Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Οικογενειακές παροχές - Δικαιούχοι συντάξεως - Παροχές για ορφανά - Παροχές οφειλόμενες από το κράτος κατοικίας - Υψηλότερο επίπεδο παροχών στο κράτος μέλος που καταβάλλει τη σύνταξη - Δικαίωμα συντάξεως το οποίο δεν έχει κτηθεί δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας του κράτους-οφειλέτη, αλλά δυνάμει των κανόνων περί συνυπολογισμού - Δικαίωμα επί συμπληρωματικού επιδόματος - Δεν υφίσταται
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1408/71, άρθρα 77 § 2, στοιχ. ββ, σημ. i, και 78 § 2, στοιχ. ββ, σημ. i, και 2001/83)
Περίληψη
Τα άρθρα 77, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, και 78, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό 2001/83, έχουν την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους δεν υποχρεούται να χορηγεί στους δικαιούχους συντάξεως ή στα ορφανά που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος συμπλήρωμα οικογενειακών παροχών στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό των οικογενειακών παροχών που χορηγούνται από το κράτος μέλος κατοικίας υπολείπεται του ποσού των παροχών που προβλέπει η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου συντάξεως ή ορφανού δεν έχει κτηθεί αποκλειστικά βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σ' αυτό το κράτος, αλλά κατ' εφαρμογή των κανόνων περί συνυπολογισμού που προβλέπει ο κανονισμός.
Πράγματι, το δικαίωμα επί συμπληρώματος οικογενειακών παροχών, το οποίο επαυξάνει τις παροχές που καταβάλλει το κράτος κατοικίας, προϋποθέτει την ύπαρξη ενός δικαιώματος συντάξεως ή ορφανού το οποίο έχει κτηθεί δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας ενός κράτους μέλους άλλου από το κράτος κατοικίας. Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία τα δικαιώματα συντάξεως ή ορφανού έχουν κτηθεί μόνον κατ' εφαρμογήν των κανόνων περί συνυπολογισμού που προβλέπει ο κανονισμός, η εφαρμογή των άρθρων 77 και 78, τα οποία προβλέπουν τη χορήγηση των παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους κατοικίας, δεν στερεί τους ενδιαφερομένους των παροχών που χορηγούνται δυνάμει μόνο της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-59/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση τoυ Sozialgericht Nόrnberg (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Francisco Bastos Moriana, Cristσbal Aguilera Reyes, Cristσbal Gordo Valle, Fernando Romero Ramos, Rosa Moscato, Ana Muρoz Abato
και
Bundesanstalt fόr Arbeit,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 77, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, 78, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, και 79, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, J. L. Murray και L. Sevσn, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann (εισηγητή), D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Francisco Bastos Moriana, Cristσbal Aguilera Reyes, Cristσbal Gordo Valle, Fernando Romero Ramos και Ana Muρoz Abato, εκπροσωπούμενοι από τον Antonio Pιrez Garrido, προϋστάμενο της υπηρεσίας κοινωνικών υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ισπανίας στο Dόsseldorf,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και τον Gereon Thiele, Assessor στο ίδιο υπουργείο,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή της υπηρεσίας νομικού και θεσμικού συντονισμού επί κοινοτικών υποθέσεων, και τον Miguel Bravo-Ferrer Delgado, abogado del Estado, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Horstpeter Kreppel, υπάλληλο εθνικής διοικήσεως αποσπασμένο στην υπηρεσία αυτή,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Francisco Bastos Moriana, Cristσbal Aguilera Reyes, Cristσbal Gordo Valle, Fernando Romero Ramos και της Ana Muρoz Abato, εκπροσωπουμένων από τον Antonio Pιrez Garrido, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Bernd Kloke, Oberregierungsrat στο Oμοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Luis Pιrez de Ayala Becerril, abogado del Estado, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Jόrgen Grunwald, νομικό σύμβουλο, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 1995, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Μαρτίου 1995, το Sozialgericht Nόrnberg υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 77, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, 78, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, και 79, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6, στο εξής: κανονισμός).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ, αφενός, των Francisco Bastos Moriana, Cristσbal Aguilera Reyes, Cristσbal Gordo Valle, Fernando Romero Ramos, Rosa Moscato και Ana Muρoz Abato (στο εξής: προσφεύγοντες) και, αφετέρου, του Bundesanstalt fόr Arbeit, γερμανικού φορέα που είναι αρμόδιος για την εφαρμογή του νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων (Bundeskindergeldgesetz), σχετικά με την ύπαρξη δικαιωμάτων επί συμπληρωμάτων οικογενειακών παροχών.
3 Οι τέσσερις πρώτοι από τους προσφεύγοντες, οι οποίοι είναι Ισπανοί υπήκοοι, εργάστηκαν επί ορισμένα χρονικά διαστήματα στη Γερμανία όπου και κατέβαλλαν υποχρεωτικές εισφορές στην ασφάλιση γήρατος των εργαζομένων. Μερικά έτη μετά την επιστροφή τους στην Ισπανία, κατέστησαν ανάπηροι. Τους αναγνωρίστηκε τότε στη Γερμανία, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 45 του κανονισμού, δικαίωμα συντάξεως λόγω ανικανότητας προς εργασία, κατόπιν συνυπολογισμού των περιόδων που είχαν συμπληρώσει στη Γερμανία και σε άλλα κράτη μέλη.
4 Όσον αφορά τις δύο τελευταίες προσφεύγουσες, πρόκειται για μια Ιταλίδα υπήκοο, κάτοικο Ιταλίας, και για μια Ισπανίδα υπήκοο, κάτοικο Ισπανίας. Οι εν λόγω προσφεύγουσες είναι χήρες, αντιστοίχως, ενός Ιταλού και ενός Ισπανού υπηκόου οι οποίοι είχαν εργαστεί στη Γερμανία, όπου και είχαν καταβάλει υποχρεωτικές εισφορές στην ασφάλιση γήρατος των εργαζομένων, και οι οποίοι, στη συνέχεια, επέστρεψαν στη χώρα καταγωγής τους. Οι προσφεύγουσες λαμβάνουν συντάξεις χηρείας δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 45 του κανονισμού, κατόπιν συνυπολογισμού των περιόδων που είχαν συμπληρωθεί στη Γερμανία και σε άλλα κράτη μέλη. Αντιθέτως, τα τέκνα τους δεν λαμβάνουν γερμανικές συντάξεις ορφανών.
5 Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν στο Bundesanstalt fόr Arbeit αιτήσεις να τους χορηγηθούν για τα τέκνα τους επιδόματα για συντηρούμενα τέκνα δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, στο μέτρο που τα επιδόματα αυτά χορηγούνται για μεγαλύτερες περιόδους ή αντιστοιχούν σε ποσά υψηλότερα από εκείνα που χορηγούνται από το κράτος κατοικίας τους. Επομένως, οι προσφεύγοντες ζητούν να λάβουν ένα συμπλήρωμα παροχών ίσο προς τη διαφορά μεταξύ του γερμανικού επιδόματος και του επιδόματος του κράτους κατοικίας τους (στο εξής: συμπληρωματικό επίδομα).
6 Οι προσφεύγοντες διατείνονται ότι οι αιτήσεις τους δικαιολογούνται ενόψει των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 733/79, Laterza (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 291), της 9ης Ιουλίου 1980 στην υπόθεση 807/79, Gravina (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 449), και με την πλέον πρόσφατη απόφαση της 11ης Ιουνίου 1991 στην υπόθεση C-251/89, Αθανασόπουλος κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-2797). Κατά τους προσφεύγοντες, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι οι δικαιούχοι συντάξεως δικαιούνται συμπληρωματικά επιδόματα ακόμη κι αν το δικαίωμά τους συντάξεως έχει κτηθεί μόνον κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του κανονισμού περί συνυπολογισμού των περιόδων που έχουν συμπληρωθεί σε διάφορα κράτη μέλη.
7 Το Bundesanstalt fόr Arbeit απέρριψε τα αιτήματα αυτά. Συγκεκριμένα, θεώρησε ότι η νομολογία του Δικαστηρίου της οποίας έγινε επίκληση δεν έχει εφαρμογή στις προκείμενες υποθέσεις, δεδομένου ότι η καταβολή συμπληρωματικού επιδόματος είναι υποχρεωτική στο πλαίσιο των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού μόνον εάν το δικαίωμα του δικαιούχου συντάξεως ή του ορφανού έχει κτηθεί αποκλειστικά βάσει περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί στη Γερμανία. Κατά την άποψή του, οι προσφεύγοντες δεν πληρούν την προϋπόθεση αυτή.
8 Κατά το άρθρο 77, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού, οι παροχές για τα συντηρούμενα τέκνα δικαιούχων συντάξεως χορηγούνται «στον δικαιούχο συντάξεων που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας περισσοτέρων κρατών μελών:
i) σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος αυτός, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές (...) γεννήθηκε κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας του κράτους αυτού, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79, παράγραφος 1, στοιχείο αα».
9 Ομοίως, το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού ορίζει ότι οι παροχές για ορφανά, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα οικογενειακά επιδόματα, χορηγούνται «για το ορφανό αποθανόντος μισθωτού ή μη μισθωτού ο οποίος είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες πολλών κρατών μελών:
i) σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί το ορφανό, αν το δικαίωμα για μια από τις παροχές (...) γεννήθηκε κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, αφού ληφθούν υπόψη, ενδεχομένως, οι διατάξεις του άρθρου 79, παράγραφος 1, στοιχείο αα».
10 Το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει τα εξής:
«Οι παροχές, υπό την έννοια των άρθρων 77 και 78, καταβάλλονται σύμφωνα με τη νομοθεσία που ορίζεται κατ' εφαρμογή των άρθρων αυτών από τον φορέα που είναι αρμόδιος για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής και εις βάρος του, σαν να είχε υπαχθεί ο δικαιούχος των συντάξεων ή ο αποθανών αποκλειστικά στη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.
Πάντως:
α) αν η νομοθεσία αυτή προβλέπει ότι η κτήση, η διατήρηση ή η ανάκτηση του δικαιώματος παροχών εξαρτάται από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως, μη μισθωτής δραστηριότητας ή κατοικίας, η διάρκεια αυτή καθορίζεται αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον είναι ανάγκη, οι διατάξεις του άρθρου 45 ή του άρθρου 72, ανάλογα με την περίπτωση·
(...)»
11 Το Sozialgericht Nόrnberg, το οποίο επελήφθη των προσφυγών κατά των αποφάσεων του Bundesanstalt fόr Arbeit, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) αΕχει το άρθρο 77, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σε συνδυασμό με το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, την έννοια ότι τα οικογενειακά επιδόματα για τα συντηρούμενα τέκνα δικαιούχων συντάξεως οι οποίοι έχουν αποκτήσει δικαίωμα συντάξεως σε κράτος μέλος, όχι βάσει μόνον της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους αλλά βάσει των συντονιστικών διατάξεων της ευρωπαϋκής κοινωνικής νομοθεσίας, πρέπει να καταβάλλονται από το κράτος μέλος στο οποίο δεν κατοικούν οι δικαιούχοι συντάξεως, ως συμπληρωματική παροχή ίση προς τη διαφορά μεταξύ του ποσού των προβλεπομένων σ' αυτό το κράτος μέλος παροχών και των παροχών που καταβάλλονται ή προβλέπονται στο κράτος της κατοικίας;
2) ςΕχει το άρθρο 78, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σε συνδυασμό με το άρθρο 79, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, την έννοια ότι τα οικογενειακά επιδόματα για τα ορφανά τέκνα αποβιώσαντος μισθωτού ή μη μισθωτού ο οποίος είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες διαφόρων κρατών μελών, όταν δεν υφίσταται δικαίωμα συντάξεως ορφανού σ' ένα από αυτά τα κράτη μέλη, ούτε μόνο βάσει της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους ούτε βάσει των συντονιστικών διατάξεων της ευρωπαϋκής κοινωνικής νομοθεσίας, πρέπει να καταβάλλονται από το κράτος μέλος στο οποίο δεν κατοικούν τα ορφανά, ως συμπληρωματική παροχή ίση προς τη διαφορά μεταξύ του ποσού των προβλεπομένων σ' αυτό το κράτος μέλος παροχών και των παροχών που καταβάλλονται ή προβλέπονται στο κράτος της κατοικίας;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 και 2 και αν υφίσταται δικαίωμα οικογενειακών επιδομάτων, πρέπει να μειωθεί η συμπληρωματική παροχή κατ' αναλογία της σχέσεως των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί στο κράτος μέλος προς τις περιόδους ασφαλίσεως αυτού του είδους που έχουν συμπληρωθεί στο κράτος της κατοικίας (ή σε άλλο κράτος μέλος);
4) Εμποδίζεται η γένεση του δικαιώματος συμπληρωματικής παροχής από το γεγονός ότι η παροχή συντάξεως χορηγουμένης κατ' εφαρμογή συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως δεν έχει αναθεωρηθεί βάσει του άρθρου 94, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71;»
12 Με διάταξη της 9ης Νοεμβρίου 1995, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Νοεμβρίου 1995, το Sozialgericht Nόrnberg απέσυρε το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, με την αιτιολογία ότι το ζήτημα είχε διευθετηθεί υπέρ των οικείων εργαζομένων.
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
13 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατ' ουσίαν, αν τα άρθρα 77, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, και 78, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού έχουν την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους υποχρεούται να χορηγεί στους δικαιούχους συντάξεως ή στα ορφανά που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος συμπλήρωμα οικογενειακών παροχών, στην περίπτωση κατά την οποία το ποσό των οικογενειακών παροχών που χορηγεί το κράτος μέλος της κατοικίας υπολείπεται του ποσού των παροχών που προβλέπει η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, ακόμη κι αν το δικαίωμα των δικαιούχων συντάξεως ή των ορφανών δεν έχει κτηθεί αποκλειστικά βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σ' αυτό το κράτος.
14 Οι προσφεύγοντες, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που καθιερώνεται με τα άρθρα 48 και 51 της Συνθήκης ΕΚ επιβάλλει καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, υπό την έννοια, δηλαδή, ότι το συμπλήρωμα των οικογενειακών παροχών πρέπει να καταβάλλεται επίσης στην περίπτωση που το δικαίωμα του δικαιούχου γερμανικής συντάξεως ή του ορφανού γεννάται μόνον κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του κανονισμού περί συνυπολογισμού των περιόδων που έχουν συμπληρωθεί σε διάφορα κράτη μέλη. Άλλως, ο εργαζόμενος θα κωλυόταν ενδεχομένως να εγκατασταθεί σε άλλο κράτος μέλος επειδή θα φοβόταν μήπως απολέσει τις οικογενειακές παροχές τις οποίες θα εδικαιούτο αν εξακολουθούσε να κατοικεί στο ίδιο κράτος. Οι προσφεύγοντες, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπογραμμίζουν, έτσι, ότι καθοριστική για την ερμηνεία των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού δεν είναι η σκέψη της προστασίας των δικαιωμάτων που έχουν κτηθεί δυνάμει μιας μόνον εθνικής νομοθεσίας. Συναφώς, παραπέμπουν στη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης δεν θα εκπληρωνόταν αν οι εργαζόμενοι έχαναν πλεονεκτήματα κοινωνικής ασφαλίσεως λόγω της ασκήσεως του δικαιώματός τους για ελεύθερη κυκλοφορία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991 στην υπόθεση C-186/90, Durighello, Συλλογή 1991, σ. Ι-5773, σκέψεις 15 και 16, και προαναφερθείσα απόφαση Αθανασόπουλος κ.λπ., σκέψεις 35 και 37).
15 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι κανόνες των άρθρων 77 και 78 σκοπούν στον προσδιορισμό του κράτους μέλους του οποίου η νομοθεσία διέπει τη χορήγηση των παροχών για τα συντηρούμενα τέκνα δικαιούχων συντάξεως και για τα ορφανά, οπότε οι παροχές χορηγούνται, κατ' αρχήν, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού μόνο του κράτους μέλους. Από την παράγραφο 2, στοιχείο ββ, σημείο i, αμφοτέρων των άρθρων αυτών προκύπτει ότι, στην περίπτωση που ο δικαιούχος συντάξεως ή ο αποθανών εργαζόμενος είχε υπαχθεί στις νομοθεσίες περισσοτέρων κρατών μελών, οι εν λόγω παροχές χορηγούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος συντάξεως ή το ορφανό τέκνο του αποθανόντος εργαζομένου.
16 Ωστόσο, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι το δικαίωμα οικογενειακών παροχών έναντι του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας ή γήρατος ή το ορφανό δεν καταργεί το δικαίωμα οικογενειακών παροχών μεγαλυτέρου ύψους το οποίο έχει προηγουμένως κτηθεί έναντι άλλου κράτους μέλους. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το τελευταίο αυτό κράτος οφείλει να καταβάλλει ένα συμπλήρωμα παροχών ίσο προς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών (βλ., μεταξύ άλλων, τις προαναφερθείσες αποφάσεις Laterza και Gravina).
17 Η ερμηνεία αυτή των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού στηρίζεται στην αρχή, την οποία έχει επανειλημμένα υπενθυμίσει το Δικαστήριο, ότι ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης δεν θα εκπληρωνόταν εάν οι εργαζόμενοι έχαναν, λόγω της ασκήσεως του δικαιώματός τους για ελεύθερη κυκλοφορία, πλεονεκτήματα κοινωνικής ασφαλίσεως τα οποία τους διασφαλίζει, εν πάση περιπτώσει, η νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975 στην υπόθεση 24/75, Petroni, Συλλογή τόμος 1975, σ. 347, σκέψη 13). Εντεύθεν προκύπτει ότι οι διατάξεις του κανονισμού δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής εάν συνεπάγονται τη μείωση του ύψους των παροχών τις οποίες μπορεί να αξιώσει ο ενδιαφερόμενος δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνον κράτους μέλους και μόνο βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία αυτή (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Petroni, σκέψη 16).
18 Η εφαρμογή, όμως, των διατάξεων των άρθρων 77 και 78 του κανονισμού, οι οποίες ορίζουν το κράτος μέλος της κατοικίας ως το μόνο αρμόδιο για τη χορήγηση των επίμαχων οικογενειακών παροχών, μπορεί να έχει ως συνέπεια να στερηθούν οι ενδιαφερόμενοι των δικαιωμάτων τους επί παροχών που έχουν κτηθεί δυνάμει μόνον της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Laterza και Gravina, ερμήνευσε τις εν λόγω διατάξεις υπό την έννοια ότι η αρχή της υπάρξεως ενός μόνον κράτους-οφειλέτη εφαρμόζεται, στον τομέα των οικογενειακών επιδομάτων, με μια εξαίρεση, βάσει της οποίας το άλλο κράτος μέλος υποχρεούται να χορηγεί συμπληρωματικό επίδομα.
19 Ενόψει της συλλογιστικής στην οποία στηρίζεται η εξαίρεση αυτή, το πεδίο εφαρμογής της δεν μπορεί να διευρυνθεί κατά τρόπον ώστε να χορηγείται συμπληρωματικό επίδομα και στην περίπτωση που το δικαίωμα του δικαιούχου συντάξεως ή του ορφανού έχει κτηθεί μόνον κατ' εφαρμογήν των κανόνων περί συνυπολογισμού που προβλέπει ο κανονισμός. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η εφαρμογή των άρθρων 77 και 78 δεν στερεί τους ενδιαφερομένους των παροχών που χορηγούνται δυνάμει μόνον της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους.
20 Προς αντίκρουση της ερμηνείας αυτής δεν μπορεί να γίνει επίκληση ούτε της προαναφερθείσας αποφάσεως Αθανασόπουλος κ.λπ. ούτε της προαναφερθείσας αποφάσεως Durighello.
21 Στην πρώτη από τις υποθέσεις αυτές, ζητήθηκε από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την προαναφερθείσα νομολογία του σχετικά με τα συμπληρωματικά επιδόματα. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα εάν τα εν λόγω επιδόματα πρέπει να χορηγούνται μόνον εφόσον τα δικαιώματα συντάξεως εντός του κράτους μέλους από τον φορέα του οποίου ζητούνται τα συμπληρωματικά επιδόματα έχουν κτηθεί πριν από την αλλαγή κατοικίας του ενδιαφερομένου, και εφόσον τα συντηρούμενα τέκνα του δικαιούχου συντάξεως έχουν γεννηθεί πριν από την αλλαγή κατοικίας. Η συλλογιστική βάσει της οποίας το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση στα δύο αυτά ερωτήματα δεν επηρεάζει την ουσία της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με το συμπληρωματικό επίδομα, κατά την οποία το δικαίωμα λήψεως ενός τέτοιου επιδόματος προϋποθέτει ότι το δικαίωμα του δικαιούχου συντάξεως ή του ορφανού έχει κτηθεί δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας.
22 Το ίδιο ισχύει για την προαναφερθείσα απόφαση Durighello, η οποία αφορούσε μια κατάσταση διαφορετική από αυτήν της προκειμένης υποθέσεως, ιδίως στο μέτρο που ήγειρε ερωτήματα σχετικά με την επίπτωση των άρθρων 77 έως 79 στην εφαρμογή μιας νομοθεσίας εντός του κράτους μέλους στο οποίο κατοικεί ο διακινούμενος εργαζόμενος. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω υπόθεση, το κράτος κατοικίας του διακινουμένου εργαζομένου που ελάμβανε τη σύνταξη είχε απορρίψει το αίτημα που αυτός είχε υποβάλει για να λάβει τα οικογενειακά επιδόματα για τον συντηρούμενο σύζυγο που προέβλεπε η εθνική νομοθεσία για τους δικαιούχους συντάξεως, με την αιτιολογία ότι ο ενδιαφερόμενος είχε αποκτήσει το δικαίωμα επί της εν λόγω συντάξεως κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του κανονισμού. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο μπορούσε να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα αποφαινόμενο απλώς ότι τα άρθρα 77 έως 79 του κανονισμού δεν απαγορεύουν την εφαρμογή μιας νομοθεσίας όπως η επίμαχη στην περίπτωση ενός προσώπου που λαμβάνει σύνταξη κατ' εφαρμογήν του κανονισμού.
23 Κατόπιν αυτών των σκέψεων, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 77, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, και 78, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού έχουν την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους δεν υποχρεούται να χορηγεί στους δικαιούχους συντάξεως ή στα ορφανά που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος συμπλήρωμα οικογενειακών παροχών στην περίπτωση που το ποσό των οικογενειακών παροχών που χορηγούνται από το κράτος μέλος κατοικίας υπολείπεται του ποσού των παροχών που προβλέπει η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου συντάξεως ή του ορφανού δεν έχει κτηθεί αποκλειστικά βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σ' αυτό το κράτος.
Επί του τρίτου ερωτήματος
24 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 1995, το Sozialgericht Nόrnberg, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 77, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, και 78, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, σημείο i, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, έχουν την έννοια ότι ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους δεν υποχρεούται να χορηγεί στους δικαιούχους συντάξεως ή στα ορφανά που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος συμπλήρωμα οικογενειακών παροχών στην περίπτωση που το ποσό των οικογενειακών παροχών που χορηγούνται από το κράτος μέλος κατοικίας υπολείπεται του ποσού των παροχών που προβλέπει η νομοθεσία του πρώτου κράτους μέλους, εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου συντάξεως ή του ορφανού δεν έχει κτηθεί αποκλειστικά βάσει των περιόδων ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί σ' αυτό το κράτος.
Full & Egal Universal Law Academy