Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Υπάλληλοι * Κοινωνική ασφάλιση * Ασφάλιση ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων * Διαφορά περί την εκτέλεση της συμβάσεως συλλογικής ασφαλίσεως που έχει συναφθεί μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των ασφαλιστών * Αποκλείεται η δικαστική επίλυση διαφορών ιατρικής φύσεως * Διαφορές ιατρικής φύσεως * Ισχυρισμοί
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73 σύμβαση συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, άρθρο 5)
2. Υπάλληλοι * Κοινωνική ασφάλιση * Ασφάλιση ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων * Υποχρεώσεις του θεσμικού οργάνου έναντι των υπαλλήλων του * Επίπτωση επί των υποχρεώσεων των ασφαλιστών
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73 σύμβαση συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, άρθρο 1)
3. Υπάλληλοι * Κοινωνική ασφάλιση * Ασφάλιση ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων * Απόφαση δυνάμενη να συνεπάγεται την εκπλήρωση ασφαλιζομένης παροχής * Υποχρέωση κοινοποιήσεως του σχεδίου αποφάσεως στους ασφαλιστές προ της κοινοποιήσεώς της στον ενδιαφερόμενο * Έκταση * Απόφαση εκδιδόμενη κατόπιν γνωματεύσεως υγειονομικής επιτροπής * Δεν εμπίπτει
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73 ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων, άρθρα 19 και 21 σύμβαση συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, άρθρο 3)
4. Υπάλληλοι * Κοινωνική ασφάλιση * Ασφάλιση ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων * Ιατρική πραγματογνωμοσύνη * Δικαστικός έλεγχος * Έκταση * Διαφορά περί την εκτέλεση της συμβάσεως συλλογικής ασφαλίσεως που έχει συναφθεί μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των ασφαλιστών
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73 σύμβαση συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, άρθρο 5)
5. Υπάλληλοι * Κοινωνική ασφάλιση * Ασφάλιση ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων * Ιατρική πραγματογνωμοσύνη * Εξουσία εκτιμήσεως της υγειονομικής επιτροπής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73 ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων, άρθρο 23)
6. Υπάλληλοι * Κοινωνική ασφάλιση * Αποζημίωση λόγω ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων * Σύνταξη αναπηρίας * Καθορισμός του ποσοστού αναπηρίας στο πλαίσιο της διαδικασίας αναπηρίας * Συνεκτίμησή του στο πλαίσιο διαδικασίας χορηγήσεως αποζημιώσεως * Επιτρέπεται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 73 και 78 ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων, άρθρο 25)
7. Υπάλληλοι * Κοινωνική ασφάλιση * Αποζημίωση λόγω ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων * Αποζημίωση λόγω ολικής διαρκούς αναπηρίας * Αποζημίωση λόγω μόνιμης βλάβης ή παραμορφώσεως * Σώρευση * Επιτρέπεται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73 PAR 2 ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων, άρθρα 12, 14 και παράρτημα)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 5 της συμβάσεως συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, που έχει συναφθεί μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των ασφαλιστών, οι ασφαλιστές, εφόσον δεν έχουν παραιτηθεί της προσφυγής στη δικαστική επίλυση των διαφορών, παρά μόνον όσον αφορά τις διαφορές ιατρικής φύσεως, μπορούν πάντοτε να αμφισβητούν την ύπαρξη υποχρεώσεως αποδόσεως, επικαλούμενοι λόγους μη ιατρικής φύσεως, ακόμη και αν η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής περί εκκαθαρίσεως των οικονομικών δικαιωμάτων του παθόντος ή των εξ αυτών ελκόντων δικαιώματα είναι σύμφωνη με τη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής, της οποίας ο εμπειρογνώμων ιατρός των ασφαλιστών ήταν μέλος.
2. Οι διατάξεις της συμβάσεως συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, που έχει συναφθεί μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των ασφαλιστών, κατ' ουδένα τρόπο δύνανται να θίξουν τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον ΚΥΚ ένα θεσμικό όργανο έναντι των υπαλλήλων του, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 73 του ΚΥΚ και τη ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου. Δυνάμει της συμβάσεως αυτής, οι ασφαλιστές ανέλαβαν την υποχρέωση να καλύψουν τις οικονομικές συνέπειες των εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεων εντός των ορίων των προϋποθέσεων που ορίζει η σύμβαση. Δεν αποκλείεται, επομένως, οι προϋποθέσεις αυτές να περιορίζουν τη δυνατότητα του θεσμικού οργάνου να επιτύχει την απόδοση από τους ασφαλιστές των ποσών τα οποία αυτό οφείλει δυνάμει των εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεών του.
Δεν επιτρέπεται όμως τις εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεις να υποκαθιστούν οι υποχρεώσεις των ασφαλιστών, με αποτέλεσμα να στερούνται οι υπάλληλοι των εγγυήσεων που ρητώς τους εξασφαλίζει ο ΚΥΚ.
Περαιτέρω, η σύμβαση * που, όσον αφορά τον οικονομικό κίνδυνο του οποίου την κάλυψη αναλαμβάνουν οι ασφαλιστές, παραπέμπει στις εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεις των Κοινοτήτων * πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα το άρθρο 73 του ΚΥΚ και τη ρύθμιση, που ορίζουν αυτές τις υποχρεώσεις, κατά το μέτρο που οι διατάξεις της συμβάσεως δεν αποκλείουν μια τέτοια ερμηνεία.
3. Η * εκ του άρθρου 3, παράγραφος 3, της συμβάσεως συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών της 28ης Ιανουαρίου 1977 * υποχρέωση του θεσμικού οργάνου να κοινοποιεί στους ασφαλιστές τα σχέδια αποφάσεων δυναμένων να συνεπάγονται την εκπλήρωση μιας από τις ασφαλιζόμενες παροχές (ιατρικά έξοδα * αναπηρία * θάνατος) πριν τις κοινοποιήσει στους ενδιαφερομένους δεν αφορά τις αποφάσεις τις οποίες εκδίδει κατόπιν γνωματεύσεως της υγειονομικής επιτροπής.
4. Ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας των γνωματεύσεων υγειονομικής επιτροπής δεν δύναται να επεκταθεί σε κατά κυριολεξίαν ιατρικές εκτιμήσεις, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται απρόσβλητες, άπαξ έχουν σχηματισθεί νομοτύπως. Μπορεί όμως να ασκείται επί της νομιμότητας της συστάσεως και της λειτουργίας της υγειονομικής επιτροπής, καθώς και επί του νομοτύπου των γνωματεύσεών της. Συναφώς, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάζει αν η γνωμάτευση περιέχει αιτιολογία καθιστώσα δυνατή την εκτίμηση του σκεπτικού στο οποίο στηρίζεται και αν υφίσταται κατανοητή σχέση μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων της υγειονομικής επιτροπής και των πορισμάτων στα οποία καταλήγει.
Επομένως, οι αιτιάσεις που βάλλουν κατά της νομιμότητας της γνωματεύσεως της υγειονομικής επιτροπής μπορούν να εξετασθούν στο πλαίσιο διαφοράς υποβαλλομένης στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 5 της συμβάσεως συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών.
5. Η υγειονομική επιτροπή * η οποία συγκροτείται στο πλαίσιο του άρθρου 23 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων και έχει ως αποστολή να εκτιμά ιατρικά ζητήματα με πλήρη αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία * πρέπει να διαθέτει πλήρη ελευθερία εκτιμήσεως. Συνεπώς, σ' αυτήν εναπόκειται να κρίνει σε ποιο μέτρο χρειάζεται να λάβει υπόψη τις ιατρικές εκθέσεις που έχουν καταρτιστεί προηγουμένως.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 25 της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων, η αναγνώριση ολικής ή μερικής διαρκούς αναπηρίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 73 του ΚΥΚ και της ρυθμίσεως αυτής κατ' ουδένα τρόπο θίγει την εφαρμογή του άρθρου 78 του ΚΥΚ, και αντιστρόφως. Η ανεξαρτησία όμως των δύο αυτών διαδικασιών δεν εμποδίζει την υγειονομική επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 73, να λαμβάνει υπόψη το πορίσμα στο οποίο έχει καταλήξει η διαδικασία του άρθρου 78.
7. Στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 73, παράγραφος 2, στοιχείο β', του ΚΥΚ, των άρθρων 12 και 14 και του παραρτήματος της ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων, είναι δυνατόν να σωρευθεί η αποζημίωση λόγω ολικής διαρκούς αναπηρίας και η αποζημίωση για κάθε μόνιμη βλάβη ή παραμόρφωση η οποία, αν και δεν επηρεάζει την ικανότητά του προς εργασία, προσβάλλει ωστόσο τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου και βλάπτει αισθητά τις κοινωνικές του σχέσεις.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-76/95,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Julian Currall, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Jean-Luc Fagnart, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ενάγουσα,
κατά
Royale belge SA, ενεργούσας δι' ίδιο λογαριασμό, καθώς και ως εντολοδόχου και αντιπροσώπου των Assurances Generales de France SA, Caisse nationale de Prevoyance, Mutuelles du Mans, Assurantie van de Belgische Boerenbond SA, Hannover SA, Securitas AG και Condor, και εκπροσωπουμένης από τον Francois van der Mensbrugghe, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Albert Wildgen, 6, rue Zithe,
εναγομένων,
που έχει ως αντικείμενο την υπό των ασφαλιστών καταβολή του κεφαλαίου, το οποίο ισχυρίζεται ότι οφείλει η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε έναν υπάλληλό της λόγω επαγγελματικής νόσου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη και P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Μαρτίου 1995, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει ρήτρας διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ, αγωγή με αίτημα την καταβολή από τη Royale belge SA, ενεργούσα δι' ίδιο λογαριασμό, καθώς και ως εντολοδόχο άλλων επτά ασφαλιστών, ήτοι των Assurances Generales de France SA, Caisse nationale de Prevoyance, Mutuelles du Mans, Assurantie van de Belgische Boerenbond SA, Hannover SA, Securitas AG και Condor, απάντων συμβαλλομένων μερών συλλογικής ασφαλιστικής συμβάσεως την οποία έχουν συνάψει με τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: οι ασφαλιστές), κεφαλαίου το οποίο ισχυρίζεται ότι οφείλει η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 73 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), σε έναν υπάλληλό της λόγω επαγγελματικής νόσου. Η Επιτροπή απαιτεί επίσης την καταβολή τόκων υπερημερίας από 6ης Μαΐου 1994, αφότου απηύθυνε όχληση στους ασφαλιστές.
Κανονιστικό πλαίσιο
2 Δυνάμει του άρθρου 73, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, ο υπάλληλος καλύπτεται έναντι των κινδύνων επαγγελματικών ασθενειών και των κινδύνων ατυχημάτων, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται βάσει ρυθμίσεως που θεσπίζεται με κοινή συμφωνία των οργάνων των Κοινοτήτων. Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο β', του ίδιου άρθρου, η ασφάλιση καλύπτει, σε περίπτωση ολικής μονίμου αναπηρίας, την καταβολή στον ενδιαφερόμενο κεφαλαίου ίσου προς το οκταπλάσιο του ετήσιου βασικού του μισθού, υπολογιζομένου βάσει των μηνιαίων μισθών που είχαν χορηγηθεί κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα.
3 Η ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ρύθμιση), την οποία μνημονεύει το άρθρο 73 του ΚΥΚ, ορίζει, στο άρθρο 12, παράγραφος 1, ότι, σε περίπτωση ολικής διαρκούς αναπηρίας του υπαλλήλου συνεπεία ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου, του καταβάλλεται το κεφάλαιο που προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο β', του ΚΥΚ.
4 Το άρθρο 14 της ρυθμίσεως προβλέπει τη χορήγηση στον υπάλληλο αποζημιώσεως για κάθε μόνιμη βλάβη ή παραμόρφωση η οποία, αν και δεν επηρεάζει την ικανότητά του προς εργασία, προσβάλλει ωστόσο τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου και βλάπτει αισθητά τις κοινωνικές του σχέσεις. Η αποζημίωση αυτή καθορίζεται ανάλογα με τα ποσά που προβλέπονται στους πίνακες ποσοστών αναπηρίας που αναφέρονται στο άρθρο 12.
5 Αυτοί οι πίνακες των ποσοστών αναπηρίας περιέχονται στο παράρτημα της ρυθμίσεως υπό τον τίτλο "Πίνακας των ποσοστών διαρκούς μερικής αναπηρίας τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 12, παράγραφος 2, της ρύθμισης (...)". Το παράρτημα αυτό, στο τελευταίο του εδάφιο, ορίζει ότι "Η ολική αποζημίωση που προκύπτει από περισσότερες αναπηρίες οι οποίες προκλήθηκαν από το ίδιο ατύχημα υπολογίζεται αθροιστικά, χωρίς να μπορεί να γίνει υπέρβαση ούτε του συνολικού ασφαλιστικού κεφαλαίου για τη διαρκή ή ολική αναπηρία, ούτε του επιμέρους ασφαλιστικού ποσού για την ολική απώλεια ή την πλήρη απώλεια της λειτουργίας του μέλους ή του οργάνου που έχει βλαβεί".
6 Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως, ο υπάλληλος που ζητεί την εφαρμογή της ρυθμίσεως για λόγους επαγγελματικής νόσου οφείλει να κάνει δήλωση στη διοίκηση του οργάνου στο οποίο υπάγεται. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η διοίκηση προβαίνει τότε σε έρευνα, για να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που της επιτρέπουν να πιστοποιήσει τη φύση της παθήσεως, την επαγγελματική της αιτία, καθώς και τις περιστάσεις που την προκάλεσαν. Με βάση την έκθεση της έρευνας, ο ιατρός ή οι ιατροί που ορίζονται από τα όργανα διατυπώνουν το πόρισμα που προβλέπει το άρθρο 19 της ρυθμίσεως.
7 Το άρθρο 19 της ρυθμίσεως ορίζει ότι οι αποφάσεις οι σχετικές με την αναγνώριση της επαγγελματικής προελεύσεως της ασθενείας και τον καθορισμό του βαθμού διαρκούς αναπηρίας λαμβάνονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 21, με βάση το πόρισμα του ιατρού ή των ιατρών που όρισαν τα θεσμικά όργανα και, αν το ζητήσει ο υπάλληλος, μετά από γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής του άρθρου 23.
8 Το άρθρο 21 της ρυθμίσεως υποχρεώνει την ΑΔΑ, πριν λάβει οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει του άρθρου 19, να κοινοποιήσει στον υπάλληλο το σχέδιο αποφάσεως συνοδευόμενο από το πόρισμα του ιατρού ή των ιατρών που ορίστηκαν από το θεσμικό όργανο. Ο υπάλληλος δύναται, εντός προθεσμίας 60 ημερών, να ζητήσει να γνωματεύσει η υγειονομική επιτροπή του άρθρου 23. Εάν, μέχρι τη λήξη αυτής της προθεσμίας, δεν κατατεθεί αίτηση γνωματεύσεως της υγειονομικής επιτροπής, η ΑΔΑ εκδίδει απόφαση όμοια με το σχέδιο αποφάσεως που κοινοποίησε.
Η συλλογική ασφαλιστική σύμβαση
9 Συνάπτοντας με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες τη "σύμβαση συλλογικής ασφαλίσεως έναντι των ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών" της 28ης Ιανουαρίου 1977 (στο εξής: σύμβαση), οι ασφαλιστές ανέλαβαν την υποχρέωση να καλύπτουν, κατά τις προϋποθέσεις αυτής της συμβάσεως, τις οικονομικές συνέπειες των υποχρεώσεων οι οποίες βαρύνουν βάσει του ΚΥΚ τις Κοινότητες εξ ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων που πλήττουν τα πρόσωπα επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 73 του ΚΥΚ, καθώς και η εκδιδόμενη κατ' εφαρμογήν του άρθρου αυτού ρύθμιση. Η κάλυψη αυτή καθιερώνεται υπέρ των Κοινοτήτων, μοναδικών δικαιούχων εκ της συμβάσεως, στις οποίες οι ασφαλιστές καταβάλλουν * υπό μορφή τόσο κεφαλαίου όσο και τόκων υπερημερίας * τις αποζημιώσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή των εν λόγω κανονιστικών διατάξεων (άρθρο 1 της συμβάσεως).
