Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Περιεχόμενα
Σημείο
Α - Πραγματικά περιστατικά1
Β - Η άποψή μου επί της υποθέσεως7
Ι - Παραδεκτό του ερωτήματος7
1) Διατύπωση7
2) Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 37 στους ξεναγούς από τα άλλα κράτη μέλη9
ΙΙ - Εξέταση του ζητήματος κατά πόσον προσβάλλεται η ελευθερία παροχής υπηρεσιών13
1) Υπάρχει καταρχήν δυνατότητα παροχής υπηρεσιών;15
2) Εξέταση του ενδεχομένου προσβολής της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών (δυσμενών διακρίσεων ή περιορισμών) κατά κατηγορίες περιπτώσεων, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων παροχών υπηρεσιών16
α) Πρώτη κατηγορία περιπτώσεων17
β) Δεύτερη κατηγορία περιπτώσεων32
γ) Τρίτη κατηγορία περιπτώσεων42
ΙΙΙ - Εξέταση άλλων διατάξεων50
1) νΑρθρο 4850
2) Θεμελιώδη δικαιώματα52
ΙV - Δικαιολόγηση53
1) Γενικότερο συμφέρον54
2) Καταλληλότητα66
3) Αναγκαιότητα 68
4) Αναλογικότητα 69
Γ - Πρόταση72
Α - Πραγματικά περιστατικά
1 Το Συμβούλιο της Επικρατείας αντιμετωπίζει στην εκκρεμή ενώπιόν του διαφορά, στο πλαίσιο της οποίας έχει υποβληθεί η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ένα ζήτημα σχετικό με μια διάταξη της ελληνικής νομοθεσίας που ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις μεταξύ ξεναγών και τουριστικών γραφείων. Στην ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαδικασία ο Σύνδεσμος των εν Ελλάδι Τουριστικών και Ταξιδιωτικών Γραφείων (στο εξής: αιτών) ζητεί την ακύρωση μιας αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας της Ελληνικής Δημοκρατίας, με την οποία κηρύχθηκε εκτελεστή μια απόφαση του Δευτεροβάθμιου Διοικητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση που είχε εκδώσει κατ' εφαρμογήν του άρθρου 37 του νόμου 1545/1985 το Πρωτοβάθμιο Διοικητικό Διαιτητικό Δικαστήριο Αθηνών επί συλλογικής διαφοράς εργασίας μεταξύ του αιτούντος και της Ενώσεως Εφοπλιστών Επιβατηγών Πλοίων αφενός και του Σωματείου Διπλωματούχων Χεναγών αφετέρου. Αντικείμενο της ανωτέρω συλλογικής διαφοράς εργασίας ήταν οι όροι αμοιβής και εργασίας των ξεναγών.
2 Το προαναφερθέν άρθρο 37 του νόμου 1545/1985 έχει ως εξής: «Χεναγοί που έχουν την προβλεπόμενη άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος του ξεναγού και συμβάλλονται με τουριστικά-ταξιδιωτικά γραφεία, με μέλη της ένωσης εφοπλιστών επιβατηγών πλοίων και με τουριστικά γραφεία του εξωτερικού, άμεσα ή με τα παραρτήματα-πρακτορεία τους στην Ελλάδα, για την πραγματοποίηση τουριστικών προγραμμάτων που εκείνα οργανώνουν, συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας και υπάγονται στις σχετικές διατάξεις της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας ως προς τις σχέσεις τους με τους εργοδότες τους.»
3 Την προαναφερθείσα άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του ξεναγού αφορούσε επίσης μια παλαιότερη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου (1). Στην υπόθεση εκείνη είχε τεθεί το ερώτημα αν η Ελληνική Δημοκρατία μπορούσε να θέσει ως προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών ξεναγού που ταξιδεύει με ομάδα τουριστών προερχόμενη από άλλο κράτος μέλος, όταν η παροχή αυτή συνίσταται στην ξενάγηση των τουριστών αυτών σε χώρους πλην μουσείων και ιστορικών μνημείων, όπου η επίσκεψη επιτρέπεται μόνο με συνοδεία ειδικευμένου επαγγελματία ξεναγού, την κατοχή άδειας ασκήσεως επαγγέλματος που προϋποθέτει ορισμένη κατάρτιση πιστοποιούμενη με σχετικό δίπλωμα. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η επιβολή της προϋποθέσεως αυτής δεν ήταν νόμιμη, καθόσον συνιστούσε παράβαση του άρθρου 59 της Συνθήκης.
4 Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι κατά το άρθρο 37 η έννομη σχέση μεταξύ των ξεναγών και των τουριστικών γραφείων χαρακτηρίζεται υποχρεωτικά, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου, ως σχέση εξαρτημένης εργασίας, πράγμα που έχει ως συνέπεια την εφαρμογή των διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει αφενός στο περιεχόμενο της σχετικής εισηγητικής εκθέσεως και αφετέρου στον επιδιωκόμενο από τον νομοθέτη σκοπό. Ο σκοπός αυτός ήταν, κατά το αιτούν δικαστήριο, ο οριστικός τερματισμός των διενέξεων που είχαν ανακύψει από μακρού ήδη χρόνου μεταξύ των προαναφερθεισών κατηγοριών εργοδοτών και εργαζομένων.
5 Στην κύρια δίκη έχουν παρέμβει το Σωματείο Διπλωματούχων Χεναγών και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Χεναγών.
6 Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν το άρθρο 37 του ελληνικού νόμου αντιβαίνει προς τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ, τα οποία ρυθμίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Για τον λόγο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο το προδικαστικό ερώτημα:
«Αν η προπαρατεθείσα ρύθμισις του άρθρου 37 του νόμου 1545/1985, η οποία, επί τη συνδρομή των εν αυτή αναφερομένων προϋποθέσεων, καθιστά υποχρεωτική μεταξύ των μερών την νομικήν μορφήν της σχέσεως εξηρτημένης εργασίας - νομικήν μορφήν υπό την οποίαν κατά το συνήθως συμβαίνον παρέχονται οι υπηρεσίες των ξεναγών υπό τας αναγραφομένας εις το άρθρον τούτο προϋποθέσεις - έρχεται εις αντίθεσιν προς τα άρθρα 59 και επ. της Συνθήκης της ΕΟΚ. Εν καταφατική δε περιπτώσει, αν η ρύθμισις αυτή δικαιολογείται εκ λόγων γενικοτέρου συμφέροντος της διατηρήσεως της εργασιακής ειρήνης εις τον ευαίσθητον τομέα της παροχής των τουριστικών υπηρεσιών, διά τον οποίον η Ελληνική Πολιτεία, ως τουριστική χώρα, έχει εύλογον και δεδικαιολογημένον ενδιαφέρον να επεμβαίνει ρυθμιστικώς.»
Β - Η άποψή μου επί της υποθέσεως
7 Σύμφωνα με τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 37 του νόμου 1545/1985 αντιβαίνει προς τις διατάξεις των άρθρων 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ. Ζητείται δηλαδή η ερμηνεία και ο έλεγχος του κύρους εθνικής νομοθεσίας. Στο πλαίσιο όμως του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο ή να ελέγχει κατά πόσον το δίκαιο αυτό συμβιβάζεται με το κοινοτικό (2). Κατά πάγια νομολογία όμως, το ερώτημα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο κατά πόσον τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ έχουν την έννοια ότι κωλύουν την εφαρμογή διατάξεως η οποία - όπως η επίμαχη εν προκειμένω - χαρακτηρίζει υποχρεωτικά, υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, τις συμβατικές σχέσεις των ξεναγών ως σχέσεις εξαρτημένης εργασίας (3).
8 Η Επιτροπή αναφέρει ένα επιπλέον στοιχείο που θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο των προδικαστικών ερωτημάτων. Με τις έγγραφες παρατηρήσεις της τονίζει ότι από το κείμενο της αποφάσεως του παραπέμποντος δικαστηρίου δεν προκύπτει αν στην ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δίκη εμπλέκονται υπήκοοι άλλων κρατών μελών· επομένως, κατά την Επιτροπή, δεν είναι καν βέβαιο ότι τίθεται ζήτημα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και ότι είναι αναγκαία η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου για την έκδοση αποφάσεως. Κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα κατά πόσον το υποβαλλόμενο ερώτημα επί του κοινοτικού δικαίου είναι κρίσιμο για την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια δίκη επαφίεται καταρχήν στην κρίση του εθνικού δικαστηρίου. Το ζήτημα δε του συμβατού του άρθρου 37 προς το κοινοτικό δίκαιο αφορά το αν το άρθρο 37 είναι έγκυρο και αν μπορεί συνεπώς να εφαρμοστεί στη διαφορά της κύριας δίκης (4). Το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες είναι πρόδηλο ότι το εθνικό δικαστήριο κάνει κακή χρήση της διαδικασίας του άρθρου 177 (5). Στην παρούσα περίπτωση όμως δεν μπορεί να διαπιστωθεί προδήλως κακή χρήση της διαδικασίας αυτής. Αντίθετα, είναι πολύ πιθανό ότι ο αιτών της κύριας δίκης, ο Σύνδεσμος των εν Ελλάδι Τουριστικών και Ταξιδιωτικών Γραφείων, εκπροσωπεί και τα αλλοδαπά τουριστικά και ταξιδιωτικά γραφεία που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα. Για τον λόγο αυτό το προδικαστικό ερώτημα δεν πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο. Με το ίδιο πνεύμα άλλωστε και η Επιτροπή διατύπωσε, με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε, την άποψή της επί των προδικαστικών ερωτημάτων.
9 νΕνα άλλο σημείο στο οποίο αναφέρθηκαν οι παρεμβαίνοντες και το οποίο εξετάστηκε ενδελεχώς κατά την προφορική διαδικασία αφορά το ζήτημα αν η ρύθμιση του άρθρου 37 είναι καταρχήν δυνατό να εφαρμοστεί σε υπηκόους άλλων κρατών μελών και αν συνεπώς υφίσταται οποιοδήποτε συνδετικό στοιχείο προς το κοινοτικό δίκαιο. Επ' αυτού οι παρεμβαίνοντες δεν διατυπώνουν σαφώς την άποψή τους με το υπόμνημα των παρατηρήσεών τους. Υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει μόνο τους διπλωματούχους ξεναγούς οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα και ότι δεν εκτείνεται στους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη ξεναγούς. Οι παρεμβαίνοντες στηρίζουν την άποψή τους στο γεγονός ότι η επίμαχη ρύθμιση ισχύει μόνο για τους ξεναγούς που κατέχουν ελληνική άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και ότι η άδεια αυτή, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με την προγενέστερη απόφασή του, δεν είναι αναγκαία για τους ξεναγούς από τα άλλα κράτη μέλη που συνοδεύουν ομάδα τουριστών στην Ελλάδα. Η άδεια αυτή είναι απαραίτητη μόνο για τις ξεναγήσεις στα μουσεία και σε ιδιαίτερα σημαντικούς χώρους. Από το γεγονός δηλαδή ότι οι αλλοδαποί ξεναγοί δεν χρειάζονται οπωσδήποτε την άδεια αυτή οι παρεμβαίνοντες συνάγουν ότι το άρθρο 37, το οποίο αφορά μόνο τους ξεναγούς κατόχους της εν λόγω άδειας, δεν έχει εφαρμογή επί των αλλοδαπών ξεναγών.
10 Η ανωτέρω άποψη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Από το γεγονός ότι οι ξεναγοί από τα άλλα κράτη μέλη δεν χρειάζονται οπωσδήποτε άδεια δεν μπορεί να συναχθεί ότι δεν υπάρχουν αλλοδαποί ξεναγοί που να είναι κάτοχοι της άδειας αυτής. Εν πάση περιπτώσει δε, δεν επιτρέπεται να μην έχουν οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϋκής Ενώσεως τη δυνατότητα να λάβουν την εν λόγω άδεια. Εξάλλου, είναι πολύ πιθανό ότι οι αλλοδαποί ξεναγοί έχουν συμφέρον να είναι κάτοχοι της άδειας αυτής. Μόνον εφόσον έχουν την ειδική αυτή άδεια, μπορούν να πραγματοποιούν ξεναγήσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα και επομένως να τους ανατίθεται πλήρως η συνοδεία ομάδων τουριστών. Για τον λόγο αυτό είναι πιθανότατο ότι οι ξεναγοί που είναι κάτοχοι της εν λόγω άδειας πλεονεκτούν, στο στάδιο της προσλήψεως, έναντι των λοιπών ξεναγών, διότι το ταξιδιωτικό γραφείο έχει επίσης συμφέρον να προσλάβει ξεναγό που να μπορεί να πραγματοποιεί ξεναγήσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα. Για τον λόγο αυτόν είναι πιθανότατο ότι κάτοχοι της άδειας αυτής είναι επίσης ξεναγοί από άλλα κράτη μέλη, πράγμα που έχει ως συνέπεια την επ' αυτών εφαρμογή του άρθρου 37.
11 Το Δικαστήριο - όπως ισχυρίζονται οι παρεμβαίνοντες - δεν είναι μεν αρμόδιο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο, όμως η ίδια η Ελληνική Κυβέρνηση ομολόγησε, απαντώντας σε ερώτημα που της τέθηκε κατά την προφορική διαδικασία, ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις ενδέχεται να εφαρμοστεί το άρθρο 37 σε αλλοδαπούς. Συναφώς πρέπει να τονιστεί ότι, όταν εξετάζεται κατά πόσον προσβάλλεται μια από τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες εγγυάται η Συνθήκη, δεν έχει σημασία η έκταση της προσβολής αυτής. Προς το κοινοτικό δίκαιο αντιβαίνει η παρεμβολή ακόμη και επουσιωδών εμποδίων στις ελευθερίες αυτές (6).
12 Τέλος, ως συνδετικό στοιχείο με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να θεωρηθεί επίσης το γεγονός ότι το άρθρο 37 αναφέρει ρητώς και τα τουριστικά γραφεία του εξωτερικού ή τα παραρτήματα-πρακτορεία τους στην Ελλάδα, τα οποία συνεπώς καλύπτονται από τη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο αυτό.
13 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο, και συγκεκριμένα τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ, μπορεί καταρχήν να εφαρμοστεί εν προκειμένω. Στη συνέχεια πρέπει να εξεταστεί αν όντως υφίσταται παραβίαση της αρχής περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
14 Η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ρυθμίζεται από τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ. Κατά το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων. Κατά το δεύτερο εδάφιο, στοιχείο δδ, στις υπηρεσίες περιλαμβάνονται ιδίως οι δραστηριότητες των ελευθέρων επαγγελμάτων. Κατά το τρίτο εδάφιο του άρθρου 60, ο παρέχων υπηρεσία μπορεί να ασκήσει προσωρινά τη δραστηριότητά του στο κράτος όπου παρέχει την υπηρεσία υπό τους ίδιους όρους που επιβάλλει το κράτος αυτό στους δικούς του υπηκόους.
15 ςΟπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με την απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδος, οι δραστηριότητες ξεναγού προερχομένου από άλλο κράτος μέλος, πλην της Ελλάδος, ο οποίος συνοδεύει από το κράτος μέλος αυτό τους μετέχοντες σε οργανωμένο ταξίδι στην Ελλάδα, μπορούν να ασκηθούν υπό δύο διαφορετικά νομικά καθεστώτα. Το ταξιδιωτικό γραφείο μπορεί είτε να χρησιμοποιήσει ξεναγούς που είναι υπάλληλοί του είτε, αντίθετα, ξεναγούς που εργάζονται ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Στην πρώτη περίπτωση το ταξιδιωτικό γραφείο παρέχει τις υπηρεσίες του στους τουρίστες μέσω των ξεναγών του. Στη δεύτερη περίπτωση οι υπηρεσίες παρέχονται από τον ξεναγό στο ταξιδιωτικό γραφείο (7).
16 Αν τώρα εξετάσουμε τη ρύθμιση του άρθρου 37 υπό το πρίσμα της συμμετοχής των αλλοδαπών ξεναγών ή ταξιδιωτικών γραφείων, μπορούμε να διακρίνουμε ορισμένες κατηγορίες περιπτώσεων, στις οποίες οι υπηρεσίες παρέχονται υπό διαφορετικές μορφές και άρα τα παρεμβαλλόμενα προσκόμματα μπορούν να προσλάβουν διάφορες μορφές.
17 Η πρώτη κατηγορία περιπτώσεων στην οποία θα ήθελα να αναφερθώ είναι η εξετασθείσα ήδη στην προγενέστερη απόφαση του Δικαστηρίου. υΕνας ξεναγός από άλλο κράτος μέλος, ο οποίος ασκεί τη δραστηριότητά του για λογαριασμό ταξιδιωτικού γραφείου που είναι επίσης εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος εκτός Ελλάδας, φθάνει στην Ελλάδα με ομάδα τουριστών, οι οποίοι μετέχουν σε οργανωμένο ταξίδι προς τη χώρα αυτή. Για να έχει στην περίπτωση αυτή εφαρμογή το επίμαχο εν προκειμένω άρθρο 37, πρέπει να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι ο ξεναγός είναι κάτοχος σχετικής άδειας. ςΟπως έχει δεχθεί ήδη το Δικαστήριο, την εν λόγω δραστηριότητα μπορεί να ασκήσει επίσης ξεναγός εργαζόμενος ως ελεύθερος επαγγελματίας. Στην περίπτωση αυτή ο ξεναγός, ο οποίος συνοδεύει την ομάδα των τουριστών στην Ελλάδα, παρέχει υπηρεσίες στο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος ταξιδιωτικό γραφείο. Τόπος της παροχής των υπηρεσιών είναι στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα. Συναφώς, δεν έχει καμία σημασία αν ο παρέχων την υπηρεσία και ο αποδέκτης της υπηρεσίας είναι εγκατεστημένοι στο ίδιο κράτος μέλος. Η οριοθέτηση του καθ' ύλη πεδίου εφαρμογής των άρθρων 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να γίνει με βάση το πρότυπο μιας κοινής αγοράς, εντός της οποίας όλες οι εντός της Κοινότητας οικονομικές δραστηριότητες πρέπει να είναι ελεύθερες παντός περιορισμού οφειλομένου στην ιθαγένεια ή τον τόπο της κατοικίας. ςΟσον αφορά τις δραστηριότητες τις οποίες το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, αντιδιαστέλλει προς τις παροχές υπηρεσιών και οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο άλλων ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη, η ελευθερία παροχής υπηρεσιών καλύπτει, εν πάση περιπτώσει, τη διασυνοριακή ανταλλαγή «προϋόντων» που δεν είναι είναι «εμπορεύματα» (8). Κατά συνέπεια, το άρθρο 59 εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες ο παρέχων υπηρεσίες παρέχει τις υπηρεσίες αυτές εντός άλλου κράτους μέλους από αυτό στο οποίο είναι εγκατεστημένος, και μάλιστα ασχέτως του τόπου εγκαταστάσεως των αποδεκτών των υπηρεσιών αυτών (9).
18 Κατά συνέπεια, στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, υπό την έννοια των άρθρων 59 επ., άρα πρέπει επίσης να εξεταστεί κατά πόσον υφίσταται περιορισμός της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
19 Συναφώς πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, η διαμόρφωση της έννομης σχέσεως ως σχέσεως εξαρτημένης εργασίας ανταποκρίνεται στον συνήθη χαρακτήρα της παροχής των υπηρεσιών των ξεναγών προς τα τουριστικά γραφεία κατά την πραγματοποίηση των οργανωμένων προγραμμάτων των γραφείων αυτών. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει συναφώς ορισμένα κριτήρια, τα οποία αποτελούν, κατά τους ερμηνευτές του εργατικού δικαίου και τη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, τα κύρια χαρακτηριστικά της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, όπως είναι π.χ. το γεγονός ότι ο χρόνος και το αντικείμενο της παροχής υπηρεσιών διαμορφώνονται δεσμευτικά για τον ξεναγό. Για τον λόγο αυτό, η υποχρεωτικά καθιερούμενη νομική μορφή της σχέσης εξαρτημένης εργασίας αποτελεί πράγματι τη νομική μορφή υπό την οποία παρέχονται, κατά το συνήθως συμβαίνον, οι υπηρεσίες των ξεναγών υπό τις περιγραφόμενες ανωτέρω συνθήκες. Και οι παρεμβαίνοντες τονίζουν την τεχνική, οικονομική και προσωπική εξάρτηση που χαρακτηρίζει την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών κατά την πραγματοποίηση οργανωμένων ταξιδιών. Κατά τους παρεμβαίνοντες, ως μισθωτός χαρακτηρίζεται και όποιος έχει πρσληφθεί για την ίδια περίοδο από πλείονες εργοδότες. Η Ελληνική Κυβέρνηση υπογραμμίζει επίσης ότι έχει επιβεβαιωθεί κατ' επανάληψη νομολογιακώς ότι η έννομη σχέση μεταξύ ξεναγών και τουριστικών γραφείων κατά την πραγματοποίηση οργανωμένων ταξιδιών αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά το ελληνικό δίκαιο.
20 Στο σημείο αυτό θα ήθελα να τονίσω ότι τα εκτιθέμενα ανωτέρω αφορούν τα κριτήρια του ελληνικού εργατικού δικαίου και την έννοια του μισθωτού εργαζομένου κατά το ελληνικό δίκαιο. Επιπλέον, τα ανωτέρω εκτεθέντα στηρίζονται στη μορφή που επιλέγεται συνήθως στην Ελλάδα για την επίμαχη συμβατική σχέση. Δεν μπορεί όμως να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο ότι σε άλλα κράτη μέλη η σχέση αυτή διαμορφώνεται αλλιώς και μάλιστα κατά τρόπο ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως σχέση παροχής υπηρεσιών. Ακόμη και στην Ελλάδα η σχέση αυτή μπορεί να διαμορφωθεί διαφορετικά, κατά τρόπο ώστε να μην ανταποκρίνεται στη συνήθη μορφή της. Επιπλέον, υφίστανται επίσης ορισμένες άλλες υπηρεσίες - ως παράδειγμα ο ενάγων ανέφερε κατά την προφορική διαδικασία τους διερμηνείς ή τους διδάσκοντες ξένες γλώσσες - που παρέχονται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, χωρίς όμως να παρέχονται πάντοτε στο πλαίσιο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι κατά την πραγματοποίηση οργανωμένων ταξιδιών η σχέση μεταξύ ξεναγού και τουριστικού γραφείου πρέπει να χαρακτηρίζεται πάντοτε ως σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως ρητά δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση που εξέδωσε στην προηγούμενη συναφή υπόθεση, κατά την πραγματοποίηση των οργανωμένων ταξιδιών οι ξεναγοί μπορούν να εργάζονται είτε ως ελεύθεροι επαγγελματίες - δηλαδή στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών - είτε ως μισθωτοί. ίΟσον αφορά το γεγονός ότι, όπως ισχυρίστηκε η Ελληνική Κυβέρνηση, τα ελληνικά δικαστήρια έχουν κατ' επανάληψη επιβεβαιώσει ότι οι σχετικές συμβάσεις έχουν τον χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, πρέπει να τονιστεί ότι - όπως προκύπτει άλλωστε από τους εν λόγω ισχυρισμούς - τα δικαστήρια αυτά κατέληξαν πάντοτε στο συμπέρασμα αυτό μετά την εξέταση της συγκεκριμένης υποθέσεως βάσει ορισμένων κριτηρίων. Δεν θεωρήθηκε δηλαδή εξαρχής ως δεδομένο ότι η υπό εξέταση σχέση αποτελούσε σχέση εξαρτημένης εργασίας.
21 Στο σημείο αυτό η Ελληνική Κυβέρνηση τονίζει ότι στην πράξη ο ξεναγός δεν έχει στην Ελλάδα σχεδόν καμία δυνατότητα να ασκήσει το επάγγελμά του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η Ελλάδα βρίθει από σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους, οι οποίοι είναι εγκατεσπαρμένοι σε ολόκληρη την επικράτεια και δεν βρίσκονται οπωσδήποτε κοντά σε κατοικημένες περιοχές ή πόλεις. Κατά συνέπεια, είναι αδύνατη η εγκατάσταση ξεναγών σε κάθε έναν από τους χώρους αυτούς. Εξάλλου, οι ξεναγοί δεν διαθέτουν την οργανωτική υποδομή για να διακινούν μόνοι τους ξεναγήσεις τουριστών στους χώρους αυτούς. Για τον λόγο αυτό είναι αναγκασμένοι να συνεργάζονται με ταξιδιωτικά και τουριστικά γραφεία. Σχετικά με τα αναφερόμενα ανωτέρω από την Ελληνική Κυβέρνηση θα πρέπει να ειπωθεί ότι αυτό συμβαίνει ίσως στις περισσότερες περιπτώσεις. Εντούτοις, ένας ξεναγός στην Ελλάδα έχει καταρχήν τη δυνατότητα να ασκεί το επάγγελμά του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας. Εν πάση περιπτώσει δε, σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάζονται εν προκειμένω πρόκειται για τη δραστηριότητα που αναπτύσσει ο ξεναγός για λογαριασμό ταξιδιωτικού γραφείου κατά την πραγματοποίηση οργανωμένου ταξιδιού. Ο ξεναγός πρέπει, ακόμη και στην περίπτωση αυτή, να έχει τη δυνατότητα να συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Το αν τελικά δεν θα προβεί στη σύναψη αυτή για πρακτικούς λόγους πρέπει να επαφίεται στον ίδιο. Το αποφασιστικό στοιχείο είναι αν είχε τουλάχιστον την εν λόγω δυνατότητα.
22 Για τον λόγο αυτό οι διατάξεις περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών έχουν εφαρμογή στην προκειμένη κατηγορία περιπτώσεων.
23 Κατόπιν αυτού πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 37 περιορίζει, στις περιπτώσεις αυτές, την ελευθερία παροχής υπηρεσιών του ξεναγού προς το ταξιδιωτικό γραφείο. Δεδομένου ότι κατά το άρθρο 60, τρίτο εδάφιο, οι υπηρεσίες πρέπει να παρέχονται υπό τις ίδιες προϋποθέσεις που ισχύουν για τους ημεδαπούς, απαγορεύονται όλες οι διακρίσεις λόγω ιθαγένειας. Στην προκειμένη περίπτωση δεν φαίνεται να υπάρχει καμία τέτοια πρόδηλη διάκριση, διότι το άρθρο 37 δεν κάνει καμία διάκριση ανάλογα με την ιθαγένεια των ξεναγών.
24 Θα μπορούσε όμως να υφίσταται συγκαλυμμένη διάκριση. Τέτοια διάκριση υπάρχει όταν εφαρμόζονται άλλα κριτήρια, μη στηριζόμενα στην ιθαγένεια, τα οποία όμως καταλήγουν στην πράξη σε δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των υπηκόων άλλων κρατών μελών (10).
25 Εν πάση περιπτώσει, στις υπό εξέταση περιπτώσεις δεν φαίνεται να υπάρχει ούτε καν μια τέτοια συγκαλυμμένη διάκριση, αφού η ρύθμιση του άρθρου 37 δεν προβλέπει κανένα κριτήριο διαφοροποιήσεως. Αντίθετα, η ρύθμιση αυτή ισχύει για όλους αδιακρίτως τους ξεναγούς που είναι κάτοχοι άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Κατά τους παρεμβαίνοντες και την Ελληνική Κυβέρνηση, το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω ούτε προσβολή της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών.
26 Θα ήθελα πάντως να τονίσω ότι το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαιτεί μόνο την κατάργηση κάθε δυσμενούς διακρίσεως που υφίσταται ο παρέχων υπηρεσίες λόγω της ιθαγένειάς του, αλλά επίσης την κατάργηση κάθε περιορισμού - ακόμη και αν ο περιορισμός αυτός ισχύει αδιακρίτως τόσο για τους ημεδαπούς παρέχοντες υπηρεσίες όσο και για τους παρέχοντες υπηρεσίες από τα άλλα κράτη μέλη - οσάκις αυτός μπορεί να καταστήσει αδύνατη ή να παρεμποδίσει την άσκηση των δραστηριοτήτων του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (11). ηΟπως ορθά τόνισαν η Επιτροπή και ο αιτών, η ρύθμιση του άρθρου 37 περιορίζει πλήρως την ελευθερία παροχής υπηρεσιών των ξεναγών από τα άλλα κράτη μέλη (12). Το γεγονός ότι η παροχή του αλλοδαπού ξεναγού που συνοδεύει ομάδα τουριστών στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται αναγκαστικά ως σχέση εξαρτημένης εργασίας υπό την έννοια του ελληνικού εργατικού δικαίου αποστερεί παντελώς τον ξεναγό αυτόν από τη δυνατότητα να ασκεί το επάγγελμά του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας και συνεπώς από τη δυνατότητα να παρέχει υπηρεσίες. Ο αιτών τονίζει με έμφαση ότι δεν υπάρχει δυνατότητα συνάψεως συμβάσεως παροχής υπηρεσιών, ακόμη και αν το επιθυμούν αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι. Επιπλέον, τονίζει ορθώς ότι το Δικαστήριο, με την απόφασή του επί της προγενέστερης συναφούς υποθέσεως, είχε ρητώς αναφερθεί στο δικαίωμα παροχής υπηρεσιών από «ανεξάρτητους ξεναγούς». Σε τελική ανάλυση, ανεξαρτήτως της μορφής που προσδίδεται στη σύμβαση, η σύμβαση αυτή χαρακτηρίζεται πλέον ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά το ελληνικό δίκαιο, πράγμα που επιβάλλει στους εργοδότες και στους εργαζόμενους τις ανάλογες υποχρεώσεις.
27 Τόσο η Ελληνική Κυβέρνηση όσο και οι παρεμβαίνοντες υπογραμμίζουν συναφώς ότι οι αλλοδαποί ξεναγοί εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να συνοδεύουν ομάδες τουριστών στην Ελλάδα ως ανεξάρτητοι ξεναγοί. Η δυνατότητα αυτή διαπιστώθηκε και με την προγενέστερη συναφή απόφαση του Δικαστηρίου, κατά την οποία πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλίζεται η δυνατότητα αυτή. Συμφωνώ με τους ανωτέρω ισχυρισμούς των παρεμβαινόντων και της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αναιρούν πάντως το γεγονός ότι ο αλλοδαπός ξεναγός που είναι κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος μπορεί να εργαστεί στην Ελλάδα μόνο υπό το καθεστώς σχέσεως εξαρτημένης εργασίας. Συνεπώς, παρεμποδίζεται πλήρως η ελευθερία του να παρέχει τις υπηρεσίες του, αφού δεν έχει πλέον καμία πρόσβαση στην ελληνική αγορά παροχής υπηρεσιών (13).
28 πΟσον αφορά την υπό εξέταση πρώτη αυτή κατηγορία περιπτώσεων, πρέπει επίσης να εξεταστεί μια άλλη παροχή υπηρεσιών που θα μπορούσε ενδεχομένως να παρακωλύεται. Πρόκειται για την παροχή υπηρεσιών από το ταξιδιωτικό γραφείο προς τους τουρίστες. Στην προγενέστερη συναφή υπόθεση το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η ελευθερία των ταξιδιωτικών γραφείων να παρέχουν υπηρεσίες παρακωλύεται από το γεγονός ότι δεν μπορούν να αναθέτουν τη συνοδεία των τουριστών στην Ελλάδα σε δικούς τους ξεναγούς από τη χώρα τους (14). Οι περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως είναι διαφορετικές, μπορεί όμως να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η παροχή υπηρεσιών από τα ταξιδιωτικά γραφεία παρεμποδίζεται και εδώ. Στην προκειμένη περίπτωση δηλαδή επιβάλλεται στα γραφεία αυτά η απαγόρευση συνάψεως συμβάσεως παροχής υπηρεσιών με τον κάτοχο της άδειας ξεναγό που θα συνοδεύσει την ομάδα τουριστών. Αντίθετα, η σχέση τους χαρακτηρίζεται υποχρεωτικά ως σχέση εξαρτημένης εργασίας υπό την έννοια του ελληνικού δικαίου.
29 Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα ταξιδιωτικά γραφεία ως αποδέκτες των υπηρεσιών των ξεναγών θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι υφίστανται περιορισμούς όσον αφορά την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών αυτών. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, όσον αφορά τα δικαιώματα των αποδεκτών των υπηρεσιών, ότι οι αποδέκτες αυτοί είναι ελεύθεροι να μεταβαίνουν σε άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να αποδεχθούν τις υπηρεσίες (15). Επιπλέον, το Δικαστήριο εξέτασε, με την απόφαση που εξέδωσε επί της προγενέστερης συναφούς υποθέσεως, αν θίγονταν οι τουρίστες. Η κρισιμότητα του ζητήματος αυτού δεν θα μπορούσε να οφείλεται παρά μόνο στο γεγονός ότι οι τουρίστες ήσαν αποδέκτες παροχής υπηρεσιών (16).
30 Στην προκειμένη περίπτωση δεν παρακωλύεται βέβαια η ελεύθερη κυκλοφορία του ταξιδιωτικού γραφείου ως αποδέκτη των υπηρεσιών, σκοπός της οποίας είναι η αποδοχή των υπηρεσιών, αλλά ο αποδέκτης αυτός δεν έχει καμία πλέον δυνατότητα να αποδεχθεί τις υπηρεσίες, διότι η παροχή υπηρεσιών αποκλείεται λόγω του άρθρου 37. Στην περίπτωση αυτή ο αποδέκτης της παροχής υπηρεσιών πρέπει να μπορεί να επικαλεστεί την ελευθερία παροχής υπηρεσιών.
31 Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδος το Δικαστήριο διαπίστωσε επιπλέον ότι αποτελεί μειονέκτημα για τους τουρίστες το γεγονός ότι δεν έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ του δικού τους αλλοδαπού συνοδού και ενός ςΕλληνα ξεναγού. Το μειονέκτημα αυτό δεν υφίσταται εν προκειμένω, διότι οι τουρίστες εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν τον αλλοδαπό ξεναγό ή έναν νΕλληνα ξεναγό ο οποίος δεν έχει συμβατική δέσμευση προς ταξιδιωτικό γραφείο (17). Από τη διαμόρφωση της σχέσεως ως σχέσεως εξαρτημένης εργασίας ή ως σχέσεως παροχής υπηρεσιών δεν προκύπτει εκ πρώτης όψεως κανένα μειονέκτημα για τους τουρίστες. Αν, για λόγους αναγόμενους στο ελληνικό εργατικό δίκαιο και στη συνακόλουθη διαμόρφωση των συμβάσεων εργασίας, προέκυπτε τέτοιο μειονέκτημα, το ελληνικό δικαστήριο θα όφειλε να το εξετάσει και να το αξιολογήσει αναλόγως ως μειονέκτημα.
32 Αντιπροσωπευτική της δεύτερης κατηγορίας περιπτώσεων την οποία θεωρώ ότι πρέπει να εξετάσουμε είναι η περίπτωση στην οποία ένας ξεναγός από άλλο κράτος μέλος, κάτοχος άδειας κατά το άρθρο 37, συνάπτει στην Ελλάδα με ελληνικό ή αλλοδαπό ταξιδιωτικό γραφείο σύμβαση για την πραγματοποίηση οργανωμένου ταξιδιού. Στην περίπτωση αυτή υφίσταται επίσης παροχή υπηρεσιών του ξεναγού προς το ταξιδιωτικό γραφείο. Η παροχή αυτή μπορεί χωρίς κανένα πρόβλημα να χαρακτηριστεί ως παροχή υπηρεσιών υπό την έννοια του άρθρου 59, διότι ο ξεναγός παρέχει τις υπηρεσίες του εντός άλλου κράτους μέλους και όχι εντός του κράτους κατοικίας του. Συναφώς, δεν έχει καμία σημασία ο τόπος στον οποίο έχει την έδρα του το ταξιδιωτικό γραφείο.
33 Ούτε εδώ μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται πρόδηλη δυσμενής διάκριση. Ο αιτών πάντως ισχυρίζεται ότι το άρθρο 37 καταλήγει σε συγκαλυμμένη δυσμενή διάκριση των αλλοδαπών ξεναγών λόγω ιθαγένειας. Εξάλλου, το ενδεχόμενο αυτό επισημαίνεται επίσης από την Επιτροπή. Ο αιτών και η Επιτροπή θεωρούν ως δεδομένο ότι λόγω της διαμορφώσεως της σχέσεως ως σχέσεως εξαρτημένης εργασίας ο ξεναγός είναι αναγκασμένος, ως μισθωτός, να είναι καθημερινά παρών στον τόπο της έδρας του ταξιδιωτικού γραφείου ή στον τόπο της παροχής των υπηρεσιών. Για την εκπλήρωση δηλαδή μιας τέτοιας συμβάσεως εργασίας στην Ελλάδα, είναι αναγκαίο να μεταφέρει ο ξεναγός την κατοικία του στην Ελλάδα. Επειδή όμως στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών λαμβάνονται υπόψη μόνο οι προσωρινώς ασκούμενες δραστηριότητες στην Ελλάδα, είναι αδύνατη υπό τις προϋποθέσεις αυτές η εκτέλεση συμβάσεως εργασίας στην Ελλάδα. Για πρακτικούς λόγους είναι αδύνατον να έχει ο ξεναγός κατοικία στην Ελλάδα για την περιστασιακή εργασία του στη χώρα αυτή και ταυτόχρονα να διατηρεί την κατοικία του - για την κύρια απασχόλησή του - στο κράτος καταγωγής του. Τούτο επιτείνεται επίσης, κατά τον αιτούντα, από το γεγονός ότι - όπως ισχυρίστηκε ο αιτών, χωρίς να αντικρουστεί, κατά την προφορική διαδικασία - επί του παρόντος δεν προβλέπεται στην Ελλάδα για τους ξεναγούς κανένα κατώτατο όριο μηνιαίου μισθού. Επομένως, το άρθρο 37 οδηγεί σε δυσμενή διάκριση των ξεναγών που δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα. Επειδή συνήθως στην κατηγορία αυτή ανήκουν υπήκοοι άλλων κρατών μελών, το άρθρο 37 οδηγεί επίσης, κατά τον αιτούντα και την Επιτροπή, σε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας.
34 Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τους ανωτέρω ισχυρισμούς. Το γεγονός και μόνο ότι απαγορεύεται πλήρως σε όλους τους κατέχοντες άδεια ξεναγούς να παρέχουν υπηρεσίες κατά την πραγματοποίηση οργανωμένων ταξιδιών αποκλείει εξ αρχής τη δυνατότητα υπάρξεως διακρίσεων από άποψη ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Για τον λόγο αυτό, η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται περισσότερο για τους ξεναγούς από τα άλλα κράτη μέλη απ' ό,τι για τους ςΕλληνες ξεναγούς. Οι ισχυρισμοί του αιτούντος και της Επιτροπής αφορούν μάλλον τη δραστηριότητα που αναπτύσσουν οι ξεναγοί υπό καθεστώς που χαρακτηρίζεται υποχρεωτικά ως σχέση εξαρτημένης εργασίας. Δηλαδή εδώ πρόκειται για τη δυνατότητα των αλλοδαπών ξεναγών να εργάζονται ως μισθωτοί στην Ελλάδα, άρα τίθεται ζήτημα ελεύθερης κυκλοφορίας κατά το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ.
35 Ο αιτών και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το άρθρο 37, ορίζοντας ότι πρόκειται υποχρεωτικά για σχέση εξαρτημένης εργασίας, παρακωλύει τη δραστηριότητα των αλλοδαπών ξεναγών ακόμη και από άποψη ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Φρονώ ότι ο ανωτέρω συλλογισμός δεν είναι και πολύ πειστικός. Η υποχρέωση παρουσίας του ξεναγού στον τόπο παροχής κατά τον χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του θα ήταν αναγκαία ακόμη και στο πλαίσιο σχέσεως παροχής υπηρεσιών. Από την άποψη αυτή, η διαμόρφωση της επίμαχης σχέσεως ως σχέσεως εξαρτημένης εργασίας δεν έχει ως συνέπεια περαιτέρω επιβάρυνση του αλλοδαπού ξεναγού. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί στο σημείο αυτό να γίνει δεκτό ότι υφίστανται δυσμενή διάκριση όσοι από τους ξεναγούς δεν είναι ιΕλληνες.
36 Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί πάντως ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ερμηνεύσει τη ρύθμιση του εσωτερικού δικαίου που διέπει τη σύμβαση εργασίας. ςΟπως προκύπτει από την απόφαση Bosman, οι κανόνες που επηρεάζουν άμεσα την πρόσβαση στην αγορά εργασίας άλλων κρατών μελών μπορούν να παρακωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων (18).
37 Το προδικαστικό ερώτημα δεν αναφέρει μεν το άρθρο 48, αλλά, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το εύρος του ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο καθορίζεται σε συνάρτηση με την ανάγκη να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο χρήσιμη απάντηση για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στην ενώπιόν του διαδικασία (19). Επειδή εν προκειμένω έχει σημασία για το αιτούν δικαστήριο να προσδιοριστεί κατά πόσον το άρθρο 37 αντιβαίνει προς διάταξη του κοινοτικού δικαίου, πρέπει επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο παραβάσεως του άρθρου 48.
38 Επιπλέον, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι η ελευθερία του ξεναγού να παρέχει τις υπηρεσίες του περιορίζεται από το γεγονός ότι δεν έχει τη δυνατότητα να συνάπτει σύμβαση παροχής υπηρεσιών με τα ταξιδιωτικά γραφεία για την πραγματοποίηση οργανωμένων ταξιδιών. Επομένως, αποστερείται πλήρως τη δυνατότητα να παρέχει υπηρεσίες.
39 Ο αιτών ισχυρίζεται επιπλέον ότι το συμπέρασμα περί προσβολής της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών συνάγεται επίσης κατ' ανάλογη εφαρμογή της γενικής αρχής που περιέχεται στην απόφαση Bosman και κατά την οποία προσβάλλεται η ελεύθερη κυκλοφορία, όταν παρακωλύεται η πρόσβαση στην αγορά εργασίας άλλου κράτους μέλους (20). Από τους ισχυρισμούς του αιτούντος δεν προκύπτει σαφώς πώς πρέπει να γίνει η ανάλογη αυτή εφαρμογή. Το ζήτημα εν προκειμένω είναι κατά πόσον περιορίζεται η πρόσβαση στην αγορά παροχής υπηρεσιών του άλλου κράτους μέλους. Στην προκειμένη περίπτωση όντως περιορίζεται, διότι δεν είναι πλέον δυνατή η παροχή υπηρεσιών. Η προτεινόμενη από τον αιτούντα ανάλογη εφαρμογή δεν είναι όμως αναγκαία. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί, όσον αφορά επίσης τον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ότι τα μέτρα που παρακωλύουν άμεσα την πρόσβαση στην αγορά παροχής υπηρεσιών των άλλων κρατών μελών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 (21). Για τον λόγο αυτό δεν είναι αναγκαία η ανάλογη εφαρμογή της νομολογίας που έχει διαμορφωθεί σε σχέση με το άρθρο 48.
40 Στην περίπτωση κατά την οποία ο ξεναγός που έχει ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους συνάπτει σύμβαση με ταξιδιωτικό γραφείο που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος και όχι στην Ελλάδα, η παροχή υπηρεσιών του ταξιδιωτικού γραφείου προς τους τουρίστες στην Ελλάδα θα μπορούσε επίσης να αποτελεί παροχή υπηρεσιών κατά το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ. Τούτο συμβαίνει επειδή το ταξιδιωτικό γραφείο, το οποίο δεν είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα, παρέχει διασυνοριακές υπηρεσίες. Ούτε σε σχέση με τις παροχές των υπηρεσιών αυτών μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίστανται διακρίσεις, αφού στα ελληνικά και στα αλλοδαπά ταξιδιωτικά γραφεία δεν εφαρμόζονται διαφορετικές ρυθμίσεις ούτε γίνεται καμία διάκριση μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει πάντως να ειπωθεί ότι η ελευθερία του ταξιδιωτικού γραφείου να παρέχει τις υπηρεσίες του περιορίζεται από το γεγονός ότι δεν είναι σε θέση να συνάψει σύμβαση παροχής υπηρεσιών με τον ανάλογο ξεναγό. Για τον λόγο αυτό το ταξιδιωτικό γραφείο μπορεί - όπως εξήγησα ανωτέρω σε σχέση με την πρώτη κατηγορία περιπτώσεων - να ισχυριστεί επίσης, ως αποδέκτης των υπηρεσιών του ξεναγού, ότι υφίσταται περιορισμούς όσον αφορά την ελευθερία παροχής υπηρεσιών. Σχετικά με το ζήτημα των προϋποθέσεων υπό τις οποίες τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα ταξιδιωτικά γραφεία μπορούν να επικαλούνται έναντι της Ελληνικής Πολιτείας την ελευθερία παροχής των υπηρεσιών τους παραπέμπω στις παρατηρήσεις που αναπτύσσω κατωτέρω (22) σε σχέση με την τρίτη κατηγορία περιπτώσεων.
41 νΟσον αφορά το ενδεχόμενο υπάρξεως μειονεκτήματος για τους τουρίστες, θα ήθελα να παραπέμψω στις σκέψεις που ανέπτυξα σχετικά με την πρώτη κατηγορία περιπτώσεων (23).
42 Τέλος, θα ήθελα να εξετάσω την περίπτωση του υΕλληνα ξεναγού που συνοδεύει, για λογαριασμό αλλοδαπού ταξιδιωτικού γραφείου, τουρίστες που πραγματοποιούν στην Ελλάδα οργανωμένο ταξίδι. Και για τον ξεναγό αυτόν ισχύει υποχρεωτικά η προβλεπόμενη από το άρθρο 37 μορφή της συμβάσεως εργασίας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι ο ξεναγός αυτός είναι κάτοχος της ανάλογης άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Ο ξεναγός παρέχει και στην περίπτωση αυτή υπηρεσίες υπό την έννοια του άρθρου 59. Παρέχει υπηρεσίες στο αλλοδαπό ταξιδιωτικό γραφείο, το οποίο, προσωποποιούμενο από τους τουρίστες, διαβαίνει τα σύνορα και μεταβαίνει στην Ελλάδα για να αποδεχθεί τις υπηρεσίες αυτές.
43 ςΟσον αφορά το ζήτημα της προφανούς και συγκαλυμμένης διακρίσεως, θα ήθελα να παραπέμψω στα όσα εξέθεσα σε σχέση με τις προηγούμενες κατηγορίες περιπτώσεων (24).
44 πΟσον αφορά γενικά τον περιορισμό της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται και στην προκειμένη περίπτωση, διότι η δυνατότητα του ξεναγού να παρέχει υπηρεσίες στο πλαίσιο του άρθρου 59 παρακωλύεται πλήρως. Το ταξιδιωτικό γραφείο που είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος μπορεί στην περίπτωση αυτή να επικαλεστεί, ως αποδέκτης των υπηρεσιών, την ελευθερία παροχής υπηρεσιών (25). Εν προκειμένω είναι αμφίβολο κατά πόσον ο οΕλληνας ξεναγός μπορεί και αυτός να επικαλεστεί έναντι της Ελληνικής Πολιτείας το δικαίωμά του προς ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών του. Κατά πάγια νομολογία, η δυνατότητα αυτή υφίσταται όταν ο αποδέκτης των παρεχομένων υπηρεσιών είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος (26).
45 Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω, αφού οι υπηρεσίες παρέχονται σε ταξιδιωτικό γραφείο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος. Αυτό που έχει δηλαδή σημασία είναι η ύπαρξη ενός διασυνοριακού στοιχείου. Για τον λόγο αυτό δεν έχει σημασία άλλωστε ότι οι υπηρεσίες παρέχονται στην Ελλάδα, διότι, αν εξεταστούν οι πραγματικές περιστάσεις της παροχής των υπηρεσιών, διαπιστώνεται ότι τις υπηρεσίες αποδέχονται οι τουρίστες, οι οποίοι διαβαίνουν προς τούτο τα σύνορα για λογαριασμό του ταξιδιωτικού γραφείου.
46 Κατά συνέπεια, στις περιπτώσεις αυτές ο ξεναγός μπορεί να επικαλεστεί έναντι της Ελληνικής Πολιτείας το δικαίωμά του προς ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
47 Στο σημείο αυτό πρέπει να εξεταστεί και πάλι η παροχή υπηρεσιών από το ταξιδιωτικό γραφείο προς τους τουρίστες, η οποία παρακωλύεται από το γεγονός ότι το ταξιδιωτικό γραφείο δεν μπορεί πλέον να επιλέξει ελεύθερα κατά πόσον θα συνάψει με τους ξεναγούς που προσλαμβάνει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή σύμβαση παροχής υπηρεσιών.
48 Ούτε στην περίπτωση αυτή θεωρώ ότι υφίσταται παρακώλυση των τουριστών. Αν υπάρχουν λόγοι, τους οποίους δεν γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλ' οι οποίοι ανάγονται στα δεδομένα της Ελλάδος και καθιστούν αναγκαία την εξέταση του ενδεχομένου να υπάρχει τέτοια παρακώλυση, η εξέταση αυτή απόκειται στο εθνικό δικαστήριο.
49 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 37 οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις και υπό πολλές περιστάσεις σε περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από ξεναγούς ή ταξιδιωτικά γραφεία.
50 Ο αιτών ισχυρίζεται επιπλέον ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 48. Κατά την άποψή του, το γεγονός ότι οποιαδήποτε περιστασιακή εργασία πρέπει υποχρεωτικά να έχει τη νομική μορφή της συμβάσεως μισθωτών υπηρεσιών συνεπάγεται επίσης την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Αν όμως η εργασία στην Ελλάδα είναι περιστασιακή και μόνο, τότε ο ξεναγός διατηρεί την κατοικία του και την κύρια απασχόλησή του σε άλλο κράτος μέλος. Αυτό σημαίνει ότι ο ξεναγός υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και αυτού του άλλου κράτους μέλους. Οι ασφαλιστικές εισφορές στην Ελλάδα δεν του παρέχουν συνεπώς καμία συμπληρωματική ασφαλιστική προστασία, οπότε πρέπει να θεωρηθούν ασυμβίβαστες με το άρθρο 48. Συναφώς, ο αιτών επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kemmler (27). Το ασυμβίβαστο αυτό επιτείνεται, κατά τον αιτούντα πάντοτε, από το γεγονός ότι εισφορές καταβάλλει και ο εργοδότης. Αν ο εργοδότης δεν κατέβαλλε τέτοιες εισφορές, θα ήταν σε θέση να προσφέρει υψηλότερη αμοιβή στον ξεναγό, πράγμα απαραίτητο για να προσελκύσει τον εγκατεστημένο εκτός Ελλάδας ξεναγό, ο οποίος πρέπει να μεταφέρει την κατοικία του στην Ελλάδα, για να μπορέσει να εργαστεί στη χώρα αυτή.
51 Το πρόβλημα εν προκειμένω δεν είναι ότι ο ξεναγός είναι ενδεχομένως αναγκασμένος να καταβάλλει διπλές εισφορές, αλλ' ότι η έννομη σχέση του διαμορφώνεται υποχρεωτικά ως σχέση εξαρτημένης εργασίας. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν και ξεναγοί που εργάζονται εκουσίως ως μισθωτοί στην Ελλάδα. Για τους ξεναγούς αυτούς τίθεται επίσης, υπό ορισμένες περιστάσεις, το πρόβλημα ότι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν διπλές ασφαλιστικές εισφορές. Το πρόβλημα όμως αυτό δεν ανακύπτει λόγω του άρθρου 37, διότι δεν αφορά μόνο τον περιορισμένο τομέα των δραστηριοτήτων των ξεναγών, ο οποίος διέπεται από το άρθρο 37, αλλά κάθε μισθωτό που υπάγεται υποχρεωτικά στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους και εργάζεται προσωρινά σε άλλο κράτος μέλος. Το πρόβλημα της καταβολής διπλών εισφορών ανακύπτει λόγω άλλων ρυθμίσεων, οι οποίες προβλέπουν την καταβολή αυτή (εν προκειμένω πάντως είναι αμφίβολο αν υφίσταται τέτοια ρύθμιση). Ο αιτών λαμβάνει εν προκειμένω ως δεδομένο ότι το άρθρο 37 οδηγεί κατ' ανάγκη στην καταβολή τέτοιων διπλών εισφορών, πράγμα όμως που, όπως εξέθεσα, δεν ισχύει.
52 Ο αιτών ισχυρίζεται επίσης ότι υφίσταται προσβολή του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως οικονομικών δραστηριοτήτων και - όπως προκύπτει από τις παρατιθέμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου (28) - του δικαιώματος ελεύθερης ασκήσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Πρόκειται για θεμελιώδη δικαιώματα του κοινοτικού δικαίου, τα οποία δεσμεύουν όχι μόνο τα κοινοτικά όργανα, αλλά και τα κράτη μέλη, όταν τα κράτη αυτά εφαρμόζουν το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε όταν μεταφέρουν τις διατάξεις των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο ή όταν οι διοικητικές υπηρεσίες τους εφαρμόζουν τους κανονισμούς (29). Στην παρούσα περίπτωση όμως πρόκειται για ρύθμιση του εσωτερικού δικαίου που δεν θεσπίστηκε από το κράτος μέλος με σκοπό την εφαρμογή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να προβάλλεται εν προκειμένω ο ισχυρισμός ότι υφίσταται προσβολή θεμελιωδών κοινοτικών δικαιωμάτων.
53 Κατόπιν του συμπεράσματος ότι τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιβαίνει προς τα άρθρα αυτά μια ρύθμιση που έχει το περιεχόμενο του άρθρου 37, πρέπει να εξετασθεί αν η παράβαση αυτή θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι δικαιολογημένη. Το πρόβλημα αυτό αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου σκέλους του προδικαστικού ερωτήματος.
54 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών ως θεμελιώδης αρχή της Συνθήκης επιτρέπεται να περιορίζεται μόνο από ρυθμίσεις που δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και ισχύουν για όλα τα πρόσωπα ή για όλες τις επιχειρήσεις που δρουν εντός του εδάφους του κράτους προορισμού των υπηρεσιών. Ειδικότερα, οι περιορισμοί πρέπει να είναι αντικειμενικά αναγκαίοι για την προστασία των γενικών αυτών συμφερόντων και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη των σκοπών αυτών μέτρου (30).
55 Τη νομολογία αυτή του Δικαστηρίου επικαλούνται όλοι οι μετέχοντες στην παρούσα διαδικασία, τα συμπεράσματα όμως στα οποία καταλήγουν κατόπιν της εφαρμογής των ανωτέρω κριτηρίων είναι διαφορετικά. Για παράδειγμα, το ίδιο το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι η ρύθμιση του άρθρου 37, σκοπός της οποίας ήταν η διασφάλιση της εργασιακής ειρήνης στον ευαίσθητο τομέα της παροχής υπηρεσιών κατά την πραγματοποίηση οργανωμένων ξεναγήσεων, τομέα που έχει άμεση σχέση με τη ζωτική σημασία του τουρισμού για την ελληνική οικονομία, είναι επιβεβλημένη από λόγους γενικότερου συμφέροντος και συνεπώς δικαιολογημένη. Την άποψη αυτή συμμερίζονται επίσης οι παρεμβαίνοντες και η Ελληνική Κυβέρνηση, που τονίζουν ότι το άρθρο 37 θεσπίστηκε με σκοπό τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και της ασφάλειας στον ευαίσθητο τομέα της παροχής τουριστικών υπηρεσιών, ο οποίος έχει πρωταρχική σημασία για την ελληνική οικονομία. Ως «ασφάλεια» οι παρεμβαίνοντες εννοούν την κοινωνική ασφάλεια των απασχολουμένων στον τομέα του τουρισμού. Εξάλλου, και η Ελληνική Κυβέρνηση δήλωσε κατά την προφορική διαδικασία ότι το άρθρο 37 επεξέτεινε την παρεχόμενη από το ελληνικό εργατικό δίκαιο προστασία, ώστε να καλυφθούν και οι ξεναγοί.
56 Η Επιτροπή και ο αιτών καταλήγουν αντίθετα στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα προστασίας κανενός υπέρτερου γενικού συμφέροντος.
57 Ως επιτακτικοί λόγοι γενικού συμφέροντος έχουν αναγνωριστεί μέχρι σήμερα από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, οι εξής (31): η προστασία των εργαζομένων (32), η προστασία των καταναλωτών (33), η διατήρηση της εθνικής ιστορικής και καλλιτεχνικής κληρονομιάς (34), η αξιοποίηση των αρχαιολογικών, ιστορικών και καλλιτεχνικών θησαυρών και η καλύτερη δυνατή διάδοση των γνώσεων σχετικά με την καλλιτεχνική και πολιτιστική κληρονομιά μιας χώρας (35).
58 Τον τελευταίο λόγο είχε επικαλεστεί η Ελληνική Κυβέρνηση στην προηγηθείσα συναφή διαφορά. Στην προκειμένη υπόθεση επικαλέστηκε μεν κατά την προφορική διαδικασία τον ίδιο αυτό λόγο και τόνισε τη μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά της χώρας, αλλά σκοπός της ήταν μόνον να εξηγήσει ότι ο τουρισμός έχει πρωταρχική σημασία για την εθνική οικονομία των χωρών με τέτοια πολιτιστική κληρονομιά. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της αναφέρθηκε επίσης στις συνέπειες που είχε για τον σημαντικό αυτό τομέα της οικονομίας η από ετών διαρκούσα συλλογική εργασιακή διένεξη.
59 Ακόμη και στην εισηγητική έκθεση του επίμαχου εν προκειμένω νόμου τονίζονται μόνο οι αρνητικές επιπτώσεις της εργασιακής διενέξεως επί του ελληνικού τουρισμού και του δημοσίου συμφέροντος.
60 Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει διατάξεις του εσωτερικού δικαίου. Από όλα τα προεκτεθέντα όμως προκύπτει ότι το άρθρο 37 θεσπίστηκε με σκοπό τη διευθέτηση μιας μακρόχρονης εργασιακής διενέξεως και τη συνακόλουθη αποφυγή περαιτέρω αρνητικών επιπτώσεων επί του τουρισμού - άρα και επί της οικονομίας της χώρας. Η ίδια η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε κατά την προφορική διαδικασία ότι σκοπός της θεσπίσεως της εν λόγω διατάξεως ήταν η διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της εθνικής οικονομίας. ςΟπως όμως ορθά τονίζει ο αιτών, οι οικονομικής φύσεως σκοποί που επιδιώκονται σε μια χώρα δεν αποτελούν, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, λόγους δημόσιας τάξης και γενικού συμφέροντος που δικαιολογούν τον περιορισμό μιας από τις θεμελιώδεις ελευθερίες που διασφαλίζει η Συνθήκη (36). Με τα ανωτέρω δεν αμφισβητείται βέβαια ότι το ενδιαφέρον της Ελληνικής Κυβερνήσεως για τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας είναι απόλυτα δικαιολογημένο. Ο σκοπός αυτός όμως δεν επιτρέπεται να επιδιώκεται σε βάρος των ανταγωνιστών από τα άλλα κράτη μέλη, άρα κατά παράβαση της Συνθήκης.
61 ςΟσον αφορά τον ισχυρισμό της Ελληνικής Κυβερνήσεως και των παρεμβαινόντων ότι η ρύθμιση του άρθρου 37 ήταν αναγκαία για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, η Επιτροπή προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης δεν μπορεί να αποτελεί λόγο γενικού συμφέροντος, όταν πρόκειται απλώς και μόνο για τη διευθέτηση μιας συλλογικής διαφοράς εργασίας. Ο ισχυρισμός αυτός δεν επεξηγείται περαιτέρω.
62 Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης μπορεί να αναγνωριστεί ως λόγος γενικότερου συμφέροντος. Κατόπιν όμως των προεκτεθέντων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η κοινωνική ειρήνη αποτέλεσε εν προκειμένω ένα μέσο για την επίτευξη του κυρίως σκοπού, ο οποίος συνίστατο στη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της οικονομίας στον τομέα του τουρισμού. Μου φαίνεται πολύ αμφίβολο αν τούτο αρκεί για να γίνει δεκτό ότι υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος που δικαιολογούν τον περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ενόψει του γεγονότος ότι η ύπαρξη εθνικών και μόνο οικονομικών συμφερόντων δεν αρκεί για τη δικαιολόγηση αυτή. Στη συνέχεια δε, θα πρέπει να εξεταστεί αν η Ελληνική Κυβέρνηση χρησιμοποίησε ένα νόμιμο μέσο για την επίτευξη του σκοπού της.
63 Ο ισχυρισμός της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι ήθελε να ισχύει και για τους ξεναγούς η παρεχόμενη από το ελληνικό εργατικό δίκαιο προστασία δεν σημαίνει ότι πρόκειται για προστασία των εργαζομένων στο πλαίσιο επιτακτικών λόγων γενικότερου συμφέροντος. Πρώτον, δεν διασαφηνίζεται κατά πόσον το ελληνικό εργατικό δίκαιο παρέχει ιδιαίτερη προστασία στους ξεναγούς. Δεύτερον, το ζήτημα δεν είναι η προστασία των εργαζομένων, αλλά η κατάργηση της ελευθερίας των ατόμων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, καθόσον τους προσδίδεται σε κάθε περίπτωση ο νομικός χαρακτηρισμός του μισθωτού.
64 Στην εισηγητική έκθεση του ελληνικού νόμου αναφέρεται - χωρίς να διευκρινίζεται περαιτέρω - ότι πρέπει να δοθεί τέλος στις βλαπτικές για το εργασιακό καθεστώς των μισθωτών αμφισβητήσεις. Ούτε αυτός ο λόγος μπορεί να δικαιολογήσει καμία επέμβαση στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, την οποία εγγυάται η Συνθήκη.
65 Τέλος, η Ελληνική Κυβέρνηση ανέφερε κατά την προφορική διαδικασία ότι θέσπισε το εν λόγω μέτρο για να εξασφαλίσει την υψηλή ποιότητα των παροχών προς τον καταναλωτή. Ως πρωταρχικό σκοπό αναφέρει πάντως την απρόσκοπτη λειτουργία της εθνικής οικονομίας. Η κακή λειτουργία της οικονομίας στον τομέα του τουρισμού μπορεί βέβαια να επηρεάσει αρνητικά και την ποιότητα των παροχών των ξεναγών· εξάλλου, οι χαμηλής ποιότητας παροχές των ξεναγών μπορούν και αυτές να αποβούν σε βάρος της εθνικής οικονομίας. Λόγω του αλληλεπηρεασμού αυτού και της μη αναφοράς άλλων στοιχείων σχετικά με την προστασία των καταναλωτών νομίζω ότι και στο σημείο αυτό κυρίαρχη θέση έχουν οι οικονομικής φύσεως λόγοι. Συνεπώς καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από επιτακτικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος.
66 ςΕστω και αν για τους λόγους αυτούς και μόνο πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν δικαιολογείται η προσβολή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εντούτοις θα ήθελα στη συνέχεια να εξετάσω ακόμη κατά πόσον η Ελληνική Κυβέρνηση καλώς θέσπισε το επίμαχο εν προκειμένω μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της. ςΕνα από τα κριτήρια που θα εφαρμόσω συναφώς είναι η καταλληλότητα του μέτρου για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους νομίζω ότι εν προκειμένω το επίμαχο μέτρο δεν είναι κατάλληλο. Κανείς καταρχάς από τους μετέχοντες στη διαδικασία δεν ισχυρίστηκε ότι για την επίλυση της συλλογικής διαφοράς εργασίας είναι αναγκαίο να περιοριστεί, στον τομέα των οργανωμένων ταξιδιών, η ελευθερία ασκήσεως του επαγγέλματος των ξεναγών από τα άλλα κράτη μέλη ή των ξεναγών που συνεργάζονται με ταξιδιωτικά γραφεία εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη. Ούτε καν υποστηρίχθηκε ότι η δραστηριότητα των ξεναγών αυτών επηρεάζει την εργασιακή διένεξη. Για τον λόγο αυτό και μόνο ο περιορισμός των δραστηριοτήτων των ξεναγών από τα άλλα κράτη μέλη ή των ξεναγών που συνεργάζονται με ταξιδιωτικά γραφεία εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη δεν μπορεί να αποτελεί μέτρο κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
67 Δεύτερον, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς που ανέπτυξε η ίδια η Ελληνική Κυβέρνηση κατά την προφορική διαδικασία, η εργασιακή διένεξη δεν έχει διευθετηθεί ούτε μέχρι σήμερα. Το άρθρο 37 δηλαδή δεν πέτυχε τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάλληλη διάταξη για να δικαιολογήσει τον περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. νΟπως εξάλλου προκύπτει από τους ισχυρισμούς που ανέπτυξε ο αιτών κατά την προφορική διαδικασία, το άρθρο 37 δεν αποτέλεσε ούτε το κατάλληλο μέτρο για την εξασφάλιση των απασχολουμένων στον τομέα του τουρισμού ατόμων, αφού, όπως ισχυρίστηκε ο αιτών χωρίς να αντικρουστεί, δεν έχει καταστεί μέχρι σήμερα δυνατόν ούτε καν να διασφαλιστεί ένας κανονικός μηνιαίος μισθός για τις υποχρεωτικώς ως σχέσεις εξαρτημένης εργασίες χαρακτηριζόμενες σχέσεις. Τέλος, δεν επεξηγείται πώς το άρθρο 37 θα μπορούσε να προστατεύσει τα συμφέροντα των καταναλωτών διασφαλίζοντας την ποιότητα των παροχών των ξεναγών. Την ποιότητα αυτή μπορεί να διασφαλίσει κυρίως η απαιτούμενη κατάρτιση των ξεναγών και όχι το νομικό καθεστώς υπό το οποίο προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Κατόπιν αυτών καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 37 δεν ήταν το κατάλληλο μέτρο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού - ο οποίος, όπως ανέφερα ανωτέρω, δεν αποτελεί κανένα δικαιολογημένο γενικότερο συμφέρον.
68 Από τα ανωτέρω προκύπτει αυτομάτως ότι το άρθρο 37 δεν μπορεί να αποτελεί ούτε αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο.
69 Εξάλλου, ένα ακατάλληλο μέτρο αποτελεί ταυτόχρονα δυσανάλογο μέτρο υπό στενή έννοια. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της ένα ηπιότερο μέσο: θα μπορούσε να προβλέψει ρητά ότι η ρύθμιση του άρθρου 37 δεν ισχύει για τους ξεναγούς και τα ταξιδιωτικά γραφεία από τα άλλα κράτη μέλη, δεδομένου μάλιστα ότι, όπως η ίδια δήλωσε, λίγοι μόνο αλλοδαποί ξεναγοί εμπίπτουν στην εν λόγω ρύθμιση.
70 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 37 αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας και ότι εξ αυτού του λόγου αποκλείεται επίσης η δικαιολόγηση της εκ μέρους του άρθρου 37 προσβολής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
71 Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ έχουν την έννοια ότι μια ρύθμιση όπως το άρθρο 37 αντιβαίνει προς αυτά. Η ρύθμιση αυτή δεν δικαιολογείται ούτε από λόγους γενικότερου συμφέροντος και, επιπλέον, είναι δυσανάλογη.
Γ - Πρόταση
72 Για τον λόγο αυτό προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα:
Τα άρθρα 59 επ. της Συνθήκης ΕΚ έχουν την έννοια ότι μια ρύθμιση όπως η ρύθμιση του άρθρου 37 του ελληνικού νόμου 1545/1985, η οποία, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από αυτήν προϋποθέσεις, καθιστά υποχρεωτική μεταξύ των μερών τη νομική μορφή της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, έρχεται σε αντίθεση προς τα εν λόγω άρθρα. Η κατάργηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών, την οποία επιφέρει η εν λόγω διάταξη, δεν αποτελεί θεμιτό μέσο για τη διατήρηση της εργασιακής ειρήνης στον ευαίσθητο για μια τουριστική χώρα τομέα της παροχής τουριστικών υπηρεσιών.
(1) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-198/89, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1991, σ. Ι-727).
(2) - Αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1984 στην υπόθεση 16/83, Prantl (Συλλογή 1984, σ. 1299, σκέψη 10), της 17ης Ιουνίου 1975 στην υπόθεση 7/75, F. (Συλλογή τόμος 1975, σ. 195, σκέψη 10), και της 20ής Φεβρουαρίου 1973 στην υπόθεση 54/72, FΟR (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 429, σκέψη 8).
(3) - Αποφάσεις της 22ας Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 212/87, Unilec (Συλλογή 1988, σ. 5075, σκέψεις 6 επ.), της 11ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 14/86, Pretore di Salς (Συλλογή 1987, σ. 2545, σκέψεις 15 και 16), και της 13ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 54/85, Mirepoix (Συλλογή 1986, σ. 1067, σκέψη 6).
(4) - Απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1995 στην υπόθεση C-412/93, Leclerc-Siplec (Συλλογή 1995, σ. Ι-179, σκέψεις 11 και 12).
(5) - Βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξα στις 20 Σεπτεμβρίου 1995 επί της υποθέσεως C-415/93, Βosman, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 15 Δεκεμβρίου 1995 (Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, και συγκεκριμένα σ. Ι-4930, σημεία 68 επ., όπου παρατίθεται περαιτέρω νομολογία).
(6) - Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-49/89, Corsica Ferries (Συλλογή 1989, σ. 4441, σκέψη 8).
(7) - Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (όπ.π., υποσημείωση 1, σκέψη 5).
(8) - Βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξα στις 5 Δεκεμβρίου 1990 επί της υποθέσεως C-154/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 26 Φεβρουαρίου 1991 (Συλλογή 1991, σ. Ι-659, και συγκεκριμένα σ. Ι-666, σημείο 17).
(9) - Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (όπ.π., υποσημείωση 1, σκέψη 10).
(10) - Βλ. τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας (όπ.π., υποσημείωση 8, σημείο 27).
(11) - Απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-76/90, Sδger (Συλλογή 1991, σ. Ι-4221, σκέψη 12).
(12) - Αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1986 στην υπόθεση 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 52), και της 6ης Ιουνίου 1996 στην υπόθεση C-101/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1996, σ. Ι-2691, σκέψη 31). Με τις αποφάσεις αυτές έγινε δεκτό ότι η απαίτηση υπάρξεως μόνιμης εγκαταστάσεως, προκειμένου να επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών, παρακωλύει πλήρως την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
(13) - Απόφαση της 10ης Μαου 1995 στην υπόθεση C-384/93, Alpine Investments (Συλλογή 1995, σ. Ι-1141, σκέψεις 35 επ.).
(14) - Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (όπ.π., υποσημείωση 1, σκέψη 17).
(15) - Αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1989 στην υπόθεση 186/87, Cowan (Συλλογή 1989, σ. 195, σκέψη 15), και της 31ης Ιανουαρίου 1984 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 286/82 και 26/83, Luisi και Carbone (Συλλογή 1984, σ. 377, σκέψη 16).
(16) - Απόφαση Επιτροπή κατά Ελλάδος (όπ.π., υποσημείωση 1, σκέψη 17). Βλ. επίσης απόφαση της 17ης Μαου 1994 στην υπόθεση C-18/93, Corsica Ferries (Συλλογή 1994, σ. Ι-1783, σκέψη 21).
(17) - Για παράδειγμα, οποιοσδήποτε μετέχει σε οργανωμένο ταξίδι μπορεί να αποφασίσει να μην επισκεφθεί την Ακρόπολη με τον ξεναγό της ομάδας (που είναι κάτοχος άδειας ασκήσεως επαγγέλματος), αλλά να προσλάβει για την επίσκεψη αυτή έναν νΕλληνα ξεναγό, επίσης κάτοχο της άδειας αυτής, ο οποίος εργάζεται ως ανεξάρτητος επαγγελματίας.
(18) - Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-415/93 (Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 103).
(19) - Απόφαση της 28ης Ιουνίου 1978 στην υπόθεση 70/77, Simmenthal (Συλλογή τόμος 1978, σ. 455, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά).
(20) - Απόφαση Bosman (όπ.π., υποσημείωση 18, σκέψη 103).
(21) - Βλ., για περισσότερες λεπτομέρειες, απόφαση Alpine Investments (όπ.π., υποσημείωση 13, σκέψεις 33 επ.).
(22) - Βλ. κατωτέρω σημείο 44.
(23) - Βλ. ανωτέρω σημεία 17 επ., ιδίως δε το σημείο 31.
(24) - Βλ. ανωτέρω σημεία 23 επ. και 33 επ.
(25) - Απόφαση Luisi και Carbone (όπ.π., υποσημείωση 15, σκέψη 16).
(26) - Απόφαση Alpine Investments (όπ.π., υποσημείωση 13, σκέψη 30, όπου παρατίθενται περαιτέρω αποφάσεις).
(27) - Απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996 στην υπόθεση C-53/95 (Συλλογή 1996, σ. Ι-703).
(28) - Αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1979 στην υπόθεση 44/79, Hauer (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 749, σκέψεις 31 επ.), και της 7ης Φεβρουαρίου 1985 στην υπόθεση 240/83, ADBHU (Συλλογή 1985, σ. 531, σκέψεις 9 επ.).
(29) - Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 201/85 και 202/85, Klensch κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 3477, σκέψεις 8 και 9), και απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989 στην υπόθεση 5/88, Wachauf (Συλλογή 1989, σ. 2609, σκέψη 19).
(30) - Απόφαση Sδger (όπ.π., υποσημείωση 11, σκέψη 15), αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-288/89, Gouda (Συλλογή 1991, σ. Ι-4007, σκέψεις 13 επ.), της 30ής Νοεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. Ι-4165, σκέψη 37), και της 31ης Μαρτίου 1993 στην υπόθεση C-19/92, Kraus (Συλλογή 1993, σ. Ι-1663, σκέψη 32).
(31) - Απόφαση Gouda (όπ.π., υποσημείωση 30, σκέψη 14).
(32) - Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση 279/80, Webb (Συλλογή 1981, σ. 3305, σκέψη 19), της 3ης Φεβρουαρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 62/81 και 63/81, Seco (Συλλογή 1982, σ. 223, σκέψη 14), και της 27ης Μαρτίου 1990 στην υπόθεση C-113/89, Rush Portuguesa (Συλλογή 1990, σ. Ι-1417, σκέψη 18).
(33) - Αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1986 στις υποθέσεις 220/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1986, σ. 3663, σκέψη 20), 252/83, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1986, σ. 3713, σκέψη 20), και 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1986, σ. 3755, σκέψη 30).
(34) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-180/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-709, σκέψη 20).
(35) - Αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1991 στην υπόθεση C-154/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1991, σ. Ι-659, σκέψη 17), και στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδος (όπ.π., υποσημείωση 1, σκέψη 21).
(36) - Απόφαση Gouda (όπ.π., υποσημείωση 30, σκέψεις 11 και 27 έως 29) και απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στην υπόθεση C-353/89, Επιτροπή κατά Κάτω Ξωρών (Συλλογή 1991, σ. Ι-4069, σκέψεις 45 έως 48), σχετικά με τους επιτακτικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος που δικαιολογούν τον περιορισμό της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών· αποφάσεις της 26ης Απριλίου 1988 στην υπόθεση 352/85, Bond van Adverteerders (Συλλογή 1988, σ. 2085, σκέψεις 32 και 33), και της 4ης Μαου 1993 στην υπόθεση C-17/92, Distribuidores Cinematogrαficos (Συλλογή 1993, σ. Ι-2239, σκέψεις 15 και 20 έως 22), σχετικά με τους λόγους δημόσιας τάξης, υπό την έννοια του άρθρου 56 της Συνθήκης ΕΚ, που δικαιολογούν τις διακρίσεις στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
Full & Egal Universal Law Academy