Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή ακυρώσεως - Προθεσμίες - Σημείο αφετηρίας της προθεσμίας - Ημερομηνία κατά την οποία ελήφθη γνώση της πράξεως - Παρεπόμενος χαρακτήρας - Απόφαση του Συμβουλίου περί εγκρίσεως, εξ ονόματος της Κοινότητας, διεθνούς συμφωνίας - Ημερομηνία δημοσιεύσεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173, εδ. 5)
2 Προσφυγή ακυρώσεως - Πράξεις δεκτικές προσφυγής - Απόφαση του Συμβουλίου περί εγκρίσεως, εξ ονόματος της Κοινότητας, διεθνούς συμφωνίας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173)
3 Προσφυγή ακυρώσεως - Πράξεις δεκτικές προσφυγής - Απόφαση 94/800 σχετικά με τη σύναψη των συμφωνιών του Γύρου της Ουρουγουάης - Προσφυγή διώκουσα τη μερική ακύρωση της αποφάσεως - Παραδεκτό
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173· κανονισμός 3290/94 του Συμβουλίου· απόφαση 94/800 του Συμβουλίου)
4 Διεθνείς συμφωνίες - Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου - ΓΣΔΕ 1994 - Συμφωνία πλαίσιο μεταξύ της Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών για τις μπανάνες - Απόφαση 94/800 - Κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως σε εθνικές ποσοστώσεις - Δυσμενής διάκριση - Δεν συντρέχει - Δικαίωμα ιδιοκτησίας - Κεκτημένα δικαιώματα - Ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων - Αρχή της αναλογικότητας - Παραβίαση - Δεν συντρέχει - Εγκαθίδρυση καθεστώτος πιστοποιητικών εξαγωγής πλήττοντος αποκλειστικά τους επιχειρηματίες των κατηγοριών Α και Γ - Παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 40 § 3· Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου του 1994· κανονισμός 404/93 του Συμβουλίου· απόφαση 94/800 του Συμβουλίου)
Περίληψη
5 Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, σχετικά με την προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής ακυρώσεως, το κριτήριο της ημερομηνίας κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως ως σημείου αφετηρίας της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής του έχει δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με τα κριτήρια δημοσιεύσεως ή της κοινοποιήσεως της πράξεως.
Δεδομένου ότι, κατά πάγια πρακτική, οι πράξεις του Συμβουλίου περί συνάψεως διεθνών συμφωνιών δεσμευουσών την Κοινότητα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, το κράτος μέλος που κινεί τη διαδικασία ακυρώσεως μιας αποφάσεως περί εγκρίσεως, εξ ονόματος της Κοινότητας, διεθνούς συμφωνίας και το οποίο έλαβε ασφαλώς γνώση της εν λόγω αποφάσεως κατά την έγκρισή της μπορεί να πιθανολογήσει θεμιτώς ότι η επίδικη απόφαση θα αποτελέσει αντικείμενο δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα. Εξάλλου, στο μέτρο που η δημοσίευση αυτή έλαβε όντως χώρα σε χρόνο μικρότερο των δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της δημοσιεύσεως της πράξεως, έστω και αν δημοσιεύθηκε ως μια από τις «πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση».
6 Το δικαίωμα κράτους μέλους να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας, καθώς και η δυνατότητά του να ζητήσει, επ' ευκαιρία της προσφυγής του, τη λήψη προσωρινών μέτρων υποβάλλοντας σχετική αίτηση δεν θίγονται από το γεγονός ότι η ανωτέρω συμφωνία συνήφθη ανεπιφυλάκτως από την Κοινότητα και δεσμεύει, τόσο από απόψεως κοινοτικού όσο και από απόψεως διεθνούς δικαίου, τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη.
7 Δεν θίγει το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως 94/800 σχετικά με την εξ ονόματος της Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών στο πλαίσιο των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, ως εκ του ότι το Συμβούλιο ενέκρινε με την απόφαση αυτή τη σύναψη της συμφωνίας πλαισίου για τις μπανάνες με ορισμένες τρίτες χώρες, το γεγονός ότι η εν λόγω συμφωνία πλαίσιο αποτελεί απλώς ένα στοιχείο του συνόλου των οικείων συμφωνιών.
