Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβής - Άρθρο 119 της Συνθήκης - Πεδίο εφαρμογής - Εργασιακές σχέσεις στη δημόσια υπηρεσία - Περιλαμβάνονται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119)
2 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Ισότητα αμοιβής - Άρθρο 119 της Συνθήκης και οδηγία 75/117 - Πεδίο εφαρμογής - Υπολογισμός της αρχαιότητας των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο που παρέχει τη δυνατότητα προαγωγής - Δεν περιλαμβάνεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 119· οδηγία 75/117 του Συμβουλίου)
3 Κοινωνική πολιτική - Άνδρες και γυναίκες εργαζόμενοι - Πρόσβαση στην απασχόληση και όροι εργασίας - Ίση μεταχείριση - Υπολογισμός της αρχαιότητας των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο που μπορεί να θίξει τη δυνατότητα προαγωγής τους - Μέτρο το οποίο πλήττει κυρίως τις γυναίκες - Ανεπίτρεπτο ελλείψει αντικειμενικών δικαιολογιών - Κριτήρια αντικειμενικής δικαιολογίας
(Οδηγία 76/207 του Συμβουλίου)
Περίληψη
4 Το άρθρο 119 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι αυτό εφαρμόζεται στις δημοσιοϋπαλληλικές σχέσεις εργασίας. Διαφορετική ερμηνεία της διατάξεως αυτής, αποκλείουσα τη δημόσια υπηρεσία από τον τομέα εφαρμογής της, θα αντέβαινε προς τον σκοπό της.
5 Eθνική διάταξη η οποία επιβάλλει όπως, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας των υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες το ακολουθούμενο ωράριο περιλαμβάνεται μεταξύ του ημίσεος και των δύο τρίτων του κανονικού ωραρίου εργασίας υπολογίζονται μόνον κατά τα δύο τρίτα δεν εμπίπτει στο άρθρο 119 της Συνθήκης ούτε στην οδηγία 75/117, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Συγκεκριμένα, κατά το μέτρο που μια τέτοια διάταξη αποβλέπει κυρίως στο να ρυθμίζει, υπό την έποψη της αρχαιότητας, την πρόσβαση του υπαλλήλου σε υψηλότερα καθήκοντα, έχει μόνον έμμεσα αποτελέσματα επί του ύψους της αμοιβής που εκδηλώνονται αφού περατωθεί η διαδικασία προαγωγής.
6 H οδηγία 76/207, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία επιβάλλει όπως, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας των υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες το ακολουθούμενο ωράριο περιλαμβάνεται μεταξύ του ημίσεος και των δύο τρίτων του κανονικού ωραρίου εργασίας υπολογίζονται μόνον κατά τα δύο τρίτα εκτός αν η εν λόγω νομοθεσία δικαιολογείται από κριτήρια αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο. Κατά συνέπεια, μολονότι το γεγονός ότι μια τέτοια νομοθεσία πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων γυναικών παρά ανδρών συνιστά, καταρχήν, παράβαση της οδηγίας αυτής, αυτό δεν συμβαίνει αν - παρά το ότι για τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο, ειδικότερα για τις γυναίκες, ο υπολογισμός της αρχαιότητας γίνεται πέραν της αυστηρής αναλογικότητας του κανονικού ωραρίου εργασίας - προκύπτει ότι, αφενός, οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωάριο συνήθως αποκτούν λιγότερο γρήγορα απ' ό,τι οι εργαζόμενοι με πλήρες ωράριο τις ικανότητες και τα προσόντα που σχετίζονται με τις δραστηριότητές τους και, αφετέρου, οι αρμόδιες αρχές είναι σε θέση να αποδείξουν ότι τα επιλεγέντα μέσα ανταποκρίνονται σε θεμιτό σκοπό της κοινωνικής τους πολιτικής, είναι ικανά να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο από τις αρχές αυτές στόχο και είναι προς τούτο αναγκαία.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-1/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bayerisches Verwaltungsgericht (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Hellen Gerster
και
Freistaat Bayern,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), και της οδηγίας 76/207/EΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Murray (εισηγητή), πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, P. J. G. Kapteyn και G. Hirsch, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Α. La Pergola
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η H. Gerster, εκπροσωπούμενη από τη Martina Schilke, δικηγόρο Νυρεμβέργης,
- το Freistaat Bayern, εκπροσωπούμενο από τον Walter Rzepka, Generallandesanwalt bei der Landesanwaltschaft Bayern,
