Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων * Κοινοτική νομοθεσία * Πεδίο εφαρμογής ratione materiae * Παροχές που περιλαμβάνονται και παροχές που αποκλείονται * Κριτήρια διακρίσεως * Βοηθήματα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων χορηγούμενα σε εργαζομένους σε γερμανικά ορυχεία κατά το χρονικό διάστημα από την απόλυση μέχρι τη συνταξιοδότησή τους * Αποκλείονται
(Κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 4 PAR PAR 1 και 2)
Περίληψη
Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι δεν αφορά παροχές οι οποίες, όπως οι προβλεπόμενες από τις γερμανικές οδηγίες του 1971 και του 1988, περί χορηγήσεως βοηθημάτων λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων στους εργαζομένους σε ορυχεία, χορηγούνται από κράτος μέλος, υπό μορφή μη υποχρεωτικών κρατικών ενισχύσεων, στους εργαζομένους από τον χρόνο της απολύσεώς τους μέχρις ότου φθάσουν στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
Οι παροχές αυτές, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που ρητώς απαριθμούνται στο προμνησθέν άρθρο 4, παράγραφος 1, δεν παρουσιάζουν πράγματι, με βάση τα συστατικά τους στοιχεία και ειδικότερα τους σκοπούς και τους όρους χορηγήσεώς τους, χαρακτηριστικά αποδεικνύοντα την ύπαρξη επαρκούς συνδέσμου μεταξύ αυτών και ενός από τους προβλεπομένους στον κατάλογο αυτό κινδύνους. Μολονότι οι παροχές αυτές, αφενός, παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες με τις παροχές γήρατος ως προς τον τρόπο υπολογισμού τους και ορισμένους από τους σκοπούς τους, εντούτοις διακρίνονται από αυτές καθόσον επιδιώκουν σκοπό συνδεόμενο με την πολιτική απασχολήσεως και χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους, και μολονότι, αφετέρου, χορηγούνται σε εργαζομένους που απολύθηκαν, εντούτοις διακρίνονται από τις παροχές ανεργίας καθόσον, πέραν του ότι το ποσό του βοηθήματος καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τις συντάξεις γήρατος, ο δικαιούχος δεν είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί ως άνεργος που αναζητεί εργασία ούτε να τεθεί στη διάθεση της αγοράς εργασίας ούτε να απέχει από την άσκηση μισθωτής ή ανεξάρτητης δραστηριότητας, όταν τα εξ αυτής εισοδήματα υπερβαίνουν ορισμένο ανώτατο όριο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-25/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hessischer Verwaltungsgerichtshof (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Siegfried Otte
και
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4, παράγραφοι 1 και 2, 12, παράγραφος 2, και 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), καθώς και του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον κανονισμό 2001/83 (ΕΕ L 230, σ. 86),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), C. Gulmann και P. Jann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* ο Otte, εκπροσωπούμενος από τον H. Herbartz, δικηγόρο Herzogenrath,
* η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον E. Roeder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τη Μ. Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον H. Kreppel, Γερμανό δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στην υπηρεσία αυτή,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Otte, εκπροσωπουμένου από τον H. Herbartz, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον B. Kloke, Oberregierungsrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τη Μ. Πατακιά και τον J. Grunwald, νομικό σύμβουλο, κατά τη συνεδρίαση της 28ης Μαρτίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαΐου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Φεβρουαρίου 1995, το Hessischer Verwaltungsgerichtshof υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4, παράγραφοι 1 και 2, 12, παράγραφος 2, και 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός 1408/71), καθώς και του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον κανονισμό 2001/83 (ΕΕ L 230, σ. 86, στο εξής: κανονισμός 574/72).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Otte και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας όσον αφορά τον συνυπολογισμό σε βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων καταβαλλομένου από το Bundesamt fuer Wirtschaft (ομοσπονδιακή οικονομική υπηρεσία, στο εξής: Bundesamt) μιας ολλανδικής συντάξεως αναπηρίας που επίσης εισέπραττε ο Otte.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο Otte, ο οποίος έχει την ολλανδική ιθαγένεια από το 1981, εργάσθηκε επί πολλά έτη σε γερμανικά ορυχεία. Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1930 και στη Γερμανία υπήχθη στο καθεστώς ασφαλίσεως κατά ασθενείας-αναπηρίας των ανθρακωρύχων από τον Αύγουστο του 1948 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1958 και από τον Δεκέμβριο του 1979 μέχρι τον Αύγουστο του 1987. Από τον Ιανουάριο του 1959 μέχρι τον Ιούλιο του 1968 υπαγόταν στη Γερμανία στο γενικό καθεστώς των μισθωτών εργαζομένων και από τον Αύγουστο του 1968 μέχρι τον Νοέμβριο του 1979, καθώς και από τον Ιανουάριο του 1981 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1982, στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως των Κάτω Χωρών.
