Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1 Στην υπό κρίση υπόθεση, το Bundesverwaltungsgericht ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ/Τουρκίας (στο εξής: απόφαση 1/80), ένας Τούρκος εργαζόμενος δικαιούται ανανεώσεως της αδείας του διαμονής σε κράτος μέλος όταν έχει εργασθεί εκεί, κατά το πρώτο έτος της απασχολήσεώς του, αδιαλείπτως μεν πλην όμως σε διάφορους εργοδότες και επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται στον τελευταίο του εργοδότη.
Οι ισχύοντες κανόνες του κοινοτικού δικαίου
2 Η Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας (1) έχει ως αντικείμενο, σύμφωνα με το άρθρο της 2, παράγραφος 1, «την προαγωγή της συνεχούς και ισορρόπου ενισχύσεως των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών, λαμβανομένης πλήρως υπόψη της ανάγκης εξασφαλίσεως της επιταχυνομένης αναπτύξεως της τουρκικής οικονομίας και της ανυψώσεως του επιπέδου απασχολήσεως και των όρων διαβιώσεως του τουρκικού λαού».
Δυνάμει του άρθρου 12 της Συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν «να εμπνέονται από τα άρθρα 48, 49 και 50 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Κοινότητας για τη σταδιακή πραγματοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ τους».
3 Σύμφωνα με το άρθρο 36 ενός προσθέτου πρωτοκόλλου της Συμφωνίας Συνδέσεως, της 23ης Νοεμβρίου 1970 (2), το Συμβούλιο Συνδέσεως αποφασίζει, σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 12 της Συμφωνίας Συνδέσεως, σχετικά με τις αναγκαίες λεπτομέρειες για τη βαθμιαία υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Τουρκίας.
4 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου αυτού, το Συμβούλιο Συνδέσεως εξέδωσε, στις 19 Σεπτεμβρίου 1980, την απόφαση 1/80 η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1980 (3). Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής έχει ως εξής:
«1. (...) ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος απασχολείται στη νόμιμη αγορά εργασίας κράτους μέλους:
- έχει, στο κράτος μέλος αυτό, μετά από ένα έτος νόμιμης απασχολήσεως, δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας εργασίας στον ίδιο εργοδότη, εφόσον κατέχει θέση απασχολήσεως·
- έχει, στο κράτος μέλος αυτό, μετά από τρία έτη νόμιμης απασχολήσεως και υπό την επιφύλαξη της προτεραιότητας που πρέπει να δίδεται στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας, δικαίωμα να αποδεχθεί, στο πλαίσιο του ίδιου επαγγέλματος, από εργοδότη της επιλογής του, άλλη προσφορά εργασίας (4), που γίνεται υπό κανονικές συνθήκες και καταγράφεται από τις σχετικές με την απασχόληση υπηρεσίες αυτού του κράτους μέλους·
- έχει, στο κράτος μέλος αυτό, μετά από τέσσερα χρόνια νόμιμης απασχολήσεως, ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του.»
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης
5 Ο Sόleyman Eker, Τούρκος υπήκοος, γεννηθείς το 1966, εισήλθε για πρώτη φορά, παρανόμως, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, την 1η Δεκεμβρίου 1988, και, για τον λόγο αυτό, στις 13 Φεβρουαρίου 1989, απελάθη για πάντα.
6 Στις 17 Ιανουαρίου 1991 ο Eker νυμφεύθηκε στην Τουρκία Γερμανίδα υπήκοο και εισήλθε εκ νέου στη Γερμανία, στις 6 Απριλίου 1991, εφοδιασμένος με άδεια εισόδου.
Κατόπιν υποβολής, στις 8 Απριλίου 1991, σχετικής αιτήσεως, ο Eker έλαβε άδεια διαμονής ισχύουσα μέχρι τις 24 Ιουλίου 1992. Ήδη από τις 17 Απριλίου 1991, ο Eker είχε λάβει άδεια εργασίας, απεριόριστης διάρκειας και χωρίς τοπικούς περιορισμούς, καλύπτουσα το σύνολο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων.