Πράγματι, αφενός, ουδόλως προκύπτει ότι η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως έχει ως αποτέλεσμα, ως εκ του ότι συνιστά απλώς και μόνο πράξη συνάψεως της συμφωνίας πλαισίου, να καθιστά ανενεργούς άλλες παραχωρήσεις και αμοιβαία αποδεκτές, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, δεσμεύσεις. Αφετέρου, στον τομέα της γεωργίας, η εντός της Κοινότητας θέση σε εφαρμογή, μέσω του κανονισμού 3290/94, των συναφθεισών στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης συμφωνιών υλοποιήθηκε με την αναπροσαρμογή, κεχωρισμένως μιας εκάστης, των διαφόρων κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεως περί κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, ώστε τυχόν εν μέρει ακύρωση της επίδικης αποφάσεως να μην είναι ικανή να θίξει τις επελθούσες, σε άλλους πλην της μπανάνας τομείς, προσαρμογές.
8 Το καθεστώς που εισήγαγε η συναφθείσα μεταξύ της Κοινότητας και ορισμένων τρίτων χωρών συμφωνία πλαίσιο για τις μπανάνες, η οποία ενσωματώθηκε σε παράρτημα της ΓΣΔΕ του 1994, το οποίο προσαρτάται με τη σειρά του στη συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, συμφωνία η οποία εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 94/800, προβλέπει, στο σημείο 2 της συμφωνίας πλαισίου, ότι η δασμολογική ποσόστωση για τις εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών και μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ κατανέμεται σε ειδικά ποσοστά μεταξύ διαφόρων χωρών ή ομάδων τρίτων χωρών, ενώ ένα ποσοστό επιφυλάσσεται στα συμβαλλόμενα στη συμφωνία πλαίσιο κράτη, στο δε σημείο 6 προβλέπει ότι μόνον οι επιχειρηματίες των κατηγοριών Α και Γ, εξαιρουμένων των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β (στους οποίους περιλαμβάνονται οι επιχειρηματίες που εμπορεύθηκαν κοινοτικές και/ή παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ), οφείλουν να εφοδιάζονται με πιστοποιητικά εξαγωγής από τις αρμόδιες αρχές των συμβαλλομένων κρατών προκειμένου να εισάγουν μπανάνες από τις εν λόγω χώρες.
Όσον αφορά την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως σε εθνικές ποσοστώσεις, η οποία ευνοεί ορισμένες τρίτες χώρες και περιορίζει με τον τρόπο αυτό τις δυνατότητες ορισμένων επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ να εισάγουν μπανάνες προελεύσεως άλλων τρίτων χωρών, δεν παραβιάζει τη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Πράγματι, στο κοινοτικό δίκαιο δεν απαντά γενική αρχή υποχρεώνουσα την Κοινότητα να επιφυλάσσει, στα πλαίσια των εξωτερικών σχέσεών της, ίση από κάθε άποψη μεταχείριση στις διάφορες τρίτες χώρες, αν δε η διαφορετική μεταχείριση τρίτων χωρών δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, πολύ περισσότερο δεν δύναται να θεωρηθεί αντίθετη προς αυτό η διαφορετική μεταχείριση επιχειρηματιών της Κοινότητας ως αυτόματη συνέπεια της διαφορετικής μεταχειρίσεως των τρίτων χωρών με τις οποίες οι εν λόγω επιχειρηματίες συνήψαν εμπορικές σχέσεις. Επομένως, οι περιορισμοί των δυνατοτήτων εισαγωγής που ενδέχεται να συνεπάγεται έναντι των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ η εγκαθίδρυση των εθνικών ποσοστώσεων αποτελεί την αυτόματη συνέπεια της διαφορετικής μεταχειρίσεως των τρίτων χωρών, ανάλογα με το αν είναι ή όχι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία πλαίσιο και ανάλογα με τη σημασία της ποσοστώσεως που τους χορηγήθηκε βάσει της συμφωνίας αυτής.
Η κατανομή σε εθνικές ποσοστώσεις δεν παραβιάζει περαιτέρω τα θεμελιώδη δικαιώματα ή τις γενικές αρχές του δικαίου.
Πράγματι, όσον αφορά το δικαίωμα ιδιοκτησίας, κανείς επιχειρηματίας δεν μπορεί να προβάλει δικαίωμα περί ιδιοκτησίας επί μεριδίου της αγοράς το οποίο κατείχε κάποια στιγμή προγενέστερη της εγκαθιδρύσεως του οικείου καθεστώτος, ούτε να επικαλεστεί κεκτημένο δικαίωμα ή δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη διατήρηση της καταστάσεως που προϋφίστατο. Όσον αφορά τους περιορισμούς της δυνατότητας των επιχειρηματιών να εισάγουν μπανάνες τρίτων χωρών που συνεπάγεται η κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως, οι εν λόγω περιορισμοί είναι σύμφυτοι με τους στόχους γενικού κοινοτικού συμφέροντος που επιδιώκει η εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της μπανάνας και δεν θίγει, συνακόλουθα, με άκριτο τρόπο την ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των θιγομένων επιχειρηματιών. Τέλος, όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, δεν προκύπτει ότι η κατανομή της συνολικής ποσοστώσεως των τρίτων χωρών σε εθνικές ποσοστώσεις χορηγούμενες σε ορισμένες από αυτές είναι προδήλως απρόσφορη για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων, ήτοι τη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής και της παραδοσιακής παραγωγής μπανανών ΑΚΕ και την ενσωμάτωση των διαφόρων, μέχρι τότε στεγανοποιημένων, εθνικών αγορών.
Αντίθετα, όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση, η οποία συνίσταται στη μη υπαγωγή των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής, γεγονός που συνεπάγεται μόνο για τους επιχειρηματίες των κατηγοριών Α και Γ αύξηση της τιμής αγοράς των μπανανών που προέρχονται από τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες της τάξεως του 33 %, η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν συμβιβάζεται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων, η οποία δεν αποτελεί παρά τη συγκεκριμένη έκφραση της γενικής αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως, συγκαταλεγομένης μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, και οδηγεί στην ακύρωση της αποφάσεως 94/800, στον βαθμό που η εν λόγω συμφωνία πλαίσιο δεν υπάγει τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Β στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής που προβλέπει.
Γεγονός είναι ότι η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της μπανάνας, όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό 404/93, και ιδίως το καθεστώς περί κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως, εμπεριέχει ορισμένους περιορισμούς ή διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ, οι οποίοι περιορισμοί δεν αντίκεινται στη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στον βαθμό που είναι σύμφυτοι προς τον σκοπό της ενοποιήσεως των μέχρι τότε στεγανοποιημένων αγορών, λαμβανομένης υπόψη της διαφορετικής θέσεως στην οποία βρίσκονταν οι διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών προ της καθιερώσεως της κοινής οργανώσεως των αγορών, ενώ είναι εξίσου αληθές ότι η επιδίωξη του συναφούς προς την οργάνωση αυτή στόχου, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της διαθέσεως της κοινοτικής παραγωγής και της παραδοσιακής παραγωγής ΑΚΕ, συνεπάγεται την αποκατάσταση κάποιας ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών επιχειρηματιών.
Πάντως, δεν απεδείχθη ότι η ανωτέρω ισορροπία, η οποία ανετράπη με την αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως και την επακόλουθη μείωση των δασμών από τις οποίες επωφελούνται και οι επιχειρηματίες της κατηγορίας Β, δεν κατέστη εφικτό να αποκατασταθεί παρά μόνο με τη χορήγηση σημαντικού πλεονεκτήματος υπέρ της κατηγορίας αυτής επιχειρηματιών και, επομένως, με τίμημα μια νέα διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των λοιπών κατηγοριών επιχειρηματιών, οι οποίοι είχαν ήδη υποστεί, κατά την εγκαθίδρυση της δασμολογικής ποσοστώσεως και του μηχανισμού κατανομής του, παρεμφερείς περιορισμούς και διαφορετική μεταχείριση.