4 Τον Ιανουάριο του 1987 ο Otte προσβλήθηκε από ασθένεια η οποία τον κατέστησε ανίκανο προς εργασία και για τον λόγο αυτό έλαβε σύνταξη αναπηρίας από το γερμανικό ομοσπονδιακό ταμείο των εργαζομένων σε ορυχεία.
5 Μετά την απόλυσή του το 1987, ο Otte υπέβαλε, στις 29 Φεβρουαρίου 1988, στο Bundesamt αίτηση προκειμένου να τύχει των ευεργετημάτων των Richtlinien ueber die Gewaehrung von Anpassungsgeld an Arbeitnehmer des Steinkohlenbergbaus (εγκυκλίων οδηγιών περί χορηγήσεως βοηθημάτων λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων στους εργαζομένους σε ορυχεία) της 13ης Δεκεμβρίου 1971, όπως τροποποιήθηκαν στις 16 Ιουνίου 1983 (στο εξής: οδηγίες του 1971).
6 Κατά το άρθρο 3 των οδηγιών του 1971,
"Το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων μπορεί να χορηγείται μόνον εάν ο εργαζόμενος
1. απολύθηκε από τον εργοδότη του κατά την περίοδο από τις 30 Ιουνίου 1971, συμπεριλαμβανομένης, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1990, λόγω παύσεως λειτουργίας ή μέτρου ορθολογικής οργανώσεως της παραγωγής, για λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του,
2. θα πληρούσε, αν είχε διατηρήσει τη θέση που μέχρι τότε κατείχε στην επιχείρηση, το αργότερο εντός πέντε ετών από της ημερομηνίας της απολύσεώς του, τις προϋποθέσεις σχετικά με:
a) τη σύνταξη εργαζομένου σε ορυχεία λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου (άρθρο 48, παράγραφος 1, του Reichsknappschaftsgesetz * RKG *),
b) τη σύνταξη εργαζομένου σε ορυχεία λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου κατόπιν περιόδου ανεργίας (άρθρο 48, παράγραφος 1, του RKG),
c) τη σύνταξη εργαζομένου σε ορυχεία που αφορά τους έχοντες ορισμένη αρχαιότητα (άρθρο 48, παράγραφος 1, σημείο 2, του RKG),
d) τη σύνταξη εργαζομένου σε ορυχεία βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 3 ή 5, του RKG
ή
e) την αντισταθμιστική παροχή υπέρ εργαζομένων σε ορυχεία (άρθρο 98 bis του RKG),
3. στις περιπτώσεις του σημείου 2, στοιχεία a, b και d, συμπλήρωσε, κατά τον χρόνο της απολύσεώς του, περίοδο ασφαλίσεως τουλάχιστον 180 ημερολογιακών μηνών και
4. έχει εργασθεί σε γερμανικό ανθρακωρυχείο κατά τα δύο έτη που προηγήθηκαν της απολύσεώς του, χωρίς διακοπή, εκτός εάν η διακοπή αφορά λόγους που δεν οφείλονται σε υπαιτιότητά του.
Το κοινωνικό πρόγραμμα της επιχειρήσεως, στο οποίο εντάσσεται η απόλυση, πρέπει να καταρτισθεί κατόπιν συνεννοήσεως με τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Οικονομίας. Η επιχείρηση πρέπει να λάβει από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Οικονομίας τη διαβεβαίωση ότι το μέτρο το οποίο καταλήγει στην απόλυση είναι η παύση λειτουργίας ή μέτρο ορθολογικής οργανώσεως της παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, σημεία 3 ή 4."