- η Ιρλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Michael A. Buckley, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τις Mary Finlay, Senior Counsel at the Bar of Ireland, και Finola Flanagan, barrister,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Lindsey Nicoll, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον David Pannick, QC,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Christopher Docksey, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και Horstpeter Kreppel, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία της Επιτροπής,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της H. Gerster, εκπροσωπούμενης από τη Martina Schilke, του Freistaat Bayern, εκπροσωπούμενου από τον Gerald Weber, Oberlandesanwalt bei der Landesanwaltschaft Bayern, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τις Mary Finlay και Finola Flanagan, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από τον John E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον David Pannick, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τη Marie Wolfcarius, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενη από τον Klaus Bertelsmann, δικηγόρο Αμβούργου, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Οκτωβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1994, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Ιανουαρίου 1995, το Bayerisches Verwaltungsgericht Ansbach υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 42), και της οδηγίας 76/207/EΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της H. Gerster και του Freistaat Bayern σχετικά με την απόρριψη από το δεύτερο της υποψηφιότητας της Gerster σε θέση η οποία έπρεπε να πληρωθεί με προαγωγή.
3 Το άρθρο 119 της Συνθήκης καθιερώνει την αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμoια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, ως αμοιβή νοούνται, στο πλαίσιο αυτό, οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας.
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 75/117 παραπέμπει στην αρχή της ισότητας των αμοιβών η οποία «συνεπάγεται για την ίδια εργασία ή για εργασία στην οποία αποδίδεται ίση αξία την κατάργηση για το σύνολο των στοιχείων και όρων αμοιβής κάθε διακρίσεως βασιζομένης στο φύλο».
5 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 διασαφηνίζει ότι η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, συμπεριλαμβανομένης της επαγγελματικής προωθήσεως, και την επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς και τις συνθήκες εργασίας. Η αρχή αυτή καλείται «αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.» Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, «η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις, σε θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τομέα ή κλάδο δραστηριότητος, και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας».
6 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του θεμελιώδους γερμανικού νόμου ορίζει ότι οι άνδρες και οι γυναίκες έχουν τα ίδια δικαιώματα. Διευκρινίζει επίσης ότι το κράτος ενθαρρύνει την πραγματική εφαρμογή της ισότητας των δικαιωμάτων μεταξύ γυναικών και ανδρών και να θέσει τέρμα στις υφιστάμενες ανισότητες. Όσον αφορά τους δημόσιους λειτουργούς, ανεξαρτήτως του αν αυτοί έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου, του υπαλλήλου με ιδιωτική σχέση εργασίας ή του εργαζομένου σε χειρονακτική εργασία, το άρθρο 33, παράγραφος 2, του νόμου αυτού ορίζει: «η ισότητα προσβάσεως στη δημόσια υπηρεσία διασφαλίζεται σε κάθε Γερμανό πολίτη σε συνάρτηση με τις επαγγελματικές του ικανότητες, προσόντα και δεξιότητες».
7 Ο Beamtenrechtsrahmengesetz (νόμος-πλαίσιο περί ενοποιήσεως του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου, στο εξής: BRRG) επιβάλλει στα ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας την τήρηση ορισμένων κανόνων όταν θεσπίζουν, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους, τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις, αφήνοντας έτσι σ' αυτά ένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τα μη δεσμευτικά σημεία. Ο BRRG ορίζει επίσης, στο άρθρο 7, ότι οι διορισμοί γίνονται σε συνάρτηση με τις επαγγελματικές ικανότητες, τα προσόντα και τις δεξιότητες εκάστου χωρίς να είναι δυνατό να λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, το φύλο.
