρονται σ' αυτόν δεν μπορούν φυσικά να οδηγήσουν σε αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου και είναι, συνακόλουθα, ανενεργές (80). Δεδομένου όμως ότι το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου που περιέχεται στη σκέψη 80 της αποφάσεως ακολουθεί σχεδόν αμέσως την παράγραφο αυτή και παραπέμπει σε όλα τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προαναφερθείσα αιτιολογία του Πρωτοδικείου δεν αποτελεί απλώς επικουρική σκέψη.
83 Στην πραγματικότητα είναι εν προκειμένω σαφές ότι το Πρωτοδικείο δεν μπορεί, στο μέτρο αυτό, να στηριχθεί στο άρθρο 190, αλλά υπερβαίνει τις επιταγές που θέτει η διάταξη αυτή. Αυτό δέχεται κατά βάση το ίδιο το Πρωτοδικείο, όταν τονίζει ότι η υποχρέωση που το ίδιο αξιώνει αποτελεί, υπό τέτοιες περιστάσεις, «την αναγκαία προέκταση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να διασφαλίζει μια επιμελή και αμερόληπτη εξέταση του φακέλου συλλέγοντας όλες τις αναγκαίες απόψεις» (81). Εκείνο συνεπώς που ελέγχεται δεν είναι το κατά πόσον η Επιτροπή αιτιολόγησε δεόντως την απόφασή της, αλλά το κατά πόσον τήρησε τις διαδικαστικές υποχρεώσεις που υπέχει.
84 Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο στήριξε (και) στο σημείο αυτό την απόφασή του μόνο στην παράβαση του άρθρου 190, δεν θα ήταν απαραίτητο να εξεταστεί αν η άποψη που υποστήριξε στο σημείο αυτό το Πρωτοδικείο μπορεί να θεωρηθεί ορθή και από άλλους λόγους. Θεωρώ εντούτοις ότι μια τέτοια εξέταση είναι εν προκειμένω ενδεδειγμένη. Αφενός, όλοι οι διάδικοι που συμμετέχουν στην αναιρετική διαδικασία αφιέρωσαν στο ζήτημα αυτό ρητές παρατηρήσεις. Αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι το ίδιο το Πρωτοδικείο με την άποψη που ρητά υποστήριξε θέλησε προφανώς να προκαλέσει μια συζήτηση και να δώσει στη νομολογία νέα κατεύθυνση.
85 Tο να γίνεται λόγος για νέα κατεύθυνση είναι δικαιολογημένο διότι σύμφωνα με τη μέχρι τώρα νομολογία υπάρχει υποχρέωση ακροάσεως των θιγομένων από ένα σχέδιο ενισχύσεως μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2. Ως απόδειξη της νομολογίας αυτής αναφέρω στο σημείο αυτό μόνο τις αντίστοιχες σκέψεις του Δικαστηρίου στην απόφαση Matra κατά Επιτροπής:
«Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο (...) πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της θεσπιζομένης από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης προκαταρκτικής φάσεως εξετάσεως των ενισχύσεων, η οποία μοναδικό σκοπό έχει να επιτρέψει στην Επιτροπή να μορφώσει μια πρώτη γνώμη ως προς το συμβιβαστό, εν όλω ή εν μέρει, της επίμαχης ενισχύσεως, και, αφετέρου, της φάσεως εξετάσεως του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Μόνο στο πλαίσιο αυτής της φάσεως εξετάσεως, που σκοπό έχει να επιτρέψει στην Επιτροπή να έχει πλήρη πληροφόρηση επί του συνόλου των δεδομένων της υποθέσεως, προβλέπει η Συνθήκη την υποχρέωση της Επιτροπής να τάσσει προθεσμία στους ενδιαφερομένους για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους» (82).
«Η Συνθήκη, εξάλλου, δεν προέβλεψε τέτοια υποχρέωση στην περίπτωση που η Επιτροπή μπορεί νομίμως να περιοριστεί στη διαπίστωση του συμβιβαστού της ενισχύσεως στο πλαίσιο της προκαταρκτικής φάσεως που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.» (83)
Και το ίδιο το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε και πάλι τη νομολογία αυτή σε μια νεότερη απόφαση (84).