7 Στην αίτησή του για να λάβει το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων, ο Otte ανέφερε ότι από την 1η Μαρτίου 1988 επρόκειτο να του χορηγηθεί σύνταξη αναπηρίας εργαζομένου σε ορυχεία σύμφωνα με τον Reichsknappschaftsgesetz (γερμανικό νόμο περί κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων σε ορυχεία, στο εξής: RKG). Αντιθέτως, δεν ανέφερε ότι είχε αρχίσει να λαμβάνει, από τις 15 Ιανουαρίου 1988, ολλανδική σύνταξη αναπηρίας κατ' εφαρμογήν του Wet arbeidsongeschiktheid (ολλανδικού νόμου περί ανικανότητας προς εργασία, στο εξής: WAO).
8 Με απόφαση της 29ης Αυγούστου 1988, το Bundesamt καθόρισε το χορηγούμενο στον Otte μηνιαίο ποσό του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων σε 2 604,70 γερμανικά μάρκα (DM). Σύμφωνα με τις οδηγίες του 1971, το Bundesamt προέβη σε αναλογική εφαρμογή των κανόνων περί συντάξεων των εργαζομένων σε ορυχεία και προσέθεσε τις περιόδους ασφαλίσεως που συμπλήρωσε στις Κάτω Χώρες σε εκείνες που συμπλήρωσε στη Γερμανία. Κατόπιν, το Bundesamt συνυπολόγισε στην εισπραττομένη βάσει του RKG σύνταξη αναπηρίας εργαζομένου σε ορυχεία το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων, μειώνοντάς το σε 1 960,70 DM.
9 Μόλις πληροφορήθηκε ότι ο Otte εισέπραττε επίσης σύνταξη αναπηρίας στις Κάτω Χώρες, το Bundesamt τροποποίησε, στις 29 Μαΐου 1989, το ποσό του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως, αφαιρώντας από αυτό την ολλανδική σύνταξη αναπηρίας. Συγχρόνως αξίωσε από τον Otte την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατ' εφαρμογή των Richtlinien ueber die Gewaehrung von Anpassungsgeld an Arbeitnehmer des Steinkohlenbergbaus (εγκυκλίων οδηγιών περί χορηγήσεως βοηθημάτων σε εργαζομένους σε ορυχεία λόγω αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεων) της 22ας Σεπτεμβρίου 1988 (στο εξής: οδηγίες του 1988), οι οποίες από τις 29 Σεπτεμβρίου 1988 αντικατέστησαν τις οδηγίες του 1971. Οι επενεχθείσες από τις οδηγίες του 1988 τροποποιήσεις στο άρθρο 3 των οδηγιών του 1971 είναι κυρίως τυπικού χαρακτήρα. Ωστόσο, στο άρθρο 3 μια νέα παράγραφος 2 διευκρινίζει εφεξής:
"Ο εργαζόμενος στον οποίο αναφέρεται το σημείο 2.1.3 μπορεί να λαμβάνει το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως, μόνον εφόσον η επιχείρηση εξορύξεως λιγνίτη προσλαμβάνει έναν εργαζόμενο από τα ανθρακωρυχεία ή ειδική εταιρία εξορύξεως."
10 Το δικαίωμα του Otte επί του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως έπαυσε να υφίσταται στις 31 Ιανουαρίου 1990, τον μήνα δηλαδή κατά τη διάρκεια του οποίου έγινε 60 ετών. Επιπλέον, από 1ης Φεβρουαρίου 1990 η γερμανική σύνταξη αναπηρίας που εισέπραττε βάσει του RKG μετατράπηκε σε σύνταξη εργαζομένου σε ορυχεία λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου.