8 Τόσο στο ομοσπονδιακό κράτος όσο και στα ομόσπονδα κράτη, στη δημόσια διοίκηση έχουν εφαρμογή κανονιστικές αποφάσεις που υπόκεινται στις νομικές διατάξεις του ομοσπονδιακού κράτους ή, στην περίπτωση των ομοσπόνδων κρατών, σ' εκείνες των διαφόρων ομοσπόνδων κρατών. Έτσι, η πρόσληψη, η περίοδος δοκιμασίας και η εξέλιξη της σταδιοδρομίας ρυθμίζονται για κάθε μία κατηγορία υπαλλήλων της διοικήσεως.
9 Η κανονιστική ρύθμιση που έχει εφαρμογή στους υπαλλήλους του ομοσπόνδου κράτους της Βαυαρίας περιέχεται στην Laufbahnverordnung (στο εξής: κανονιστική απόφαση περί των σταδιοδρομιών). Κατά την κανονιστική αυτή απόφαση, η προαγωγή σε θέση υψηλότερου βαθμού γίνεται σύμφωνα με κριτήρια που βασίζονται στην ικανότητα και στην αρχαιότητα. Κατόπιν αξιολογήσεως του υπαλλήλου από τον ιεραρχικώς προϋστάμενο, ένα χρονικό διάστημα - αποκαλούμενο «ελάχιστη περίοδος δοκιμασίας» - αρχίζει να τρέχει από της τελευταίας προαγωγής του υπαλλήλου, μετά δε τη λήξη του χρονικού αυτού διαστήματος ο υπάλληλος μπορεί να προαχθεί σε ανώτερο βαθμό. Έτσι, υπάλληλος ο οποίος αξιολογήθηκε ως «πολύ καλός» μπορεί να προαχθεί σε θέση ανωτέρου βαθμού εφόσον συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας τουλάχιστον τριάμισι ετών. Αν ο ίδιος υπάλληλος είχε αξιολογηθεί ως «υπερβαίνων κατά πολύ τις απαιτήσεις», η περίοδος αυτή θα ήταν αντιθέτως πέντε έτη. Μετά την παρέλευση της ελάχιστης περιόδου δοκιμασίας και την επέλευση της «ημερομηνίας θεωρητικής προαγωγής», ο υπάλληλος μπορεί όντως να προαχθεί αν υπάρχει κενή θέση. Μετά το πέρας της αρχικής περιόδου δοκιμασίας, ο υπάλληλος περιλαμβάνεται σε «πίνακα των δυναμένων να προαχθούν». Οι ενδιαφερόμενοι καταχωρίζονται στον πίνακα κατά τη σειρά της ημερομηνίας θεωρητικής προαγωγής.
10 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως περί των σταδιοδρομιών, που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των περιστατικών της κύριας δίκης, ορίζει ότι «οι περίοδοι απασχολήσεως των οποίων το ωράριο είναι μικρότερο του ημίσεος του κανονικού ωραρίου εργασίας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αρχαιότητας. Οι περίοδοι απασχολήσεως των οποίων το ωράριο ανέρχεται τουλάχιστον στο ήμισυ του κανονικού ωραρίου λαμβάνονται υπόψη κατά τα δύο τρίτα στον υπολογισμό της αρχαιότητας. Οι περίοδοι απασχολήσεως των οποίων το ωράριο υπερβαίνει τα δύο τρίτα του κανονικού ωραρίου λαμβάνονται εξ ολοκλήρου υπόψη στον υπολογισμό της αρχαιότητας».
11 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως περί των σταδιοδρομιών τροποποιήθηκε το 1995. Εφεξής ορίζει ότι, από τις 17 Οκτωβρίου 1995, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας κατά την προαγωγή, εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο και εργαζόμενοι με πλήρες ωράριο τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως. Εξάλλου, η διάταξη αυτή ορίζει ότι, προκειμένου να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό μικρότερες περίοδοι απασχολήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον εν λόγω υπολογισμό, επιβάλλεται να συνεκτιμάται το σύνολο των περιστάσεων κάθε ειδικής περιπτώσεως. Ωστόσο, ενόψει της ημερομηνίας κατά την οποία η Gerster είχε υποβάλει τη διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητά της, η τροποποίηση αυτή δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωσή της.