Εξάλλου, η εγκαθίδρυση του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής αποσκοπεί, ομού με την αποκατάσταση της ανωτέρω ισορροπίας, στην παροχή οικονομικής ενισχύσεως στις τρίτες χώρες, συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία πλαίσιο, και στην αντιστάθμιση με τον τρόπο αυτό των περιορισμών που επέβαλε ο κανονισμός 404/93 στην εμπορία μπανανών προελεύσεως των χωρών αυτών υπέρ των κοινοτικών και μπανανών ΑΚΕ. Πάντως, δεν προέκυψε ότι η αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως και η κατανομή της σε εθνικές ποσοστώσεις, καθώς και η επακόλουθη μείωση των δασμών, δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν τους ανωτέρω περιορισμούς και ότι ο στόχος αυτός έπρεπε ως εκ τούτου να επιτευχθεί μέσω της επιβολής χρηματικής επιβαρύνσεως σε ένα μόνο τμήμα των επιχειρηματιών που πραγματοποιούν εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-122/95,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπoύμενη από τους Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και Bernd Kloke, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο, D-53107 Βόννη,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από το
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τον Jan Devadder, γενικό σύμβουλο του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins,
παρεμβαίνον,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από τον R. Bandilla, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, και τους A. Brautigam, νομικό σύμβουλο, και J.-P. Hix, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον A. Morbilli, γενικό διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
υποστηριζομένου από
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Alberto Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή νομικού και θεσμικού κοινοτικού συντονισμού, και τη Rosario Silva de Lapuerta, abogado del Estado, της υπηρεσίας κοινοτικών διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6 Boulevard E. Servais,
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Gautier Mignot, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph II,
την Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Θεοφάνη Ξριστοφόρου και U. Wφlker, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνοντες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που προέκυψαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1), ως εκ του ότι το Συμβούλιο ενέκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση τη σύναψη της συμφωνίας πλαισίου για τις μπανάνες με τις Δημοκρατίες της Κόστα Ρίκα, της Κολομβίας, της Νικαράγουας και της Βενεζουέλας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, C. Gulmann, M. Wathelet και R. Schintgen (εισηγητή), προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet G. Hirsch και P. Jann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 4ης Φεβρουαρίου 1997, κατά τη διάρκεια της οποίας η Γερμανική Κυβέρνηση εκπροσωπήθηκε από τον E. Rφder, η Βελγική Κυβέρνηση από τον J. Devadder, το Συμβούλιο από τους A. Brautigam και J.-P. Hix, η Ισπανική Κυβέρνηση από την R. Silva de Lapuerta, η Γαλλική Κυβέρνηση από τον F. Pascal, attachι της κεντρικής διοικήσεως στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και η Επιτροπή από τους U. Wφlker, P. J. Kuyper, νομικό σύμβουλο, και K.-D. Borchardt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιουνίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 1995, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή, αιτούμενη την ακύρωση του άρθρου 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που προέκυψαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ 1994, L 336, σ. 1), ως εκ του ότι το Συμβούλιο ενέκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση τη σύναψη της συμφωνίας πλαισίου για τις μπανάνες με τις Δημοκρατίες της Κόστα Ρίκα, της Κολομβίας, της Νικαράγουας και της Βενεζουέλας (στο εξής: συμφωνία πλαίσιο).
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1), καθιέρωσε, στον τίτλο IV, κοινό καθεστώς εμπορίου με τις τρίτες χώρες σε αντικατάσταση των διαφόρων εθνικών συστημάτων που ίσχυαν προγενεστέρως.
3 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 προέβλεπε πριν από την τροποποίησή του ότι ανοιγόταν ετησίως δασμολογική ποσόστωση δύο εκατομμυρίων τόνων (καθαρό βάρος) για τις εισαγωγές μπανάνας από τρίτες χώρες και μη παραδοσιακής μπανάνας ΑΚΕ. Στα πλαίσια της δασμολογικής αυτής ποσοστώσεως, οι εισαγωγές μπανάνας από τρίτες χώρες υπέκειντο σε δασμό 100 ECU ανά τόνο, ενώ οι εισαγωγές μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ υπέκειντο σε μηδενικό δασμό.