11 Αφού διαμαρτυρήθηκε ανεπιτυχώς για το σύνολο των τροποποιητικών αποφάσεων που έλαβε σχετικά με αυτόν το Bundesamt, ο Otte άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Gelsenkirchen κατά των αποφάσεων με τις οποίες το Bundesamt είχε συνυπολογίσει την ολλανδική σύνταξη αναπηρίας στο ποσό του γερμανικού βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως και είχε αξιώσει την επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
12 Με απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1992, το Verwaltungsgericht Frankfurt am Main, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση κατόπιν αιτήσεως του Otte, απέρριψε την προσφυγή του τελευταίου, αποφαινόμενο ότι το Bundesamt νομίμως εξομοίωσε, για τον υπολογισμό του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως, την ολλανδική σύνταξη αναπηρίας με γερμανική σύνταξη λόγω ανικανότητας προς εργασία. Το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως αποτελεί είδος συντάξεως πρόωρης αποχωρήσεως προοριζομένης να θέσει τον ενδιαφερόμενο προώρως στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν εάν ελάμβανε σύνταξη γήρατος. Δεν απορρέει από κεκτημένα δικαιώματα, αλλά έχει τη μορφή κρατικής ενισχύσεως η οποία μπορεί να χορηγείται κατά την κρίση του Bundesamt. Εξάλλου, εφόσον οι περίοδοι υπαγωγής που συμπληρώθηκαν στην αλλοδαπή συνυπολογίζονται υπέρ του δικαιούχου τόσο για τον προσδιορισμό του δικαιώματός του να λαμβάνει βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως όσο και για τον υπολογισμό του ποσού, οι παροχές που του χορηγούνται από την αλλοδαπή βάσει των ίδιων περιόδων ασφαλίσεως θα πρέπει με τη σειρά τους να αφαιρούνται από το ποσό του βοηθήματος. Διαφορετικά, οι συμπληρωθείσες στην αλλοδαπή περίοδοι ασφαλίσεως θα λαμβάνονταν υπόψη δύο φορές.
13 Ο Otte άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Hessischer Verwaltungsgerichtshof. Στην έφεσή του ισχυρίζεται ότι η μέθοδος υπολογισμού που εφάρμοσε το Bundesamt αντίκειται στο άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι η χορηγηθείσα σ' αυτόν παροχή είναι μικρότερη από εκείνη που θα εισέπραττε αν είχε συνταξιοδοτηθεί, καθόσον, σε παρόμοια περίπτωση, θα εισέπραττε συγχρόνως τις υπολογιζόμενες σύμφωνα με τις συμπληρωθείσες στα διάφορα κράτη μέλη περιόδους ασφαλίσεως παροχές, χωρίς καμιά μείωση.
14 Αντιθέτως, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το Verwaltungsgericht ορθώς έκρινε ότι το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως αποτελεί είδος συντάξεως πρόωρης αποχωρήσεως η οποία, σε αντίθεση με τις κατά κυριολεξία συντάξεις γήρατος, δεν στηρίζεται σε περιόδους καταβολής εισφορών που συμπλήρωσε ο λαμβάνων τις παροχές, αλλά έχει τον χαρακτήρα ενισχύσεως καταβαλλομένης από το κράτος και δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ratione materiae των κανονισμών 1408/71 και 574/72.
15 Υπ' αυτές τις συνθήκες, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Έχει το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2 * και ειδικότερα το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ' * του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), την έννοια ότι περιλαμβάνει επίσης τις παροχές τις οποίες ένα κράτος μέλος χορηγεί υπό μορφή μη υποχρεωτικών κρατικών ενισχύσεων (εν προκειμένω, σύμφωνα με τις οδηγίες περί χορηγήσεως στους εργαζομένους σε ορυχεία βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως των επιχειρήσεων) κατόπιν αιτήσεως των πιο ηλικιωμένων εργαζομένων των εξορυκτικών επιχειρήσεων οι οποίοι απολύονται λόγω παύσεως λειτουργίας επιχειρήσεως ή μέτρου ορθολογικής οργανώσεως της παραγωγής;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως: επιβάλλει το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 να υπολογίζεται η παρεχομένη από το κράτος μέλος ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και, ειδικότερα με την παράγραφό του 2, στοιχείο β';
3) Σε περίπτωση κατά την οποία η χορηγουμένη από το κράτος μέλος ενίσχυση πρέπει να υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71:
Επιτρέπει το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 να συνυπολογίζεται η κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο κ', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 σύνταξη, η οποία καταβάλλεται από άλλο κράτος μέλος [συγκεκριμένα, σύνταξη/παροχή βάσει του ολλανδικού WAO (wet arbeidsongeschiktheid * νόμου περί ανικανότητας προς εργασία)] ή το άρθρο 12, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 αποκλείει έναν τέτοιο συνυπολογισμό;
4) Σε περίπτωση κατά την οποία επιτρέπεται ο συνυπολογισμός σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρώτη φράση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71:
Τίθενται όρια στον συνυπολογισμό αυτόν από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 του Συμβουλίου, της 21ης Μαρτίου 1972, περί του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου;"
Επί του πρώτου ερωτήματος
16 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να πληροφορηθεί αν το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι αφορά παροχές οι οποίες, όπως οι προβλεπόμενες από τις γερμανικές οδηγίες του 1971 και 1988, χορηγούνται από κράτος μέλος, υπό μορφή μη υποχρεωτικών κρατικών ενισχύσεων, στους εργαζομένους από τον χρόνο της απολύσεώς τους μέχρις ότου συμπληρώσουν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
17 Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να τονισθεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφοι 1, 2 και 4, του κανονισμού 1408/71,
"1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητας
β) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητας βιοπορισμού
γ) παροχές γήρατος
δ) παροχές επιζώντων
ε) παροχές εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών
στ) επιδόματα λόγω θανάτου
ζ) παροχές ανεργίας
η) οικογενειακές παροχές.
2. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλοιοκτήτη εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
(...)
4. Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για την κοινωνική και ιατρική πρόνοια, ούτε για τα συστήματα παροχών υπέρ θυμάτων του πολέμου ή των συνεπειών του, ούτε για τα ειδικά συστήματα των δημοσίων υπαλλήλων ή των προς αυτούς εξομοιουμένων."
18 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι ο κανονισμός 1408/71 έχει εφαρμογή σε όλες τις νομοθεσίες των κρατών μελών που αφορούν τους απαριθμούμενους στα στοιχεία α' έως η' της ίδιας διατάξεως κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ η "κοινωνική και ιατρική πρόνοια" αποκλείεται του πεδίου εφαρμογής του.
19 Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ασκεί επιρροή το ότι το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως δεν περιλαμβάνεται στη δήλωση περί του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στην οποία προέβη η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας σύμφωνα με το άρθρο 5 του ιδίου κανονισμού.
20 Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ένα κράτος δεν ανέφερε έναν νόμο στην δήλωση αυτή δεν έχει ως συνέπεια να αποκλείεται ipso facto ο νόμος αυτός από το πεδίο εφαρμογής ratione materiae του κανονισμού 1408/71 (βλ. αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1977, 35/77, Beerens, Συλλογή τόμος 1977, σ. 733, σκέψη 9 της 27ης Ιανουαρίου 1981, 70/80, Vigier, Συλλογή 1981, σ. 229, σκέψη 15, και της 18ης Μαΐου 1995, C-327/92, Rheinhold & Malha, Συλλογή 1995, σ. Ι-1223, σκέψη 18).
21 Ακολούθως, όπως επανειλημμένως έχει κρίνει το Δικαστήριο, η διάκριση μεταξύ παροχών που αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 και παροχών που εμπίπτουν σ' αυτό στηρίζεται κυρίως στα συστατικά στοιχεία κάθε παροχής, ιδίως στους σκοπούς και στους όρους χορηγήσεώς της, και όχι στο ότι μια παροχή χαρακτηρίζεται ή όχι από την εθνική νομοθεσία ως παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως (βλ. ιδίως αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1985, 249/83, Hoeckx, Συλλογή 1985, σ. 973, σκέψη 11, και 122/84, Scrivner, Συλλογή 1985, σ. 1027, σκέψη 18).
22 Για να εμπίπτει στον κανονισμό 1408/71, μια νομοθεσία πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται σε έναν από τους κινδύνους που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού. Η απαρίθμηση αυτή είναι πράγματι περιοριστική, οπότε ένας κλάδος κοινωνικής ασφαλίσεως που δεν αναφέρεται εκεί δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τοιούτος, έστω και αν περιάγει τους δικαιούχους σε προστατευομένη από τον νόμο θέση παρέχουσα δικαίωμα λήψεως παροχής (βλ., ιδίως, προμνησθείσες αποφάσεις Hoeckx, σκέψη 12, και Scrivner, σκέψη 19).
23 Επομένως, δεδομένου ότι το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως που ρητώς απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, πρέπει να εξετασθούν τα συστατικά του στοιχεία και, ειδικότερα, οι σκοποί του και οι όροι χορηγήσεώς του προκειμένου να καθοριστεί αν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί επαρκής σύνδεσμος μεταξύ του βοηθήματος αυτού και ενός από τους προβλεπομένους στον κατάλογο αυτό κινδύνους.