12 Η Gerster προσελήφθη στις οικονομικές υπηρεσίες του Freistaat Bayern την 1η Αυγούστου 1966. Διορισθείσα δόκιμος υπάλληλος την 1η Μαου 1968, μονιμοποιήθηκε στις 27 Ιουνίου 1977 και από τις 7 Σεπτεμβρίου 1984 έως τις 6 Σεπτεμβρίου 1987 βρισκόταν σε άδεια άνευ αποδοχών. Από της ημερομηνίας αυτής παρέχει την εργασία της με μειωμένο ωράριο - το ήμισυ του κανονικού ωραρίου - στο τοπικό γραφείο του Freistaat Bayern.
13 Με επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 1993, η Gerster υπέβαλε υποψηφιότητα για μια κενή θέση στη Finanzamt Nόrnberg West (oικονομική εφορία) και ζήτησε, προκειμένου να αξιολογηθεί η υποψηφιότητά της, το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργαζόταν με μειωμένο ωράριο από τον Σεπτέμβριο του 1987 να υπολογιστεί πλήρως κατά τον υπολογισμό της αρχαιότητας στην υπηρεσία.
14 Με απόφαση της 5ης Ιανουαρίου 1994, η Oberfinanzdirektion Nόrnberg απέρριψε την υποψηφιότητα της Gerster, με την αιτιολογία ότι η κενή θέση έπρεπε να δοθεί σε υπάλληλο ο οποίος προηγείται της προσφεύγουσας στον «πίνακα των δυναμένων να προαχθούν». Με απόφαση της 25ης Απριλίου 1994, η ίδια αυτή διοίκηση απέρριψε ως αβάσιμη τη διοικητική ένσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης κατά της εν λόγω αποφάσεως.
15 Στις 20 Μαου 1994, η Gerster άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, προβάλλοντας ότι η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητά της αντέβαινε προς το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα δε προς το άρθρο 119 της Συνθήκης και προς τις οδηγίες 75/117 και 76/207.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, το εθνικό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εφαρμόζεται το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ επί δημοσίων υπαλλήλων;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1: Υφίσταται παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου υπό την μορφή της "έμμεσης διάκρισης σε βάρος των γυναικών", όταν το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερη πρόταση, της κανονιστικής αποφάσεως περί των σταδιοδρομιών ορίζει ότι, κατά τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας δημοσίων υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως με ωράριο που ανέρχεται τουλάχιστον στο ήμισυ έως και στα δύο τρίτα του κανονικού ωραρίου λαμβάνονται υπόψη μόνο κατά τα δύο τρίτα;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1: Υφίσταται παράβαση της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου υπό την μορφή της "έμμεσης διάκρισης σε βάρος των γυναικών" όσον αφορά την πρόσβαση στην επαγγελματική άνοδο (προαγωγή), όταν το άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερη πρόταση, της κανονιστικής αποφάσεως περί των σταδιοδρομιών προβλέπει ότι, κατά τον υπολογισμό του χρόνου υπηρεσίας δημοσίων υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως με ωράριο που ανέρχεται τουλάχιστον στο ήμισυ έως και στα δύο τρίτα του κανονικού ωραρίου λαμβάνονται υπόψη μόνο κατά τα δύο τρίτα;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
17 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης θέτει την αρχή της ισότητας των αμοιβών για όμοια εργασία μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών. Όπως το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne II (συνοπτική μετάφραση στην ελληνική, Συλλογή τόμος 1976, σ. 175, σκέψη 12), η αρχή αυτή αποτελεί μία από τις βάσεις της Κοινότητας.