86 Όπως ορθώς αιτιώνται όλοι οι διάδικοι της επίδικης διαδικασίας, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη στην απόφασή του αυτή την ουσιώδη διαφορά μεταξύ των δύο φάσεων εξετάσεως (85). Βέβαια, η Συνθήκη δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να προβαίνει σε ακρόαση των ενδιαφερομένων ήδη στο πλαίσιο της προκαταρκτικής διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 3 και - τηρώντας τις δικαιολογημένες επιταγές της εχεμύθειας - να τους γνωστοποιεί τις απόψεις του οικείου κράτους μέλους, όπως έχει ήδη πράξει, σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή σε ορισμένες περιπτώσεις (86). Το αν η Επιτροπή θα κάνει ή όχι χρήση της δυνατότητας αυτής ανήκει στη διακριτική της ευχέρεια. Υποχρέωση ακροάσεως των ενδιαφερομένων υπάρχει πάντως μόνο κατά τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2.
87 Αυτή η διαφορά μεταξύ των δύο σταδίων της διαδικασίας είναι άλλωστε ορθή. Η διαδικασία της προκαταρκτικής φάσεως εξετάσεως πρέπει να δίνει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να σχηματίσει, μέσα σε σύντομη προθεσμία, μια (προσωρινή) εικόνα σχετικά με το αν ένα μέτρο ενισχύσεως συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ή όχι. Αν η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη στο πλαίσιο αυτό να προβαίνει σε ακρόαση των ενδιαφερομένων ή σε κατ' αντιπαράθεση συζήτηση μαζί τους, ο σκοπός αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Η μόνη συνέπεια θα ήταν να καταστεί αμφίβολη η πρακτική χρησιμότητα της διαδικασίας της προκαταρκτικής φάσεως της εξετάσεως και ιδίως της διενέργειάς της σε σύντομο χρόνο.
88 Ο σκοπός της αποφάσεως του Πρωτοδικείου είναι προφανώς να προστατεύσει τα συμφέροντα των καταγγελλόντων και λοιπών ενδιαφερομένων (κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2), επιβάλλοντας στην Επιτροπή την υποχρέωση να προβεί σε ακρόαση των προσώπων αυτών «υπό ορισμένες περιστάσεις», ήδη στο πλαίσιο της διαδικασίας της προκαταρκτικής φάσεως της εξετάσεως. Στο πλαίσιο αυτό πολύ ορθά το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι σε μια τέτοια κατάσταση είναι κατά κανόνα πολύ δύσκολο για τους καταγγέλλοντες να συλλέξουν τα στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολόγηση της καταγγελίας τους. Ο σκοπός του Πρωτοδικείου, να προστατεύσει τα πρόσωπα αυτά, είναι επομένως απολύτως νόμιμος. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, για την επίτευξη του σκοπού αυτού δεν είναι απαραίτητες οι νέες υποχρεώσεις της Επιτροπής που θέσπισε το Πρωτοδικείο.
89 Η νεότερη νομολογία του Δικαστηρίου προσφέρει ήδη ένα μέσο, με το οποίο μπορούν να εξασφαλιστούν κατά τρόπο απλό και αποτελεσματικό τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων. Το Δικαστήριο αναφέρει επ' αυτού στην απόφαση Cook κατά Επιτροπής τα ακόλουθα:
«αΟπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στην προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψη 13), η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, προσλαμβάνει αναγκαστικό χαρακτήρα από τη στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες προκειμένου να κρίνει αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αρκεσθεί στην προκαταρκτική φάση του άρθρου 93, παράγραφος 3, προκειμένου να λάβει ευνοϋκή απόφαση για κάποια ενίσχυση, παρά μόνον αν είναι σε θέση να σχηματίσει την πεποίθηση, μετά από πρώτη εξέταση, ότι η εν λόγω ενίσχυση συμβιβάζεται με τη Συνθήκη. Αντιθέτως, αν, από την πρώτη αυτή εξέταση, η Επιτροπή σχηματίσει αντίθετη γνώμη ή δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την κρίση του συμβιβαστού της εν λόγω ενισχύσεως με την κοινή αγορά, τότε οφείλει να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες γνώμες και να κινήσει προς το σκοπό αυτό τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2.» (87)
Στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή «οφείλει να καθορίσει, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, ανάλογα με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως, αν οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει κατά την έρευνα του συμβιβαστού της ενισχύσεως με την κοινή αγορά καθιστούν απαραίτητη την κίνηση της διαδικασίας αυτής» (88).