4 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού κατανέμει την εν λόγω δασμολογική ποσόστωση που έχει ανοιχθεί μέχρις ύψους 66,5 % για την κατηγορία των επιχειρηματιών που εμπορεύθηκαν μπανάνες τρίτων χωρών ή/και μη παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, 30 % για την κατηγορία των επιχειρηματιών που εμπορεύθηκαν κοινοτικές μπανάνες ή/και παραδοσιακές μπανάνες ΑΚΕ, και 3,5 % για την κατηγορία των εγκατεστημένων στην Κοινότητα επιχειρηματιών οι οποίοι άρχισαν από το 1992 να εμπορεύονται μπανάνες, πλην των κοινοτικών ή/και των παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ.
5 Βάσει του άρθρου 20 του κανονισμού 404/93, η Επιτροπή επιφορτίζεται με τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του τίτλου IV.
6 Έτσι, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1442/93, της 10ης Ιουνίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος εισαγωγής μπανανών στην Κοινότητα (ΕΕ L 142, σ. 6). Ο κανονισμός αυτός επαναλαμβάνει την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως μεταξύ των τριών κατηγοριών επιχειρηματιών αποκαλουμένων «κατηγορίες Α, Β και Γ».
7 Στις 19 Φεβρουαρίου 1993 οι Δημοκρατίες της Κολομβίας, της Κόστα Ρίκα, της Γουατεμάλας, της Νικαράγουας και της Βενεζουέλας κάλεσαν την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία διαβουλεύσεων, δυνάμει του άρθρου XXII, παράγραφος 1, της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: ΓΣΔΕ), με αντικείμενο τον κανονισμό 404/93. Δεδομένου ότι οι διαβουλεύσεις δεν κατέληξαν σε ικανοποιητική λύση, τα προαναφερθέντα κράτη της Λατινικής Αμερικής κίνησαν, τον Απρίλιο του 1993, την προβλεπόμενη στο άρθρο ΞΞΙΙΙ, παράγραφος 2, της ΓΣΔΕ διαδικασία διευθετήσεως των διαφορών.
8 Στις 18 Ιανουαρίου 1994 η ομάδα τεχνικών εμπειρογνωμόνων που ορίστηκε στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής υπέβαλε έκθεση με την οποία διαπιστώθηκε ότι το καθεστώς εισαγωγών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 404/93 ήταν ασυμβίβαστο προς τους κανόνες της ΓΣΔΕ.
9 Η ανωτέρω έκθεση δεν εγκρίθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη της ΓΣΔΕ.
10 Στις 28 και στις 29 Μαρτίου 1994 η Κοινότητα συμφώνησε με τις Δημοκρατίες της Κολομβίας, της Κόστα Ρίκα, της Νικαράγουας και της Βενεζουέλας επί διακανονισμού υπό τη μορφή της συμφωνίας πλαισίου.
11 Η συμφωνία πλαίσιο περιλαμβάνει δύο έγγραφα: το πρώτο, τιτλοφορούμενο «Συμπεφωνημένο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των χωρών Κολομβίας, Κόστα Ρίκα, Νικαράγουας και Βενεζουέλας, αφενός, και της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, αφετέρου, επί του κοινοτικού καθεστώτος εισαγωγών μπανάνας», συνιστά τρόπον τινά το προοίμιο της κυρίως συμφωνίας, ενώ το δεύτερο έγγραφο, τιτλοφορούμενο «Συμφωνία πλαίσιο για τις μπανάνες», περιλαμβάνει τις τεχνικού χαρακτήρα διατάξεις του διακανονισμού με τα κράτη της Λατινικής Αμερικής.
12 Στο πρώτο από τα δύο έγγραφα ορίζεται:
«Το επισυναπτόμενο σχέδιο συμφωνίας αποτελεί την ικανοποιητική έκβαση των διαπραγματεύσεων σχετικά με τις μπανάνες στα πλαίσια του Γύρου της Ουρουγουάης.
Η συμφωνία είναι επίσης αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων και διαβουλεύσεων με αντικείμενο τις μπανάνες, στα πλαίσια του άρθρου ΞΞVΙΙΙ της ΓΣΔΕ, μεταξύ της ΕΚ και των προαναφερθεισών χωρών.
Επιπλέον, με τη συμφωνία διευθετείται η διαφορά σχετικά με τις μπανάνες που αποτέλεσε αντικείμενο της εκθέσεως της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων της ΓΣΔΕ. Κατόπιν αυτού, οι χώρες Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Νικαράγουα και Βενεζουέλα, αφενός, και η ΕΚ, αφετέρου, συμφώνησαν να μη ζητήσουν την έγκριση της προαναφερθείσας εκθέσεως της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων.
Οι χώρες Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Νικαράγουα και Βενεζουέλα δεσμεύονται να μη κινήσουν τη διαδικασία διευθετήσεως των διαφορών της ΓΣΔΕ, όσον αφορά το κοινοτικό καθεστώς εισαγωγής μπανανών, ενόσω ισχύει η επισυναπτόμενη συμφωνία.»
13 Το δεύτερο έγγραφο, το οποίο συνιστά την κυρίως συμφωνία, καθορίζει στο σημείο 1 ότι η συνολική βασική δασμολογική ποσόστωση ανέρχεται σε 2 100 000 τόνους για το 1994 και σε 2 200 000 τόνους για το 1995 και για τα επόμενα έτη, υπό την επιφύλαξη ενδεχομένων αυξήσεων λόγω διευρύνσεως της Κοινότητας.
14 Στο σημείο 2, η συμφωνία πλαίσιο προβλέπει τα ποσοστά επί της ποσοστώσεως αυτής που κατανέμονται αντίστοιχα μεταξύ των χωρών Κολομβίας, Κόστα Ρίκα, Νικαράγουας και Βενεζουέλας. Τα κράτη αυτά λαμβάνουν το 49,4 % της συνολικής ποσοστώσεως, ενώ στη Δομινικανική Δημοκρατία και στα υπόλοιπα κράτη ΑΚΕ χορηγούνται 90 000 τόνοι για τις μη παραδοσιακές εισαγωγές, το δε εναπομένον διατίθεται στις λοιπές τρίτες χώρες.
15 Τα σημεία 3 έως 5 ρυθμίζουν τα της εφαρμογής ή της τροποποιήσεως των ποσοστώσεων ανά χώρα σε περίπτωση κατά την οποία μία εξ αυτών αδυνατεί να κάνει χρήση της ποσοστώσεως ή σε περίπτωση αυξήσεως της συνολικής ποσοστώσεως.
16 Το σημείο 6 προβλέπει ότι η διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αυξήσεων, παραμένει αμετάβλητη σε σχέση με τις διατάξεις του κανονισμού 404/93. Το ίδιο σημείο προβλέπει επίσης ότι:
«Οι προμηθεύτριες χώρες στις οποίες χορηγήθηκε συγκεκριμένη ποσόστωση μπορούν να εκδίδουν ειδικές άδειες εξαγωγής για ποσότητα δυνάμενη να φθάσει έως το 70 % της ποσοστώσεώς τους, ενώ οι εν λόγω άδειες συνιστούν προϋπόθεση για τη χορήγηση εκ μέρους της Κοινότητας πιστοποιητικών για τις εισαγωγές μπανάνας, προελεύσεως των εν λόγω χωρών, που πραγματοποιούν οι επιχειρηματίες της "κατηγορίας Α" και της "κατηγορίας Γ".
Η Επιτροπή επιτρέπει την έκδοση των ειδικών αδειών εξαγωγής κατά τρόπον ώστε να καθίσταται εφικτή η βελτίωση της ευρυθμίας και της σταθερότητας των εμπορικών σχέσεων μεταξύ παραγωγών και εισαγωγέων και υπό την προϋπόθεση ότι οι άδειες εξαγωγής χορηγούνται χωρίς καμία διάκριση μεταξύ των επιχειρηματιών».
17 Το σημείο 7 ορίζει τον εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως δασμό σε 75 ECU ανά τόνο.
18 Σύμφωνα με τα σημεία 8 και 9, το συμπεφωνημένο σύστημα αρχίζει να εφαρμόζεται το αργότερο από 1ης Οκτωβρίου 1994 και λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2002.
19 Κατά τα σημεία 10 και 11,
«Η παρούσα συμφωνία ενσωματώνεται στον κατάλογο [των ανειλημμένων υποχρεώσεων] της Κοινότητας, στα πλαίσια του Γύρου της Ουρουγουάης.
Με την παρούσα συμφωνία διευθετείται η διαφορά που ανέκυψε μεταξύ των χωρών Κολομβίας, Κόστα Ρίκα, Βενεζουέλας και Νικαράγουας, αφενός, και της Κοινότητας, αφετέρου, σχετικά με το κοινοτικό καθεστώς για τις μπανάνες. Τα συμβαλλόμενα στην παρούσα συμφωνία μέρη δεν προτίθενται να ζητήσουν την έγκριση της εκθέσεως της ομάδας τεχνικών εμπειρογνωμόνων της ΓΣΔΕ επί του θέματος.»
20 Τα σημεία 1 και 7 της συμφωνίας πλαισίου ενσωματώθηκαν στο παράρτημα LXXX της ΓΣΔΕ του 1994 όπου απαντά ο κατάλογος των δασμολογικών παραχωρήσεων της Κοινότητας. Εξάλλου, η ΓΣΔΕ του 1994 αποτελεί το παράρτημα 1 Α της συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ). Η συμφωνία πλαίσιο προσαρτάται ως παράρτημα στο εν λόγω παράρτημα LXXX.
21 Στις 25 Ιουλίου 1994 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση γνωμοδοτήσεως σχετικά με το συμβιβαστό προς τη Συνθήκη της συμφωνίας πλαισίου.
22 Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1994 επί της υποθέσεως C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4973), το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας περί ακυρώσεως του κανονισμού 404/93.
23 Με δήλωση καταχωρισθείσα στα πρακτικά του Συμβουλίου, κατά τη συνεδρία της 20ής Δεκεμβρίου 1994, αντικείμενο της οποίας ήταν η έγκριση της προβλεπομένης για τις 22 Δεκεμβρίου αποφάσεως περί συνάψεως των συμφωνιών του Γύρου της Ουρουγουάης, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι, «μολονότι ενέκρινε την απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τη σύναψη εκ μέρους της Κοινότητας της συμφωνίας ΠΟΕ, θεωρεί ως παράνομη τη συμφωνία πλαίσιο» και ότι η συναφής έγκριση «δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως έγκριση» της συμφωνίας πλαισίου.
24 Στις 21 Δεκεμβρίου 1994 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 3224/94 περί της θεσπίσεως των μεταβατικών μέτρων για τη θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας πλαισίου για τις μπανάνες που συνήφθη στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 337, σ. 72).
25 Στις 22 Δεκεμβρίου 1994 το Συμβούλιο εξέδωσε ομοφώνως την επίδικη απόφαση, το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οποίας έχει ως εξής:
«1. Εγκρίνονται από την Ευρωπαϋκή Κοινότητα, ως προς το τμήμα που εμπίπτει στην αρμοδιότητά της, οι ακόλουθες πολυμερείς συμφωνίες και πράξεις:
- η συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, καθώς και οι συμφωνίες που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1, 2 και 3 της συμφωνίας.»
26 Η ανωτέρω απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, τεύχος L 336 (σ. 1), της 23ης Δεκεμβρίου 1994, ως μία από τις «Πράξεις για την ισχύ των οποίων δεν απαιτείται δημοσίευση». Σύμφωνα με πληροφορία που παρέσχε το Γραφείο επισήμων εκδόσεων των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, το τεύχος L 336 της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων διετίθετο στην πραγματικότητα από τις 13 Φεβρουαρίου 1995.
27 Ο κανονισμός (ΕΚ) 3290/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα στον τομέα της γεωργίας που είναι αναγκαία για τη θέση σε εφαρμογή των συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 349, σ. 105), περιλαμβάνει το παράρτημα XV που αφορά τις μπανάνες. Το εν λόγω παράρτημα προβλέπει ότι το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 τροποποιείται κατά τρόπον ώστε, για μεν το έτος 1994 ο όγκος της δασμολογικής ποσοστώσεως καθορίζεται σε 2,1 εκατομμύρια τόνους, για δε τα επόμενα έτη σε 2,2 εκατομμύρια τόνους. Στο πλαίσιο της ανωτέρω δασμολογικής ποσοστώσεως, οι εισαγωγές μπανανών τρίτων χωρών υπόκεινται σε δασμό ύψους 75 ECU ανά τόνο.