10 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της συμβάσεως, οι αρμόδιες διοικητικές αρχές των Κοινοτήτων συνομολογούν με τους ασφαλιστές εκτελεστικές διατάξεις αφορώσες τις πληροφορίες περί της επελεύσεως ατυχημάτων ή επαγγελματικών νόσων, καθώς και περί του διοικητικού τους χειρισμού, για να παρέχεται στους ασφαλιστές η δυνατότητα να παρακολουθούν την εξέλιξη των κατ' ιδίαν περιπτώσεων και να διευκολύνονται στην άσκηση του δικαιώματος αναγωγής έναντι τρίτων υπευθύνων και τη σύσταση των αποθεμάτων τα οποία υποχρεούνται να τηρούν δυνάμει της περί ελέγχου των ασφαλίσεων νομοθεσίας. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, της συμβάσεως, τα σχέδια αποφάσεων δυναμένων να συνεπάγονται την εκπλήρωση μιας από τις ασφαλιζόμενες παροχές (ιατρικά έξοδα * αναπηρία * θάνατος) κοινοποιούνται προηγουμένως, σύμφωνα με τις σκοπούμενες στο άρθρο 3, παράγραφος 1, εκτελεστικές διατάξεις, στους ασφαλιστές προς γνωμοδότηση, πριν η αρμόδια αρχή των Κοινοτήτων τις απευθύνει στους ενδιαφερομένους.
11 Το άρθρο 5 της συμβάσεως ορίζει:
"Πάσα διαφορά περί την εκτέλεση της παρούσας συμβάσεως, καθώς και των παραρτημάτων της, δύναται, εφόσον δεν επέλθει φιλικός διακανονισμός, να υποβληθεί στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Πάντως, οι ασφαλιστές παραιτούνται της δικαστικής επιλύσεως διαφορών ιατρικής φύσεως, οσάκις η απόφαση της ΑΔΑ, με την οποία υπολογίζεται το ύψος της παροχής που οφείλεται στον παθόντα ή τους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, είναι σύμφωνη με τη γνώμη την οποία έχει εκφράσει προηγουμένως ο εμπειρογνώμων των ασφαλιστών ή με τη γνωμάτευση την οποία έχει διατυπώσει η * προβλεπόμενη στο άρθρο 23 της σκοπουμένης στο άρθρο 1.1 ρυθμίσεως * υγειονομική επιτροπή και εφόσον ο εμπειρογνώμων των ασφαλιστών ήταν μέλος της παραπάνω υγειονομικής επιτροπής. Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι ασφαλιστές αποδίδουν στις Κοινότητες ολόκληρο το ποσό που έχουν καταβάλει αυτές, εις εκτέλεση της παραπάνω αποφάσεως της ΑΔΑ, στον παθόντα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα (...)".
12 Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, της συμβάσεως, η ανώνυμη εταιρία J. Van Breda & Co. International (στο εξής: Van Breda) ορίστηκε μεσίτης.
13 Με επιστολή την οποία απηύθυνε στις 27 Ιανουαρίου 1989 η Van Breda στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (στο εξής: επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1989), επικυρώθηκε η επιτευχθείσα, εις εκτέλεση της συμβάσεως, μεταξύ των ασφαλιστών και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων συμφωνία σχετικά με τη διαδικασία που θα εφαρμοζόταν στα ατυχήματα και τις επαγγελματικές νόσους που θα επήρχοντο από 1ης Φεβρουαρίου 1989 και εφεξής.
14 Κατά το σημείο I της εν λόγω επιστολής, που επιγράφεται "Ορισμός των ιατρών", συνομολογείται ότι ο οριζόμενος από την ΑΔΑ και εγκεκριμένος από τους ασφαλιστές ιατρός ενεργεί ως εμπειρογνώμων κατά την έννοια του άρθρου 5 της εν ισχύι συμβάσεως και ότι ο εν λόγω ιατρός δεν δύναται να είναι ο ιατρός-σύμβουλος του θεσμικού οργάνου. Το ίδιο σημείο I προσθέτει ότι, στην περίπτωση αυτή, οι αποφάσεις της ΑΔΑ που λαμβάνονται σύμφωνα με τη γνώμη του υπ' αυτής ορισθέντος και εγκεκριμένου από τους ασφαλιστές ιατρού, δεν είναι δεκτικές προσβολής εκ μέρους αυτών, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 5 της συμβάσεως, υπό την προϋπόθεση ότι επί των αποφάσεων αυτών έχουν συμφωνήσει οι ασφαλιστές σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του σημείου II της επιστολής.
15 Κατά το σημείο II της επιστολής της 27ης Ιανουαρίου 1989, που επιγράφεται "Σχέδια αποφάσεως * Προηγούμενη κοινοποίηση στους ασφαλιστές * Προθεσμία απαντήσεως", επί του σχεδίου αποφάσεως, το οποίο κοινοποιείται προηγουμένως προς γνωμοδότηση στους ασφαλιστές σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της συμβάσεως, οι ασφαλιστές δηλώνουν τη συμφωνία ή, ενδεχομένως, τη διαφωνία τους το ταχύτερο δυνατόν από της διαβιβάσεώς του.
16 Εξ άλλου, κατά το σημείο II της ίδιας επιστολής, συνομολογούνται επίσης τα εξής:
"a) * Οι ασφαλιστές καταβάλλουν προσπάθεια να διατυπώσουν τη συμφωνία ή, ενδεχομένως, τη διαφωνία τους επί του σχεδίου αποφάσεως εντός μηνός από της διαβιβάσεώς του στον ασφαλειομεσίτη προς γνωμοδότηση.
* Αν, μετά την πάροδο μηνός, οι ασφαλιστές δεν έχουν επιβεβαιώσει τη συμφωνία ή, ενδεχομένως, τη διαφωνία τους, παρέχουν σχετικώς εξηγήσεις στην ΑΔΑ (όπως, π.χ., ότι έχουν απευθύνει στον ιατρό αίτηση παροχής περαιτέρω πληροφοριών, ότι αναμένουν ποινική δικογραφία την οποία έχουν ζητήσει, κ.λπ.). Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία παρατείνεται κατά έναν μήνα.
* Αν οι ασφαλιστές διαπιστώνουν ότι δεν θα δυνηθούν να επιβεβαιώσουν τη συμφωνία ή, ενδεχομένως, τη διαφωνία τους πριν παρέλθει η παραταθείσα προθεσμία, προτείνουν στην ΑΔΑ και στον ασφαλειομεσίτη την έναρξη διαδικασίας διαβουλεύσεως για να καθοριστεί ο τρόπος της περαιτέρω δράσεως και νέα προθεσμία, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.
b) Ο ορισθείς από την ΑΔΑ και εγκεκριμένος από τους ασφαλιστές ιατρός διαβιβάζει τη γνωμάτευσή του ταυτόχρονα στο θεσμικό όργανο και στους ασφαλιστές."
Ιστορικό της διαφοράς
17 Με αίτηση που υπέβαλε στις 26 Νοεμβρίου 1990, ο X, μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ζήτησε να αναγνωριστούν δύο παθήσεις, από τις οποίες είχε προσβληθεί κατά την υπηρεσία του στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ως επαγγελματικές νόσοι. Επρόκειτο για καρκίνο του πνεύμονος και για χρόνια ασθματική βρογχίτιδα. Κατ' αυτόν οι παθήσεις αυτές προήλθαν από την έκθεσή του στον αμίαντο, στο κτίριο Berlaymont στις Βρυξέλλες.
18 Η διοίκηση, διενεργώντας έρευνα, διαβίβασε, στις 21 Μαΐου 1991, την αίτηση, καθώς και άλλα σχετικά έγγραφα, στη Van Breda. Στις 6 Ιουνίου 1991, η Επιτροπή ζήτησε από τη Van Breda να της γνωστοποιήσει το όνομα του ιατρού στον οποίο οι ασφαλιστές επιθυμούσαν να αναθέσουν την εξέταση του X. Στις 3 Ιουλίου 1991, η Van Breda ανακοίνωσε το όνομα του ιατρού Dalem. Κατ' αίτηση του ιατρού αυτού, τον οποίο όρισε η Επιτροπή, η τελευταία ανέθεσε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τον καθηγητή Bartsch.