18 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι θα αντέβαινε προς τον σκοπό του άρθρου 119 αν από τον τομέα εφαρμογής του αποκλειόταν η δημόσια υπηρεσία. Άλλωστε, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 21ης Μαου 1985, 248/83, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1985, σ. 1459, σκέψη 16), έκρινε ότι η οδηγία 76/207, όπως και η οδηγία 75/117, έχει εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις στον δημόσιο τομέα. Διευκρίνισε επιπλέον ότι οι οδηγίες αυτές, όπως και το άρθρο 119, έχουν γενικό περιεχόμενο, συμφυές προς την ίδια τη φύση της αρχής που καθορίζουν.
19 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 119 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι αυτό εφαρμόζεται στις δημοσιοϋπαλληλικές εργασιακές σχέσεις.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
20 Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 119 της Συνθήκης και η οδηγία 75/117 εμποδίζουν την εφαρμογή διατάξεως η οποία επιβάλλει όπως, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας των υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες το ακολουθούμενο ωράριο περιλαμβάνεται μεταξύ του ημίσεος και των δύο τρίτων του κανονικού ωραρίου εργασίας υπολογίζονται μόνο κατά τα δύο τρίτα.
21 Προκαταρκτικά, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το Δικαστήριο υπογράμμισε με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1978, 149/77, Defrenne III (Συλλογή τόμος 1978, σ. 419, σκέψη 20), ότι το περιεχόμενο του άρθρου 119 δεν μπορεί να επεκταθεί σε στοιχεία της σχέσεως εργασίας άλλα από εκείνα τα οποία αφορά ρητώς.
22 Η Gerster υποστηρίζει ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπως και στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1991, C-184/89, Nimz (Συλλογή 1991, σ. Ι-297), πρόκειται για ένα σχεδόν αυτόματο σύστημα κατατάξεως των αποδοχών το οποίο εμπίπτει στην έννοια των αμοιβών, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 119 της Συνθήκης, και το οποίο παραβαίνει την οδηγία 75/117.
23 Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι οσάκις, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ένας υπάλληλος περιλαμβάνεται στον πίνακα των υποψηφίων που μπορούν να προαχθούν, το πέρασμά του σε υψηλότερη βαθμολογικά θέση και, επομένως, σε υψηλότερο επίπεδο αμοιβής δεν αποτελεί δικαίωμα αλλά απλή δυνατότητα. Η πραγματική προαγωγή εξαρτάται από διάφορα στοιχεία· πρώτον, από την ύπαρξη κενής θέσεως ανωτέρου βαθμού και, δεύτερον, από τη διατήρηση της θέσεως στον πίνακα των δυναμένων να προαχθούν. Επομένως, διάταξη όπως εκείνη του άρθρου 13, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της κανονιστικής αποφάσεως περί των σταδιοδρομιών αποβλέπει κυρίως στο να ρυθμίζει, υπό την έποψη της αρχαιότητας, την πρόσβαση του υπαλλήλου στον πίνακα των δυναμένων να προαχθούν και, επομένως, την πρόσβασή τους σε υψηλότερα καθήκοντα. Κατά συνέπεια, η διάταξη έχει μόνον έμμεσα αποτελέσματα επί του ύψους της αμοιβής την οποία ο ενδιαφερόμενος δικαιούται όταν περατωθεί η διαδικασία προαγωγής.
24 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η προαναφερθείσα απόφαση Nimz αφορούσε προαγωγή στο τέλος μιας δοκιμαστικής περιόδου βάσει ορισμένης αρχαιότητας. Η προαγωγή αυτή ήταν σχεδόν αυτόματη εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είχε συμπληρώσει την αναγκαία περίοδο χωρίς να απολυθεί. Η κανονιστική ρύθμιση που έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, μολονότι έχει έμμεση σχέση με την αμοιβή, αφορά την πρόσβαση στην επαγγελματική προαγωγή. Επομένως, μια τέτοια ανισότητα δεν εμπίπτει στο άρθρο 119 της Συνθήκης ούτε στην οδηγία 75/117.
25 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνική διάταξη η οποία επιβάλλει όπως, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας των υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες το ακολουθούμενο ωράριο περιλαμβάνεται μεταξύ του ημίσεος και των δύο τρίτων του κανονικού ωραρίου εργασίας υπολογίζονται μόνον κατά τα δύο τρίτα δεν εμπίπτει στο άρθρο 19 της Συνθήκης ούτε στην οδηγία 75/117.
Επί του τρίτου ερωτήματος
26 Με το τρίτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά ουσιαστικά αν η οδηγία 76/207 εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής διατάξεως η οποία επιβάλλει όπως, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας των υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες το ακολουθούμενο ωράριο περιλαμβάνεται μεταξύ του ημίσεος και των δύο τρίτων του κανονικού ωραρίου εργασίας υπολογίζονται μόνον κατά τα δύο τρίτα.
27 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η οδηγία 76/207 αποσκοπεί, κατά το άρθρο 1, στην εφαρμογή, εντός των κρατών μελών, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, περιλαμβανομένης και της προαγωγής.
28 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής διευκρινίζει ότι απαγορεύεται κάθε διάκριση που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, περιλαμβανομένων και των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις ή σε θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τομέα ή κλάδο δραστηριότητας, και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας.
29 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επίδικη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη δεν εισάγει δυσμενή διάκριση, εφόσον η μέθοδος υπολογισμού της αρχαιότητας στην οποία υπόκεινται οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο δεν προσδιορίζεται σε συνάρτηση με το φύλο των εργαζομένων. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν μια τέτοια διάταξη μπορεί να αποτελέσει έμμεση διάκριση.
30 Κατά πάγια νομολογία, υφίσταται έμμεση διάκριση όταν η εφαρμογή εθνικού μέτρου, το οποίο καίτοι έχει ουδέτερη διατύπωση, θέτει στην πράξη σε δυσμενή μοίρα ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών παρά ανδρών (βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1995, C-444/93, Megner και Scheffel (Συλλογή 1995, σ. Ι-4741, σκέψη 24, και της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C-343/92, Roks κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-571, σκέψη 33).
31 Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως περί των σταδιοδρομιών, για όσους εργάζονται με μειωμένο ωράριο, σύμφωνα με ένα ωράριο εργασίας το οποίο υπερβαίνει τα δύο τρίτα του κανονικού ωραρίου εργασίας, οι ώρες εργασίας αυτών λαμβάνονται πλήρως υπόψη στον υπολογισμό της αρχαιότητας. Όσοι εργάζονται σύμφωνα με ωράριο εργασίας το οποίο ισούται τουλάχιστον προς το ήμισυ του κανονικού ωραρίου εργασίας θεωρούνται, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας, ως εργαζόμενοι κατά τα δύο τρίτα του κανονικού ωραρίου εργασίας ενώ, για όσους εργάζονται για λιγότερο από το ήμισυ του κανονικού ωραρίου εργασίας, οι ώρες εργασίας τους δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη στον υπολογισμό της αρχαιότητας.
32 Επομένως, γίνεται δεκτό ότι η επίδικη στην κύρια δίκη εθνική διάταξη θέτει σε μειονεκτική μοίρα τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο σε σχέση με τους εργαζομένους με πλήρες ωράριο, καθόσον οι πρώτοι μπορούν να προαχθούν πολύ πιο αργά, δεδομένου ότι η αρχαιότητά τους στην υπηρεσία αυξάνει με πολύ βραδύτερο ρυθμό.
33 Κατά την Gerster, στην υπηρεσία στην οποία απέκτησε την αρχαιότητά της, το 87 % των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο είναι γυναίκες. Από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το εθνικό δικαστήριο προκύπτει ότι το ποσοστό αυτό ισχύει επίσης στο ευρύτερο πλαίσιο της βαυαρικής δημόσιας υπηρεσίας.
34 Στην περίπτωση αυτή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι διατάξεις όπως οι επίδικες στην κύρια δίκη καταλήγουν στην πράξη σε δυσμενή διάκριση των γυναικών εργαζομένων σε σχέση με τους άνδρες εργαζομένους και πρέπει, καταρχήν, να θεωρηθούν ως αντίθετες προς την οδηγία 76/207. Διαφορετική συλλογιστική θα ήταν δυνατή μόνο στην περίπτωση που η διαφορετική μεταχείριση των δύο κατηγοριών εργαζομένων δικαιολογούνταν από αντικειμενικό στοιχείο ξένο προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 13ης Μαου 1986, 170/84, Bilka, Συλλογή 1986, σ. 1607, σκέψη 29· της 13ης Ιουλίου 1989, 171/88, Rinner-Kόhn, Συλλογή 1989, σ. 2743, σκέψη 12, και της 6ης Φεβρουαρίου 1996, C-457/93, Lewark, Συλλογή 1996, σ. Ι-243, σκέψη 31).
35 Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά και να ερμηνεύσει την εθνική νομοθεσία, εναπόκειται να προσδιορίσει ενόψει όλων των περιστάσεων αν και σε ποιο βαθμό μια νομοθετική διάταξη που εφαρμόζεται μεν ανεξαρτήτως φύλου του εργαζομένου, πλήττει όμως στην πράξη περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άνδρες, δικαιολογείται από λόγους αντικειμενικούς και ξένους προς οποιαδήποτε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο (βλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 1981, 96/80, Jenkins, Συλλογή 1981, σ. 911, σκέψη 14· προπαρατεθείσες αποφάσεις Bilka, σκέψη 36, και Rinner-Kόhn, σκέψη 15).
36 Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, κατά το καθού της κύριας δίκης, η δυσμενής αυτή διάκριση δικαιολογείται αντικειμενικά εφόσον το καθεστώς αυτό βασίζεται στην ανάγκη της διοικήσεως να καθορίζει, γενικώς, μια παράμετρο αρχαιότητας για να εκτιμά την επαγγελματική πείρα των εργαζομένων προτού τους θεωρήσει ικανούς προς προαγωγή σε θέση ανωτέρου βαθμού. Το Freistaat Bayern φρονεί ότι ο υπάλληλος ο οποίος εργάζεται με μειωμένο ωράριο, προτού αποκτήσει τα αναγκαία επαγγελματικά προσόντα και την ικανότητα να ασκεί καθήκοντα υψηλότερου επιπέδου, πρέπει να ασκήσει τη δραστηριότητά του επί περισσότερο χρόνο από εκείνον ο οποίος, αντιθέτως, εργάζεται με πλήρες ωράριο.
37 Αντιθέτως, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης διατείνεται ότι, ως εργαζόμενη με μειωμένο ωράριο, άσκησε κατά τα τελευταία δέκα έτη της επαγγελματικής της δραστηριότητας καθήκοντα ανωτέρου βαθμού, στον οποίο προσδοκούσε να προαχθεί.
38 Συναφώς, επιβάλλεται κατ' αρχάς η παρατήρηση ότι, κατά το εθνικό δικαστήριο, το καθού της κύριας δίκης προέβαλε ότι η επελθούσα το 1995 τροποποίηση της κανονιστικής αποφάσεως περί των σταδιοδρομιών «αποσκοπούσε στο να καταστήσει ακόμη περισσότερο συμβατή την οικογενειακή και την επαγγελματική ζωή». Η προστασία της γυναίκας στην οικογενειακή ζωή και συγχρόνως στην εξέλιξη της επαγγελματικής της δραστηριότητας είναι, όπως και στην περίπτωση του άνδρα, αρχή η οποία λαμβάνεται ευρέως υπόψη στις έννομες τάξεις των κρατών μελών καθόσον είναι η φυσική συνέπεια της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών και αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο.
39 Επιβάλλεται εν συνεχεία η υπόμνηση ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση Nimz, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση σύμφωνα με την οποία υφίσταται ιδιαίτερη σχέση μεταξύ της διάρκειας της επαγγελματικής δραστηριότητας και της αποκτήσεως ορισμένου επιπέδου γνώσεων ή πείρας, καθόσον συνιστά απλή γενίκευση που αφορά ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή κριτηρίων αντικειμενικών και ξένων προς κάθε διάκριση. Πράγματι, παρόλον ότι ο χρόνος υπηρεσίας συμβαδίζει με την πείρα, η οποία καταρχήν καθιστά δυνατή στον εργαζόμενο την καλύτερη εκπλήρωση των καθηκόντων του, η αντικειμενικότητα αυτού του κριτηρίου εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις κάθε περιπτώσεως, ιδίως δε από τη σχέση της φύσεως του ασκουμένου καθήκοντος και της πείρας που η άσκηση του καθήκοντος αυτού προσδίδει μετά από ορισμένο αριθμό πραγματοποιηθεισών ωρών εργασίας.
40 Αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι, μολονότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης έχει ασκήσει ήδη, με μειωμένο ωράριο, τα καθήκοντα του ανωτέρου βαθμού τον οποίο προσδοκούσε και ο υπολογισμός της αρχαιότητας δεν έγινε σύμφωνα με το κριτήριο της αυστηρής αναλογικότητας, οι εργαζόμενοι με μειωμένο ωράριο συνήθως αποκτούν λιγότερο γρήγορα απ' ό,τι οι εργαζόμενοι με πλήρες ωράριο τις ικανότητες και τα προσόντα που σχετίζονται με τις δραστηριότητές τους και ότι οι αρμόδιες αρχές είναι σε θέση να αποδείξουν ότι τα επιλεγέντα μέσα ανταποκρίνονται σε θεμιτό σκοπό της κοινωνικής τους πολιτικής, είναι ικανά να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο από τις αρχές αυτές στόχο και είναι προς τούτο αναγκαία, το γεγονός και μόνον ότι η νομοθετική διάταξη πλήττει πολύ μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων γυναικών παρά ανδρών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση της οδηγίας 76/207.
41 Αν το εθνικό δικαστήριο καταλήξει ότι η διάρκεια της υπηρεσίας δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την απόκτηση ενός ορισμένου επιπέδου γνώσεων ή πείρας, η υποχρέωση - προβλεπόμενη στο άρθρο 13, παράγραφος 2, δεύτερη πρόταση, της κανονιστικής αποφάσεως περί των σταδιοδρομιών - για τους εργαζομένους με μειωμένο ωράριο να συμπληρώσουν χρονική περίοδο υπηρεσίας μεγαλύτερη κατά το ένα τρίτο από εκείνη που συμπληρώνει ο υπάλληλος με πλήρες ωράριο για να έχουν περίπου την ίδια δυνατότητα προαγωγής πρέπει να θεωρηθεί αντίθετη προς τις διατάξεις της οδηγίας 76/207.
42 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 76/207 εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία επιβάλλει όπως, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας των υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες το ακολουθούμενο ωράριο περιλαμβάνεται μεταξύ του ημίσεος και των δύο τρίτων του κανονικού ωραρίου εργασίας υπολογίζονται μόνον κατά τα δύο τρίτα εκτός αν η εν λόγω νομοθεσία δικαιολογείται από κριτήρια αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ελληνική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1994 το Bayerisches Verwaltungsgericht Ansbach, αποφαίνεται:
1) Tο άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι αυτό εφαρμόζεται στις δημοσιοϋπαλληλικές σχέσεις εργασίας.
2) Eθνική διάταξη η οποία επιβάλλει όπως, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας των υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες το ακολουθούμενο ωράριο περιλαμβάνεται μεταξύ του ημίσεος και των δύο τρίτων του κανονικού ωραρίου εργασίας υπολογίζονται μόνον κατά τα δύο τρίτα δεν εμπίπτει στο άρθρο 119 της Συνθήκης ούτε στην οδηγία 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών.
3) H οδηγία 76/207/EΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, εμποδίζει την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία επιβάλλει όπως, για τον υπολογισμό της αρχαιότητας των υπαλλήλων, οι περίοδοι απασχολήσεως κατά τις οποίες το ακολουθούμενο ωράριο περιλαμβάνεται μεταξύ του ημίσεος και των δύο τρίτων του κανονικού ωραρίου εργασίας υπολογίζονται μόνον κατά τα δύο τρίτα εκτός αν η εν λόγω νομοθεσία δικαιολογείται από κριτήρια αντικειμενικά και ξένα προς κάθε διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
Full & Egal Universal Law Academy