24 Κατά τον Otte, το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως που κατέβαλλε το Bundesamt στους απολυθέντες από γερμανικό ανθρακωρυχείο εργαζομένους αποτελεί σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως μη στηριζόμενο στην καταβολή εισφορών κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 και, ειδικότερα, παροχή ανεργίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', δεδομένου ότι το βοήθημα συνδέεται αναπόσπαστα με την απώλεια της θέσεως εργασίας η οποία είναι αποτέλεσμα της παύσεως λειτουργίας ή των μέτρων ορθολογικής οργανώσεως της παραγωγής που αποφάσισε ο εργοδότης.
25 Αντιθέτως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως δεν αποτελεί παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Επιπλέον, η ανάλυση των συστατικών στοιχείων του, ιδίως των σκοπών και των όρων χορηγήσεώς του, δεν επιτρέπουν την εξομοίωσή του ούτε με παροχή ανεργίας ούτε με σύνταξη γήρατος. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως αντιστοιχεί στην πραγματικότητα σε σύνταξη λόγω πρόωρης αποχωρήσεως, προοριζομένη να καλύψει την περίοδο μέχρι τη συνταξιοδότηση του εργαζομένου και, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει, για τον λόγο αυτό, στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71.
26 Τέλος, κατά την Επιτροπή, μολονότι το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως ενέχει στοιχεία, συγχρόνως, παροχής γήρατος και παροχής ανεργίας, το αποφασιστικό κριτήριο στην προκειμένη περίπτωση είναι ο τρόπος υπολογισμού του βοηθήματος, επί του οποίου έχει ανάλογη εφαρμογή η εθνική νομοθεσία περί συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 4 των γερμανικών οδηγιών του 1971 και του 1988. Επομένως, το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως εμφανίζει τόσο στενό σύνδεσμο με μια παροχή γήρατος, ώστε θα μπορούσε να υπαχθεί σ' αυτόν τον κλάδο κοινωνικής ασφαλίσεως, ο οποίος μνημονεύεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.
27 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 28 επ. των προτάσεών του, από τη δικογραφία προκύπτει ότι το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους και χορηγείται κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών μέσα στα όρια των πιστώσεων του προϋπολογισμού της ομοσπονδιακής διοικήσεως και του κάθε ενδιαφερομένου ομοσπόνδου κρατιδίου. Πρώτιστος σκοπός του είναι η εξασφάλιση επαρκών μέσων βιοπορισμού στους ανθρακωρύχους που απολύθηκαν λόγω μέτρου ορθολογικής οργανώσεως της παραγωγής, ενώ δεν έχουν φθάσει σε συντάξιμη ηλικία και επομένως δεν είχαν ακόμη δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος. Επιπλέον, η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας καταβάλλεται το βοήθημα λαμβάνεται υπόψη για την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και για τον προσδιορισμό του ποσού της συντάξεως. Η ύπαρξη του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως εξασφαλίζει στους απολυμένους εργαζομένους ορισμένο εισόδημα, συγχρόνως δε τους απαλλάσσει από την ασφάλιση ανεργίας, είτε πρόκειται για κλείσιμο της επιχειρήσεως είτε πρόκειται για ορθολογική οργάνωση της παραγωγής. Εξάλλου, όταν πρόκειται για ορθολογική οργάνωση της παραγωγής, ο σκοπός του βοηθήματος συνδέεται με την πολιτική απασχολήσεως, η οποία ενισχύεται επιπλέον από το γεγονός ότι καταβάλλεται μόνο στους εργαζομένους που απολύθηκαν από επιχείρηση εκμεταλλεύσεως λιγνιτωρυχείου, εφόσον η επιχείρηση αυτή προσλαμβάνει, προς αντικατάστασή τους, εργαζόμενο προερχόμενο από τον τομέα των ορυχείων.
28 Ως προς τους όρους χορηγήσεως του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως, το άρθρο 3 των οδηγιών του 1971 και του 1988 απαριθμεί τα εξής στοιχεία: ο ενδιαφερόμενος πρέπει να έχει εργασθεί σε ανθρακωρυχείο στη Γερμανία τουλάχιστον κατά τα δύο έτη που προηγούνται της απολύσεώς του, πρέπει κατά το χρονικό αυτό σημείο να έχει συμπληρώσει περίοδο ασφαλίσεως η οποία είναι κατά κανόνα 180 μηνών, να έχει απολυθεί για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς του λόγω παύσεως λειτουργίας της επιχειρήσεως ή στο πλαίσιο προγράμματος ορθολογικής οργανώσεως της εργασίας, το οποίο έχει εγκριθεί από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και να μπορεί να λάβει σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου εντός πέντε κατ' ανώτατο όριο ετών από της απολύσεώς του.