7 Στις 15 Ιουνίου 1991 ο Eker προσελήφθη στο ξενοδοχείο Flora, στο Schluchsee, όπου εργάστηκε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1991. Από την 1η Οκτωβρίου 1991 εργάστηκε σε ένα φυσικοθεραπευτικό κέντρο, το St. Georg Kur und Rehabilitationskliniken, στο Hφchenschwand.
8 Στις 24 Ιουλίου 1991 - ύστερα από έξι περίπου μήνες έγγαμου βίου και τρεις περίπου μήνες αφότου είχε εισέλθει στη Γερμανία - ο Eker χώρισε από τη Γερμανίδα σύζυγό του. Στις 10 Απριλίου 1992 επιβεβαίωσε τον χωρισμό του στις επιφορτισμένες με την παρακολούθηση των αλλοδαπών γερμανικές αρχές και δήλωσε ότι είχε κινηθεί διαδικασία διαζυγίου. Στις 22 Ιουλίου 1992 ο Eker ζήτησε ανανέωση της αδείας του διαμονής. Με την ευκαιρία αυτή, οι επιφορτισμένες με την παρακολούθηση των αλλοδαπών γερμανικές αρχές εξέδωσαν βεβαίωση παρέχουσα στον Eker το δικαίωμα παραμονής στη Γερμανία μέχρι τις 11 Αυγούστου 1992 ενώ ταυτόχρονα επέστησαν την προσοχή του επί του γεγονότος ότι προτίθενταν να απορρίψουν την αίτησή του για άδεια διαμονής. Με απόφαση της 12ης Αυγούστου 1992, οι επιφορτισμένες με την παρακολούθηση των αλλοδαπών αρχές αρνήθηκαν να ανανεώσουν την άδεια διαμονής του Eker και τον διέταξαν να εγκαταλείψει, επ' απειλή απελάσεως, το γερμανικό έδαφος εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Η διοικητική ένσταση του Eker κατά της αποφάσεως εκείνης απέβη άκαρπος.
9 Στη συνέχεια, ο Eker προσέφυγε ενώπιον του Verwaltungsgericht το οποίο, με απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, δέχθηκε την προσφυγή του και υποχρέωσε τις επιφορτισμένες με την παρακολούθηση των αλλοδαπών αρχές της Βάδης-Βυρτεμβέργης να ανανεώσουν την άδειά του διαμονής. Κατά της αποφάσεως εκείνης, το ομόσπονδο κράτος της Βάδης-Βυρτεμβέργης άσκησε έφεση και το Verwaltungsgerichtshof Baden-Wόrttemberg, με απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1994, μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε το αίτημα του Eker για τον λόγο ότι οι διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας δεν του παρείχαν δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας του διαμονής, ο δε τελευταίος δεν μπορούσε ούτε να στηριχθεί στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 προκειμένου να ζητήσει τη χορήγηση αδείας εργασίας καθώς και αδείας διαμονής, και τούτο εφόσον η διάταξη αυτή προϋποθέτει ένα έτος εργασίας στον ίδιο εργοδότη.
10 Με την άδεια του Verwaltungsgerichtshof Baden-Wόrttemberg, ο Eker άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht ζητώντας την επιβεβαίωση της πρωτόδικης αποφάσεως. Με την ευκαιρία αυτή, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι δικαιούται αδείας εργασίας και, ως εκ τούτου, αδείας διαμονής δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, εφόσον η διάταξη αυτή επιβάλλει απλώς να ζητείται η ανανέωση της αδείας εργασίας προκειμένου για απασχόληση στον τελευταίο εργοδότη.
