Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο στην προκειμένη υπόθεση έχει υποβληθεί από το Sψ- og Handelsretten της Δανίας, το οποίο ζητεί την ερμηνεία ορισμένων από τις διατάξεις της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (1) (στο εξής: οδηγία 76/207).
2 Το προδικαστικό αυτό ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου μεταξύ της Handels- og Kontorfunktionζrernes Forbund i Danmark (ενώσεως των εμποροϋπαλλήλων και υπαλλήλων γραφείου της Δανίας), η οποία ενεργεί για λογαριασμό της Helle Elisabeth Larsson, και της Dansk Handel & Service, η οποία ενεργεί για λογαριασμό της Fψtex Supermarked A/S (στο εξής θα γίνεται λόγος για ενάγουσα και εναγομένη αντιστοίχως).
3 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η Larsson προσλήφθηκε από την επιχείρηση Fψtex τον Μάρτιο του 1990. Τον Αύγουστο του επομένου έτους ανακοίνωσε στον εργοδότη της ότι ήταν έγκυος.
Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της η Larsson έλαβε δύο φορές αναρρωτική άδεια. Η πρώτη άδεια διήρκεσε δεκαοκτώ ημέρες (από τις 7 μέχρι τις 24 Αυγούστου 1991). Η δεύτερη υπήρξε συνέπεια μιας πυελικής χαλαρώσεως που προκλήθηκε από την εγκυμοσύνη και διήρκεσε περίπου τεσσερισήμισι μήνες (από τις 4 Νοεμβρίου 1991 μέχρι τις 15 Μαρτίου 1992). Την επομένη ημέρα άρχισε η άδεια μητρότητας, ο δε τοκετός έλαβε χώρα στις 2 Απριλίου 1992.
4 Η άδεια μητρότητας που δικαιούνταν η Larsson, διαρκείας 24 εβδομάδων, έληξε στις 18 Σεπτεμβρίου 1992. Στη συνέχεια έλαβε την κανονική ετήσια άδειά της μέχρι τις 16 Οκτωβρίου.
Κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας και της κανονικής άδειάς της η Larsson εξακολούθησε να υποβάλλεται σε θεραπεία για την πυελική χαλάρωση. Μετά το τέλος της άδειάς της έλαβε αναρρωτική άδεια και δεν κρίθηκε ικανή να αρχίσει εκ νέου να εργάζεται πριν από τις 4 Ιανουαρίου 1993.
5 Στις 10 Νοεμβρίου 1992, δηλαδή πριν καν συμπληρωθεί ένας μήνας από τη λήξη της ετήσιας κανονικής άδειάς της, ο εργοδότης της της απέστειλε έγγραφο με το οποίο της ανακοίνωνε την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, η οποία θα λυόταν στο τέλος Δεκεμβρίου. Ως λόγος της καταγγελίας αναφερόταν κατά λέξη το εξής:
«για τη μακρά διάρκεια της απουσίας σας και για το γεγονός ότι είναι ελάχιστα πιθανό ότι θα μπορέσετε κάποτε στο μέλλον - για λόγους υγείας - να επιτελέσετε την εργασία σας με ικανοποιητικό τρόπο».
6 Η Larsson προσέφυγε στη δικαιοσύνη κατά της απολύσεως αυτής, ισχυριζόμενη ότι αντιβαίνει προς τον εθνικό νόμο περί ίσης μεταχειρίσεως, ζήτησε δε την καταβολή αποζημιώσεως ύψους 172 602 δανικών κορωνών (DKR), δηλαδή το ισόποσο του μισθού που θα δικαιούνταν επί εβδομήντα οκτώ εβδομάδες. Η εναγομένη απέκρουσε τα αιτήματα της ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η οδηγία 76/207 δεν απαγορεύει την απόλυση της εργαζομένης μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας λόγω των απουσιών της από την εργασία που οφείλονται σε ασθένεια προκληθείσα από την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό και ότι ούτε η δανική νομοθεσία προβλέπει ειδικούς κανόνες για την ιδιαίτερη προστασία της γυναίκας που τελεί στην εν λόγω κατάσταση.
7 Οι διάδικοι ζήτησαν από το Sψ- og Handelsretten να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της παραγράφου 1 του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207. Το εθνικό αυτό δικαστήριο αποφάνθηκε, με απόφαση της 4ης Απριλίου 1995, ότι η υποβολή του ερωτήματος αυτού δεν ήταν αναγκαία, ενόψει της αποφάσεως Handels- og Kontorunktionaerenes Forbund i Danmark (2) (στο εξής: απόφαση Hertz).
Η εναγομένη, με το υπόμνημα παρατηρήσεων που υπέβαλε, δήλωσε ότι ελάμβανε υπόψη της την άποψη αυτή, ενώ η ενάγουσα ζήτησε εκ νέου, με υπόμνημα της 6ης Ιουλίου 1995, την υποβολή της υποθέσεως στην κρίση του Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου προβαίνει σε διάκριση των ασθενειών, αναλόγως του αν οι ασθένειες εκδηλώνονται κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ή μετά τη λήξη της άδειας αυτής, αλλά η αιτία τους ανάγεται στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό.
8 Με απόφαση της 16ης Αυγούστου 1995 το Sψ- og Handelsretten απέρριψε την αίτηση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, με το σκεπτικό ότι δεν υπήρχε κανείς λόγος να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο θα αναθεωρούσε, με την απάντησή του, τη λύση που είχε δώσει με την προαναφερθείσα απόφασή του. Κατά της αποφάσεως αυτής του Sψ- og Handelsretten η ενάγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του Hψjesteret, το οποίο δέχθηκε την έφεση.