29 Τέλος, από το άρθρο 4 των οδηγιών του 1971 και του 1988 προκύπτει ότι το ποσό του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως καθορίζεται με βάση τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που ο εργαζόμενος απέκτησε στα πλαίσια του συστήματος του τομέα των ορυχείων κατά τον χρόνο της απολύσεώς του. Οι περίοδοι για τις οποίες κατέβαλλε εισφορές στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως άλλων κρατών μελών καθώς και, κατά γενικό κανόνα, οι περίοδοι υπαγωγής του στο γενικό καθεστώς των μισθωτών εργαζομένων του ιδίου κράτους μέλους λαμβάνονται επίσης υπόψη, οπότε, αν ο εργαζόμενος εισπράττει παροχή βάσει των περιόδων αυτών, το ποσό της παροχής αυτής αφαιρείται από το ποσό του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως, προκειμένου η ίδια περίοδος καταβολής εισφορών να μην οδηγεί σε διπλή παροχή.
30 Επομένως, διαπιστώνεται ότι, μολονότι παροχές όπως οι επίμαχες παρουσιάζουν ορισμένες ομοιότητες με παροχές γήρατος ως προς τον τρόπο υπολογισμού τους και ορισμένους σκοπούς τους, μεταξύ των οποίων η εξασφάλιση επαρκών μέσων βιοπορισμού σε όσους έχουν συμπληρώσει ορισμένη περίοδο καταβολής εισφορών σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ωστόσο διαφέρουν σαφώς από άλλες ως προς τους σκοπούς και τους όρους χορηγήσεώς τους.
31 Συγκεκριμένα, παροχές όπως τα βοηθήματα λόγω αναδιαρθρώσεως διακρίνονται από τις παροχές γήρατος, καθόσον επιδιώκουν σκοπό συνδεόμενο με την πολιτική απασχολήσεως. Στην περίπτωση ορθολογικής οργανώσεως της παραγωγής, συμβάλλουν στην κένωση θέσεων που κατέχονται από μισθωτούς που πλησιάζουν την ηλικία συνταξιοδοτήσεως, στόχος ο οποίος εμφανίστηκε μετά τη θέση σε εφαρμογή του κανονισμού 1408/71, στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσεως που πλήττει εδώ και ορισμένα χρόνια την Κοινότητα γενικώς και ειδικότερα τον τομέα των ορυχείων (βλ., ομοίως, απόφαση της 5ης Ιουλίου 1983, 171/82, Valentini, Συλλογή 1983, σ. 2157, σκέψη 17). Ομοίως, σε περίπτωση παύσεως λειτουργίας επιχειρήσεως, η χορήγηση του βοηθήματος συμβάλλει, όπως τονίστηκε στην σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, στη μείωση του αριθμού των απολυθέντων εργαζομένων που υπάγονται στο σύστημα ασφαλίσεως ανεργίας.
32 Το βοήθημα λόγω αναδιαρθρώσεως διαφέρει επίσης από τις παροχές γήρατος ως προς τους όρους χορηγήσεώς του. Συγκεκριμένα, ούτε χρηματοδοτείται ούτε αποκτάται με βάση τις εισφορές των δικαιούχων και χορηγείται σε απολυθέντες εργαζομένους οι οποίοι δεν έχουν φθάσει στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως για περιορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συνταξίμου χρόνου. Επιπλέον, αποσβέννυται με τον θάνατο του δικαιούχου, χωρίς να μεταβιβάζεται κανένα δικαίωμα στους επιζώντες.
33 Ο συνδεόμενος με την πολιτική απασχολήσεως σκοπός που επιδιώκει το βοήθημα και οι όροι χορηγήσεώς του συμβάλλουν στο να προσομοιάζει στην πραγματικότητα με παροχές πρόωρης συνταξιοδοτήσεως, οι οποίες δεν διέπονται ακόμη από τον κανονισμό 1408/71. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή έχει ήδη υποβάλει στο Συμβούλιο δύο προτάσεις κανονισμού (ΕΟΚ) περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1408/71 υπέρ, αφενός, των εργαζομένων που απώλεσαν την εργασία τους, της 18ης Ιουνίου 1980 (JO C 169, σ. 22), και, αφετέρου, υπέρ των δικαιούχων παροχών πρόωρης συνταξιοδότησης, της 12ης Ιανουαρίου 1996 (ΕΕ C 62, σ. 14), ούτως ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά των παροχών του ιδίου τύπου με αυτές της προκειμένης υποθέσεως.
34 Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση, η εξομοίωση του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως με παροχή εμπίπτουσα στον κανονισμό 1408/71 θα είχε ως συνέπεια να μειώνεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, το ύψος του βοηθήματος το οποίο καταβάλλεται στους δικαιούχους εργαζομένους οι οποίοι, σε αντίθεση προς τον Otte, δεν πληρούν γενικώς τις προϋποθέσεις ταυτόχρονης λήψεως συντάξεως ή προσόδου σε άλλο κράτος μέλος. Συγκεκριμένα, το ποσό αυτό θα υπολογιζόταν είτε λαμβάνοντας υπόψη μόνον τις συμπληρωθείσες στη Γερμανία περιόδους καταβολής εισφορών είτε εφαρμόζοντας τους κανόνες του αναλογικού επιμερισμού. Το αποτέλεσμα αυτό δύσκολα θα συμβιβαζόταν με έναν από τους κύριους σκοπούς του βοηθήματος, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση επαρκών μέσων βιοπορισμού στους απολυθέντες εργαζομένους οι οποίοι δεν έχουν φθάσει ακόμη σε ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
35 Μολονότι τα βοηθήματα λόγω αναδιαρθρώσεως δεν έχουν επαρκή σύνδεσμο με τις παροχές γήρατος στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού 1408/71, πρέπει να σημειωθεί ότι ένας τέτοιος σύνδεσμος δεν αποδεικνύεται ούτε με τις παροχές ανεργίας στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος 1, στοιχείο ζ', της ίδιας διατάξεως.
36 Συναφώς, αρκεί συγκεκριμένα να διαπιστωθεί ότι, πέραν του γεγονότος ότι το ποσό του βοηθήματος προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τις παροχές γήρατος, ο δικαιούχος του βοηθήματος λόγω αναδιαρθρώσεως δεν είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί ως αναζητών εργασία ούτε να τίθεται στη διάθεση της αγοράς εργασίας ούτε να απέχει από την άσκηση μισθωτής ή ανεξάρτητης δραστηριότητας, εφόσον τα εξ αυτής εισοδήματα υπερβαίνουν ορισμένο ανώτατο όριο.
37 Επομένως, προκύπτει το συμπέρασμα ότι τέτοιοι όροι χορηγήσεως, οι οποίοι είναι απόρροια του συνδεομένου με την πολιτική απασχολήσεως σκοπού που επιδιώκει το βοήθημα και συνίστανται ιδίως στην εξαίρεση των απολυθέντων εργαζομένων από τον τομέα της ασφαλίσεως ανεργίας, διαφέρουν σαφώς από εκείνους που χαρακτηρίζουν μια παροχή ανεργίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο ζ', του κανονισμού 1408/71.
38 Υπ' αυτές τις συνθήκες, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1408/71 έχει την έννοια ότι δεν αφορά παροχές οι οποίες, όπως οι προβλεπόμενες από τις γερμανικές οδηγίες του 1971 και του 1988, χορηγούνται από κράτος μέλος, υπό μορφή μη υποχρεωτικών κρατικών ενισχύσεων, στους εργαζομένους από τον χρόνο της απολύσεώς τους μέχρις ότου φθάσουν στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
Επί των λοιπών ερωτημάτων
39 Ενόψει της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στα λοιπά ερωτήματα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 12ης Ιανουαρίου 1995 το Hessischer Verwaltungsgerichtshof, αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί και ενημερωθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, έχει την έννοια ότι δεν αφορά παροχές οι οποίες, όπως οι προβλεπόμενες από τις γερμανικές οδηγίες του 1971 και του 1988, περί χορηγήσεως βοηθημάτων λόγω αναδιαρθρώσεως στους εργαζομένους σε ορυχεία, χορηγούνται από κράτος μέλος, υπό μορφή μη υποχρεωτικών κρατικών ενισχύσεων, στους εργαζομένους από τον χρόνο της απολύσεώς τους μέχρις ότου φθάσουν στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy