Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Υποχρέωση αιτιολογήσεως εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος, εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου - Δεν υπάρχει
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190)
2 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Εθνική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπουσα μόνο στους επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό τη συμμετοχή σε σύστημα κοινωνικής προνοίας - Επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 52 και 58)
3 Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Διατάξεις της Συνθήκης - Πεδίο εφαρμογής - Εταιρία εγκατεστημένη εντός κράτους μέλους και παρέχουσα υπηρεσίες σε συνταξιούχους διαμένοντες μονίμως ή επ' αόριστον στις κατοικίες για ηλικιωμένους της εταιρίας αυτής - Δεν εμπίπτει
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 59)
4 Ανταγωνισμός - Κανόνες του κοινοτικού δικαίου - Υποχρεώσεις των κρατών μελών - Εθνική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπουσα μόνο στους επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό τη συμμετοχή σε σύστημα κοινωνικής προνοίας - Συμβιβαστό - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 3, στοιχ. ζζ, 5, 85,86 και 90)
Περίληψη
5 Tο κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, το άρθρο 190 της Συνθήκης δεν θέτει όρους σχετικούς με την αιτιολόγηση εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
Συγκεκριμένα, εκτός του ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως που θεσπίζει το άρθρο 190 της Συνθήκης αφορά μόνον τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων εθνικών αρχών που επηρεάζουν την άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος το οποίο απονέμει η Συνθήκη στους ιδιώτες αφορά, σύμφωνα με τον σκοπό της, μόνον τις ατομικές αποφάσεις που λαμβάνονται έναντι των ιδιωτών και κατά των οποίων αυτοί πρέπει να διαθέτουν μέσο δικαστικής προστασίας, και όχι τις γενικής ισχύος πράξεις εθνικών αρχών.
6 Tα άρθρα 52 και 58 της Συνθήκης δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να επιτρέπει μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό να συμβάλλουν στην υλοποίηση του συστήματός του κοινωνικής προνοίας, διά της συνάψεως συμβάσεων που τους παρέχουν δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για τις υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα.
Συγκεκριμένα, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη δύνανται, στο πλαίσιο της εξουσίας που διατηρούν όσον αφορά τη διαρρύθμιση των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως, να θεωρούν ότι η επίτευξη των στόχων συστήματος κοινωνικής προνοίας, το οποίο στηρίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης και σκοπεί πρωτίστως στην παροχή αρωγής σε άτομα ευρισκόμενα σε ανάγκη, προϋποθέτει κατ' ανάγκην την εξάρτηση της εισδοχής των ιδιωτών επιχειρηματιών στο σύστημα αυτό ως παρεχόντων υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας από τον όρον ότι δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό.
Εξάλλου, ο όρος αυτός δεν θέτει τις κερδοσκοπικού σκοπού εταιρίες άλλων κρατών μελών σε μειονεκτική πραγματική ή νομική κατάσταση σε σχέση με τις κερδοσκοπικού σκοπού εταιρίες του κράτους μέλους εγκαταστάσεως.
7 Το άρθρο 59 της Συνθήκης δεν αφορά την κατάσταση εταιρίας η οποία, έχοντας εγκατασταθεί εντός κράτους μέλους προκειμένου να εκμεταλλεύεται κατοικίες για ηλικιωμένους, παρέχει υπηρεσίες στους τροφίμους οι οποίοι διαμένουν, προς τούτο, μονίμως ή επ' αόριστον στις κατοικίες αυτές.
Συγκεκριμένα, μολονότι μια επιχείρηση μπορεί να επικαλεσθεί έναντι του κράτους όπου είναι εγκατεστημένη την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, εφόσον οι υπηρεσίες παρέχονται σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος, αντιθέτως, το άρθρο 59 δεν αφορά την κατάσταση υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος μεταβαίνει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και εγκαθιστά εκεί την κύρια κατοικία του, προκειμένου να τυγχάνει εκεί παροχής υπηρεσιών επ' αόριστον.
8 Tα άρθρα 85 και 86, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, στοιχείο ζζ, 5 και 90 της Συνθήκης, δεν έχουν εφαρμογή σε εθνική κανονιστική ρύθμιση που επιτρέπει μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό να συμβάλλουν στην υλοποίηση συστήματος κοινωνικής προνοίας, διά της συνάψεως συμβάσεων που τους παρέχουν δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα.
Πράγματι, η ρύθμιση αυτή
- δεν επιβάλλει ούτε ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων μεταξύ των επιχειρήσεων που γίνονται δεκτές στο σύστημα συμβεβλημένων οργανισμών, ούτε ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων, ούτε μεταθέτει σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη λήψεως αποφάσεων επί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα
- δεν θέτει τις κατ' ιδίαν επιχειρήσεις που γίνονται δεκτές στο σύστημα συμβεβλημένων οργανισμών σε δεσπόζουσα θέση ούτε έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αρκούντως σημαντικών δεσμών μεταξύ τους, συνεπαγομένων συλλογική δεσπόζουσα θέση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-70/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Sodemare SA, Anni Azzurri Holding SpA, Anni Azzurri Rezzato Srl,
υποστηριζομένων από τη Fιdιration des maisons de repos privιes de Belgique (Femarbel) ASBL,
και
Regione Lombardia,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, στοιχείο ζζ, 5, 52, 58, 59, 85, 86, 90 και 190 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και L. Sevσn, προέδρους τμήματος, K. N. Kακούρη, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), C. Gulmann, P. Jann, H. Ragnemalm, M. Wathelet και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Sodemare SA, Anni Azzurri Holding SpA και Anni Azzurri Rezzato Srl, εκπροσωπούμενες από τους G. Conte, G. Giacomini, δικηγόρους Γένοβας, και G. Tanzella, δικηγόρο Μιλάνου,
- η Fιdιration des maisons de repos privιes de Belgique (Femarbel) ASBL, εκπροσωπούμενη από την V. Tavormina, δικηγόρο Μιλάνου,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. G. Lammers, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ε. Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Sodemare SA, Anni Azzurri Holding SpA και Anni Azzurri Rezzato Srl, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Δεκεμβρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Φεβρουαρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 2ας Μαρτίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Μαρτίου 1995, το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, στοιχείο ζζ, 5, 52, 58, 59, 85, 86, 90 και 190 της Συνθήκης ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά υποβλήθηκαν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που άσκησαν η εταιρία λουξεμβουργιανού δικαίου Sodemare SA (στο εξής: Sodemare) και δύο εταιρίες ιταλικού δικαίου, η Anni Azzurri Holding SpA και η Anni Azzurri Rezzato Srl, κατά, πρώτον, του άρθρου 18, παράγραφος 3, στοιχείο a, του Legge regionale Lombardia (νόμου της Περιφερείας της Λομβαρδίας) αριθ. 39, της 11ης Απριλίου 1980, περί της οργανώσεως και λειτουργίας των τοπικών μονάδων κοινωνικής προνοίας και υγειονομικής περιθάλψεως [Bollettino ufficiale della regione Lombardia (Επίσημη Εφημερίδα της Περιφερείας της Λομβαρδίας) αριθ. 15 της 11ης Απριλίου 1980, 3o συμπλήρωμα, στο εξής: νόμος του 1980], δεύτερον, της αποφάσεως αριθ. 2157 της 3ης Δεκεμβρίου 1993 της Regione Lombardia, περί απορρίψεως της αιτήσεώς τους να γίνουν δεκτές στο σύστημα των συμβεβλημένων οργανισμών στους οποίους αποδίδονται οι δαπάνες για την παροχή υπηρεσιών κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα και, τέλος, κατά της γνωμοδοτήσεως αριθ. 41 της 7ης Σεπτεμβρίου 1993 που εξέδωσε η τοπική μονάδα κοινωνικής προνοίας και υγειονομικής περιθάλψεως. Η Fιdιration des maisons de repos privιes de Belgique παρενέβη υπέρ των τριών αυτών εταιριών.
3 Το ιταλικό διάταγμα της 8ης Αυγούστου 1985 [GURI (Eφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας) αριθ. 191 της 14ης Αυγούστου 1985, σ. 5727], περί προσανατολισμού και περί συντονισμού των αυτονόμων περιφερειών και επαρχιών στον τομέα των υγειονομικών δραστηριοτήτων που συνδέονται προς τις δραστηριότητες κοινωνικής προνοίας, διακρίνει μεταξύ των δραστηριοτήτων άμεσης αμιγούς κοινωνικής προνοίας και των δραστηριοτήτων κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα. Οι πρώτες περιλαμβάνουν, κυρίως, τη νοσηλεία σε προστατευόμενα μη νοσοκομειακά ιδρύματα, η οποία αντικαθιστά πλήρως, έστω και προσωρινώς, την οικογενειακή αρωγή. Οι δραστηριότητες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα σκοπούν άμεσα και κατ' εξοχήν στην προστασία της υγείας του πολίτη, με παρεμβάσεις ενισχύουσες την προληπτική υγειονομική δραστηριότητα, την περίθαλψη, τη φυσιοθεραπεία και την ψυχοθεραπεία.
4 Δυνάμει του άρθρου 6 του εν λόγω διατάγματος, η έννοια των δραστηριοτήτων κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα καλύπτει ιδίως τη νοσηλεία σε προστατευόμενα ιδρύματα που έχουν ως κύρια ή αποκλειστική δραστηριότητα την περίθαλψη αναπήρων ηλικιωμένων στους οποίους δεν μπορούν να παρασχεθούν φροντίδες κατ' οίκον. Οσάκις η υγειονομική παρέμβαση δεν μπορεί να διαχωρισθεί από την παρέμβαση κοινωνικής προνοίας, οι περιφέρειες δύνανται, στο πλαίσιο των οικονομικών δυνατοτήτων του Fondo sanitario nazionale (Εθνικό Ταμείο Υγείας), να συνάπτουν συμβάσεις με δημοσίους οργανισμούς ή, ελλείψει αυτών, με ιδιωτικούς οργανισμούς.
5 Ο Legge regionale Lombardia αριθ. 1, της 7ης Ιανουαρίου 1986, περί της αναδιοργανώσεως και του προγραμματισμού των υπηρεσιών κοινωνικής προνοίας (Bollettino ufficiale della regione Lombardia αριθ. 2 της 8ης Ιανουαρίου 1986, 1o συμπλήρωμα, στο εξής: νόμος του 1986), ρυθμίζει το σύστημα των υπηρεσιών κοινωνικής προνοίας εντός της Περιφερείας της Λομβαρδίας. Δυνάμει του νόμου αυτού, η υλοποίηση του ως άνω συστήματος ανατίθεται σε φορείς τους οποίους διαχειρίζονται απευθείας οι δήμοι και οι κοινότητες και οι επιφορτισμένοι με τις τοπικές υπηρεσίες οργανισμοί, καθώς και στους φορείς που εξαρτώνται από άλλους συμβεβλημένους δημοσίους οργανισμούς, υπό την έννοια του νόμου του 1980. Ομοίως, οι ιδιώτες επιχειρηματίες που διαχειρίζονται οργανισμούς, που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 18, παράγραφος 3, του νόμου του 1980, συμβάλλουν στην υλοποίηση του συστήματος κοινωνικής προνοίας.
6 Ο δεύτερος αυτός νόμος διέπει στη Λομβαρδία το σύστημα συνάψεως συμβάσεων με τους οργανισμούς που διαχειρίζονται τις τοπικές μονάδες κοινωνικής προνοίας και υγειονομικής περιθάλψεως (Unitΰ Socio-Sanitarie Locali, στο εξής: USSL) για την παροχή υπηρεσιών κοινωνικής προνοίας, που περιλαμβάνουν υπηρεσίες υγειονομικού χαρακτήρα. Το άρθρο 18, παράγραφος 2, του νόμου του 1980 ορίζει ότι οι ιδιώτες επιχειρηματίες που προτίθενται να μετάσχουν στον προγραμματισμό και την οργάνωση των υπηρεσιών των USSL πρέπει να λάβουν από την περιφέρεια, κατόπιν αιτήσεώς τους, πιστοποιητικό καταλληλότητας προς σύναψη συμβάσεων με τους οργανισμούς που διαχειρίζονται τις USSL.
7 Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 3, του νόμου του 1980, η καταλληλότητα για τη σύναψη συμβάσεων εξαρτάται κυρίως από την έλλειψη κερδοσκοπικού σκοπού.
8 Βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 5, του νόμου του 1980, η λήψη του πιστοποιητικού καταλληλότητας συνεπάγεται το δικαίωμα συνάψεως συμβάσεων με τις USSL. Το άρθρο 18, παράγραφος 10, ορίζει ότι οι συμβάσεις διέπουν τις οικονομικές σχέσεις μεταξύ του υπογράφοντος τη σύμβαση δημοσίου οργανισμού και του ιδιώτη επιχειρηματία και προβλέπουν επίσης τη μορφή αποδόσεως των δαπανών για εκάστη παροχή, βάσει προκαθορισθεισών τιμολογήσεων, εντός των ορίων που καθορίζουν τα περιφερειακά προγράμματα κοινωνικής προνοίας, τα οποία επιτρέπουν, εν πάση περιπτώσει, την απόδοση των πραγματικών δαπανών.
9 Εξάλλου, κατά το άρθρο 50 του νόμου του 1986, η διαχείριση της κατοικίας για ηλικιωμένους και για πρόσωπα εν όλω ή εν μέρει εξαρτημένα προϋποθέτει τη χορήγηση αδείας λειτουργίας εκ μέρους της επαρχίας εντός της οποίας βρίσκεται η κατοικία.
10 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το περιφερειακό πρόγραμμα κοινωνικής προνοίας που ίσχυε κατά τον κρίσιμο για τη διαφορά της κύριας δίκης χρόνο, όπως αυτό εγκρίθηκε από το Περιφερειακό Συμβούλιο της Λομβαρδίας, επιβάλλει στις κατοικίες για ηλικιωμένους, που γίνονται δεκτές στο σύστημα συμβεβλημένων οργανισμών, αυστηρότερους κανόνες όσον αφορά το προσωπικό από τους προβλεπόμενους όταν οι κατοικίες αυτές δεν μετέχουν στο σύστημα. Η περιφέρεια καταβάλλει τις δαπάνες για την παροχή υπηρεσιών κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα στις συμβεβλημένες κατοικίες μέχρις ορισμένου ανωτάτου ποσού αποδόσεως ημερησίως και ανά εξαρτημένο τρόφιμο, ανεξαρτήτως της ενδεχόμενης ανάγκης του τροφίμου αυτού για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.
11 Η Sodemare συνέστησε κεφαλαιουχική εταιρία ιταλικού δικαίου με την επωνυμία Anni Azzurri Holding SpA. Η εταιρία αυτή, την οποία ελέγχει πλήρως η Sodemare, κατέχει το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου διαφόρων εταιριών που εκμεταλλεύονται κατοικίες για ηλικιωμένους, μεταξύ των οποίων είναι η εταιρία με την επωνυμία Residenze Anni Azzurri Rezzato Srl.
12 Στις 3 Δεκεμβρίου 1992 η τελευταία αυτή εταιρία έλαβε άδεια διαχειρίσεως κατοικίας για ηλικιωμένους με διάταγμα του Προέδρου της Provincia di Brescia, κατ' εφαρμογή του άρθρου 50 του νόμου του 1986. Στις 29 Απριλίου 1993 η εταιρία αυτή ζήτησε από το Περιφερειακό Συμβούλιο της Λομβαρδίας να γίνει δεκτή στο σύστημα συνάψεως συμβάσεων με τους οργανισμούς των USSL, πράγμα το οποίο της επέτρεψε να εισπράττει ποσά προς απόδοση των δαπανών για τις υπηρεσίες υγειονομικού χαρακτήρα τις οποίες πρέπει υποχρεωτικώς να παρέχει στους ηλικιωμένους εξαρτημένους τροφίμους.
13 Με την απόφαση αριθ. 2157 της 3ης Δεκεμβρίου 1993, η Regione Lombardia απέρριψε, κατόπιν αρνητικής γνωμοδοτήσεως της USSL, την αίτηση συμμετοχής στο σύστημα συμβεβλημένων οργανισμών, με το σκεπτικό ότι δεν επληρούτο η προϋπόθεση ελλείψεως κερδοσκοπικού σκοπού, την οποία προβλέπει το άρθρο 18, παράγραφος 3, στοιχείο a, του νόμου του 1980.
14 Το αιτούν δικατήριο διαπίστωσε ότι οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, μολονότι ασκούσαν ενεργό δραστηριότητα και ήσαν οικονομικώς υγιείς, υπολειτουργούσαν σε σχέση με τις πραγματικές τους δυνατότητες, κατά το μέτρο που ο αριθμός των κατειλημμένων από ηλικιωμένους κλινών ήταν σαφώς κατώτερος από τον αριθμό των διαθεσίμων θέσεων στις κατοικίες τις οποίες αυτές εκμεταλλεύονταν.
15 Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι η επίδικη διάταξη έχει ως αποτέλεσμα να επιτρέπεται η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα κατ' ουσίαν μόνον στις εταιρίες μη κερδοσκοπικού σκοπού. Το γεγονός ότι μόνον οι εταιρίες αυτές χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους έχει ως συνέπεια να φέρουν οι χρήστες των υπηρεσιών των εταιριών κερδοσκοπικού σκοπού οικονομικό βάρος από το οποίο θα απαλλάσσονταν αν η ίδια υπηρεσία τους παρεχόταν από εταιρία μη κερδοσκοπικού σκοπού.
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει, βάσει του άρθρου 190 της Συνθήκης, να θεωρηθεί παράνομη, από άποψη κοινοτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, μη δυνάμενη να εφαρμοσθεί από τα εθνικά δικαστήρια εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, μολονότι ρυθμίζει ζητήματα εμπίπτοντα "στο πεδίο εφαρμογής" των κοινοτικών Συνθηκών, δεν παραθέτει εντούτοις καμία απολύτως αιτιολογία, επέρχονται δε οι συνέπειες αυτές μόνο στις περιπτώσεις - όπως εν προκειμένω - στις οποίες η εθνική διάταξη δημιουργεί ασαφείς πραγματικές καταστάσεις, καθόσον περιάγει τους ενδιαφερόμενους σε κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με τις δυνατότητες που έχουν να επικαλούνται το κοινοτικό δίκαιο;
[Πρόκειται για τις περιπτώσεις στις οποίες το κράτος μέλος έχει "την υποχρέωση" [η οποία είναι, κατά το ιταλικό Corte costituzionale (Συνταγματικό Δικαστήριο), "συγκεκριμένη υποχρέωση": βλ. Corte cost. sent. (απόφαση του Corte Costituzionale) αριθ. 389 της (4ης Ιουλίου) 11ης Ιουλίου 1989: σημείο 4, τελευταίο εδάφιο, του σκεπτικού] να εξαλείψει από την εθνική έννομη τάξη τις διατάξεις που είναι ασυμβίβαστες προς την κοινοτική έννομη τάξη (σχετικά με αυτή την υποχρέωση καταργήσεως των διατάξεων, βλ. την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1988, 104/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1988, σ. 1799). Το Δικαστήριο έχει τονίσει "επανειλημμένα" την ύπαρξη της υποχρεώσεως αυτής.]
2) Αντιβαίνει προς το άρθρο 58 της Συνθήκης εθνική διάταξη που προβλέπει (χωρίς να παραθέτει καμία αιτιολογία) ότι μια ολόκληρη κατηγορία υπηρεσιών, οι οποίες έχουν σημασία και από οικονομική άποψη, παρέχονται μόνον από "εταιρίες" μη κερδοσκοπικού σκοπού, καθόσον προβλέπει την αυστηρή διάκριση μεταξύ εταιριών κερδοσκοπικού σκοπού και εταιριών μη κερδοσκοπικού σκοπού;
3) Απαγορεύουν τα άρθρα 52, 58 και 59 της Συνθήκης εθνική κανονιστική ρύθμιση που κωλύει την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας, επειδή επιβάλλει στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε ορισμένο κράτος μέλος και θέλουν να εγκατασταθούν σε άλλο κράτος μέλος, υπό την έννοια της Συνθήκης, την υποχρέωση να επιλέξουν είτε να ασκήσουν τη δραστηριότητα αυτή υπό μη οικονομική μορφή, λαμβάνοντας στην περίπτωση αυτή μία από τις νομικές μορφές που προβλέπονται περιοριστικά, αλλά δεν συμπίπτουν με τις νομικές μορφές που καθιστούν δυνατή την εγκατάσταση, είτε - εφόσον προτίθενται να ασκήσουν οικονομική δραστηριότητα - να αναλάβουν το βάρος ορισμένων παροχών που κανονικά θα έπρεπε να βαρύνουν τις δημόσιες υγειονομικές υπηρεσίες;
4) Απαγορεύει το άρθρο 59 της Συνθήκης εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία, λόγω των προϋποθέσεων που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία, οδηγεί τους χρήστες των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας - στους οποίους η ίδια αυτή νομοθεσία αναγνωρίζει το δικαίωμα να επιλέγουν τον παρέχοντα τις υπηρεσίες - να απευθύνονται μόνο σε επιχειρήσεις στις οποίες το Δημόσιο αποδίδει, λόγω και μόνο της νομικής μορφής τους, τις δαπάνες για τις υγειονομικές υπηρεσίες που πρέπει να παρέχουν όλες οι επιχειρήσεις που έχουν τη σχετική άδεια και η οποία έχει ως αποτέλεσμα αφενός να διοχετεύεται η ζήτηση των υπηρεσιών προς ορισμένους από τους παρέχοντες τις υπηρεσίες αυτές και αφετέρου να στερείται ο χρήστης κάθε πραγματική ελευθερία επιλογής;
5) Απαγορεύουν τα άρθρα 3, στοιχείο σττ, 5, 85 και 86 της Συνθήκης, ενδεχομένως σε συνδυασμό και με το άρθρο 90, την υπό κρίση κανονιστική ρύθμιση, η οποία, λόγω του μηχανισμού που προβλέπει η εσωτερική νομοθεσία, καθιστά δυνατή:
α) μόνο την εκ μέρους εταιριών που έχουν συγκεκριμένη νομική μορφή παροχή, χωρίς καμία επιβάρυνση για την επιχείρηση, υπηρεσιών που έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχει η επιχείρηση αυτή αντί αμοιβής,
β) την εμφάνιση των εταιριών αυτών στην αγορά ως μιας κατηγορίας επιχειρήσεων οι οποίες, επειδή έχουν ανάλογα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, εμφανίζονται στους χρήστες ως ενιαία, σε μεγάλο βαθμό, οντότητα,
γ) τη διοχέτευση προς τις επιχειρήσεις που περιγράφονται ανωτέρω στο στοιχείο ββ της ζητήσεως των υπηρεσιών που παρέχονται στους ηλικιωμένους στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας,
δ) την επιβολή στις επιχειρήσεις της υποχρεώσεως να παρέχουν, με δαπάνες τους, υπηρεσίες που έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχουν αντί αμοιβής,
ε) τη δημιουργία συμπράξεων που έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή στις μη μετέχουσες επιχειρήσεις της υποχρεώσεως να παρέχουν, με δαπάνες τους, υπηρεσίες που έχουν παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με την παρεχόμενη υπηρεσία και να επιρρίπτουν το σχετικό κόστος στους χρήστες,
στ) τον εξαναγκασμό των μη μετεχουσών επιχειρήσεων να επιρρίπτουν στους τελευταίους αυτούς το κόστος των υπηρεσιών αυτών, οι οποίες θα παρέχονταν δωρεάν, αν οι χρήστες είχαν απευθυνθεί σε επιχειρήσεις που μετέχουν στη συμφωνία;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
17 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το πρώτο ερώτημα αφορά την υποχρέωση αιτιολογήσεως εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος η οποία, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, απαγορεύει στις εταιρίες κερδοσκοπικού σκοπού να μετέχουν σε σύστημα κοινωνικής προνοίας διά της συνάψεως συμβάσεων, που τους παρέχουν δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα.
18 Επομένως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, το άρθρο 190 της Συνθήκης θέτει όρους σχετικούς με την αιτιολόγηση εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, εφόσον η κανονιστική αυτή ρύθμιση περιάγει τους ενδιαφερομένους σε κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με τις δυνατότητες που έχουν να επικαλούνται το κοινοτικό δίκαιο.
19 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως που θεσπίζει το άρθρο 190 της Συνθήκης αφορά μόνον τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων. Βεβαίως, το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει την υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων εθνικών αρχών που επηρεάζουν την άσκηση θεμελιώδους δικαιώματος το οποίο απονέμει η Συνθήκη στους ιδιώτες (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86, Heylens κ.λπ., Συλλογή 1986, σ. 4097, σκέψεις 14 έως 17). Ωστόσο, σύμφωνα με τον σκοπό της, η υποχρέωση αυτή αφορά μόνον τις ατομικές αποφάσεις που λαμβάνονται έναντι των ιδιωτών και κατά των οποίων αυτοί πρέπει να διαθέτουν μέσο δικαστικής προστασίας, και όχι τις γενικής ισχύος πράξεις εθνικών αρχών.
20 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, το άρθρο 190 της Συνθήκης δεν θέτει όρους σχετικούς με την αιτιολόγηση εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
Επί του δεύτερου, του τρίτου, του τετάρτου και του πέμπτου ερωτήματος
21 Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 3, στοιχείο ζζ, 5, 52, 58, 59, 85, 86 και 90 της Συνθήκης απαγορεύουν σε κράτος μέλος να επιτρέπει μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό να συμβάλλουν στην υλοποίηση του συστήματός του κοινωνικής προνοίας, διά της συνάψεως συμβάσεων που τους παρέχουν δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα.
22 Δεδομένου ότι η συνδρομή των ιδιωτών επιχειρηματιών στην υλοποίηση του συστήματος κοινωνικής προνοίας μέσω τέτοιων συμβάσεων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό, πρέπει να εξεταστεί η προϋπόθεση αυτή (στο εξής: προϋπόθεση ελλείψεως κερδοσκοπικού σκοπού) από πλευράς των διατάξεων της Συνθήκης που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο.
Επί των άρθρων 52 και 58 της Συνθήκης (δεύτερο και τρίτο ερώτημα)
23 Το δεύτερο και το τρίτο ερώτημα αφορούν την περίπτωση εταιρίας κερδοσκοπικού σκοπού, εγκατεστημένης στο Λουξεμβούργο, η οποία συνέστησε μία ή περισσότερες εταιρίες κερδοσκοπικού σκοπού στην Ιταλία, προκειμένου να εκμεταλλευθεί στη χώρα αυτή κατοικίες για ηλικιωμένους.
24 Δεδομένου ότι η λουξεμβουργιανή εταιρία μετέχει, σταθερώς και συνεχώς, στην οικονομική ζωή στην Ιταλία, κατά συνέπεια, η κατάσταση αυτή εμπίπτει στις διατάξεις του κεφαλαίου περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως, δηλαδή στα άρθρα 52 έως 58 της Συνθήκης, και όχι στο κεφάλαιο περί υπηρεσιών (βλ., στο πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74, Reyners, Συλλογή τόμος 1974, σ. 317, σκέψη 21, και της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard, Συλλογή 1995, σ. Ι-4165, σκέψη 25).
25 ηΟσον αφορά το άρθρο 58 της Συνθήκης, αυτοτελώς θεωρούμενο (δεύτερο ερώτημα), υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή έχει ως αποτέλεσμα να εξομοιώνει, όσον αφορά την εφαρμογή του κεφαλαίου περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως, τις εταιρίες που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους και έχουν την καταστατική τους έδρα, την κεντρική τους διοίκηση ή την κύρια επαγγελματική τους εγκατάσταση εντός της Κοινότητας προς τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπήκοοι κρατών μελών, αποκλείοντας συγχρόνως από το ευεργέτημα της εφαρμογής του κεφαλαίου αυτού τις εταιρίες μη κερδοσκοπικού σκοπού (βλ. την απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1984, 182/83, Fearon, Συλλογή 1984, σ. 3677, σκέψη 8). Εφόσον η διάταξη αυτή περιορίζεται στον καθορισμό του προσωπικού πεδίου εφαρμογής των διατάξεων περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως, δεν μπορεί, αυτή καθαυτή, να απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη.
26 ηΟσον αφορά το άρθρο 52 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με το άρθρο 58 της Συνθήκης (τρίτο ερώτημα), υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα εγκαταστάσεως, το οποίο προβλέπουν οι διατάξεις αυτές, αναγνωρίζεται τόσο στα φυσικά πρόσωπα που είναι υπήκοοι κράτους μέλους της Κοινότητας όσο και στα νομικά πρόσωπα υπό την έννοια του άρθρου 58. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνει, υπό την επιφύλαξη των προβλεπομένων εξαιρέσεων και προϋποθέσεων, την ανάληψη και την άσκηση κάθε είδους μη μισθωτών δραστηριοτήτων στο έδαφος κάθε άλλου κράτους μέλους, καθώς και τη σύσταση και διαχείριση εταιριών, την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιριών (βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Gebhard, σκέψη 23).
27 Για να κριθεί αν συμβιβάζεται η προϋπόθεση ελλείψεως κερδοσκοπικού σκοπού με τις διατάξεις αυτές της Συνθήκης, πρέπει κατ' αρχάς να υπομνησθεί ότι, όπως έχει ήδη δεχθεί το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 238/82, Duphar κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 523, σκέψη 16), και της 17ης Φεβρουαρίου 1993, C-159/91 και C-160/91, Poucet και Pistre (Συλλογή 1993, σ. Ι-637, σκέψη 6), το κοινοτικό δίκαιο δεν θίγει την εξουσία των κρατών μελών να διαρρυθμίζουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως.
28 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προϋπόθεση ελλείψεως κερδοσκοπικού σκοπού, την οποία θέτει το άρθρο 18, παράγραφος 3, στοιχείο a, του νόμου του 1980, εντάσσεται στο πλαίσιο του θεσπισθέντος με τον νόμο του 1986 συστήματος κοινωνικής προνοίας, το οποίο σκοπεί κυρίως στη βελτίωση και την προστασία της υγείας των ανθρώπων μέσω της αρωγής των υπηρεσιών κοινωνικής και υγειονομικής προνοίας και στην ανάληψη δράσεως υπέρ των εξαρτημένων προσώπων τα οποία δεν έχουν οικογένεια ή των οποίων η οικογένεια δεν είναι σε θέση να ασχοληθεί μαζί τους, υλοποιώντας ή προωθώντας την επανένταξή τους σε οικογένειες ή σε κατάλληλα προσαρμοσμένο κοινωνικό περιβάλλον.
29 Από τον φάκελο της κύριας δίκης προκύπτει ότι το σύστημα αυτό κοινωνικής προνοίας, του οποίου η υλοποίηση ανατίθεται κυρίως στις δημόσιες αρχές, στηρίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι το σύστημα αυτό σκοπεί πρωτίστως στην παροχή αρωγής σε άτομα ευρισκόμενα σε ανάγκη λόγω της ανεπαρκείας των οικογενειακών εισοδημάτων, της πλήρους ή μερικής ελλείψεως αυτονομίας ή του κινδύνου περιθωριοποιήσεως και, κατά δεύτερο μόνο λόγο, εντός των ορίων της δυναμικότητας των μονάδων και των διαθεσίμων πόρων, στην παροχή αρωγής σε άλλα άτομα τα οποία, ωστόσο, υποχρεούνται να φέρουν, κατ' αναλογίαν προς την οικονομική τους κατάσταση, τις δαπάνες του συστήματος αυτού, σύμφωνα με τιμολογήσεις καθοριζόμενες αναλόγως των οικογενειακών εισοδημάτων.
30 Στο πλαίσιο του νόμου του 1986, οι ιδιωτικοί οργανισμοί που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 18, παράγραφος 3, του νόμου του 1980, κυρίως δε την προϋπόθεση ελλείψεως κερδοσκοπικού σκοπού, και οι οποίοι γίνονται δεκτοί στο σύστημα των συμβεβλημένων οργανισμών, συμβάλλουν στην υλοποίηση του θεσπισθέντος με τους νόμους αυτούς συστήματος κοινωνικής προνοίας, το οποίο καθορίζει την ποιότητα των υπηρεσιών που πρέπει να παρέχονται στα άτομα που τυγχάνουν της κοινωνικής προνοίας, καθώς και το αποδοτέο ποσό των δαπανών για τις υπηρεσίες που παρέχουν οι οργανισμοί αυτοί.
31 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, έχει διαπιστωθεί ότι η έλλειψη κερδοσκοπικού σκοπού αποτελεί το πιο συνεπές μέτρο προς τους αποκλειστικώς κοινωνικούς σκοπούς του επίμαχου στην κύρια δίκη συστήματος. Οι επιλογές, όσον αφορά την οργάνωση και την παροχή αρωγής, στις οποίες προβαίνουν οι ιδιώτες επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό, δεν επηρεάζονται από την ανάγκη αποκομίσεως οφέλους από την παροχή των υπηρεσιών, ενώ οι επιχειρηματίες αυτοί επιδιώκουν πρωτίστως κοινωνικούς σκοπούς.
32 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη δύνανται, στο πλαίσιο της εξουσίας που διατηρούν όσον αφορά τη διαρρύθμιση των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως, να θεωρούν ότι σύστημα κοινωνικής προνοίας, όπως το επίμαχο της κύριας δίκης, προϋποθέτει κατ' ανάγκην, προς επίτευξη των στόχων του, την εξάρτηση της εισδοχής των ιδιωτών επιχειρηματιών στο σύστημα αυτό ως παρεχόντων υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας από τον όρον ότι δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό.
33 Εξάλλου, το ότι δεν είναι δυνατόν οι εταιρίες κερδοσκοπικού σκοπού να συμβάλλουν αυτομάτως στην υλοποίηση θεσπιζομένου διά νόμου συστήματος κοινωνικής προνοίας κράτους μέλους, διά της συνάψεως συμβάσεως η οποία τους παρέχει δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για τις υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα, δεν θέτει τις κερδοσκοπικού σκοπού εταιρίες άλλων κρατών μελών σε μειονεκτική πραγματική ή νομική κατάσταση σε σχέση με τις κερδοσκοπικού σκοπού εταιρίες του κράτους μέλους εγκαταστάσεως.
34 Ενόψει των ανωτέρω, η προϋπόθεση ελλείψεως κερδοσκοπικού σκοπού δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντιβαίνουσα στα άρθρα 52 και 58 της Συνθήκης.
35 Επομένως, στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 52 και 58 της Συνθήκης δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να επιτρέπει μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό να συμβάλλουν στην υλοποίηση του συστήματός του κοινωνικής προνοίας, διά της συνάψεως συμβάσεων που τους παρέχουν δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για τις υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα.
Επί του άρθρου 59 της Συνθήκης (τέταρτο ερώτημα)
36 Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι, δεδομένου ότι είναι εγκατεστημένες στην Ιταλία, παρέχουν από το έδαφος του κράτους αυτού, εντός των αναρρωτηρίων τους, υπηρεσίες ξενοδοχειακής κυρίως φύσεως σε αποδέκτες εγκατεστημένους εντός άλλων κρατών μελών. Συνεπώς, λόγω του ότι οι υπηρεσίες αυτές έχουν στοιχεία που βαίνουν πέραν των συνόρων ενός μόνον κράτους μέλους, οι προσφεύγουσες δικαιούνται να επικαλεσθούν τις διατάξεις της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για να αντιταχθούν στην επίμαχη κανονιστική ρύθμιση.
37 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι μια επιχείρηση μπορεί να επικαλεσθεί έναντι του κράτους όπου είναι εγκατεστημένη την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, εφόσον οι υπηρεσίες παρέχονται σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος (αποφάσεις της 17ης Μαου 1994, C-18/93, Corsica Ferries, Συλλογή 1994, σ. Ι-1783, σκέψη 30, της 14ης Ιουλίου 1994, C-379/92, Peralta, Συλλογή 1994, σ. Ι-3453, σκέψη 40, και της 10ης Μαου 1995, C-384/93, Alpine Investments, Συλλογή 1995, σ. Ι-1141, σκέψη 30).
38 Αντιθέτως, οι ίδιες αυτές διατάξεις δεν αφορούν την κατάσταση υπηκόου κράτους μέλους ο οποίος μεταβαίνει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους και εγκαθιστά εκεί την κύρια κατοικία του, προκειμένου να τυγχάνει εκεί παροχής υπηρεσιών επ' αόριστον (βλ. την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 196/87, Steymann, Συλλογή 1988, σ. 6159, σκέψη 17). Πράγματι, οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή στις δραστηριότητες των οποίων όλα τα στοιχεία έχουν σχέση με ένα και μόνον κράτος μέλος (αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1980, 52/79, Debauve κ.λπ., Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 443, σκέψη 9, και της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hφfner και Elser, Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 37).
39 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών που μεταβαίνουν στην Ιταλία για να διαμείνουν στις κατοικίες που εκμεταλλεύονται οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης έχουν την πρόθεση να τύχουν μονίμως ή επ' αόριστον των υπηρεσιών που παρέχονται εντός των κατοικιών αυτών. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, υπό αυτούς τους όρους κυρίως προσφέρονται οι προσφεύγουσες να δεχθούν τους τροφίμους τους.
40 Συνεπώς, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 59 της Συνθήκης δεν αφορά την κατάσταση εταιρίας η οποία, έχοντας εγκατασταθεί εντός κράτους μέλους προκειμένου να εκμεταλλεύεται κατοικίες για ηλικιωμένους, παρέχει υπηρεσίες στους τροφίμους οι οποίοι διαμένουν, προς τούτο, μονίμως ή επ' αόριστον στις κατοικίες αυτές.
Επί των άρθρων 3, στοιχείο ζζ, 5, 85, 86 και 90 της Συνθήκης (πέμπτο ερώτημα)
41 Υπενθυμίζεται ότι τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης, αυτά καθαυτά, ρυθμίζουν αποκλειστικά τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και δεν αφορούν τα θεσπιζόμενα από τα κράτη μέλη νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα. Κατά πάγια, όμως, νομολογία, τα άρθρα 85 και 86, σε συνδυασμό προς το άρθρο 5 της Συνθήκης, επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μη θεσπίζουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα, έστω και νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως, δυνάμενα να εξουδετερώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων επί των επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-96/94, Centro Servizi Spediporto, Συλλογή 1995, σ. Ι-2883, σκέψη 20, και της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-140/94, C-141/94 και C-142/94, DIP κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-3257, σκέψη 14).
42 Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι συντρέχει παράβαση των άρθρων 5 και 85 όταν το κράτος μέλος είτε επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων αντιθέτων προς το άρθρο 85 ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων, είτε αφαιρεί από τη δική του κανονιστική ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, μεταθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη λήψεως αποφάσεων επί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα (προπαρατεθείσες αποφάσεις Centro Servizi Spediporto, σκέψη 21, και DIP κ.λπ., σκέψη 15).
43 Διαπιστώνεται ότι, στην υπόθεση της κύριας δίκης, κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση επέβαλε ή ευνόησε τη σύναψη τέτοιων συμπράξεων από τις επιχειρήσεις που έγιναν δεκτές στο σύστημα συνάψεως συμβάσεων με τις USSL ή ότι ενίσχυσε τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων. Εξάλλου, τίποτε δεν υποδηλώνει ότι, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως αυτής, οι δημόσιες αρχές μεταβίβασαν τις αρμοδιότητές τους σε ιδιώτες επιχειρηματίες.
44 Τα δε άρθρα 3, στοιχείο ζζ, 5 και 86 της Συνθήκης θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη μόνο στην περίπτωση κατά την οποία θα αποδεικνυόταν ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση περιάγει μία επιχείρηση σε κατάσταση οικονομικής ισχύος, που της δίνει την εξουσία να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά, παρέχοντάς της τη δυνατότητα να συμπεριφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, ανεξάρτητα έναντι των ανταγωνιστών της, των πελατών της και, τελικά, των καταναλωτών (προπαρατεθείσες αποφάσεις Centro Servizi Spediporto, σκέψη 31, και DIP κ.λπ., σκέψη 24).
45 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης απαγορεύει πρακτικές καταχρήσεως που απορρέουν από την εκμετάλλευση, εκ μέρους μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, δεσπόζουσας θέσεως επί της κοινής αγοράς ή επί ουσιώδους μέρους της, στο μέτρο που οι πρακτικές αυτές είναι σε θέση να επηρεάσουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο (απόφαση της 27ης Απριλίου 1994, C-393/92, Almelo κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. Ι-1477, σκέψη 40).
46 Προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη συλλογικής δεσπόζουσας θέσεως, πρέπει οι εν λόγω επιχειρήσεις να είναι επαρκώς συνδεδεμένες μεταξύ τους ώστε να ακολουθούν μία και την αυτή γραμμή δράσεως στην αγορά (προπαρατεθείσα απόφαση Almelo κ.λπ., σκέψη 42).
47 Εν προκειμένω, τίποτε δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, η οποία εξαρτά τη σύναψη συμβάσεων με τις USSL, παρεχουσών δικαίωμα στην απόδοση δαπανών συνδεομένων προς την παροχή υπηρεσιών κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα από την προϋπόθεση ότι ο ιδιώτης επιχειρηματίας δεν επιδιώκει κερδοσκοπικό σκοπό, θέτει τις κατ' ιδίαν επιχειρήσεις που γίνονται δεκτές στο σύστημα συμβεβλημένων οργανισμών σε δεσπόζουσα θέση ή έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αρκούντως σημαντικών δεσμών μεταξύ τους συνεπαγομένων συλλογική δεσπόζουσα θέση.
48 Υπό τις συνθήκες αυτές, ούτε το άρθρο 86 σε συνδυασμό με το άρθρο 90 της Συνθήκης μπορεί να έχει εφαρμογή.
49 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι τα άρθρα 85 και 86, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, στοιχείο ζζ, 5 και 90 της Συνθήκης, δεν έχουν εφαρμογή σε εθνική κανονιστική ρύθμιση που επιτρέπει μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό να συμβάλλουν στην υλοποίηση συστήματος κοινωνικής προνοίας, διά της συνάψεως συμβάσεων που τους παρέχουν δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 2ας Μαρτίου 1995 το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia, αποφαίνεται:
1) Το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ δεν θέτει όρους σχετικούς με την αιτιολόγηση εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
2) Τα άρθρα 52 και 58 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύουν σε κράτος μέλος να επιτρέπει μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό να συμβάλλουν στην υλοποίηση του συστήματός του κοινωνικής προνοίας, διά της συνάψεως συμβάσεων που τους παρέχουν δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για τις υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα.
3) Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ δεν αφορά την κατάσταση εταιρίας η οποία, έχοντας εγκατασταθεί εντός κράτους μέλους προκειμένου να εκμεταλλεύεται κατοικίες για ηλικιωμένους, παρέχει υπηρεσίες στους τροφίμους οι οποίοι διαμένουν, προς τούτο, μονίμως ή επ' αόριστον στις κατοικίες αυτές.
4) Τα άρθρα 85 και 86, σε συνδυασμό με τα άρθρα 3, στοιχείο ζζ, 5 και 90 της Συνθήκης ΕΚ, δεν έχουν εφαρμογή σε εθνική κανονιστική ρύθμιση που επιτρέπει μόνο στους ιδιώτες επιχειρηματίες που δεν επιδιώκουν κερδοσκοπικό σκοπό να συμβάλλουν στην υλοποίηση συστήματος κοινωνικής προνοίας, διά της συνάψεως συμβάσεων που τους παρέχουν δικαίωμα εισπράξεως από τις δημόσιες αρχές ποσών προς απόδοση των δαπανών για υπηρεσίες κοινωνικής προνοίας υγειονομικού χαρακτήρα.
Full & Egal Universal Law Academy