Κατόπιν της αποφάσεως του Hψjesteret, το Sψ- og Handelsretten εξέδωσε στις 19 Δεκεμβρίου 1995 νέα απόφαση, με την οποία υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Καλύπτει το άρθρο 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (76/207/ΕΟΚ), περίπτωση απολύσεως λόγω απουσίας από την εργασία μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, εφόσον η απουσία αυτή οφείλεται σε ασθένεια που εμφανίστηκε κατά την εγκυμοσύνη και συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας και μετά από αυτήν, η δε απόλυση χώρησε μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας;»
9 Το άρθρο 1 της οδηγίας 76/207 ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης και της επαγγελματικής προωθήσεως, και την επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και τις συνθήκες εργασίας και, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 2, την κοινωνική ασφάλιση. Η αρχή αυτή καλείται στο εξής "αρχή της ίσης μεταχειρίσεως".
2. (...)»
10 Το άρθρο 2 προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση.
2. (...)
3. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα.
4. (...)»
11 Τέλος, το άρθρο 5, παράγραφος 1, ορίζει τα εξής:
«1. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.»
12 Η ενάγουσα και η εναγομένη της κύριας δίκης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, στη δε επ' ακροατηρίου συζήτηση ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους η ενάγουσα και η εναγομένη, η Δανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή.
13 Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η απόφαση Hertz του Δικαστηρίου έχει την έννοια ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ αφενός των ασθενειών που προκαλούνται από την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό και εκδηλώνονται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή της άδειας μητρότητας και των οποίων η θεραπεία πραγματοποιείται μετά τη λήξη της άδειας αυτής και αφετέρου των ασθενειών που εμφανίζονται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Σε αντίθετη περίπτωση, το ζήτημα αν η προστασία που παρέχεται στην εργαζομένη που ασθενεί ανταποκρίνεται στις αρχές του κοινοτικού δικαίου θα εξαρτιόταν από τη διάρκεια και μόνο της άδειας μητρότητας, την οποία καθορίζει κάθε κράτος μέλος.
Η ενάγουσα προσθέτει ότι στην προκειμένη υπόθεση η μόνη αναρρωτική άδεια που μπορεί να ληφθεί υπόψη είναι αυτή που άρχισε στα μέσα Οκτωβρίου 1992, μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας λόγω εγκυμοσύνης και άδειας μητρότητας και μετά τη λήξη της ετήσιας κανονικής άδειας. Στις 10 Νοεμβρίου, όταν της κοινοποιήθηκε η απόλυσή της, η ενάγουσα δεν είχε συμπληρώσει ακόμη αναρρωτική άδεια τεσσάρων εβδομάδων, η δε απουσία αυτή είναι από όλες τις απόψεις συντομότατη και σε καμία περίπτωση δεν θα είχε οδηγήσει στην απόλυση ενός άνδρα.
14 Η εναγομένη δηλώνει ότι, όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, αγνοούσε τους ακριβείς λόγους για τους οποίους τελούσε σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι, αν ληφθούν υπόψη το γράμμα των διατάξεων της οδηγίας 76/207 των οποίων την ερμηνεία ζητεί το εθνικό δικαστήριο, οι προπαρασκευαστικές εργασίες πριν από την έκδοση της εν λόγω οδηγίας, η απόφαση Hertz και οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon στην ίδια αυτή υπόθεση, πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι το πρόβλημα υγείας της Larsson κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, της άδειας μητρότητας και μετά τη λήξη της άδειας αυτής είχε προκληθεί από την εγκυμοσύνη δεν σημαίνει ότι η Larsson τελεί σε διαφορετική νομική κατάσταση απ' ό,τι η ενδιαφερόμενη στην υπόθεση Hertz, αφού αμφότερες είχαν απολυθεί μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας σύμφωνα με τη δανική νομοθεσία, η οποία παρέχει στη γυναίκα προστασία μόνον από τις απολύσεις που οφείλονται σε απουσίες της από την εργασία της λόγω της εγκυμοσύνης ή του τοκετού επί χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις εβδομάδες μετά τον τοκετό.
15 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Δανική Κυβέρνηση εξέτασε κυρίως δύο πτυχές της προκειμένης υποθέσεως. Πρώτον, τόνισε τις διαφορές μεταξύ των περιστάσεων υπό τις οποίες απολύθηκε η Hertz και των περιστάσεων υπό τις οποίες απολύθηκε η Larsson, καθόσον η πρώτη ασθένησε λίγους μήνες αφότου είχε αρχίσει πάλι να εργάζεται και έλαβε αναρρωτική άδεια εκατό εργασίμων ημερών εντός ενός έτους, ενώ η Larsson ασθένησε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και δεν άρχισε να εργάζεται μετά τον τοκετό, διότι απολύθηκε πριν παρέλθουν τέσσερις εβδομάδες από την ημέρα κατά την οποία έπρεπε να έχει επιστρέψει στην εργασία της. Δεύτερον, κατά τη Δανική Κυβέρνηση, οι απουσίες της Larsson από την εργασία της πρέπει να υποδιαιρεθούν σε τέσσερις χωριστές περιόδους: απουσία λόγω ασθένειας οφειλόμενη στην εγκυμοσύνη πριν από τον τοκετό· άδεια μητρότητας· ετήσια κανονική άδεια· αναρρωτική άδεια μετά τη λήξη της κανονικής άδειας, οφειλόμενη σε ασθένεια προκληθείσα από την εγκυμοσύνη, αυτή δε η τελευταία περίοδος απουσίας της Larsson από την εργασία της είναι η μόνη που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την απόλυση.
Η Δανική Κυβέρνηση προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα την εξής απάντηση: οι διατάξεις της οδηγίας 76/207 αντιτίθενται στην απόλυση μιας εργαζομένης μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, εφόσον ο λόγος της απολύσεως είναι οι απουσίες της από την εργασία της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, απουσίες οφειλόμενες σε ασθένεια προκληθείσα από την εγκυμοσύνη, και/ή η απουσία της κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας.
16 Το Ηνωμένο Βασίλειο παρατηρεί ότι δεν χρειάζεται να γίνονται διακρίσεις ανάλογα με το αν η ασθένεια της ενδιαφερομένης εμφανίστηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ή μετά τη λήξη της άδειας αυτής. Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, η αρχή επί της οποίας στηρίζεται η απόφαση Hertz είναι ότι η οδηγία απαιτεί την προστασία των γυναικών από την άνιση μεταχείριση που θα μπορούσαν να υποστούν λόγω εγκυμοσύνης, των κινδύνων που είναι συμφυείς προς την εγκυμοσύνη και των συνεπειών της. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει την εκ μέρους των κρατών μελών πρόβλεψη χορηγήσεως άδειας μητρότητας, η διάρκεια της οποίας πρέπει να είναι τέτοια, ώστε η γυναίκα να μπορεί να αναλαμβάνει πλήρως από τις συνήθεις συνέπειες της εγκυμοσύνης· η οδηγία 76/207 δεν βαίνει πέραν του σημείου αυτού, ενώ τα κράτη μέλη μπορούν, βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, να χορηγούν ευρύτερη προστασία, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένα να το πράξουν.
Κατά συνέπεια, αν η ασθένεια της γυναίκας οφείλεται στην εγκυμοσύνη ή στον τοκετό, η ενδιαφερόμενη πρέπει, εφόσον δεν τελεί σε άδεια μητρότητας κατά τα προβλεπόμενα από το εσωτερικό δίκαιο, να τυγχάνει της ίδιας μεταχειρίσεως όπως και οποιοσδήποτε ασθενής εργαζόμενος, ανεξαρτήτως φύλου, από την άποψη δε αυτή δεν έχει καμία σημασία αν η ασθένεια της γυναίκας εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ή μετά τη λήξη της. Το Ηνωμένο Βασίλειο προτείνει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι, με την επιφύλαξη των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου που έχουν εκδοθεί βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207, το άρθρο 5, παράγραφος 1, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής δεν αντίκεινται στις απολύσεις των γυναικών που οφείλονται στις απουσίες που πραγματοποιούν οι γυναίκες αυτές εκτός της άδειας μητρότητας που προβλέπεται από το εσωτερικό δίκαιο, ακόμη και αν οι απουσίες αυτές οφείλονται σε ασθένεια αναγόμενη στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της άδειας μητρότητας είναι αρκετή για να αναλάβει η γυναίκα από τις συνήθεις συνέπειες της εγκυμοσύνης και υπό την περαιτέρω προϋπόθεση ότι θα είχε επίσης απολυθεί ο άνδρας που θα βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια επί χρονικό διάστημα ίδιας περίπου διάρκειας, χωρίς να ληφθεί υπόψη η άδεια μητρότητας.
17 Κατά την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εφόσον πρόκειται για απουσίες από την εργασία λόγω ασθένειας οφειλόμενης σε εγκυμοσύνη ή σε τοκετό, οι οποίες σημειώνονται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, η απόλυση δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207. Η κυβέρνηση αυτή υπενθυμίζει ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν μέτρα ιδιαίτερης προστασίας των γυναικών, όσον αφορά την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, χωρίς όμως να υπέχουν σχετική υποχρέωση. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ (3) (στο εξής: οδηγία 92/85), τα κράτη μέλη ήσαν υποχρεωμένα να λάβουν, το αργότερο μέχρι τις 19 Οκτωβρίου 1994, τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να απαγορευθεί η απόλυση των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων επί διάστημα εκτεινόμενο από την αρχή της εγκυμοσύνης τους ως το τέλος της άδειας μητρότητας, εκτός αν συντρέχουν εξαιρετικές περιπτώσεις που δεν έχουν σχέση με την κατάστασή τους και γίνονται δεκτές από τις εθνικές νομοθεσίες και υπό την προϋπόθεση ότι η απόλυση έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή.
Κατά την άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, αυτή είναι η περίοδος την οποία ο κοινοτικός νομοθέτης θεωρεί επαρκή για την εξασφάλιση της αναγκαίας προστασίας των εργαζομένων γυναικών από τις απολύσεις λόγω απουσίας τους από την εργασία τους για λόγους αναγόμενους στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, στα δε κράτη μέλη δεν επιβάλλεται καμία υποχρέωση να εξασφαλίζουν στις γυναίκες αυτές ευρύτερη προστασία. Για τον λόγο αυτό η Ολλανδική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
18 Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για την έλλειψη λεπτομερών στοιχείων ως προς την εθνική νομοθεσία και τις συμβατικές διατάξεις που εφαρμόζονται επί της οικείας εργασιακής σχέσεως, ειδικότερα δε για την έλλειψη στοιχείων από τα οποία να προκύπτει αν οι περίοδοι αναρρωτικής άδειας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορούν να συνυπολογιστούν με τις περιόδους αναρρωτικής άδειας μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, προκειμένου να υπολογιστεί η συνολική διάρκεια της απουσίας από την εργασία λόγω ασθένειας.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα σημαίνει ότι πρέπει να επιλυθούν δύο επιμέρους ζητήματα: πρώτον, πρέπει να διευκρινιστεί αν η νομολογία που απορρέει από την απόφαση Hertz έχει εφαρμογή ακόμη και όταν η ασθένεια εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, συνεχίστηκε κατά την περίοδο της άδειας μητρότητας και η αποθεραπεία δεν επήλθε παρά μόνο μετά τη λήξη της άδειας αυτής· δεύτερον, πρέπει να δοθεί η κατάλληλη ερμηνεία προκειμένου να εξακριβωθεί αν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο το γεγονός ότι ο εργοδότης, κατά τον υπολογισμό των απουσιών από την εργασία που δικαιολογούν κατά το εσωτερικό δίκαιο την απόλυση, συνυπολογίζει τόσο τις απουσίες που πραγματοποιήθηκαν από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι την αρχή της άδειας μητρότητας, όσο και τη διάρκεια της άδειας αυτής. Από την άποψη αυτή πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ως λόγος απολύσεως της Larsson αναφέρθηκε η «μακρά διάρκεια της απουσίας» της, αλλά όταν της κοινοποιήθηκε η απόλυση η ενδιαφερόμενη είχε απουσιάσει από την εργασία της λόγω ασθένειας για διάστημα μικρότερο του μηνός, αν ληφθεί υπόψη ότι η άδεια μητρότητάς της έληξε στις 18 Σεπτεμβρίου 1992 και στη συνέχεια είχε ένα μήνα κανονική άδεια.
19 Κατά την Επιτροπή, αν ο εργοδότης υπολόγιζε τη διάρκεια της άδειας μητρότητας ως απουσία δικαιολογούσα την απόλυση, θα προέβαινε σε άμεση διάκριση λόγω φύλου, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή η απόλυση θα βασιζόταν σε ένα στοιχείο που δεν αφορά παρά μόνον τις γυναίκες. Όσον αφορά την απόλυση για απουσίες οφειλόμενες σε ασθένεια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγόρευε, πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας 92/85, την απόλυση των γυναικών, υπό την προϋπόθεση ότι θα απολύονταν και οι άνδρες υπό ανάλογες περιστάσεις. Αντίθετα, εφόσον πρόκειται για ασθένεια προκληθείσα από την εγκυμοσύνη και εκδηλωθείσα πριν από την αρχή της άδειας μητρότητας, η Επιτροπή, αφού εξετάζει τις διάφορες πιθανές λύσεις, κλίνει υπέρ της απόψεως ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι διατάξεις της οδηγίας 76/207 δεν επιτρέπουν στον εργοδότη να λαμβάνει υπόψη, προκειμένου να δικαιολογήσει μια απόλυση, τις περιόδους αναρρωτικής άδειας της εγκύου, εφόσον η ασθένεια οφείλεται στην εγκυμοσύνη. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φρονεί ότι η απαγόρευση απολύσεως κατά το διάστημα που εκτείνεται από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι τη λήξη της άδειας μητρότητας, απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/85, δεν αποτελεί παρά τη νομοθετική επιβεβαίωση μιας προϋφισταμένης νομικής καταστάσεως.
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να δώσει στο προδικαστικό ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, και το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 δεν αντιτίθενται στην απόλυση μιας γυναίκας λόγω ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, εφόσον η απόλυση πραγματοποιείται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας και δεν στηρίζεται, εν όλω ή εν μέρει, σε απουσίες από την εργασία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή της άδειας μητρότητας.
20 Με τις παρατηρήσεις που ανέπτυξαν ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο οι διάδικοι της κύριας δίκης όσο και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή εμμένουν επί της ομοιότητας μεταξύ του ζητήματος που ετίθετο και επιλύθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hertz και του ζητήματος που υποβάλλεται στην προκειμένη υπόθεση. Συμφωνώ ότι αμφότερες οι υποθέσεις παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες, όμως υφίσταται μεταξύ τους μια θεμελιώδης διαφορά, την οποία θα εξετάσω λεπτομερώς.
21 Στην υπόθεση Hertz τα πραγματικά περιστατικά ήσαν τα εξής: η Hertz είχε προσληφθεί στις 15 Ιουλίου 1982 ως ταμίας και πωλήτρια με μερική απασχόληση σε μια υπεραγορά. Ένα έτος αργότερα, μετά από περίπλοκη εγκυμοσύνη, την οποία διάνυσε, κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη της, κυρίως με αναρρωτική άδεια, γέννησε ένα γιο. Αφού έληξε η άδεια μητρότητας, η οποία διάρκεσε είκοσι τέσσερις εβδομάδες μετά τον τοκετό, η Hertz ανέλαβε και πάλι την εργασία της στα τέλη του 1983 και δεν είχε κανένα πρόβλημα υγείας μέχρι τον Ιούνιο του 1984. Από τον Ιούνιο 1984 μέχρι τον Ιούνιο 1985 έλαβε αναρρωτική άδεια επί εκατό εργάσιμες ημέρες. Οι διάδικοι συμφωνούσαν ότι η ασθένειά της οφειλόταν στην εγκυμοσύνη και τον τοκετό.
Τον Ιούνιο 1985 ο εργοδότης της κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας με τη νόμιμη προειδοποίηση των τεσσάρων μηνών, διευκρινίζοντας ότι ο λόγος απολύσεώς της ήταν οι επανειλημμένες απουσίες της και ότι στις περιπτώσεις αυτές η απόλυση των εργαζομένων ήταν συνηθισμένη πρακτική.
22 Το εθνικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η ανωτέρω δίκη ζήτησε από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, προκειμένου να διευκρινιστεί αν οι διατάξεις αυτές καλύπτουν τις απολύσεις που αποτελούν συνέπεια απουσιών οφειλομένων σε ασθένεια προκληθείσα από την εγκυμοσύνη ή τον τοκετό και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η προστασία από τις απολύσεις που οφείλονται σε ασθένεια αυτού του είδους ισχύει χωρίς χρονικό περιορισμό.
23 Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με την απόφασή του, ότι, «προκειμένου για ασθένεια που εμφανίζεται μετά την άδεια μητρότητας, δεν πρέπει να διακρίνεται η ασθένεια που οφείλεται στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό από κάθε άλλη ασθένεια. Επομένως, η παθολογική αυτή κατάσταση εμπίπτει στο γενικό σύστημα που εφαρμόζεται στην περίπτωση ασθενείας» (4) και στα προδικαστικά ερωτήματα έδωσε την απάντηση ότι, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εθνικού δικαίου που έχουν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207, οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, και του άρθρου 2, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας δεν αντιτίθενται στις απολύσεις που αποτελούν τη συνέπεια απουσιών οφειλομένων σε ασθένεια της οποίας αρχική αιτία είναι η εγκυμοσύνη ή ο τοκετός.
24 Συγκρίνοντας τις δύο υποθέσεις, παρατηρώ ορισμένες ομοιότητες, αφού τόσο η Hertz όσο και η Larsson απολύθηκαν από τους εργοδότες τους αφού είχε λήξει η άδεια μητρότητας· επιπλέον, σε αμφότερες τις υποθέσεις ο προβαλλόμενος λόγος απολύσεως ήταν οι απουσίες από την εργασία λόγω ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό.
25 Αν η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο αυτών υποθέσεων ήταν ότι στην περίπτωση της Hertz η ασθένεια εκδηλώθηκε μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, ενώ στην περίπτωση της Larsson η ασθένεια εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, πιστεύω ότι η απάντηση θα έπρεπε να είναι και πάλι η ίδια. Πράγματι, σύμφωνα με την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Hertz, «(...) οι εργαζόμενες γυναίκες και οι εργαζόμενοι άνδρες είναι εξίσου εκτεθειμένοι στην ασθένεια. Επομένως, ακόμη και αν είναι αληθές ότι ορισμένες διαταραχές προσιδιάζουν στο ένα ή το άλλο φύλο, τίθεται μόνο το ερώτημα αν μια γυναίκα απολύεται λόγω απουσίας οφειλομένης στην ασθένεια υπό τις ίδιες συνθήκες με τον άνδρα· αν αυτό συμβαίνει, δεν υφίσταται άμεση διάκριση βασιζόμενη στο φύλο» (5).
26 Πιστεύω όμως ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να περιοριστεί να δώσει την ανωτέρω απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα και ότι πρέπει να εξετάσει ενδελεχέστερα την παρούσα υπόθεση, καθόσον δεν νομίζω ότι αυτή είναι η μόνη διαφορά. Αν συγκρίνουμε και πάλι τις δύο υποθέσεις, θα διαπιστώσουμε ότι στην περίπτωση της Hertz οι αναρρωτικές άδειες στις οποίες βασίστηκε η απόλυσή της ανέρχονταν σε εκατό εργάσιμες ημέρες εντός ενός έτους και της χορηγήθηκαν όλες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας. Στην περίπτωση όμως της Larsson, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της της κοινοποιήθηκε πριν καν παρέλθει ένας μήνας από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει επανέλθει στην εργασία της μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας και της ετήσιας κανονικής άδειάς της.
Για τον λόγο αυτό φρονώ ότι είναι αναγκαίο να εξετάσω το ενδεχόμενο αν ο εργοδότης της Larsson υπολόγισε, προκειμένου να δικαιολογήσει την απόλυσή της, όχι μόνον την εν λόγω περίοδο, αλλά και τους πέντε περίπου μήνες κατά τους οποίους τελούσε σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, και επιπλέον να εξετάσω αν ο συνυπολογισμός αυτός συμβιβάζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως.
27 Το δικαιοδοτικό όργανο που υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα θα έπρεπε να έχει παράσχει περισσότερα στοιχεία ως προς τη δανική νομοθεσία που διέπει τις απολύσεις λόγω απουσίας από την εργασία και, ειδικότερα, ως προς τις απολύσεις που στηρίζονται στη λήψη αναρρωτικών αδειών. Εν πάση περιπτώσει, ανεξαρτήτως του περιεχομένου της νομοθεσίας αυτής, την οποία καλείται να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, είναι σαφές ότι οι εργαζόμενοι και οι εργαζόμενες πρέπει, κατά την απόλυση, να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως και να μην υφίστανται διακρίσεις λόγω φύλου.
28 Προκειμένου η απάντηση που θα δοθεί στο εθνικό δικαστήριο να είναι όσο το δυνατόν πληρέστερη, θα εξετάσω κατ' αρχάς τις καταστάσεις στις οποίες μπορεί να βρεθεί η εργαζομένη λεχώνα, όσον αφορά τις απουσίες της από την εργασία που δικαιολογούνται βάσει ιατρικών λόγων.
Στη συνέχεια, σε περίπτωση κατά την οποία για την απόλυση της Larsson ελήφθησαν υπόψη οι πέντε περίπου μήνες κατά τους οποίους τελούσε σε αναρρωτική άδεια κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, θα εξετάσω, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου που αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 76/207 και λαμβάνοντας υπόψη τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon (6) και του γενικού εισαγγελέα Tesauro (7), με τις οποίες συμφωνώ και κατά τις οποίες η αυστηρή ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στον εργασιακό τομέα δεν επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη ούτε κατά την πρόσληψη ούτε κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως ένα στοιχείο που αφορά εξ ορισμού μόνον τις γυναίκες, κατά πόσον η απόλυση της Larsson πληροί τις προϋποθέσεις που απορρέουν από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή, αντίθετα, ο εργοδότης έλαβε υπόψη μια κατάσταση στην οποία μπορούν να βρεθούν μόνον οι γυναίκες και επομένως ενήργησε κατά τρόπο που συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου.
Οι αναρρωτικές άδειες μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας
29 Όπως ανέφερα ήδη στο σημείο 25, φρονώ ότι η νομολογία που απορρέει από την απόφαση Hertz έχει εφαρμογή επί των περιόδων των αναρρωτικών αδειών που χορηγούνται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, ανεξάρτητα από το χρονικό σημείο κατά το οποίο εκδηλώθηκε η ασθένεια και παρά το γεγονός ότι η ασθένεια αυτή οφείλεται ενδεχομένως στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό. Στην περίπτωση της Larsson η περίοδος της αναρρωτικής άδειας που της χορηγήθηκε μετά από τη λήξη της ετήσιας κανονικής άδειάς της πρέπει να ληφθεί υπόψη, όσον αφορά την απόλυση, κατά τον ίδιο τρόπο όπως αν επρόκειτο για άνδρα εργαζόμενο.
Η περίοδος της άδειας μητρότητας
30 Είναι γνωστό ότι πριν από τις 19 Οκτωβρίου 1994, ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας για την ενσωμάτωση των διατάξεων της οδηγίας 92/85 στις εθνικές νομοθεσίες, η θέσπιση μέτρων προστασίας της γυναίκας ως προς την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα ενέπιπτε στις αρμοδιότητες των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/207, η οποία, όπως θα ήθελα να τονίσω και πάλι, αφορά την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις συνθήκες εργασίας. Η άδεια μητρότητας που στην περίπτωση της Larsson ανήλθε σε είκοσι τέσσερις εβδομάδες, σύμφωνα με τις διατάξεις του δανικού εργατικού δικαίου, είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μέτρων προστασίας της γυναίκας που έχουν θεσπιστεί από τα κράτη μέλη βάσει του προαναφερθέντος άρθρου.
Δεδομένου ότι πρόκειται για εξαίρεση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, σκοπός της οποίας είναι να αποδεσμευθεί η λεχώνα από τις εργασιακές υποχρεώσεις της επί ορισμένη περίοδο, θεωρώ ότι όχι μόνο δεν μπορεί να απολυθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, αλλά και ότι η απουσία της από την εργασία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τη μεταγενέστερη ενδεχομένως απόλυσή της. Η ερμηνεία αυτή προκύπτει από το εξής χωρίο της αποφάσεως Hertz του Δικαστηρίου: «(...) η οδηγία επιτρέπει τις εθνικές διατάξεις που εγγυώνται στις γυναίκες ειδικά δικαιώματα λόγω της εγκυμοσύνης και της μητρότητας, όπως είναι η άδεια μητρότητας. Από αυτό έπεται ότι κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, της οποίας τυγχάνει κατ' εφαρμογήν του εθνικού δικαίου, η γυναίκα προστατεύεται από απολύσεις λόγω της απουσίας της (...)» (8).
Οι αναρρωτικές άδειες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
31 Το ζήτημα αυτό δεν έχει ρυθμιστεί από την κοινοτική νομοθεσία ούτε έχει επιλυθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχουν ρυθμίσεις των κατ' ιδίαν κρατών μελών που να προβλέπουν διαφοροποιημένη μεταχείριση βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 2 της οδηγίας 76/207, το εν λόγω ζήτημα οροθετείται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, το οποίο εγγυάται την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως.
32 Είναι αναμφισβήτητο ότι το άρθρο 10 της οδηγίας 92/85 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απαγορεύουν την απόλυση των εργαζομένων γυναικών κατά το διάστημα που εκτείνεται από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι τη λήξη της άδειας μητρότητας, φρονώ όμως, για διαφόρους λόγους, ότι η εν λόγω διάταξη δεν επιλύει το εξεταζόμενο εδώ πρόβλημα.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι η Larsson δεν απολύθηκε ούτε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ούτε κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας, αλλά μετά τη λήξη της (ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η προθεσμία για την ενσωμάτωση των διατάξεων της οδηγίας στην εσωτερική νομοθεσία έληγε μετά την επέλευση των υπό κρίση περιστατικών).
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η οδηγία 92/85, της οποίας το περιεχόμενο είναι σαφώς προστατευτικό, προβλέπει μια διαφοροποιημένη μεταχείριση υπέρ της εγκύου, της λεχώνας ή της γαλουχούσας γυναίκας, σκοπός της οποίας είναι συγκεκριμένα η βελτίωση της ασφάλειάς της και της υγείας της στον εργασιακό χώρο. Ο ίδιος ο νομοθέτης αναγνωρίζει, στην ένατη αιτιολογική σκέψη, ότι η προστασία αυτή δεν πρέπει να αποβαίνει σε βάρος των γυναικών στην αγορά εργασίας και δεν πρέπει να αντιβαίνει προς τις οδηγίες που προβλέπουν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών.
Ο τελευταίος λόγος είναι ότι, ακόμη και αν η προαναφερθείσα απαγόρευση απολύσεως επί ορισμένο χρονικό διάστημα, απαγόρευση που δικαιολογείται από το ότι ο κίνδυνος απολύσεως για λόγους σχετιζόμενους με την κατάσταση της ενδιαφερόμενης εργαζομένης μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες επί της σωματικής και ψυχικής υγείας της (9), μπορούσε να εφαρμοστεί στην προκειμένη υπόθεση, θα εξακολουθούσε να είναι άγνωστο το αν μπορούν να προστεθούν στις χορηγούμενες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης αναρρωτικές άδειες οι προγενέστερες και/ή μεταγενέστερες της εγκυμοσύνης αναρρωτικές άδειες, προκειμένου να υπολογιστούν οι απουσίες από την εργασία που δικαιολογούν την απόλυση μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας.
33 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν οι περίοδοι των αναρρωτικών αδειών κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορούν να ληφθούν υπόψη ως απουσίες από την εργασία που δικαιολογούν τις απολύσεις για τις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες επιβάλλει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, πρέπει να γίνει διάκριση ανάλογα με την αιτία της ασθένειας. Δεν βλέπω να υπάρχει κανείς αντικειμενικός λόγος για να μη λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά την απόλυση, οι απουσίες από την εργασία της εγκύου γυναίκας που οφείλονται σε ασθένεια, όπως ακριβώς θα λαμβάνονταν υπόψη για έναν άνδρα εργαζόμενο, έστω και αν ο εργοδότης πρέπει πλέον, σύμφωνα με όσα ισχύουν από τις 19 Οκτωβρίου 1994, να περιμένει τη λήξη της άδειας μητρότητας για να απολύσει την ενδιαφερόμενη. Πιστεύω μάλιστα ότι η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη οι απουσίες αυτές.
34 Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα αν κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να αντιμετωπίζονται και οι αναρρωτικές άδειες των εγκύων στις περιπτώσεις στις οποίες η ασθένεια οφείλεται στην εγκυμοσύνη.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει, για τους εξής δύο λόγους, να είναι αρνητική.
35 Ο πρώτος λόγος απορρέει από την εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου, το οποίο, μολονότι δεν έχει αποφανθεί ακόμη επί του συγκεκριμένου αυτού ζητήματος, έχει καταστήσει απόλυτα σαφές το πώς πρέπει να χαρακτηριστεί η απόλυση μιας γυναίκας λόγω της εγκυμοσύνης της. Η νομολογία αυτή, η οποία αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 76/207, μπορεί να συνοψισθεί, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, ως εξής:
- Η απόλυση μιας εργαζομένης γυναίκας λόγω της εγκυμοσύνης της συνιστά άμεση διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, ενώ η απόλυση εργαζόμενης γυναίκας λόγω επανειλημμένων αναρρωτικών αδειών που δεν οφείλονται σε εγκυμοσύνη ή σε τοκετό δεν συνιστά άμεση διάκριση βασιζόμενη στο φύλο, καθόσον αυτές οι αναρρωτικές άδειες θα επέφεραν την απόλυση του εργαζομένου ανδρός υπό τις ίδιες συνθήκες (10).
- H εγκυμοσύνη δεν μπορεί να εξομοιωθεί με παθολογική κατάσταση ούτε με κατάσταση αδυναμίας προς εργασία που δεν οφείλεται σε ιατρικής φύσεως λόγους, δηλαδή με καταστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν την απόλυση γυναίκας χωρίς η εν λόγω απόλυση να συνεπάγεται τη δυσμενή διάκριση λόγω φύλου (11).
- Τέλος, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου λόγω της εγκυμοσύνης της εργαζομένης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από το γεγονός ότι η εργαζομένη εμποδίζεται προσωρινά να παρέχει νυκτερινή εργασία εξαιτίας της προβλεπόμενης από τον νόμο λόγω της εγκυμοσύνης της απαγορεύσεως ούτε από το γεγονός ότι η εργαζομένη αδυνατεί να εκτελέσει έναν από τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως εργασίας της (12).
36 Αν ληφθεί υπόψη η ανωτέρω νομολογία, φρονώ ότι θα ήταν αντιφατικό να γίνει δεκτό αφενός ότι η απόλυση μιας γυναίκας λόγω της εγκυμοσύνης της συνιστά άμεση διάκριση λόγω φύλου, ότι η εγκυμοσύνη δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς ασθένεια ή ότι η απόλυση της εγκύου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για το γεγονός ότι η έγκυος αδυνατεί να εκτελέσει έναν από τους ουσιώδεις όρους της συμβάσεως εργασία της, αφετέρου δε ότι η περίοδος των αναρρωτικών αδειών που έλαβε η έγκυος λόγω ασθένειας οφειλόμενης στην εγκυμοσύνη της μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, προκειμένου η εργαζομένη να απολυθεί μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας.
37 Ο δεύτερος λόγος στηρίζεται στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 5, παράγραφος 1, που ορίζει ότι κατά την απόλυση πρέπει να ισχύουν για τους άνδρες και τις γυναίκες οι ίδιοι όροι, χωρίς καμία διάκριση λόγω φύλου.
38 Όπως ανέφερα ήδη προηγουμένως, η Larsson απολύθηκε μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, ο δε εργοδότης της προέβαλε ως λόγο απολύσεως «τη μακρά διάρκεια της απουσίας από την εργασία». Δεν υπάρχει πάντως καμία αμφιβολία ότι η απόλυση της κοινοποιήθηκε πριν καν παρέλθει ένας μήνας από την ημέρα κατά την οποία έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία της μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας και της ετήσιας κανονικής άδειάς της.
Η απουσία της ενδιαφερομένης από την εργασία της μπορεί να θεωρηθεί μακρά, κατά τον χρόνο της κοινοποιήσεως, μόνον εφόσον για τον υπολογισμό της ληφθούν υπόψη τουλάχιστον οι πέντε περίπου μήνες των αναρρωτικών αδειών της πριν αρχίσει η άδεια μητρότητας, από τους οποίους οι τεσσερισήμισι μήνες οφείλονταν στην πυελική χαλάρωση που είχε προκληθεί από την εγκυμοσύνη, και ενδεχομένως, αν και όχι υποχρεωτικά, η περίοδος της άδειας μητρότητας. Δεν νομίζω ότι ελήφθη υπόψη η περίοδος της ετήσιας κανονικής άδειας.
39 Κατά την εξέταση του αν η απόλυση που πραγματοποιείται υπό τις περιστάσεις αυτές πληροί τις προϋποθέσεις που απορρέουν από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών ή πρόκειται για απόλυση συνιστώσα δυσμενή διάκριση, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όπως ανέφερα ήδη στο σημείο 28, ότι η θεμελιώδης ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων απαιτεί να μη λαμβάνεται υπόψη ούτε κατά την πρόσληψη ούτε κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσεως μια κατάσταση στην οποία μπορούν εξ ορισμού να βρεθούν μόνον οι γυναίκες.
40 Η εγκυμοσύνη αποτελεί μια κατάσταση συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας, η οποία αφορά τις γυναίκες και δεν τις επηρεάζει αφηρημένα, αλλά πολύ συγκεκριμένα, καθόσον προκαλεί από ελαφρές ενοχλήσεις μέχρι πραγματικά προβλήματα υγείας, τα οποία υποχρεώνουν ορισμένες γυναίκες να απέχουν από την εργασία τους επί κατά το μάλλον ή ήττον μακρά και επώδυνα χρονικά διαστήματα, προκειμένου να φέρουν σε αίσιο πέρας την εγκυμοσύνη τους.
41 Φρονώ ότι είναι προφανές ότι, αφού η εγκυμοσύνη συνιστά μια κατάσταση στην οποία μπορούν να βρεθούν μόνον οι γυναίκες, τα προβλήματα υγείας που ενδεχομένως προξενεί η κατάσταση αυτή δεν μπορούν να διέπονται από το γενικό καθεστώς που ισχύει για τους άνδρες και τις γυναίκες σε περίπτωση ασθένειας.
Πράγματι, αν για τη δικαιολόγηση της απολύσεως οι περίοδοι των αναρρωτικών αδειών που έχει λάβει η έγκυος λόγω προβλημάτων υγείας οφειλομένων στην εγκυμοσύνη εξομοιώνονταν προς τις απουσίες ενός άνδρα εργαζόμενου λόγω ασθένειας, για τον συνυπολογισμό των περιόδων αναρρωτικών αδειών που μπορούν να δικαιολογήσουν την απόλυση θα εφαρμοζόταν ο ίδιος κανόνας σε διαφορετικές καταστάσεις - αφενός στην εγκυμοσύνη και αφετέρου στην ασθένεια - πράγμα που θα αποτελούσε άμεση δυσμενή διάκριση της γυναίκας λόγω φύλου.
42 Για τους ανωτέρω δύο λόγους θεωρώ ότι, για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών ως προς τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, αρχής που καθιερώνεται με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, πρέπει να τίθεται ως όριο το χρονικό σημείο κατά το οποίο λήγει η άδεια μητρότητας. Μετά το χρονικό αυτό σημείο οποιαδήποτε ασθένεια της γυναίκας, ανεξάρτητα από το αν οφείλεται στην εγκυμοσύνη ή τον τοκετό, θα υπάγεται στη γενική ρύθμιση που ισχύει για όλους τους εργαζομένους. Αντίθετα, οι αναρρωτικές άδειες που χορηγούνται για προβλήματα υγείας οφειλόμενα στην εγκυμοσύνη πριν από τον τοκετό δεν μπορούν να εξομοιώνονται, όσον αφορά τις απολύσεις, προς τις αναρρωτικές άδειες των ανδρών εργαζομένων.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο Sψ- og Handelsretten:
«Tο άρθρο 5, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, δεν αντιτίθενται στις απολύσεις των γυναικών που αποτελούν τη συνέπεια απουσιών από την εργασία μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας, εφόσον οι απουσίες αυτές οφείλονται σε ασθένεια που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και συνεχίστηκε κατά και μετά την άδεια μητρότητας, υπό τον όρο ότι για τον υπολογισμό των απουσιών προς τον σκοπό της απολύσεως δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι περίοδοι των αναρρωτικών αδειών που έχουν χορηγηθεί λόγω προβλημάτων υγείας οφειλομένων στην εγκυμοσύνη πριν από τον τοκετό.»
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70.
(2) - Απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1990, C-179/88 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3979).
(3) - Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σ. 1).
(4) - Απόφαση προπαρατεθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 2, σκέψη 16.
(5) - Σκέψη 17.
(6) - Προτάσεις επί της υποθέσεως C-177/88, Dekker, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 8 Νοεμβρίου 1990 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3941, και συγκεκριμένα σ. Ι-3961, σημείο 26).
(7) - Προτάσεις επί της υποθέσεως C-32/93, Webb, επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση στις 14 Ιουλίου 1994 (Συλλογή 1994, σ. Ι-3567, και συγκεκριμένα σ. Ι-3573, σημείο 8).
(8) - Απόφαση Hertz, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψη 15. Η υπογράμμιση δική μου.
(9) - Δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(10) - Απόφαση Hertz, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 13 και 14.
(11) - Απόφαση Webb, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 25.
(12) - Απόφαση της 5ης Μαου 1994, C-421/92, Habermann-Beltermann (Συλλογή 1994, σ. Ι-1657, σκέψη 25), και απόφαση Webb, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 26.
Full & Egal Universal Law Academy