90 Αν στην περίπτωση αυτή θεωρηθεί η Επιτροπή υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, που προβλέπει την ακρόαση των ενδιαφερομένων, λαμβάνονται επαρκώς υπόψη τα συμφέροντα αυτού του κύκλου προσώπων. Αν η Επιτροπή μετά την προκαταρκτική φάση εξετάσεως διατηρεί ακόμη αμφιβολίες ως προς το συμβιβαστό ενός μέτρου με τη Συνθήκη, πρέπει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Αν, αντίθετα, πειστεί ότι το μέτρο συμβιβάζεται με τη Συνθήκη, μπορεί να αποφασίσει να μην κινήσει τη διαδικασία αυτή. Στην τελευταία περίπτωση πρέπει βέβαια να εκθέσει τους λόγους της, για να καταστεί δυνατό στους ενδιαφερομένους να προσβάλουν ενδεχομένως την απόφαση αυτή ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
91 Ωστόσο, αυτός ο τρόπος θεωρήσεως παρακάμπτει επίσης ορισμένες διχοστασίες στο διαδικαστικό πλαίσιο, στις οποίες αναπόφευκτα θα οδηγούσε η άποψη του Πρωτοδικείου. Η Γαλλική Κυβέρνηση ορθά επεσήμανε ότι στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, μπορεί να θεωρηθεί, για τους σκοπούς της ακροάσεως, επαρκές να καλέσει η Επιτροπή τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, δημοσιεύοντας σχετική πρόσκληση στην Επίσημη Εφημερίδα, ενώ το Πρωτοδικείο απαιτεί εν προκειμένω να γνωστοποιήσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της προκαταρκτικής φάσεως της διαδικασίας εξετάσεως προσωπικά στον καταγγέλλοντα τις παρατηρήσεις του οικείου κράτους μέλους, ώστε να λάβει θέση επ' αυτών. Σημαντικότερο ακόμη είναι το γεγονός που επισημαίνει η Επιτροπή, δηλαδή ότι δεν είναι προφανές σε τι διαφέρουν, κατά την άποψη του Πρωτοδικείου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, και τα γεγονότα που επιβάλλουν στην Επιτροπή την κίνηση της διαδικασίας κατ' αντιπαράθεση συζητήσεως με τον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο του άρθρου 93, παράγραφος 3.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ: 695C0367.1
92 Όσον αφορά την παρούσα διαδικασία, πρέπει να επισημανθεί ότι οι προσφεύγουσες, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, προέβαλαν ότι η Επιτροπή εσφαλμένα παρέλειψε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2 (89). Ενόψει των περιγραφομένων από το Πρωτοδικείο περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως θεωρώ, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι βάσιμος. Από όσα υποστήριξε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας προέκυψε σαφώς ότι αυτή συνάντησε «σοβαρές δυσχέρειες» κατά την εξέτασή της. Δεν έπρεπε επομένως να επεκτείνει την προκαταρκτική φάση της διαδικασίας εξετάσεως μέχρις ότου θεωρήσει ότι εξέλιπαν οι δυσχέρειες αυτές, αλλά έπρεπε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2. Ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες συμπλήρωσαν εκ των υστέρων την αρχική τους καταγγελία και ότι η Επιτροπή στις 5 Φεβρουαρίου 1992 εξέδωσε μια πρώτη απόφαση, την οποία μετά από λίγο ανακάλεσε, η διάρκεια του χρονικού διαστήματος που χρειάστηκε δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί εύλογη για την προκαταρκτική φάση της διαδικασίας εξετάσεως. Κατά την άποψη μου, θα ήταν επομένως περισσότερο πειστικό αν το Πρωτοδικείο είχε στηρίξει την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής σ' αυτόν τον λόγο ακυρώσεως, αντί να παραχωρήσει ένα νέο διαδικαστικό δικαίωμα στις προσφεύγουσες βάσει του άρθρου 190 (90).
V - Διάφορα
93 Η Ολλανδική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της προέβαλε την αιτίαση ότι το ίδιο το Πρωτοδικείο παρέλειψε να αιτιολογήσει επαρκώς την απόφασή του, και επομένως πρέπει και για τον λόγο αυτό να αναιρεθεί η απόφασή του. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αναφέρεται σχετικά, αφενός, στο ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής και, αφετέρου, στη σκέψη του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με την οποία υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως η Επιτροπή «υπέχει αυξημένη υποχρέωση αιτιολογήσεως». Δεδομένου ότι έλαβα ήδη θέση επί των ζητημάτων αυτών στα αντίστοιχα σημεία (91), δεν χρειάζεται να εξετάσω χωριστά την αιτίαση αυτή.
VI - Συμπέρασμα
94 Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι οι περισσότερες από τις αιτιάσεις που στρέφονται κατά της αιτιολογήσεως της ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής από το Πρωτοδικείο ευσταθούν, στο μέτρο που με αυτές υποστηρίζεται ότι οι αντίστοιχες σκέψεις του Πρωτοδικείου δεν στηρίζονται στο άρθρο 190 της Συνθήκης. Είναι, επομένως, βέβαιο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση βαρύνεται με νομικές πλάνες. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, ορθά το Πρωτοδικείο διέγνωσε έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την απόσπαση διοικητικού προσωπικού στη Sιcuripost (92). Όσον αφορά τις τιμές που εφάρμοζε η Sιcuripost έναντι των ταχυδρομείων δεν υπάρχει μεν έλλειψη αιτιολογίας, διαπιστώνεται όμως ότι η απόφαση της Επιτροπής πάσχει από (πρόδηλη) πλάνη εκτιμήσεως (93). Δεδομένου ότι τα δύο αυτά σημεία είναι αρκετά για να αποδείξουν τις πλημμέλειες της αποφάσεως της Επιτροπής και να δικαιολογήσουν την ακυρωτική απόφαση του Πρωτοδικείου, δεν μπορεί κατ' αποτέλεσμα να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως - ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πολλές από τις προβαλλόμενες με αυτήν αιτιάσεις είναι δικαιολογημένες.
95 Η απόφαση ως προς τα δικαστικά έξοδα προκύπτει από το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής είναι αβάσιμη, οι προσφεύγουσες όμως, στον πρώτο βαθμό, δεν συμμετείχαν στην αναιρετική διαδικασία και, επομένως, δεν υπέβαλαν αίτημα σχετικά με τα δικαστικά έξοδα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 69, παράγραφος 2. Κατά την άποψη μου, σε μια τέτοια - εντελώς ασυνήθιστη - περίπτωση πρέπει η Επιτροπή να φέρει τα δικαστικά της έξοδα σύμφωνα με την αρχή που διατυπώνεται στο άρθρο 69, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο. Τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4.
Γ - Πρόταση
96 Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(1) - Sytraval και Βrink's France κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2651).
(2) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 1 έως 7.
(3) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 9 έως 12.
(4) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 13. Το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι επρόκειτο για «απόφαση απορρίπτουσα την καταγγελία των προσφευγουσών» (όπ.π.).
(5) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 14 έως 21.
(6) - Εκτός αυτού, η Επιτροπή επεσήμανε ότι θα συνεχιζόταν η εξέταση της καταγγελίας που στηριζόταν σε παράβαση του άρθρου 90, σε συνδυασμό με το άρθρο 86 της Συνθήκης.
(7) - Και στην επιστολή αυτή η Επιτροπή διευκρίνισε επιπλέον ότι η απόφαση αυτή δεν επηρεάζει την καταγγελία που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 90 σε συνδυασμό με το άρθρο 86 της Συνθήκης.
(8) - Έτσι αναφέρεται το αίτημα της προσφυγής στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 28.
(9) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 31. Η εντός παρενθέσεως αρίθμηση προστέθηκε από εμένα, για να καταστεί σαφέστερο το κείμενο.
(10) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 32.
(11) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 22. Η διατύπωση είναι σχεδόν κατά λέξη αντίστοιχη προς αυτή του σημείου 1 του διατακτικού της αποφάσεως.
(12) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 54.
(13) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 55 έως 60.
(14) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 62 και 63.
(15) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 64 έως 66.
(16) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 67 έως 69.
(17) - Η κρίση αυτή δημιουργεί έκπληξη, διότι σύμφωνα με το αίτημα της προσφυγής, όπως αυτό παρουσιάστηκε από το Πρωτοδικείο (σκέψη 31 της αποφάσεως· βλ. πιο πάνω σημείο 17), το τμήμα αυτό της αποφάσεως της Επιτροπής δεν είχε προσβληθεί.
(18) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 70 έως 72.
(19) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 73 έως 75.
(20) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 77.
(21) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 78.
(22) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 80.
(23) - Ήδη στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι αυτό το αίτημα σχετικά με τα δικαστικά έξοδα βρίσκεται σε αντίφαση σχετικά με το αίτημα που αφορά την ίδια την υπόθεση. Σύμφωνα με το άρθρο 122 του Κανονισμού Διαδικασίας στην αναιρετική διαδικασία το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων μόνον όταν απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως ή όταν γίνεται δεκτή και το Δικαστήριο κρίνει το ίδιο οριστικά τη διαφορά.
(24) - Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, SFEI κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-3547).
(25) - Απόφαση της 19ης Μαου 1993, C-198/91, Cook κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-2487, σκέψη 29)· βλ., ήδη, την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451, σκέψη 13).
(26) - Το ίδιο ισχύει στην περίπτωση όπου το μέτρο ενισχύσεως έχει μεν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, εφαρμόζεται όμως κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής φάσεως ή - εφόσον η Επιτροπή κινήσει την τυπική διαδικασία - πριν από την έκδοση οριστικής αποφάσεως.
(27) - Απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-354/90, Fιdιration nationale du commerce extιrieur des produits alimentaires και Syndicat national des nιgociants et transformateurs de saumon (Συλλογή 1991, σ. Ι-5505, σκέψη 12).
(28) - Βλ. την απόφαση SFEI κ.λπ., όπ.π. (υποσημείωση 24), σκέψεις 49 έως 51.
(29) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 19.
(30) - Προτάσεις της 31ης Μαρτίου 1993 (Συλλογή 1993, σ. Ι-2502, Ι-2509 επ.).
(31) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 50.
(32) - Πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
(33) - Βλ., π.χ. την απόφαση της 18ης Μαρτίου 1997, C-282/95 Ρ, Guιrin κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-1503, σκέψη 36).
(34) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 32.
(35) - Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, 323/82, Intermills κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 3809, σκέψη 16).
(36) - Βλ. την απόφαση της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-1125, σκέψεις 26 και 27)· βλ., επίσης, την απόφαση στην υπόθεση Cook κατά Επιτροπής, όπ.π. (υποσημείωση 25), σκέψη 23.
(37) - Απόφαση στην υπόθεση Cook κατά Επιτροπής, όπ.π. (υποσημείωση 25), σκέψη 23· απόφαση της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-3203, σκέψη 17).
(38) - Στην άποψη αυτή στηρίζεται και η απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Σεπτεμβρίου 1985, Τ-471/93, Tiercι Ladbroke κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2537).
(39) - Βλ., π.χ., ρητώς την απόφαση CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, όπ.π. (υποσημείωση 36), σκέψη 26.
(40) - Βλ., π.χ., την απόφαση Cook κατά Επιτροπής, όπ.π. (υποσημείωση 25), σκέψη 15.
(41) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1988 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 166/86 και 220/86, Irish Cement Ltd κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6473, σκέψη 11).
(42) - Όπ.π. (υποσημείωση 41), σκέψη 9.
(43) - Απόφαση Cook κατά Επιτροπής, όπ.π. (υποσημείωση 25), σκέψεις 8 και 13· απόφαση Μatra, όπ.π. (υποσημείωση 37), σκέψεις 5 και 6.
(44) - Όπ.π. (υποσημείωση 41), σκέψη 16.
(45) - Όπ.π. (υποσημείωση 36), σκέψεις 26 και 28. Εντούτοις, η προσφυγή κρίθηκε παραδεκτή, διότι η έτσι ερμηνευόμενη απόφαση αφορούσε άμεσα και ατομικά έναν τουλάχιστον από τους καταγγέλλοντες (όπ.π., σκέψεις 29 επ.).
(46) - Όπ.π. (υποσημείωση 30), σ. Ι-2510.
(47) - Στις προτάσεις μου της 17ης Σεπτεμβρίου 1992 στην υπόθεση CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-1148) έκρινα ότι αυτό αποτελούσε τον καθοριστικό παράγοντα (όπ.π., σ. Ι-1160).
(48) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 14, σχετικά με το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού.
(49) - Με τον τρόπο αυτόν αντιμετωπίζεται και ο κίνδυνος να παρασχεθεί σε κάθε καταγγέλλοντα (δηλαδή και σε καταγγέλλοντες που δεν θίγονται με κανένα τρόπο από την ενίσχυση) δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της σχετικής αποφάσεως της Επιτροπής. Εξάλλου, πρέπει να σταθμιστεί ότι η υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάζει καταγγελίες περιορίζεται έτσι ώστε να ισχύει η υποχρέωση αυτή μόνον έναντι των καταγγελλόντων που ανήκουν στους «ενδιαφερομένους» κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
(50) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 26. Πρέπει σχετικά να υπενθυμιστεί ότι το Πρωτοδικείο στο επίμαχο σημείο κατά την εξέταση της αιτιάσεως των προσφευγουσών, σύμφωνα με την οποία υπήρχε πρόδηλη πλάνη της εκτιμήσεως της Επιτροπής, έθεσε αυτεπαγγέλτως θέμα παραβάσεως του άρθρου 190 και έκρινε, για τον λόγο αυτό, μη νόμιμο το αντίστοιχο τμήμα της αποφάσεως.
(51) - Απόφαση της 15ης Απριλίου 1997, C-22/94, The Irish Farmers Association κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-1809, σκέψη 39).
(52) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 52.
(53) - Βλ., ήδη, την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 296/82 και 318/82, Κάτω Ξώρες και Leeuwarder Paperwarenfabriek κατά Επιτροπής [Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19 (όπου θεωρείται σημαντικό πέρα από το συμφέρον των αποδεκτών μια πράξεως, το συμφέρον «που έχουν ενδεχομένως από την παροχή διευκρινίσεως (...) άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά»)].
(54) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 42.
(55) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 53.
(56) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 20.
(57) - Όπ.π. (υποσημείωση 24), σκέψη 61.
(58) - Στο μέτρο αυτό δεν με πείθει η απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Tiercι Ladbroke κατά Επιτροπής (όπ.π., υποσημείωση 38), την οποία επικαλείται η Γαλλική Κυβέρνηση και από τη σκέψη 55 της οποίας συνάγεται ότι για την εξέταση και των δύο αυτών ζητημάτων πρέπει να ισχύσουν τα ίδια κριτήρια.
(59) - Απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1996, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-329/93, C-62/95 και C-63/95, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-5151).
(60) - Όπ.π. (υποσημείωση 59), σκέψεις 31 και 32.
(61) - Π.χ. και τις περιστάσεις που θα έπρεπε η ίδια να εξακριβώσει.
(62) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 32 στο τέλος.
(63) - Αυτό διευκρινίστηκε με την απόφαση SFEI κ.λπ., όπ.π. (υποσημείωση 24), σκέψη 48.
(64) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 61 και 62.
(65) - Δεν έχει σημασία αν το Πρωτοδικείο στην απόφαση Tiercι Ladbroke κατά Επιτροπής, όπ.π. (υποσημείωση 38), έκρινε σχετικά ως ενδεδειγμένο ένα λιγότερο αυστηρό κριτήριο (σκέψεις 31 έως 34). Πράγματι, όπως φαίνεται, η Επιτροπή στην απόφαση που οδήγησε στην έκδοση της εν λόγω αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν παρέλειψε την εξέταση κάποιου σημείου της καταγγελίας.
(66) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 64 έως 66.
(67) - Βλ., σχετικά και πιο κάτω, σημεία 58 επ.
(68) - Όπ.π. (υποσημείωση 59), σκέψεις 28 έως 37.
(69) - Βλ., αφενός, τη σκέψη 36 της αποφάσεως, όπ.π. (υποσημείωση 1), και αφετέρου τη σκέψη 42.
(70) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψεις 67 και 69.
(71) - Βλ., πιο πάνω, σημεία 66 έως 68.
(72) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 72.
(73) - Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι προσφεύγουσες κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δήλωσαν ότι κατανοούν πλέον τον υπολογισμό αυτό κατόπιν των εξηγήσεων που παρέσχε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως, εμμένουν όμως στην αιτίασή τους (σύμφωνα με την οποία υπάρχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως), ιδίως όσον αφορά το επιλεγέν από την Επιτροπή έτος [όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 46].
(74) - Και στην ήδη πολλές φορές αναφερθείσα απόφαση Bremer Vulkan (όπ.π., υποσημείωση 59) φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε ιδιαίτερα την επιλογή του χρονικού σημείου (χορήγηση εγγυήσεως από το ομόσπονδο κράτος της Βρέμης) που θεώρησε κρίσιμο για την αξιολόγηση του μέτρου ενισχύσεως. Εντούτοις, το Δικαστήριο θεώρησε ότι η Επιτροπή επέλεξε «προφανώς» το χρονικό αυτό σημείο διότι η αρμόδια αρχή προέβη «στην τελική εκτίμηση των στοιχείων και περιστάσεων που την οδήγησαν στη χορήγηση της εγγυήσεως. Επί του σημείου αυτού, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξεως είναι επαρκής» (όπ.π., σκέψη 30).
(75) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 74.
(76) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-320/92 Ρ, Finsider κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-5697, σκέψη 37).
(77) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 66. Βλ. επίσης σκέψη 72 της αποφάσεως όπου γίνεται παραπομπή στη σκέψη 66.
(78) - Βλ. σχετικά πιο πάνω σημείο 58.
(79) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 78. Στο γερμανικό κείμενο της αποφάσεως γίνεται λόγος, κατά τρόπο λιγότερο χαρακτηριστικό, για «ακρόαση». Ομοίως στο ελληνικό κείμενο.
(80) - Βλ., π.χ., την απόφαση της 22ας Απριλίου 1997, C-395/95 Ρ, Geotronics κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. Ι-2271, σκέψη 23).
(81) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 78.
(82) - Όπ.π. (υποσημείωση 37), σκέψη 16.
(83) - Όπ.π. (υποσημείωση 37), σκέψη 53.
(84) - Βλ. την απόφαση του τρίτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996, Τ-266/94, Foreningen af Jernskibs- og Maskinbyggerier i Danmark, Skibsvζrftsforeningen κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1399, σκέψη 257). Στην παρούσα υπόθεση η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το τέταρτο πενταμελές τμήμα του Πρωτοδικείου.
(85) - Έτσι, εξάλλου, και P. J. Slot: «De concurrentie waakt. Het aanvechten van steunmaatregelen», στο: ΝJB 1996, σ. 797, 800.
(86) - Όπ.π. (υποσημείωση 1), σκέψη 79.
(87) - Όπ.π. (υποσημείωση 25), σκέψη 29 (επί της αποφάσεως Γερμανία κατά Επιτροπής, που αναφέρεται στο σημείο αυτό, βλ., πιο πάνω, υποσημείωση 25)· όμοια βλ. απόφαση του πρώτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, Τ-49/93, SIDE κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2501, σκέψη 58).
(88) - Όπ.π. (υποσημείωση 25), σκέψη 30· όμοια βλ. την απόφαση SIDE κατά Επιτροπής, όπ.π. (υποσημείωση 87), σκέψη 59.
(89) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 17.
(90) - Έτσι και V. Sottili: «Partecipazione ai procedimenti comunitari di controllo nel settore della concorrenza», στο: Foro Amministrativo 1996, σ. 2812 επ., 2824.
(91) - Βλ. τα σημεία 36 έως 51 (ιδίως σημείο 51), αφενός, και τα σημεία 90 και 92, αφετέρου.
(92) - Βλ., πιο πάνω, σημεία 60 έως 63.
(93) - Βλ., πιο πάνω, σημείο 77.
Full & Egal Universal Law Academy