19 Με την από 3 Φεβρουαρίου 1992 έκθεσή του, ο εν λόγω εμπειρογνώμων κατέληξε στο πόρισμα ότι η πάθηση του X δεν ήταν επαγγελματικής προελεύσεως. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την πραγματογνωμοσύνη, ο ιατρός Dalem κατέθεσε, στις 14 Φεβρουαρίου 1992, έκθεση αποφαινόμενος ότι δεν συνέτρεχε επαγγελματική νόσος.
20 Βάσει του πορίσματος του ιατρού τον οποίον είχε ορίσει, η ΑΔΑ κοινοποίησε, στις 17 Φεβρουαρίου 1992, στον X σχέδιο αποφάσεως απορρίπτουσας την αίτησή του περί αναγνωρίσεως επαγγελματικής νόσου. Στις 23 Φεβρουαρίου 1992, ο X ζήτησε να γνωμοδοτήσει η υγειονομική επιτροπή και ανέθεσε στον ιατρό Cognigni να τον εκπροσωπήσει σ' αυτήν. Η ΑΔΑ, από την πλευρά της, όρισε, βάσει προτάσεως των ασφαλιστών, τον καθηγητή Brochard. Οι δύο αυτοί ιατροί όρισαν, με κοινή συμφωνία, τον καθηγητή Maltoni.
21 Στις 25 Φεβρουαρίου 1994, η υγειονομική επιτροπή κατήρτισε και ενέκρινε την έκθεσή της κατά πλειοψηφία (ο ιατρός Cognigni και ο καθηγητής Maltoni, αντίθετα προς τη γνώμη του καθηγητή Brochard). Η έκθεση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο βρογχοπνευμονικός καρκίνος, από τον οποίον έπασχε ο X, συνιστούσε επαγγελματική νόσο. Επί πλέον, η διαρκής αναπηρία ορίστηκε σε 100 %, σύμφωνα δε με το άρθρο 14 της ρυθμίσεως, χορηγήθηκε στον X αποζημίωση 30 %, λόγω μονίμων ουλών και σοβαρών ψυχολογικών διαταραχών. Ο καθηγητής Brochard διατύπωσε τη διαφωνία του με έκθεση μειοψηφούσας γνώμης, την οποία κατήρτισε αυθημερόν. Κατ' αυτόν, χωρίς να μπορεί να αποκλεισθεί η διάγνωση βρογχικού καρκίνου, η διαπιστωθείσα ίνωση δεν ήταν αμιαντίαση. Επί πλέον, κατά τη μειοψηφούσα έκθεση, η άσκηση του επαγγέλματος του X δεν μπορούσε να συνιστά το κύριο ή το επικρατέστερο αίτιο της παθήσεώς του.
22 Την 1η Μαρτίου 1994, ο καθηγητής Maltoni απέστειλε την έκθεση της υγειονομικής επιτροπής στην Επιτροπή. Με το διαβιβαστικό του έγγραφο, διευκρίνιζε ότι η εκτίμηση στηριζόταν αποκλειστικά σε κλινικές και επιστημονικές βάσεις. Κάλεσε την Επιτροπή να έρθει σε επαφή μαζί του, αν χρειαζόταν πρόσθετες λεπτομέρειες σχετικά με την έκθεση. Ο καθηγητής Brochard απέστειλε τη μειοψηφούσα άποψή του στην Επιτροπή στις 3 Μαρτίου 1994. Η Επιτροπή διαβίβασε τις δύο εκθέσεις, στις 10 και στις 18 Μαρτίου 1994 αντιστοίχως, στην Van Breda, η οποία τις κοινοποίησε στους ασφαλιστές.
23 Με επιστολή της 23ης Μαρτίου 1994, η Van Breda ενημέρωσε την Επιτροπή ότι οι ασφαλιστές μελετούσαν τα έγγραφα, κυρίως από ιατρική άποψη. Με επακολουθήσασα επιστολή της 29ης Μαρτίου 1994, η Van Breda γνωστοποίησε ότι οι ασφαλιστές επιθυμούσαν να θέσουν περαιτέρω ερωτήματα στους ιατρούς της υγειονομικής επιτροπής. Τέλος, με επιστολή της 8ης Απριλίου 1994, η Van Breda εξέθετε τα ζητήματα επί των οποίων οι ασφαλιστές επιθυμούσαν να ερωτήσουν εκ νέου την υγειονομική επιτροπή. Κατά την επιστολή αυτή, οι ασφαλιστές ήθελαν να ζητήσουν τη γνώμη ενός συναδέλφου του ιατρού Dalem, ο οποίος θα ησχολείτο με την ακριβή διατύπωση των προσθέτων ερωτημάτων, βάσει των οποίων θα υπεβάλλετο ενδεχομένως, στη συνέχεια, εκ νέου το ζήτημα στην υγειονομική επιτροπή. Με τις δύο αυτές τελευταίες επιστολές της, η Van Breda ανέφερε επίσης ότι η παρατεθείσα κατά ένα μήνα προθεσμία, περί της οποίας γινόταν λόγος στην επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1989, άρχιζε στις 29 Μαρτίου 1994 και έληγε στις 29 Απριλίου 1994.
24 Με επιστολή της 15ης Απριλίου 1994, η ΑΔΑ γνωστοποίησε στον X το πόρισμα της υγειονομικής επιτροπής. Με την επιστολή αυτή, η ΑΔΑ δήλωνε ότι ήταν σε θέση να του "αναγνωρίσει ποσοστό ολικής διαρκούς αναπηρίας 130 %, διευκρινίζοντας ότι εκκρεμεί, στο παρόν στάδιο, η οριστική επίλυση των ιατρικού χαρακτήρα ζητημάτων τα οποία ήγειρε η αναγνώριση της επαγγελματικής [του] νόσου". Στις 22 Απριλίου 1994, κατεβλήθη στον X το ποσό των 25 794 194 βελγικών φράγκων (BFR).
25 Με επιστολή της 6ης Μαΐου 1994, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη Van Breda ότι είχε καταβάλει το παραπάνω ποσό στον X, σύμφωνα με τη ληφθείσα κατά πλειοψηφία απόφαση της υγειονομικής επιτροπής. Κατ' αυτήν, η άρνηση των ασφαλιστών να αποδεχθούν την απόφαση της υγειονομικής επιτροπής, καθώς και η εμμονή τους να θέσουν περαιτέρω ερωτήματα στην επιτροπή αυτή, έδινε την εντύπωση ότι οι ασφαλιστές απεπειρώντο να αποφύγουν την ευθύνη τους προς απόδοση των ποσών, την οποία υπέχουν από τη σύμβαση. Με την ίδια επιστολή, η Επιτροπή γνωστοποιούσε επίσης στους ασφαλιστές ότι θεωρούσε ότι όφειλαν τόκους, από 6ης Μαΐου 1994, επί του καταβληθέντος στον X κεφαλαίου.
26 Με την από 28 Ιουλίου 1994 επιστολή της προς τη Van Breda, η Επιτροπή, ενώ τόνισε ότι ουδέποτε είχε αποκρούσει ρητώς το αίτημα των ασφαλιστών να θέσουν νέα ερωτήματα στα μέλη της υγειονομικής επιτροπής, διαπίστωσε ότι οι ασφαλιστές, παραλείποντας να διαβιβάσουν αυτά τα περαιτέρω ερωτήματα, είχαν παραιτηθεί από την πρόθεσή τους να εγείρουν θέμα στην υγειονομική επιτροπή, της οποίας απεδέχοντο έτσι το πόρισμα.
27 Με επιστολή της 12ης Αυγούστου 1994, η Van Breda απάντησε ότι, από τις αρχές του Ιουνίου 1994, οι ασφαλιστές είχαν στην κατοχή τους σειρά τεχνικού χαρακτήρα ερωτημάτων, τα οποία θεωρούσαν απαραίτητο να υποβάλουν στην υγειονομική επιτροπή. Η απόφαση όμως της Επιτροπής να αναγνωρίσει στον X ποσοστό ολικής διαρκούς αναπηρίας 130 % και να του καταβάλει το αντίστοιχο κεφάλαιο είχε καταστήσει έωλη την αποστολή αυτών των ερωτημάτων στην υγειονομική επιτροπή.
28 Με επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 1994, η Επιτροπή απάντησε ότι η από 15 Απριλίου 1994 απόφαση της ΑΔΑ, καθώς και η καταβολή του κεφαλαίου στον X ουδόλως εμπόδιζαν τους ασφαλιστές να θέσουν ό,τι πρόσθετο ερώτημα θεωρούσαν αναγκαίο, πριν λάβουν απόφαση σχετικά με την απόδοση του κεφαλαίου.
29 Με επιστολή της 13ης Οκτωβρίου 1994, η Van Breda γνωστοποίησε ότι οι ασφαλιστές δεν ήσαν σε θέση να ανταποκριθούν στο αίτημα αποδόσεως των καταβληθέντων. Η Επιτροπή τότε άσκησε την υπό κρίση αγωγή.
Αιτήματα των διαδίκων
30 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει τους ασφαλιστές
* να της καταβάλουν το κεφάλαιο το οποίο οφείλει, δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ, η Επιτροπή στον X,
* να καταβάλουν τόκους υπερημερίας από 6ης Μαΐου 1994, αφότου η Επιτροπή απηύθυνε όχληση στους ασφαλιστές,
* να της καταβάλουν τα δικαστικά έξοδα.
31 Οι ασφαλιστές ζητούν από το Δικαστήριο
κυρίως,
* να απορρίψει την αγωγή της Επιτροπής ως απαράδεκτη ή, τουλάχιστον, ως αβάσιμη,
* να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης,
επικουρικώς,
* να απορρίψει την αγωγή της Επιτροπής ως απαράδεκτη ή, τουλάχιστον, ως αβάσιμη κατά το μέτρο που ζητεί να υποχρεωθούν οι ασφαλιστές να της αποδώσουν κεφάλαιο υπερβαίνον το ανώτατο όριο του 100 % του οφειλομένου ποσού σε περίπτωση ολικής διαρκούς αναπηρίας,
* να αποφασίσει κατά νόμον επί των δικαστικών εξόδων.
Επί του παραδεκτού
32 Ο σχετικός με το παραδεκτό της αγωγής ισχυρισμός, τον οποίο προέβαλαν οι ασφαλιστές, πρέπει να απορριφθεί ελλείψει αιτιολογίας και στοιχείων στη δικογραφία που τον δικαιολογούν.
Επί της ουσίας
33 Η Επιτροπή θεμελιώνει το αίτημα αποδόσεως στο άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως, κατά το οποίο, άπαξ η απόφαση της ΑΔΑ, με την οποία υπολογίζεται το ύψος της παροχής που οφείλεται στον παθόντα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, είναι σύμφωνη με τη γνωμάτευση την οποία έχει διατυπώσει η υγειονομική επιτροπή και εφόσον ο ιατρός εμπειρογνώμων των ασφαλιστών ήταν μέλος της εν λόγω επιτροπής, οι ασφαλιστές υποχρεούνται να αποδώσουν στις Κοινότητες ολόκληρο το ποσό που έχουν καταβάλει αυτές, εις εκτέλεση της αποφάσεως της ΑΔΑ, στον παθόντα ή στους εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα.
34 Κατά την Επιτροπή, από το σαφές γράμμα αυτής της ρήτρας προκύπτει ότι οι ασφαλιστές δεν δύνανται να επικαλεσθούν κανέναν ισχυρισμό για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους να αποδώσουν το καταβληθέν στον X ποσό, άπαξ πληρούνται οι οριζόμενες σ' αυτήν προϋποθέσεις. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εν προκειμένω: το κεφάλαιο καταβλήθηκε εις εκτέλεση αποφάσεως της ΑΔΑ, που ήταν σύμφωνη με τη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής, ένα μέλος της οποίας ήταν ο εμπειρογνώμων των ασφαλιστών. Εφόσον δεν προσέφυγαν οι ίδιοι στο Δικαστήριο, δεν μπορούν να στηριχθούν στη διάκριση μεταξύ "διαφορών ιατρικής φύσεως" και "διαφορών νομικής φύσεως", την οποία εισάγει αυτή η ρήτρα, και να επικαλεστούν έτσι νομικούς ισχυρισμούς προς απόκρουση του αιτήματος αποδόσεως.
35 Αντιθέτως, οι ασφαλιστές φρονούν ότι το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα διαφορά, η οποία είναι αμιγώς νομικής φύσεως. Προβάλλουν τρεις νομικούς ισχυρισμούς, για να δικαιολογήσουν την άρνησή τους αποδόσεως. Πρώτον, κατά την έκδοση της αποφάσεώς της της 15ης Απριλίου 1994 να αποζημιώσει τον X, η Επιτροπή αθέτησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, καθ' ότι δεν ετήρησε την προβλεπόμενη στην επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1989 διαδικασία. Δεύτερον, η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής είναι πλημμελής, καθιστώσα έτσι επίσης πλημμελή την * στηριζόμενη σ' αυτήν * απόφαση της Επιτροπής να καταβάλει την αποζημίωση στον X. Τρίτον και επικουρικώς, η χορηγούμενη στον X συνολική αποζημίωση επ' ουδενί λόγω ηδύνατο να υπερβεί το ανώτατο όριο του 100 %.
36 Πρέπει να διαπιστωθεί, κατ' αρχάς, ότι η απόφαση που περιλαμβάνεται στην από 15 Απριλίου 1994 επιστολή της ΑΔΑ είναι σύμφωνη με τη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής, της οποίας ο εμπειρογνώμων ιατρός των ασφαλιστών ήταν μέλος.
37 Πάντως, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, οι ασφαλιστές δικαιούνται πάντοτε να προβάλλουν νομικούς ισχυρισμούς για να αρνηθούν την απόδοση του ποσού των 25 794 194 BFR, το οποίο κατέβαλε η Επιτροπή στον X κατ' εφαρμογήν της από 15 Απριλίου 1994 αποφάσεώς της με την οποία αναγνώρισε την επαγγελματική προέλευση της αναπηρίας του X.
38 Συγκεκριμένα, το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως, που αφορά τις διαφορές ιατρικής φύσεως, αποτελεί εξαίρεση του γενικού κανόνα * που διατυπώνεται στο πρώτο του εδάφιο * κατά τον οποίο πάσα διαφορά περί την εκτέλεση της συμβάσεως και των παραρτημάτων της δύναται, εφόσον δεν επέλθει φιλικός διακανονισμός, να υποβληθεί στο Δικαστήριο.
39 Επομένως, οι ασφαλιστές, εφόσον δεν έχουν παραιτηθεί της προσφυγής στη δικαστική επίλυση των διαφορών, παρά μόνον όσον αφορά τις διαφορές ιατρικής φύσεως, μπορούν πάντοτε να αμφισβητούν την ύπαρξη υποχρεώσεως αποδόσεως, επικαλούμενοι λόγους μη ιατρικής φύσεως, ακόμη και αν συντρέχουν * όπως εν προκειμένω * οι προϋποθέσεις που περιγράφονται στη σκέψη 36 ανωτέρω.
40 Επομένως, και αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, η διάκριση μεταξύ "διαφορών ιατρικής φύσεως" και "διαφορών νομικής φύσεως" έχει όντως σημασία στην προκειμένη περίπτωση, και τούτο ασχέτως του ποιος από τους συμβαλλομένους υποβάλλει τη διαφορά στην κρίση του Δικαστηρίου. Είναι, πράγματι, αδιανόητο, κατά την πρόθεση των συμβαλλομένων, να επιτρέπεται στους ασφαλιστές να εγείρουν, στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρισμούς ιατρικής φύσεως ως εναγόμενοι, όχι όμως και ως ενάγοντες.
41 Πρέπει, επομένως, να εξετασθούν οι τρεις ισχυρισμοί τους οποίους προβάλλουν οι ασφαλιστές προς δικαιολόγηση της αρνήσεώς τους αποδόσεως.
42 Ενδείκνυται, προεισαγωγικώς, να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο της 1, σκοπός της συμβάσεως είναι η κάλυψη, υπό τις προβλεπόμενες με αυτήν προϋποθέσεις, των οικονομικών συνεπειών των υποχρεώσεων, οι οποίες βαρύνουν τις Κοινότητες έναντι των υπαλλήλων τους λόγω ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 73 του ΚΥΚ και τη ρύθμιση (στο εξής: υποχρεώσεις εκ του ΚΥΚ).
43 Συναφώς, πρέπει, κατ' αρχάς, να διαπιστωθεί ότι οι διατάξεις της συμβάσεως κατ' ουδένα τρόπο δύνανται να θίξουν τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον ΚΥΚ ένα θεσμικό όργανο έναντι των υπαλλήλων του.
44 Είναι αλήθεια ότι οι ασφαλιστές ανέλαβαν την υποχρέωση να καλύψουν τις οικονομικές συνέπειες των εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεων εντός των ορίων των προϋποθέσεων που ορίζει η σύμβαση. Δεν αποκλείεται, επομένως, οι προϋποθέσεις αυτές να περιορίζουν τη δυνατότητα του θεσμικού οργάνου να επιτύχει την απόδοση από τους ασφαλιστές των ποσών τα οποία αυτό οφείλει δυνάμει των εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεών του.
45 Κατά πάγια, όμως, νομολογία του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται τις εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεις να υποκαθιστούν οι υποχρεώσεις των ασφαλιστών, με αποτέλεσμα να στερούνται οι υπάλληλοι των εγγυήσεων που ρητώς τους εξασφαλίζει ο ΚΥΚ (βλ. σχετικώς αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1971, υπόθεση 18/70, Duraffour κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 861, σκέψη 15, και της 16ης Μαρτίου 1978, υπόθεση 115/76, Leonardini κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 273, σκέψη 11).
46 Παρατηρείται, στη συνέχεια, ότι η σύμβαση * που, όσον αφορά τον οικονομικό κίνδυνο του οποίου την κάλυψη αναλαμβάνουν οι ασφαλιστές, παραπέμπει στις εκ του ΚΥΚ υποχρεώσεις των Κοινοτήτων * πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα το άρθρο 73 του ΚΥΚ και τη ρύθμιση, που ορίζουν αυτές τις υποχρεώσεις, κατά το μέτρο που οι διατάξεις της συμβάσεως δεν αποκλείουν μια τέτοια ερμηνεία.
47 Με βάση αυτές τις σκέψεις πρέπει να εξετασθούν οι τρεις προβληθέντες από τους ασφαλιστές ισχυρισμοί.
Περί της φερομένης παραβάσεως της συμβατικώς προβλεφθείσας διαδικασίας
48 Οι ασφαλιστές προσάπτουν, πρώτον, στην Επιτροπή ότι εξέδωσε ως ΑΔΑ την απόφαση της 15ης Απριλίου 1994 χωρίς να τηρήσει τους ορισθέντες με τη σύμβαση κανόνες, και ειδικότερα το άρθρο της 3, παράγραφοι 1 και 3, ούτε τις διαδικασίες και εκτελεστικές διατάξεις που περιέχονται στην επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1989.
49 Σε αντίθεση προς αυτούς τους κανόνες και διαδικασίες, η Επιτροπή παρέλειψε να απευθύνει προηγουμένως στους ασφαλιστές το επίδικο σχέδιο αποφάσεως. Επί πλέον, κοινοποίησε την απόφαση στον X στις 15 Απριλίου 1994 και προέβη, στη συνέχεια, στην εκτέλεσή της, χωρίς καν να προειδοποιήσει σχετικώς τους ασφαλιστές.
50 Η επιχειρηματολογία αυτή θίγει το ζήτημα εάν και κατά πόσον το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, της συμβάσεως, καθώς και η προβλεπόμενη στην επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1989 διαδικασία, έχουν εφαρμογή εν προκειμένω.
51 Δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή εξεπλήρωσε την προβλεπόμενη στο άρθρο 3, παράγραφος 1, υποχρέωσή της να γνωστοποιήσει στους ασφαλιστές τις πληροφορίες που τους επέτρεπαν να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της επίδικης υποθέσεως.
52 Οι ασφαλιστές, αντιθέτως, διατείνονται ότι η Επιτροπή αθέτησε την εκ του άρθρου 3, παράγραφος 3, της συμβάσεως υποχρέωσή της να κοινοποιήσει σχέδιο αποφάσεως στηριζόμενο στην έκθεση της υγειονομικής επιτροπής της 25ης Φεβρουαρίου 1994, σύμφωνα με τη συνομολογηθείσα στην επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1989 διαδικασία.
53 Η άποψη αυτή των ασφαλιστών στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων της συμβάσεως και της επιστολής της 27ης Ιανουαρίου 1989.
54 Όπως προκύπτει, πράγματι, τόσο από το σημείο I όσο και από το σημείο II, στοιχείο a, δεύτερη περίπτωση, και το σημείο ΙΙ, στοιχείο b, της εν λόγω επιστολής, γίνεται λόγος για το σχέδιο αποφάσεως το οποίο συντάσσει η ΑΔΑ βάσει του πορίσματος του ιατρού τον οποίον όρισε η ίδια και ενέκριναν οι ασφαλιστές.
55 Την ερμηνεία αυτή επιρρωννύει η διάρθρωση της διαδικασίας των άρθρων 19 και 21 της ρυθμίσεως.
56 Όπως προκύπτει από το άρθρο 19, οι αποφάσεις οι σχετικές με την αναγνώριση της επαγγελματικής προελεύσεως της ασθένειας λαμβάνονται από την ΑΔΑ, είτε με βάση το πόρισμα του ιατρού ή των ιατρών που όρισαν τα θεσμικά όργανα, είτε, αν το ζητήσει ο υπάλληλος, μετά από γνωμάτευση υγειονομικής επιτροπής.
57 Στην πρώτη και μόνο περίπτωση, γίνεται λόγος, στο άρθρο 21, για σχέδιο αποφάσεως, το οποίο η ΑΔΑ υποχρεούται, πριν λάβει οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει του άρθρου 19, να κοινοποιήσει στον υπάλληλο, για να του δώσει τη δυνατότητα να ζητήσει, ενδεχομένως, εντός 60 ημερών, τη γνωμάτευση υγειονομικής επιτροπής σ' αυτήν και μόνο την περίπτωση, το σχέδιο αποφάσεως κοινοποιείται στους ασφαλιστές για να διατυπώσουν τη γνώμη τους και ενδέχεται, σε περίπτωση διαφωνίας τους, να αποτελέσει αντικείμενο της διαβουλεύσεως του σημείου II της επιστολής της 27ης Ιανουαρίου 1989.
58 Αντιθέτως, όταν μεσολαβεί η υγειονομική επιτροπή, της οποίας άλλωστε οι * νομοτύπως διαμορφούμενες * κατά κυριολεξίαν ιατρικές εκτιμήσεις πρέπει να θεωρούνται απρόσβλητες και είναι ανεπίδεκτες αμφισβητήσεως εφόσον δεν ανακύψει νέο στοιχείο (βλ. ιδίως αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1980, υπόθεση 107/79, Schuerer κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/II, σ. 255, σκέψη 10 της 19ης Ιανουαρίου 1988, υπόθεση 2/87, Biedermann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1988, σ. 143, σκέψη 8 και της 18ης Φεβρουαρίου 1993, T-1/92, Tallarico κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II-107, σκέψη 67), η ρύθμιση δεν προβλέπει κοινοποίηση εκ μέρους της ΑΔΑ του σχεδίου της αποφάσεως το οποίο πρόκειται να εκδώσει βάσει του πορίσματος της υγειονομικής επιτροπής.
59 Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι το σχέδιο αποφάσεως, που μνημονεύεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της συμβάσεως και στην επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1989, είναι εκείνο το οποίο συντάσσει η ΑΔΑ βάσει του πορίσματος του ιατρού ή των ιατρών τους οποίους όρισε επομένως, αυτή η συμβατικώς προβλεφθείσα διαδικασία δεν εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση, όπου η απόφαση της 15ης Απριλίου 1994 εξεδόθη βάσει της γνωματεύσεως της υγειονομικής επιτροπής.
60 Ούτε μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή το ότι κοινοποίησε, στις 15 Απριλίου 1994, την απόφαση στον ενδιαφερόμενο πριν λάβει τα ερωτήματα τα οποία επιθυμούσαν να θέσουν στην υγειονομική επιτροπή οι ασφαλιστές.
61 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, η οποία είχε διαβιβάσει το πόρισμα της υγειονομικής επιτροπής στους ασφαλιστές στις 18 Μαρτίου 1994, στις 15 Απριλίου 1994 είχε στη διάθεσή της μόνο την επιστολή της 8ης Απριλίου 1994, με την οποία η Van Breda ανέφερε τα διάφορα σημεία επί των οποίων οι ασφαλιστές επιθυμούσαν να θέσουν ερωτήματα στα μέλη της υγειονομικής επιτροπής και γνωστοποιούσε ότι θα απέστελλε προς τούτο ένα ερωτηματολόγιο μέχρι τις 29 Απριλίου 1994.
62 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή, εν όψει του χρόνου που είχε ήδη αναλωθεί για τον χειρισμό της υποθέσεως και εν όψει της καταστάσεως της υγείας του ενδιαφερομένου, θα παρέβαινε τις υποχρεώσεις που υπείχε από τον ΚΥΚ έναντι αυτού, αν ανέβαλλε την απόφασή της αναμένοντας το εν λόγω ερωτηματολόγιο και τις ενδεχόμενες απαντήσεις της υγειονομικής επιτροπής.
63 Εξ άλλου, η έκδοση της αποφάσεως της 15ης Απριλίου 1994 και η καταβολή του κεφαλαίου στον X ουδόλως εμποδίζουν τη συνέχιση της εξετάσεως του φακέλου στο πλαίσιο της συμβατικής σχέσεως μεταξύ των ασφαλιστών και των Κοινοτήτων, ούτε εμποδίζουν, ειδικότερα, την εκ μέρους των ασφαλιστών αμφισβήτηση της υποχρεώσεώς τους προς απόδοση του εν λόγω ποσού.
64 Βάσει των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος ισχυρισμός των ασφαλιστών.
Περί της πλημμελείας της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής
65 Οι ασφαλιστές αμφισβητούν, δεύτερον, το νομότυπον των προτάσεων της υγειονομικής επιτροπής. Η απόφαση της 15ης Απριλίου 1994, στηριχθείσα σε πλημμελές πόρισμα, είναι επίσης πλημμελής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή ενήργησε εκτός του πεδίου εφαρμογής της συμβάσεως και απώλεσε το εξ αυτής δικαίωμα προς απόδοση των καταβληθέντων.
66 Υπενθυμίζεται, κατ' αρχάς, ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως, οι ασφαλιστές παραιτήθηκαν της δικαστικής επιλύσεως διαφορών ιατρικής φύσεως. Εφόσον η σύμβαση παραπέμπει στις υποχρεώσεις που υπέχουν από τον ΚΥΚ οι Κοινότητες έναντι των υπαλλήλων τους, που πλήττονται από ατυχήματα ή επαγγελματικές νόσους, η έκταση αυτής της παραιτήσεως πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα τη νομολογία περί του δικαστικού ελέγχου του νομοτύπου των γνωματεύσεων των υγειονομικών επιτροπών.
67 Κατά τη νομολογία αυτή, η εξέταση του Δικαστηρίου δεν δύναται να επεκταθεί σε κατά κυριολεξίαν ιατρικές εκτιμήσεις, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται απρόσβλητες, άπαξ έχουν σχηματισθεί νομοτύπως. Ο δικαστικός του έλεγχος μπορεί να ασκείται μόνο επί της νομιμότητας της συστάσεως και της λειτουργίας της υγειονομικής επιτροπής, καθώς και επί του νομοτύπου των γνωματεύσεών της. Απ' αυτή την άποψη, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάζει αν η γνωμάτευση περιέχει αιτιολογία καθιστώσα δυνατή την εκτίμηση του σκεπτικού στο οποίο στηρίζονται τα πορίσματά της (απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 1983, υπόθεση 257/81, K. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 1, σκέψη 17) και αν αποκαθίσταται μια κατανοητή σχέση μεταξύ των ιατρικών διαπιστώσεων που περιέχει και των πορισμάτων στα οποία καταλήγει (αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1987, υπόθεση 277/84, Jaensch κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 4923, σκέψη 15, και της 27ης Φεβρουαρίου 1992, υπόθεση T-165/89, Plug κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-367, σκέψη 75).
68 Επομένως, οι αιτιάσεις που βάλλουν κατά της νομιμότητας της εκθέσεως της 25ης Φεβρουαρίου 1994 της υγειονομικής επιτροπής μπορούν να εξετασθούν στο πλαίσιο διαφοράς υποβληθείσας στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 5 της συμβάσεως.
69 Όπως όμως προκύπτει, εν προκειμένω, από τη δικογραφία, δόθηκε όντως η δυνατότητα στους ασφαλιστές να ζητήσουν από την Επιτροπή να θέσει νέα ερωτήματα στα μέλη της υγειονομικής επιτροπής επί ορισμένων πτυχών του σκεπτικού και της αιτιολογίας της γνωματεύσεως, τις οποίες θεωρούσαν επικριτέες. Αρκέστηκαν, ωστόσο, στο να γνωστοποιήσουν την πρόθεσή τους να θέσουν νέα ερωτήματα, χωρίς όμως να το πράξουν έχασαν έτσι την ευκαιρία να λάβουν διευκρινίσεις και αποσαφηνίσεις επί των σημείων της γνωματεύσεως τα οποία θεωρούσαν αμφίβολα ή πλημμελή.
70 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την απόδοση του κεφαλαίου, το οποίο κατέβαλε στον X κατόπιν της αποφάσεώς της που στηριζόταν στην έκθεση της υγειονομικής επιτροπής, κατά το μέτρο που η έκθεση αυτή δεν πάσχει κατάφωρες πλημμέλειες.
71 Εν όψει αυτών των σκέψεων, πρέπει να εξετασθούν οι τρεις αιτιάσεις τις οποίες διατύπωσαν οι ασφαλιστές κατά της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής.
72 Με την πρώτη αιτίαση, οι ασφαλιστές διατείνονται ότι η γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής, εφόσον δεν αποκρούει τις προηγηθείσες εκθέσεις, τόσο του ιατρού Dalem όσο και του καθηγητή Bartsch, όσο και τη μειοψηφούσα έκθεση του καθηγητή Brochard, δεν περιέχει καμμία εξήγηση για την οφθαλμοφανή αντίφαση μεταξύ του δικού της πορίσματος και των πορισμάτων των παραπάνω εκθέσεων, παρ' όλον ότι αυτές στηρίζονται σε θεωρήσεις επιστημονικά θεμελιωμένες και ανεπτυγμένες. Επομένως, το πόρισμα της υγειονομικής επιτροπής πάσχει ανεπαρκή αιτιολογία, που το καθιστά πλημμελές.
73 Συναφώς, υπενθυμίζεται, κατ' αρχάς, ότι, κατά πάγια νομολογία, η ανατεθειμένη στην υγειονομική επιτροπή αποστολή, της εκτιμήσεως ιατρικών ζητημάτων με πλήρη αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία, επιβάλλει να διαθέτει αυτή πλήρη ελευθερία εκτιμήσεως. Συνεπώς, στην υγειονομική επιτροπή εναπόκειται να κρίνει σε ποιο μέτρο χρειάζεται να λάβει υπόψη τις ιατρικές εκθέσεις που έχουν καταρτιστεί προηγουμένως (προαναφερθείσα απόφαση Biedermann κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, σκέψη 19).
74 Εν προκειμένω, από τη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής δεν προκύπτει ότι δεν έλαβε υπόψη τις γνώμες των τριών ειδικών. Αντιθέτως, πέραν του ότι παραπέμπει ρητώς στον φάκελο της Επιτροπής, που περιέχει τις γνώμες του ιατρού Dalem και του καθηγητή Bartsch, η παρουσία του ίδιου του καθηγητή Brochard στην υγειονομική επιτροπή επιβεβαιώνει * όπως τόνισε και ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 28 των προτάσεών του * την άποψη της Επιτροπής ότι η υγειονομική επιτροπή έλαβε υπόψη τη γνώμη αυτού του ιατρού καθώς και τις προηγηθείσες εκθέσεις των δύο άλλων ειδικών. Όπως προκύπτει, άλλωστε, από τη δικογραφία, η μειοψηφούσα έκθεση του καθηγητή Brochard στηρίζεται εν μέρει σε θεωρήσεις παρόμοιες με εκείνες των δύο άλλων ειδικών.
75 Επί πλέον, δεδομένου ότι η ιατρική έκθεση εκθέτει, παραπέμποντας σε εργαστηριακές αναλύσεις, ότι ο X πάσχει από βρογχοπνευμονικό καρκίνο και ότι η εξέταση του πλευροπνευμονικού του ιστού απεκάλυψε την παρουσία μορφών αμιάντου σε ορισμένες δόσεις, δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι δεν περιέχει καμμία εξήγηση για τη διάσταση μεταξύ του δικού της πορίσματος και των πορισμάτων των άλλων ειδικών που επελήφθησαν.
76 Η αιτίαση αυτή, επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
77 Με τη δεύτερη αιτίασή τους, οι ασφαλιστές διατείνονται ότι η υγειονομική επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς το συμπέρασμα ότι η ασθένεια του X αντλούσε την προέλευσή της από αμιάντωση, καθ' όσον στηρίχθηκε αποκλειστικώς και μόνον στο γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος είχε εκτεθεί σε ιστούς αμιάντου και ότι οι ιστοί αυτοί εντοπίστηκαν στον πνεύμονά του, ενώ, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της ιατρικής επιστήμης, τέτοιου είδους διαπιστώσεις δεν επιτρέπουν τη συναγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος.
78 Ούτε αυτή η αιτίαση μπορεί να γίνει δεκτή.
79 Πρέπει, πράγματι, να σημειωθεί ότι, με τη γνωμάτευσή της, η υγειονομική επιτροπή εθεώρησε ότι ο X έπασχε από βρογχοπνευμονικό καρκίνο, συνδυαζόμενο με ίνωση, μεταξύ άλλων και του διαφράγματος, που, βάσει των στοιχείων τα οποία αναπτύσσει λεπτομερώς, έπρεπε να θεωρηθεί ως επαγγελματική νόσος.
80 Προβαίνοντας σε διάγνωση περί βρογχοπνευμονικού καρκίνου βάσει των αποτελεσμάτων εξετάσεως που είχε προηγηθεί και της δικής της επανεξετάσεως των τομών και στηριζόμενη, μεταξύ άλλων εμπεριστατωμένων πραγματικών στοιχείων, στην παρουσία διαφόρων μορφών αμιάντου στον πλευροπνευμονικό ιστό, καθώς και στην έκθεση στον αμίαντο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα της επαγγελματικής προελεύσεως της παθήσεως του X, η υγειονομική επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς το πόρισμά της.
81 Οι ασφαλιστές υποστηρίζουν ότι το πόρισμα αυτό της υγειονομικής επιτροπής δεν δύναται, στο παρόν στάδιο εξελίξεως της ιατρικής επιστήμης, να αντληθεί από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη.
82 Όμως, τα σχετικά με την προέλευση μιας νόσου ζητήματα είναι εξ ορισμού ιατρικής φύσεως (απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-185/90 P, Επιτροπή κατά Gill, Συλλογή 1991, σ. I-4779, σκέψη 25).
83 Επομένως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να επεκτείνει τον έλεγχό του σ' αυτές τις εκτιμήσεις της υγειονομικής επιτροπής, οι οποίες πρέπει να θεωρούνται απρόσβλητες, εφόσον σχηματίσθηκαν νομοτύπως.
84 Με την τρίτη αιτίασή τους, οι ασφαλιστές επικρίνουν τη γνωμάτευση της υγειονομικής επιτροπής, καθ' όσον αυτή δέχτηκε διαρκή αναπηρία 100 %, χωρίς να διευκρινίζει ούτε αν είχε αναφερθεί στον συνημμένο στη ρύθμιση πίνακα, ούτε βάσει τίνος υπολογισμού είχε καταλήξει σ' αυτό το ποσοστό.
85 Παρατηρείται συναφώς ότι η διαρκής και ολική αναπηρία είχε ήδη διαπιστωθεί από την επιτροπή αναπηρίας στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 78 του ΚΥΚ, η δε προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 73 αποσκοπούσε στο να κριθεί αν η νόσος από την οποία έπασχε ο X ήταν ή όχι επαγγελματική.
86 Και ναι μεν, σύμφωνα με το άρθρο 25 της ρυθμίσεως, η αναγνώριση ολικής ή μερικής διαρκούς αναπηρίας κατ' εφαρμογήν του άρθρου 73 του ΚΥΚ και της ρυθμίσεως κατ' ουδένα τρόπο θίγει την εφαρμογή του άρθρου 78 του ΚΥΚ, και αντιστρόφως, η ανεξαρτησία όμως των δύο αυτών διαδικασιών δεν εμποδίζει * όπως τόνισε και ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 29 των προτάσεών του * την υγειονομική επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 73, να λαμβάνει υπόψη το πορίσμα στο οποίο έχει καταλήξει η διαδικασία του άρθρου 78.
87 Η αιτίαση αυτή, επομένως, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Περί της χορηγήσεως αποζημιώσεως 130 %
88 Τρίτον και επικουρικώς, οι ασφαλιστές διατείνονται, βάσει του τελευταίου εδαφίου του πίνακα του παραρτήματος της ρυθμίσεως, ότι το σύνολο της χορηγουμένης στον X αποζημιώσεως σε καμμία περίπτωση δεν δύναται να υπερβεί το ανώτατο όριο του 100 % επομένως, η απόφαση της Επιτροπής είναι παράνομη κατά το μέτρο που χορηγεί αποζημίωση 130 %.
89 Ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του τελευταίου εδαφίου του εν λόγω πίνακα.
90 Ειδικότερα, το εδάφιο αυτό αναφέρεται ρητά στη σώρευση περισσοτέρων αναπηριών προερχομένων από το ίδιο ατύχημα, ήτοι στις αποζημιώσεις του άρθρου 12, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως, και δεν αφορά, επομένως, την αποζημίωση που, δυνάμει του άρθρου 14 της ρυθμίσεως, δύναται να χορηγηθεί στον υπάλληλο για κάθε μόνιμη βλάβη ή παραμόρφωση η οποία, αν και δεν επηρεάζει την ικανότητά του προς εργασία, προσβάλλει ωστόσο τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου και βλάπτει αισθητά τις κοινωνικές του σχέσεις. Κατ' αναλογίαν και μόνον το άρθρο 14, δεύτερο εδάφιο, παραπέμπει στα ποσοστά αναπηρίας που παρατίθενται στον πίνακα και περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 12, παράγραφος 2.
91 Εν όψει του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να διαπιστωθεί ότι αβασίμως οι ασφαλιστές αρνούνται να αποδώσουν στην Επιτροπή το ποσό που αυτή κατέβαλε στον X βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ.
92 Κατά συνέπεια, πρέπει να υποχρεωθούν οι ασφαλιστές να καταβάλουν στην Επιτροπή το ποσό των 25 794 194 BFR, εντόκως προς 8 % από 6ης Μαΐου 1994, αφότου τους όχλησε η Επιτροπή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
93 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή οι εναγόμενες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Υποχρεώνει τις Royale belge SA, Assurances Generales de France SA, Caisse nationale de Prevoyance, Mutuelles du Mans, Assurantie van de Belgische Boerenbond SA, Hannover SA, Securitas AG και Condor να καταβάλουν στην Επιτροπή το ποσό των 25 794 194 BFR, εντόκως προς 8 % από 6ης Μαΐου 1994.
2) Καταδικάζει τις Royale belge SA, Assurances Generales de France SA, Caisse nationale de Prevoyance, Mutuelles du Mans, Assurantie van de Belgische Boerenbond SA, Hannover SA, Securitas AG και Condor στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy