Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το Hoge Raad der Nederlanden (ανώτατο δικαστήριο των Κάτω Ξωρών) υπέβαλε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: Σύμβαση των Βρυξελλών), όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση της 9ης Οκτωβρίου 1978 για την προσχώρηση της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου (1), με τη Σύμβαση της 25ης Οκτωβρίου 1982 σχετικά με την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας (2) και με τη Σύμβαση της 26ης Μαου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας (στο εξής: Σύμβαση του San Sebastiαn) (3).
2 Το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, καθόσον αφορά την παρούσα υπόθεση, απονέμει, μεταξύ άλλων, διεθνή δικαιοδοσία, για διαφορές από συμβάσεις εργασίας, στα δικαστήρια του τόπου όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του.
Ιστορικό
3 Ο Rutten, Ολλανδός υπήκοος και κάτοικος Κάτω Ξωρών, απασχολούνταν από την 1η Αυγούστου 1989 στην εταιρία Cross Medical BV, ολλανδική θυγατρική της Cross Medical Ltd, εταιρίας συσταθείσας στη Μεγάλη Βρετανία με έδρα το Λονδίνο. Η σύμβασή του εργασίας περιελάμβανε ρήτρα περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας σε περίπτωση εργατικών διαφορών στον Kantonrechter te Amsterdam και όριζε ότι η σύμβαση θα διέπεται από το δίκαιο των Κάτω Ξωρών. Στις 31 Μαου 1990 ο Rutten σταμάτησε να εργάζεται στην εταιρία Cross Medical BV εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η εταιρία αυτή και άρχισε να εργάζεται με νέα σύμβαση εργασίας στην Cross Medical Ltd. Περιέργως η σύμβαση δεν περιελάμβανε ούτε ρήτρα περί εφαρμοστέου δικαίου ούτε ρήτρα περί απονομής διεθνούς δικαιοδοσίας σε κάποιο δικαστήριο.
4 Ο Rutten συνέχισε να κατοικεί στις Κάτω Ξώρες. Τόσο πριν όσο και μετά την αλλαγή εργοδότη, συνέχιζε να εργάζεται για τα δύο τρίτα περίπου του χρόνου εργασίας του στις Κάτω Ξώρες. Όπως προκύπτει, το υπόλοιπο ένα τρίτο το ανάλωνε για την εργασία του σε άλλες χώρες (υπάρχει μια μικρή διαφορά επ' αυτού μεταξύ των περιλαμβανομένων στη δικογραφία εγγράφων, αλλά η Αγγλία, η Σκοτία, η Ιρλανδία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γερμανία και το Βέλγιο μνημονεύονται συχνά σε αυτά τα έγγραφα). Ο Rutten προετοίμαζε και οργάνωνε τα ταξίδια του από το γραφείο του στις Κάτω Ξώρες (το οποίο φαίνεται ότι ήταν η κατοικία του), όπου και διατηρούσε κάθε σχετικό με την εργασία του έγγραφο και όπου επέστρεφε μετά από κάθε ταξίδι.
5 Η Cross Medical Ltd κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του Rutten από 1ης Οκτωβρίου 1991. Ο Rutten ζήτησε την καταβολή καθυστερούμενων μισθών εντόκως ενώπιον του Kantonrechter te Amsterdam. Η Cross Medical Ltd αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία των ολλανδικών δικαστηρίων, διατεινόμενη ότι ο Rutten εκτελούσε συνήθως την εργασία του εντός του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Kantonrechter έκρινε ότι είχε διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσει τη διαφορά. Κατόπιν εφέσεως για το ζήτημα της δικαιοδοσίας, το Rechtbank te Amsterdam (περιφερειακό εφετείο) εξαφάνισε την απόφαση του Kantonrechter. Ο Rutten άσκησε αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad der Nederlanden, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Όταν ένας εργαζόμενος σε εκτέλεση συμβάσεως εργασίας παρέχει εργασία εντός περισσοτέρων της μιας χωρών, βάσει ποιων κριτηρίων πρέπει να κριθεί αν ο εργαζόμενος αυτός εργάζεται συνήθως σε μία μόνον από τις χώρες αυτές κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών;
2) Ασκεί εν προκειμένω επιρροή ή έχει επίσης σημασία το αν ο εν λόγω εργαζόμενος βρίσκεται σε μία μόνον από τις χώρες αυτές κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου εργασίας του ή αν βρίσκεται στην άλλη χώρα ή στις άλλες χώρες κατά ένα μεγάλο μέρος του χρόνου εργασίας του;
3) Έχει επίσης σημασία εν προκειμένω το αν ο εργαζόμενος κατοικεί σε μια από τις χώρες αυτές και έχει εκεί γραφείο από το οποίο προπαρασκευάζει και οργανώνει την εργασία που επιτελεί εκτός της χώρας αυτής και στην οποία επανέρχεται μετά από κάθε ταξίδι που πραγματοποιεί στην αλλοδαπή στο πλαίσιο της εργασίας του;»
Το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών
6 Το άρθρο 5, σημείο 1, αποτελεί μια από τις εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα που θεσπίζει το άρθρο 2, ήτοι ότι τα άτομα που έχουν την κατοικία τους εντός ενός συμβαλλομένου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού. Οι εξαιρέσεις αυτές δικαιολογούνται από το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται στην έκθεση Jenard για τη Σύμβαση των Βρυξελλών, «υπάρχει στενός δεσμός ανάμεσα στη διαφορά και το δικαστήριο που καλείται να επιληφθεί σχετικά» (4).
7 Μέχρι το 1989, το άρθρο 5, σημείο 1, είχε ως εξής:
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:
1) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (...). (5)»
8 Η Σύμβαση του San Sebastiαn τροποποίησε το άρθρο 5, σημείο 1, το οποίο έχει τώρα ως εξής:
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:
1) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· ως προς διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας, ο τόπος αυτός είναι εκείνος όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του, ή, αν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντα χώρα, ο εργοδότης είναι δυνατόν να εναχθεί ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου ήταν ή είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε (...).»
9 Στην παρούσα υπόθεση ερίζεται η έννοια της φράσεως «(τόπος) όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του». Ο καθορισμός του τόπου αυτού σε μια συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί πραγματικό ζήτημα, για την εκτίμηση του οποίου είναι αρμόδιο το εθνικό δικαστήριο· από το Δικαστήριο ζητείται ειδικότερα να παράσχει γενικές οδηγίες όσον αφορά τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τον προσδιορισμό αυτό σε περιπτώσεις στις οποίες ο εργαζόμενος εργάζεται σε περισσότερες από μία χώρες.
10 Το Δικαστήριο δεν είχε ως τώρα την ευκαιρία να αποφανθεί επί της εννοίας της ανωτέρω εκφράσεως. Ελλείψει σχετικής νομολογίας, θα προβώ σε μια σύντομη επισκόπηση του ιστορικού της διατάξεως αυτής. Μια πληρέστερη έκθεση του ιστορικού περιλαμβάνεται στις προτάσεις μου στην υπόθεση Mulox IBC (6).
11 Η τροποποίηση του άρθρου 5, σημείο 1, με τη Σύμβαση του San Sebastiαn αποτέλεσε το αντικείμενο σχολίων στην έκθεση περί της Συμβάσεως αυτής που συνέταξαν οι Almeida Cruz, Desantes Real και Jenard (7). Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι η επιλεγείσα λύση «επιχειρεί να βελτιώσει στο σημείο αυτό τη Σύμβαση του Λουγκάνο (8), χωρίς να απομακρύνεται πολύ από αυτήν, ακολουθώντας συγχρόνως τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει υπαγορεύσει το Δικαστήριο όσον αφορά την παροχή προστασίας στον συμβαλλόμενο που θεωρείται ως το πλέον αδύναμο μέρος στη συμβατική σχέση» (9). Η έκθεση αναφέρεται ειδικότερα στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Six Constructions (10), που εκδόθηκε μετά την υπογραφή της Συμβάσεως του Λουγκάνο, αλλά πριν από την οριστική σύνταξη της Συμβάσεως του San Sebastiαn.
12 Η σχετική διάταξη της Συμβάσεως του Λουγκάνο, ήτοι το άρθρο 5, σημείο 1, ορίζει τα ακόλουθα:
«Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους μπορεί να εναχθεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος:
1) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· ως προς διαφορές από ατομικές συμβάσεις εργασίας, ο τόπος αυτός είναι εκείνος όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του ή, αν ο εργαζόμενος δεν εκτελεί συνήθως την εργασία του στην ίδια πάντα χώρα, ο τόπος όπου είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση που τον προσέλαβε (...).»
13 Η μόνη διαφορά μεταξύ του κειμένου του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως του Λουγκάνο και του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση του San Sebastiαn, είναι ότι η τελευταία ορίζει σαφέστερα ότι η δυνατότητα (στην περίπτωση που ο εργαζόμενος δεν εκτελεί συνήθως την εργασία του εντός μιας μόνο χώρας) ασκήσεως αγωγής στον τόπο όπου ασκείται η επαγγελματική δραστηριότητα παρέχεται μόνο στον εργαζόμενο. Αυτή είναι η βελτίωση περί της οποίας γίνεται λόγος στην έκθεση επί της Συμβάσεως του San Sebastiαn, σκοπός της οποίας είναι να δηλωθεί το ενδιαφέρον προστασίας του κοινωνικά ασθενέστερου συμβαλλόμενου μέρους. Αφορμή για τη βελτίωση αυτή αποτέλεσε η απόφαση Six Constructions, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατύπωση της Συμβάσεως του Λουγκάνο θα μπορούσε να θίξει τα συμφέροντα του ασθενέστερα κοινωνικά μέρους συμβάσεως εργασίας, παρέχοντας διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια του τόπου στον οποίο είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης ακόμα και όταν η αγωγή ασκείται από τον εργοδότη (11).
14 Προφανώς, σκοπός του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως του Λουγκάνο ήταν να ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Ivenel (12) και Shenavai (13) (βλ. την προαναφερθείσα έκθεση επί της Συμβάσεως του San Sebastiαn, σημείο 23, στοιχείο γγ) και να ευρεθεί μια λύση σύμφωνη με τη Σύμβαση της Ρώμης επί του εφαρμοστέου δικαίου στις συμβατικές υποχρεώσεις (14) (βλ. την έκθεση των Jenard και Mφller επί της Συμβάσεως του Λουγκάνο (15), σημεία 37 έως 40).
15 Ελλείψει οποιασδήποτε ρυθμίσεως σχετικά με συμβάσεις εργασίας στο προ του 1989 κείμενο της Συμβάσεως των Βρυξελλών, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση Ivenel, ότι η υποχρέωση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 1, επί αξιώσεων που βασίζονται σε διαφορετικές υποχρεώσεις απορρέουσες από σύμβαση εργασίας είναι η υποχρέωση που χαρακτηρίζει τη σύμβαση, η οποία συνήθως συνίσταται στην εκτέλεση της εργασίας (16). Με την απόφαση Shenavai, το Δικαστήριο έκρινε, με ένα obiter dictum, ότι, όταν μια διαφορά αφορά ορισμένες υποχρεώσεις που απορρέουν από την ίδια σύμβαση και αποτελούν τη βάση της αγωγής, το επιλαμβανόμενο δικαστήριο προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του στηριζόμενο στην αρχή ότι το παρεπόμενο ακολουθεί την τύχη του κυρίου, με άλλα λόγια μεταξύ περισσοτέρων επιδίκων υποχρεώσεων η κύρια υποχρέωση θα προσδιορίσει τη δικαιοδοσία του (17). Οι δύο αυτές προτάσεις, μαζί με το άρθρο 6, σημείο 2, της Συμβάσεως της Ρώμης, αποτελούν τον λόγο για τον οποίο το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως του Λουγκάνο (και, επομένως, και το άρθρο 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών) κάνουν λόγο για τον τόπο «όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του».
16 Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της Συμβάσεως της Ρώμης ορίζει ότι, εφόσον δεν έχει γίνει επιλογή εφαρμοστέου δικαίου, η σύμβαση εργασίας διέπεται:
«α) από το δίκαιο της χώρας όπου ο εργαζόμενος παρέχει συνήθως την εργασία του σε εκτέλεση της σύμβασης, ακόμη και αν έχει αποσπασθεί προσωρινά σε άλλη χώρα ή,
β) αν ο εργαζόμενος δεν παρέχει συνήθως την εργασία του σε μια μόνο χώρα, από το δίκαιο της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση που τον προσέλαβε,
εκτός αν από το σύνολο των περιστάσεων συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας συνδέται στενότερα με άλλη χώρα, οπότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της άλλης αυτής χώρας».
17 Από την έκθεση Giuliano-Lagarde επί της Συμβάσεως της Ρώμης (18) προκύπτει ότι κατά τη σύνταξη του άρθρου 6 ελήφθη υπόψη το γεγονός ότι τα συμφέροντα των συμβαλλομένων επί συμβάσεως εργασίας διαφέρουν και ότι επιχειρήθηκε να εξασφαλιστεί «η καταλληλότερη προστασία για το συμβαλλόμενο μέρος που θεωρείται από κοινωνικοοικονομική άποψη ως το ασθενέστερο μέρος στη συμβατική σχέση» (19).
18 Με την απόφαση Ivenel το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, όσον αφορά το προ του 1989 κείμενο του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, ότι η φροντίδα προς εξασφάλιση κατάλληλης προστασίας του συμβαλλόμενου μέρους, που είναι το πιο αδύναμο από κοινωνικής απόψεως, αποτελεί παράγοντα ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία του άρθρου αυτού (20). Επιπλέον, το Δικαστήριο, στην υπόθεση αυτή, αφού προέβη σε ανασκόπηση του ιστορικού της διατάξεως αυτής, δέχθηκε ότι επί θεμάτων που αφορούν συμβάσεις, το άρθρο 5, σημείο 1, αποβλέπει στην καθιέρωση της διεθνούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου της χώρας που βρίσκεται σε στενή σχέση με τη διαφορά και ότι, επί συμβάσεως εργασίας, η εν λόγω σχέση συνίσταται ιδίως στο εφαρμοστέο επί της συμβάσεως δίκαιο (21). Θα επανέλθω επί των ζητημάτων αυτών αργότερα.
Η υπόθεση Mulox IBC
19 Το προ του 1989 κείμενο του άρθρου 5, σημείο 1, απασχόλησε το Δικαστήριο και πάλι στην υπόθεση Mulox IBC (22), στο πλαίσιο της οποίας ο εργαζόμενος εκτελούσε την εργασία του εντός περισσοτέρων του ενός συμβαλλομένων κρατών. Κατά τη γνώμη μου, η απόφαση του Δικαστηρίου, μολονότι αφορά το προηγούμενο κείμενο της διατάξεως, είναι ωστόσο χρήσιμη για την ερμηνεία του ισχύοντος κειμένου της. Τούτο δε διότι το Δικαστήριο ερμήνευσε το προ του 1989 κείμενο υπό το φως των αποφάσεών του Ivenel και Shenavai· όπως είδαμε, αυτές είναι οι αποφάσεις που επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την επελθούσα το 1989 τροποποίηση, η οποία απασχολεί τώρα το Δικαστήριο.
20 Το Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν πρόκειται για σύμβαση εργασίας, ο τόπος εκπληρώσεως της παροχής πρέπει να προσδιορίζεται, για την εφαρμογή του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως, όχι εν αναφορά προς την εθνική νομοθεσία που εφαρμόζεται σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του επιληφθέντος δικαστηρίου, αλλά, αντιθέτως, βάσει ομοιόμορφων κριτηρίων που εναπόκειται στο Δικαστήριο να καθορίσει, με βάση το σύστημα και τους σκοπούς της Συμβάσεως (23).
21 Ακόμη, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην απόφασή του Ivenel, είπε ότι πρέπει να επιδεικνύεται η φροντίδα να εξασφαλίζεται η κατάλληλη προστασία στο ασθενέστερο από κοινωνική άποψη μέρος, ήτοι, στις περιπτώσεις αυτές, στον εργαζόμενο. Τέτοια κατάλληλη προστασία διασφαλίζεται καλύτερα αν οι σχετικές με τη σύμβαση εργασίας διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου όπου ο εργαζόμενος εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του έναντι του εργοδότη του. Αυτός είναι ο τόπος όπου ο εργαζόμενος μπορεί, με τα λιγότερα έξοδα, να προσφεύγει στα δικαστήρια ή να αμύνεται ενώπιον αυτών (24).
22 Η πρόταση αυτή αντικατοπτρίζει την άποψη που εξέφρασα στις προτάσεις μου στην υπόθεση εκείνη, ότι πρέπει να παρέχεται στον εργαζόμενο το δικαίωμα να ενάγει τον εργοδότη του στον τόπο όπου εργάζεται: εκεί ευρίσκονται, όπως είναι φυσικό, τα προσφορότερα δικαστήρια για την επίλυση τέτοιων διαφορών τα οποία, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι και τα πλέον ενδεδειγμένα για την προάσπιση των συμφερόντων του εργαζομένου, ο οποίος δεν πρέπει να στερείται της ευχέρειας αυτής απλώς και μόνον διότι ο εργοδότης του κατοικεί σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος (25).
23 Με την απόφαση Mulox IBC το Δικαστήριο παρέπεμψε σε προηγούμενη νομολογία του (που παρατίθεται ανωτέρω (26)), κατά την οποία, όταν περισσότερες παροχές απορρέουν από την ίδια σύμβαση και αποτελούν τη βάση της αγωγής που ασκεί ο ενάγων, τότε η κύρια παροχή πρέπει να ληφθεί ως βάση για τον προσδιορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου (27). Στη συνέχεια, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, όταν η εργασία εκτελείται σε περισσότερα από ένα συμβαλλόμενα κράτη, ο τόπος εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρεώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, είναι ο τόπος στον οποίο ή από τον οποίο ο εργαζόμενος εκπληρώνει κατά κύριο λόγο τις έναντι του εργοδότη του υποχρεώσεις. Για τον προσδιορισμό αυτού του τόπου εκπληρώσεως της παροχής, πράγμα το οποίο αποτελεί έργο του εθνικού δικαστηρίου, έπρεπε να ληφθεί υπόψη, στην υπόθεση εκείνη, το γεγονός ότι η εκτέλεση της ανατεθείσας στον εργαζόμενο αποστολής γινόταν από γραφείο κείμενο εντός συμβαλλομένου κράτους, όπου ο εργαζόμενος είχε την κατοικία του, από το οποίο ασκούσε τις δραστηριότητές του και στο οποίο επέστρεφε ύστερα από κάθε επαγγελματικό ταξίδι (28).
Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση
24 Το ζήτημα που απασχολεί το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση έγκειται στην ουσία στο αν το κείμενο του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως τροποποιήθηκε με τη Σύμβαση του San Sebastiαn, ειδικότερα δε οι λέξεις «(τόπος) όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του», διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό από την εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία της διατάξεως αυτής όπως είχε πριν από την τροποποίησή της με την απόφαση Mulox IBC και, ειδικότερα, η έκφραση «τόπος στον οποίο ή από τον οποίο ο εργαζόμενος εκπληρώνει κατά κύριο λόγο τις έναντι του εργοδότη του υποχρεώσεις»· σε περίπτωση δε καταφατικής απαντήσεως, το ζήτημα θα είναι αν η ως άνω διαφορά δικαιολογεί την απόκλιση από το πνεύμα της αποφάσεως Mulox IBC όσον αφορά τον καθορισμό του τόπου αυτού σε μια συγκεκριμένη υπόθεση.
25 Εξακολουθώ να υποστηρίζω την άποψη που εξέφρασα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Mulox IBC ότι το προ της επελθούσας το 1989 τροποποιήσεως κείμενο του άρθρου 5, σημείο 1:
«πρέπει να ερμηνεύεται ως καθιερώνον τη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του τόπου όπου κατά κύριο λόγο εκτελείται η εργασία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η έννοια αυτή είναι κατά το μάλλον ή ήττον συνώνυμη προς αυτήν του "συνήθους" τόπου εργασίας που χρησιμοποιείται στο άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης, καθώς και στις Συμβάσεις του Λουγκάνο και του San Sebastiαn. Ωστόσο, η έκφραση "κύριος τόπος εργασίας" φαίνεται να είναι προτιμότερη, καθόσον αποδίδει περισσότερο αποτελεσματικά την ιδέα ότι κάποιος από τους διαφόρους τόπους απασχολήσεως ενός εργαζομένου πρέπει να είναι, υπό κανονικές περιστάσεις, περισσότερο σημαντικός απ' ό,τι οι άλλοι. (...) σε περίπτωση που θα μπορούσε σε μια υπόθεση όπως η υπό κρίση να εφαρμοστεί η Σύμβαση του San Sebastiαn, ο όρος "συνήθως" δεν θα έπρεπε να ερμηνεύεται κατά γράμμα αλλά να νοείται ως εμφαίνων τον κύριο τόπο απασχολήσεως» (29).
26 Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη και με ορισμένα άλλα στοιχεία.
27 Πρώτον, η ερμηνεία αυτή προστατεύει το ασθενέστερο από κοινωνική άποψη συμβαλλόμενο μέρος, ήτοι, σε συμβάσεις εργασίας, τον εργαζόμενο: όπως είδαμε η φροντίδα για την εξασφάλιση μιας τέτοιας προστασίας έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο και έχει επηρεάσει την επελθούσα το 1989 τροποποίηση του άρθρου 5, σημείο 1.
28 Δεύτερον, δείχνει την ανάγκη υπάρξεως στενού συνδετικού στοιχείου μεταξύ της διαφοράς και του δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκασή της.
29 Τρίτον, πρέπει να σημαίνει ότι τα δικαστήρια που έχουν διεθνή δικαιοδοσία θα ευρίσκονται σχεδόν πάντοτε στον τόπο όπου ο εργαζόμενος μπορεί, με τα λιγότερα έξοδα, να προσφεύγει ή να αμύνεται ενώπιον των δικαστηρίων.
30 Κατά της ερμηνείας αυτής θα μπορούσε να λεχθεί ότι αυτή δεν παρέχει κατ' ανάγκη διεθνή δικαιοδοσία στα δικαστήρια της χώρας, της οποίας το δίκαιο έχει εφαρμογή. Όπως προαναφέρθηκε, η επιθυμία αναγνωρίσεως διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίων τα οποία θα μπορούν να εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο, αντί κάποιου αλλοδαπού δικαίου, έγινε δεκτή από το Δικαστήριο στην υπόθεση Ivenel ως το κύριο κριτήριο για την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 1.
31 Ωστόσο, δεν νομίζω ότι το στοιχείο αυτό αρκεί για να θεωρηθεί υπέρτερο των πλεονεκτημάτων της ερμηνείας που προτείνω. Όπως ανέφερα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Mulox IBC, οσονδήποτε ευκταίο και αν είναι να αναγνωρίζεται διεθνής δικαιοδοσία, επί διαφορών εκ συμβάσεως εργασίας, στα δικαστήρια της χώρας της οποίας η νομοθεσία είναι εφαρμοστέα, τούτο δεν είναι πάντοτε εφικτό στην πράξη, ακόμα και ύστερα από την εναρμόνιση των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου που έγινε με τη Σύμβαση της Ρώμης (30). Στις ως άνω προτάσεις εξέτασα με κάποιο βάθος τις εγγενείς δυσχέρειες που υφίστανται όσον αφορά κάθε προσπάθεια να ταυτίζεται η lex causae με τη lex fori και κατέληξα ότι θα ήταν σφάλμα να δοθεί υπερβολική σημασία στο σύνδεσμο μεταξύ δικαιοδοσίας και lex causae σε εργατικές διαφορές (31). Εξακολουθώ να υποστηρίζω την άποψη αυτή.
32 Έτσι, όταν κατά την εκτέλεση συμβάσεως εργασίας ένας εργαζόμενος ασκεί τη δραστηριότητά του σε περισσότερες από μία χώρες, τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να εξετάζεται αν αυτός εκτελεί συνήθως την εργασία του σε μια από τις χώρες αυτές, κατά την έννοια του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, είναι στην ουσία τα ίδια με εκείνα σύμφωνα με τα οποία θα κρινόταν, με βάση το προηγούμενο κείμενο της ως άνω διατάξεως, ότι εκπληρώνει κατά κύριο λόγο τις υποχρεώσεις του έναντι του εργοδότη του. Το Δικαστήριο έχει ήδη υποδείξει, με την απόφαση Mulox IBC, ορισμένα από αυτά τα κριτήρια: ιδίως το γεγονός ότι το γραφείο του εργαζομένου βρίσκεται σε συμβαλλόμενο κράτος, στο οποίο είχε την κατοικία του, από το οποίο εκτελούσε την εργασία του και στο οποίο επέστρεφε μετά από κάθε επαγγελματικό ταξίδι (32).
33 Η Επιτροπή, αν και συμμερίζεται την άποψη που εξέφρασα με τις προτάσεις μου στην υπόθεση Mulox IBC ότι ο όρος «συνήθως» δεν πρέπει να ερμηνευθεί με υπερβολική προσήλωση στο γράμμα της σχετικής διατάξεως, θεωρεί ότι δεν είναι εύκολο να θεωρηθούν ως απλώς ταυτόσημοι οι όροι «συνήθως» και «κατά κύριο λόγο». Η Επιτροπή διατείνεται ότι ο πρώτος όρος αφορά την πρόσκαιρη οργάνωση της εργασίας του εργαζομένου, ενώ η δεύτερη έκφραση αφορά το κύριο σημείο της εργασίας. Εντούτοις, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η έκφραση «κατά κύριο λόγο» σημαίνει, όπως αποδεικνύεται από την απόφαση Mulox IBC (33), ότι, σε σχέση με το προηγούμενο κείμενο του άρθρου 5, σημείο 1, πρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορα κριτήρια, περιλαμβανομένου του χρόνου που αναλώνεται σε κάθε μία από τις εμπλεκόμενες χώρες. Το νέο κείμενο, ιδίως δε η χρησιμοποίηση της λέξεως «συνήθως», επιβεβαιώνει το τελευταίο αυτό κριτήριο. Η Επιτροπή καταλήγει ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει, επομένως, πρώτα να διαπιστώσει τις χρονικές περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων ο εργαζόμενος εργάστηκε σε κάθε μία από τις ως άνω χώρες. Αν ο εργαζόμενος ανάλωσε το σαφώς μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του εντός ενός συμβαλλομένου κράτους, τότε τα δικαστήρια του κράτους αυτού θα έχουν καταρχήν διεθνή δικαιοδοσία προς εκδίκαση διαφορών που ανακύπτουν από τη σύμβαση εργασίας.
34 Μολονότι κατά πάσα πιθανότητα η επιχειρηματολογία αυτή θα οδηγήσει στην ορθή λύση στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν είμαι πεπεισμένος ότι μια τόσο ευρεία διατύπωση είναι ορθή. Εξακολουθώ να υποστηρίζω την άποψη που ανέπτυξα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Mulox IBC ότι δεν μπορεί να παραβλεφθεί ο τόπος στον οποίο βρίσκεται το γραφείο του εργαζομένου και ο τρόπος με τον οποίο το χρησιμοποιεί. Στην υπόθεση εκείνη, είπα ότι, ακόμα και αν ο εργαζόμενος δαπανά περισσότερο από το ήμισυ του ετησίου χρόνου του ταξιδεύοντας σε άλλες χώρες και δεν επισκέπτεται, στην πραγματικότητα, ούτε έναν πελάτη στη χώρα όπου έχει το γραφείο του, θεωρώ ότι δυσχερώς μπορεί να καταρριφθεί το τεκμήριο ότι ο κύριος τόπος εργασίας του κείται στο μέρος όπου βρίσκεται το κέντρο των δραστηριοτήτων του (34). Δεν νομίζω ότι η πρόταση αυτή είναι τώρα λιγότερο πειστική λόγω της νέας διατυπώσεως του άρθρου 5, σημείο 1. Αν ένας εργαζόμενος, ο οποίος ταξιδεύει σε διάφορες χώρες, προετοιμάζει και οργανώνει την εργασία του από το γραφείο του και επιστρέφει σ' αυτό μετά από κάθε ταξίδι, είναι αφύσικο να θεωρηθεί ότι αυτός εκτελεί την εργασία του «συνήθως» ή «κατά κύριο λόγο» σε οποιαδήποτε άλλη χώρα εκτός αυτής στην οποία έχει το γραφείο του, το κέντρο των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων.
35 Η Επιτροπή προσθέτει ότι και άλλοι παράγοντες, όπως ο τόπος στον οποίο βρίσκεται το γραφείο και η κατοικία, είναι επίσης σημαντικοί. Διακρίνει όσον αφορά τη βαρύτητα που πρέπει να προσδοθεί στους παράγοντες αυτούς, ανάλογα με το αν βάσει του χρονικού κριτηρίου καταλήγουμε στον ίδιο ή σε διαφορετικό τόπο σε σχέση με τους άλλους παράγοντες. Θεωρώ ότι αυτό περιπλέκει χωρίς λόγο τα πράγματα, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, όπου είναι σαφές ότι δεν υφίσταται τέτοια δυσχέρεια. Τούτο δείχνει επίσης τους κινδύνους που προκύπτουν αν δοθεί μεγάλη σημασία στο χρονικό κριτήριο και πολύ μικρή σημασία στον τόπο στον οποίο βρίσκεται το κέντρο των δραστηριοτήτων του εργαζομένου.
36 Όσον αφορά το κριτήριο της κατοικίας, αναφέρω μόνον ότι, μολονότι αυτό μπορεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα στις περιστάσεις μιας συγκεκριμένης υποθέσεως, για τους λόγους που ανέπτυξα στις προτάσεις μου στην υπόθεση Mulox IBC (35) δεν νομίζω ότι το κριτήριο αυτό πρέπει να έχει αποφασιστική σημασία.
37 Στις περιπτώσεις που αφορούν εργαζόμενο ο οποίος εργάζεται σε πολλές διαφορετικές χώρες, υπογραμμίζω τη σημασία που έχει να καταβάλλεται ιδιαίτερη προσπάθεια προς προσδιορισμό κάποιου κύριου τόπου εργασίας, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων μιας χώρας η οποία έχει πραγματικούς δεσμούς με τη διαφορά (36). Το αποτέλεσμα αυτό δεν επιτυγχάνεται οπωσδήποτε αν γίνεται προσφυγή στο υποκατάστατο συνδετικό στοιχείο που έχει εισαχθεί με τη Σύμβαση του San Sebastiαn, ήτοι στον τόπο όπου είναι ή ήταν εγκατεστημένη η επιχείρηση που προσέλαβε τον εργαζόμενο. Ωστόσο, πέρα από τη μνεία του κινδύνου αυτού, δεν θεωρώ ότι είναι απαραίτητο προς εκδίκαση της παρούσας υποθέσεως να εξετασθεί το περιεχόμενο αυτού του υποκατάστατου συνδετικού στοιχείου.
38 Κατά συνέπεια, συνοψίζοντας θεωρώ ότι τα πρόσθετα στοιχεία που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο με τα ερωτήματά του αποτελούν όλα σημαντικά κριτήρια προς καθορισμό του τόπου όπου ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του.
39 Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η εν προκειμένω κύρια δίκη αποτελεί καλό παράδειγμα των πλεονεκτημάτων της ερμηνείας του άρθρου 5, σημείο 1, που προτείνω. Ο Rutten είναι κάτοικος Κάτω Ξωρών. Έχει γραφείο στις Κάτω Ξώρες, από το οποίο οργανώνει και προετοιμάζει την εργασία του και στο οποίο επιστρέφει μετά από κάθε ταξίδι, αναλώνει δε περί τα δύο τρίτα του χρόνου εργασίας του στις Κάτω Ξώρες, ενώ το εναπομένον ένα τρίτο κατανέμεται μεταξύ διαφόρων άλλων χωρών. Η υπό κρίση εργατική διαφορά έχει σαφώς πολλά συνδετικά στοιχεία με τις Κάτω Ξώρες. Το να υποχρεωθεί ο Rutten να ασκήσει την αγωγή του στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα ήταν σύμφωνο ούτε προς τη γενική φροντίδα προστασίας του κοινωνικά ασθενέστερου μέρους ούτε προς τη συγκεκριμένη εφαρμογή της φροντίδας αυτής σε τέτοιες περιπτώσεις, ήτοι προς τον σκοπό της εξασφαλίσεως της δυνατότητας στον εργαζόμενο να μπορεί να ασκεί την αγωγή του ενώπιον των δικαστηρίων της χώρας που ενδείκνυται περισσότερο για την προάσπιση των συμφερόντων του.
Πρόταση
40 Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στα ερωτήματα του Hoge Raad der Nederlanden:
«Για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 5, σημείο 1, της Συμβάσεως της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τη Σύμβαση της 26ης Μαου 1989 για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, ως τόπος στον οποίο ο εργαζόμενος εκτελεί συνήθως την εργασία του, σε περίπτωση συμβάσεως εργασίας κατ' εφαρμογήν της οποίας ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του εντός περισσοτέρων του ενός κρατών, πρέπει να θεωρείται ο τόπος όπου ή απ' όπου ο εργαζόμενος εκπληρώνει συνήθως τις υποχρεώσεις του έναντι του εργοδότη του. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να καθορίσει ποιος είναι ο τόπος αυτός, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή, ιδίως το γεγονός ότι ο εργαζόμενος αναλώνει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου εργασίας του σε ένα από τα κράτη αυτά, όπου κατοικεί και έχει γραφείο, απ' όπου προετοιμάζει και οργανώνει την εργασία την οποία εκπληρώνει στην αλλοδαπή και όπου επιστρέφει μετά από κάθε ταξίδι το οποίο πραγματοποιεί στο πλαίσιο της εργασίας του.»
(1) - ΕΕ 1982, L 388, σ. 24.
(2) - EE 1982, L 388, σ. 1.
(3) - EE 1989, L 285, σ. 1.
(4) - ΕΕ 1986, C 298, σ. 29, ειδικότερα σ. 50.
(5) - Η διατύπωση του αρχικού κειμένου του 1968 ήταν ελαφρώς διαφορετική, αλλά με το ίδιο ουσιαστικά περιεχόμενο· το παρατιθέμενο κείμενο είναι το τροποποιηθέν με τη Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978.
(6) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 1993, C-125/92 (Συλλογή 1993, σ. Ι-4075).
(7) - EE 1990, C 189, σ. 35.
(8) - Σύμβαση της 16ης Σεπτεμβρίου 1988 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (που έχει εφαρμογή μεταξύ των κρατών μελών της ΕΖΕΣ και της ΕΟΚ) (EE 1988, L 319, σ. 9).
(9) - Παράγραφος 23, στοιχείο γγ, της εκθέσεως.
(10) - Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1989, 32/88 (Συλλογή 1989, σ. 341).
(11) - Βλ. σκέψεις 13 και 14 της αποφάσεως.
(12) - Απόφαση της 26ης Μαου 1982, 133/81 (Συλλογή 1982, σ. 1891).
(13) - Απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, 266/85 (Συλλογή 1987, σ. 239).
(14) - ΕΕ 1984, L 146, σ. 1.
(15) - EE 1990, C 189, σ. 57.
(16) - Σκέψεις 15 και 20 και διατακτικό της αποφάσεως.
(17) - Σκέψη 19 της αποφάσεως.
(18) - ΕΕ 1987, C 199, σ. 1.
(19) - Σ. 25 της εκθέσεως.
(20) - Σκέψεις 16 και 17 της αποφάσεως.
(21) - Σκέψη 15 της αποφάσεως.
(22) - Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 6.
(23) - Σκέψη 16 της προαναφερθείσας αποφάσεως Mulox IBC.
(24) - Σκέψεις 18 και 19 της αποφάσεως Mulox IBC.
(25) - Σημείο 29 των προτάσεών μου.
(26) - Σημείο 15.
(27) - Απόφαση Shenavai, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 19.
(28) - Σκέψεις 22 έως 25 της προαναφερθείσας αποφάσεως Mulox IBC.
(29) - Σημεία 32 και 37.
(30) - Σημείο 27 των προτάσεών μου.
(31) - Βλ. σημεία 27 και 28.
(32) - Σκέψη 25 της αποφάσεως.
(33) - Η Επιτροπή εξετάζει το γαλλικό και το ολλανδικό κείμενο της αποφάσεως, τα οποία χρησιμοποιούν τις λέξεις «principalement» και «hoofdzakelijk», αντιστοίχως.
(34) - Σημείο 33.
(35) - Σημείο 34.
(36) - Βλ. περαιτέρω τις προτάσεις μου στην υπόθεση Mulox IBC, σημεία 35 και 37.
Full & Egal Universal Law Academy