Το προδικαστικό ερώτημα
11 Με διάταξη της 29ης Σεπτεμβρίου 1995, το Bundesverwaltungsgericht ανέστειλε τη σχετική διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πληροί ο Τούρκος εργαζόμενος τις προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ/Τουρκίας και στην περίπτωση κατά την οποία, κατά το πρώτο έτος απασχολήσεώς του με την άδεια των εθνικών αρχών, εργάσθηκε μεν αδιαλείπτως πλην όμως σε διαφόρους εργοδότες και επιθυμεί να συνεχίσει να απασχολείται στον τελευταίο εργοδότη του;»
Η γνώμη μου
12 Υποβάλλοντας το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 επιτρέπει στον Τούρκο εργαζόμενο να αλλάξει εργοδότη κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους απασχολήσεώς του.
13 Ο Sόleyman Eker ισχυρίζεται ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 δεν απαιτεί όπως ο Τούρκος εργαζόμενος έχει απασχοληθεί, κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους νόμιμης εργασίας του εντός κράτους μέλους, στον ίδιο εργοδότη, εφόσον η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μόνη προϋπόθεση που απαιτείται για την ανανέωση της αδείας εργασίας που έχει χορηγηθεί σε Τούρκο εργαζόμενο είναι να επιθυμεί ο ενδιαφερόμενος να συνεχίσει να απασχολείται στον τελευταίο του εργοδότη.
14 Αντιθέτως, το Vertreter des φffentlichen Interesses bei den Gerichten der allgemeinen Verwaltungsgerichtsbarkeit in Baden-Wόrttemberg, η Γερμανική, Ελληνική, Γαλλική και Αυστριακή Κυβέρνηση, η Επιτροπή καθώς και το Landsatsamt Waldshut φρονούν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 πρέπει, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου και της συνεκτικότητας του συστήματος του άρθρου 6, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος αλλάζει, κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους νόμιμης εργασίας του εντός κράτους μέλους, εργοδότη δεν μπορεί, κατά το πέρας του έτους αυτού, να θεωρείται ως πληρών τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η ανανέωση της αδείας του εργασίας.
15 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, έχει άμεσο αποτέλεσμα (5). Η διάταξη αυτή ναι μεν έχει ως αντικείμενο, ενόψει του γράμματός της, μόνο το δικαίωμα για εργασία, πλην όμως από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, στο πλαίσιο αυτού του δικαιώματος για απασχόληση, γεννάται, παραγώγως, δικαίωμα για διαμονή (6).
16 Το Δικαστήριο, με την πρόσφατη απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1994 (7), αποφάνθηκε ότι:
«η απόφαση 1/80 δεν στερεί από τα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να καθορίζουν τις προϋποθέσεις τόσο της εισόδου των Τούρκων υπηκόων στο έδαφός τους όσο και της πρώτης προσλήψεώς τους (...)».
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, δεν προβλέπει για τους Τούρκους εργαζομένους κανένα δικαίωμα εισόδου και διαμονής σε κράτος μέλος· τέτοιο δικαίωμα εξαρτάται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.
17 Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, ο Τούρκος εργαζόμενος «έχει στο κράτος μέλος αυτό μετά από ένα έτος νόμιμης απασχολήσεως, δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας εργασίας στον ίδιο εργοδότη (...)». Η διατύπωση της διατάξεως αυτής δεν είναι απολύτως σαφής (8).
Θα ήταν δυνατόν, κατά μία άποψη - όπως υποστηρίζει ο Sόleyman Eker - να εντοπισθεί στη διάταξη αυτή μια απαίτηση εξαρτώσα την ανανέωση της αδείας εργασίας από τη συνέχιση του εργασιακού δεσμού με τον εργοδότη στον οποίο ο ενδιαφερόμενος απασχολείται κατά τον χρόνο της αιτήσεως ανανεώσεως. Όμως, το γεγονός ότι γίνεται χρήση της φράσεως «ο ίδιος εργοδότης», χωρίς να διασαφηνίζεται αν αυτός ταυτίζεται, ενδεχομένως, με τον αρχικό ή τον τελευταίο εργοδότη, ή, ενδεχομένως, με οποιονδήποτε άλλον εργοδότη ο οποίος είχε προσλάβει τον εργαζόμενο για κάποια κατά το μάλλον ή ήττον μακρά περίοδο, δεν επιτρέπει μια τέτοια ερμηνεία. Αν τέτοια ήταν η πρόθεση του Συμβουλίου Συνδέσεως, τούτο θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιήσει τη διατύπωση «(...) δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας εργασίας στον τελευταίο εργοδότη (...)» προκειμένου να υπογραμμίσει την ιδέα ότι σκοπός της διατάξεως ήταν αποκλειστικώς η επιβολή μιας υποχρεώσεως υπ' αυτήν την έννοια και όχι η απαίτηση απασχολήσεως σε έναν και μόνο εργοδότη κατά το πρώτο έτος εργασίας.
18 Επομένως, φαίνεται λογικότερο η διάταξη αυτή να νοηθεί ως περιλαμβάνουσα την υποχρέωση όπως ο Τούρκος εργαζόμενος έχει απασχοληθεί, κατά το πρώτο έτος νόμιμης εργασίας του, σε ένα μόνον και τον ίδιο εργοδότη και ότι ομοίως εξακολουθεί να απασχολείται σ' αυτόν.
19 Προς στήριξη της θέσεως αυτής, πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 παρουσιάζεται ως μια κλιμακούμενη προϋπόθεση: ύστερα από ένα έτος απασχολήσεως, ο Τούρκος εργαζόμενος αποκτά το δικαίωμα να συνεχίσει να εργάζεται στον ίδιο εργοδότη· ύστερα από τρία έτη απασχολήσεως, αποκτά το δικαίωμα να ασκεί δραστηριότητα στο πλαίσιο του ίδιου επαγγέλματος, αλλά σε εργοδότη της επιλογής του, και ύστερα από ένα ακόμα έτος απασχολήσεως, αποκτά το δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως σε οποιαδήποτε έμμισθη δραστηριότητα της επιλογής του εντός του κράτους μέλους απασχολήσεως. Μέσω αυτής της κλιμακώσεως, επιδιώκεται η χορήγηση στον Τούρκο εργαζόμενο ολοέν και περισσότερο διαφοροποιημένων δικαιωμάτων, καθώς η έμμισθη δραστηριότητά του εντός κράτους μέλους επιμηκύνεται χρονικώς και, επομένως, ανάλογα με τον βαθμό ενσωματώσεώς του στο οικείο κράτος μέλος.
20 Πράγματι, σε μια πρώτη φάση, στον Τούρκο εργαζόμενο δεν παρέχεται το δικαίωμα να αναζητήσει έμμισθη δραστηριότητα εντός του οικείου κράτους μέλους. Αντιθέτως, δικαιούται να συνεχίσει να ασκεί την υπάρχουσα εργασία του εφόσον του το προτείνει ο εργοδότης του. Σε μια δεύτερη φάση, ο Τούρκος εργαζόμενος αποκτά το δικαίωμα να αναζητήσει [άλλη] απασχόληση, αλλ' αποκλειστικώς στο πλαίσιο του ίδιου επαγγέλματος. Τέλος, σε μια τρίτη φάση, ο Τούρκος εργαζόμενος αποκτά το δικαίωμα να ζητήσει ελευθέρως οποιαδήποτε έμμισθη απασχόληση εντός του κράτους μέλους. Επομένως, αν επιτρεπόταν στον Τούρκο εργαζόμενο να αλλάξει εργοδότη κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους απασχολήσεως εντός κράτους μέλους, αυτή η κλιμάκωση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 δεν θα είχε πλέον κανένα σχεδόν νόημα, εφόσον ο Τούρκος εργαζόμενος θα είχε πράγματι τη δυνατότητα, κατά το πρώτο έτος απασχολήσεως, να αναζητήσει εργασία και να αλλάξει εργοδότη, δικαίωμα που σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, θεωρείται ότι αποκτά μόνον ύστερα από τρία έτη απασχολήσεως.
21 Εξάλλου, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, δεν επιβάλλει ρητώς ότι η ανανέωση της αδείας εργασίας του Τούρκου εργαζομένου γίνεται προκειμένου για δραστηριότητα στο πλαίσιο του ιδίου επαγγέλματος. Όμως η απαίτηση αυτή απορρέει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση. Αν επιτρεπόταν, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, στον Τούρκο εργαζόμενο να αλλάξει εργοδότη κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους νόμιμης εργασίας, ο εν λόγω εργαζόμενος θα είχε επίσης τη δυνατότητα να αλλάξει επάγγελμα και, κατ' αυτό τον τρόπο, να απολαύει πριν καν από το πέρας του πρώτου έτους απασχολήσεως δικαιώματος που, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίπτωση, θα μπορούσε να αποκτήσει μόνον ύστερα από τέσσερα έτη επαγγελματικής δραστηριότητας, δηλαδή το δικαίωμα να ασκεί αμειβόμενη δραστηριότητα στο πλαίσιο οποιουδήποτε επαγγέλματος. Επομένως, η μόνη λογική εξήγηση που επιτρέπει να ανιχνευθεί ο λόγος για τον οποίο δεν έχει περιληφθεί, στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, απαίτηση σχετική με το αδιάλειπτο της ασκήσεως από τον Τούρκο εργαζόμενο του ίδιου επαγγέλματος, πρέπει να οφείλεται στο γεγονός ότι η διάταξη αυτή επιβάλλει υποχρέωση εργασίας ενός έτους στον ίδιο εργοδότη, πράγμα που καθιστά περιττή τη χωριστή πρόβλεψη υποχρεώσεως σχετικά με απασχόληση στο πλαίσιο του ίδιου επαγγέλματος.
22 Έτσι, από τη συνεκτικότητα που παρουσιάζει το σύστημα του άρθου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 προκύπτει ότι πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, να θεωρηθεί ως μια απαίτηση το ότι ο Τούρκος εργαζόμενος πρέπει να είναι, κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους νόμιμης εργασίας του, στην υπηρεσία ενός και του ίδιου εργοδότη.
23 Όπως φαίνεται, το αποτέλεσμα αυτό είναι σύμφωνο προς τη σχετική με τις διατάξεις του άρθρου 6 της αποφάσεως 1/80 νομολογία του Δικαστηρίου. Βεβαίως, το Δικαστήριο δεν χρειάσθηκε, κατά το παρελθόν, να αποφανθεί ευθέως επί του ζητήματος αν είναι ανάγκη, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, ο Τούρκος εργαζόμενος να έχει απασχοληθεί, κατά το πρώτο έτος νόμιμης εργασίας, στον ίδιο εργοδότη. Παρ' όλ' αυτά, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει, στο πλαίσιο άλλων προδικαστικών ερωτημάτων σχετικών με το άρθρο 6 της αποφάσεως 1/80 (9), ότι:
«(...) το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο Τούρκος υπήκοος ο οποίος έλαβε άδεια διαμονής στο έδαφος κράτους μέλους (...) και εργάσθηκε πλέον του έτους στον ίδιο εργοδότη έχοντας άδεια εργασίας εν ισχύι έχει δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας εργασίας του δυνάμει της διατάξεως αυτής (...)».
24 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει δεχθεί, με την απόφασή του Eroglu, σχετικά με το άρθρο 6, παράγραφος 1, ότι:
«(...) μετά ένα έτος νόμιμης εργασίας, ο Τούρκος εργαζόμενος δικαιούται ανανεώσεως της ισχύος της αδείας εργασίας του στον ίδιο εργοδότη (πρώτη περίπτωση) (...)
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 αποσκοπεί στο να εγγυάται απλώς τη συνέχεια της απασχολήσεως στην υπηρεσία του ιδίου εργοδότη και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή παρά μόνο στο μέτρο που ο Τούρκος εργαζόμενος ζητεί την παράταση της ισχύος της αδείας εργασίας του για να συνεχίσει να εργάζεται στην υπηρεσία του ιδίου εργοδότη πέραν της αρχικής περιόδου ενός έτους νόμιμης απασχολήσεως.
Τυχόν επέκταση της εφαρμογής της διατάξεως αυτής επί Τούρκου εργαζομένου ο οποίος, αφού εργάσθηκε νομίμως επί ένα έτος, άλλαξε εργοδότη και ζητεί την παράταση της ισχύος της αδείας εργασίας του για να εργασθεί στην υπηρεσία του πρώτου εργοδότη του θα επέτρεπε στον εργαζόμενο αυτό, αφενός, να αλλάξει εργοδότη δυνάμει της διατάξεως αυτής πριν παρέλθει η προβλεπόμενη στη δεύτερη περίπτωσή της προθεσμία τριών ετών και, αφετέρου, θα στερούσε από τους εργαζομένους των κρατών μελών την προτεραιότητα που τους χορηγείται δυνάμει της περιπτώσεως αυτής όταν ο Τούρκος εργαζόμενος αλλάζει εργοδότη.»
25 Κατ' αυτό τον τρόπο, στις αποφάσεις εκείνες, το Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμήσει εάν πληρούνταν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80, χρησιμοποίησε διατύπωση από την οποία καταφαίνεται ότι έκρινε ότι η διάταξη αυτή περικλείει απαίτηση σύμφωνα με την οποία ο Τούρκος εργαζόμενος πρέπει να έχει απασχοληθεί, κατά το πρώτο έτος νόμιμης εργασίας, στον ίδιο εργοδότη. Ομοίως, από την απόφαση Eroglu φαίνεται να προκύπτει ότι το Δικαστήριο εκτιμά ότι το δικαίωμα αλλαγής εργοδοτη κτάται μόνον εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση.
26 Κατά συνέπεια, η γνώμη μου είναι ότι στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί απάντηση υπό την έννοια ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο Τούρκος εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα για συνέχιση της έμμισθης δραστηριότητάς του σε εργοδότη μόνον ύστερα από ένα έτος νόμιμης αδιάλειπτης εργασίας στον ίδιο εργοδότη.
Πρόταση
27 Ενόψει των εκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
«Το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, που θεσπίστηκε στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, που υπογράφηκε στην Άγκυρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 και εγκρίθηκε επ' ονόματι της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο Τούρκος εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα για συνέχιση της έμμισθης δραστηριότητάς του σε εργοδότη μόνον ύστερα από ένα έτος νόμιμης αδιάλειπτης εργασίας στον ίδιο εργοδότη».
(1) - Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, που υπεγράφη στην Άγκυρα στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 και συνήφθη επ' ονόματι της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48).
(2) - EFT 1973, C 113, σ. 1.
(3) - Η απόφαση αυτή δεν έχει δημοσιευθεί.
(4) - Από το δανικό κείμενο δεν προκύπτει ότι πρόκειται για δραστηριότητα στο ίδιο επάγγελμα. Ωστόσο, τούτο προκύπτει από τα άλλα γλωσσικά κείμενα, π.χ., το γερμανικό: «den gleichen Beruf», το αγγλικό: «for the same occupation» και το γαλλικό: «dans la mκme profession».
(5) - Βλ. την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince (Συλλογή 1990, σ. Ι-3461).
(6) - Βλ. υποσημείωση 5.
(7) - Υπόθεση C-355/93, Eroglu (Συλλογή 1994, σ. Ι-5113).
(8) - Η διατύπωση της διατάξεως αυτής, π.χ. στο αγγλικό, γαλλικό και γερμανικό κείμενο, αντιστοιχεί στη διατύπωση του δανικού κειμένου.
(9) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-237/91, Kus (Συλλογή 1992, σ. Ι-6781).
Full & Egal Universal Law Academy