28 Ο κανονισμός (ΕΚ) 478/95 της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 1995, περί συμπληρωματικών λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 404/93, όσον αφορά το καθεστώς της δασμολογικής ποσοστώσεως κατά την εισαγωγή μπανανών εντός της Κοινότητας και περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1442/93 (ΕΕ L 49, σ. 13), αφορά τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για τη θέση σε εφαρμογή, όχι πλέον επί μεταβατικής βάσεως, της συμφωνίας πλαισίου.
29 Με τη γνωμοδότηση 3/94, της 13ης Δεκεμβρίου 1995 (Συλλογή 1995, σ. Ι-4577), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αίτηση γνωμοδοτήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω του ότι η συμφωνία πλαίσιο για τις μπανάνες, η οποία ενσωματώθηκε στις συμφωνίες που προέκυψαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης, συνήφθη, μαζί με τις συμφωνίες αυτές, μετά την υποβολή της αιτήσεως στο Δικαστήριο, οπότε δεν υπήρχε πεδίο για απάντηση επί της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
30 Το Συμβούλιο προβάλλει ορισμένους λόγους απαραδέκτου της προσφυγής, αρυομένους, αφενός, από την εκπρόθεσμη άσκησή της και, αφετέρου, από το γεγονός ότι, μετά την έγκρισή της, η συμφωνία πλαίσιο δεσμεύει την Κοινότητα και τα κράτη μέλη και συνιστά μέρος της συνολικής συμφωνίας περί ιδρύσεως του ΠΟΕ.
31 Πρώτον, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία και την Επιτροπή, διατείνεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω του ότι, κατά παράβαση του άρθρου 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, δεν ασκήθηκε εντός της δίμηνης προθεσμίας, αρχομένης από την ημέρα κατά την οποία η προσφεύγουσα έλαβε γνώση της προσβαλλομένης πράξεως, εν προκειμένω της 22ας Δεκεμβρίου 1994, ημερομηνίας εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως του Συμβουλίου.
32 Προς στήριξη του λόγου αυτού περί απαραδέκτου, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η ημερομηνία της δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ή η ημερομηνία της πραγματικής δημοσιεύσεως, οσάκις, όπως εν προκειμένω, δεν συμπίπτει με την ημέρα κατά την οποία η Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ήταν όντως διαθέσιμη, μπορεί να ληφθεί ως σημείο αφετηρίας της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής μόνον αν πρόκειται για πράξεις των οποίων η δημοσίευση αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος τους, πράγμα που δεν συμβαίνει με την επίδικη απόφαση.
33 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αντιτείνει ότι, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, η ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως λαμβάνεται υπόψη μόνον ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεώς της και ότι εν προκειμένω δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση δεν αποτελεί πράξη της οποίας η δημοσίευση αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη ισχύος της.
34 Κατά το άρθρο 173, πέμπτο εδάφιο, της Συνθήκης, οι προβλεπόμενες σ' αυτό προσφυγές ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.
35 Όπως προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως, το κριτήριο της ημερομηνίας κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως ως σημείου αφετηρίας της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής έχει δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με τα κριτήρια της δημοσιεύσεως ή της κοινοποιήσεως της πράξεως.
36 Ακολούθως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά πάγια πρακτική, οι πράξεις του Συμβουλίου περί συνάψεως διεθνών συμφωνιών δεσμευουσών την Ευρωπαϋκή Κοινότητα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
37 Επομένως, η προσφεύγουσα θεμιτώς πιθανολόγησε ότι η επίδικη απόφαση διά της οποίας εγκρίθηκαν, εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, ιδίως η συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ καθώς και οι συμφωνίες που περιλαμβάνουν τα παραρτήματά της, μεταξύ των οποίων η ΓΣΔΕ του 1994, θα αποτελούσε αντικείμενο δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
38 Όντως, η δημοσίευση έλαβε χώρα τουλάχιστον μετά την παρέλευση διμήνου από την έκδοση εκ μέρους του Συμβουλίου της πράξεως, δεδομένου ότι το οικείο τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων ήταν διαθέσιμο από τις 13 Φεβρουαρίου 1995.
39 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να συναχθεί ότι εν προκειμένω η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της πράξεως.
40 Εφόσον η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας άσκησε την παρούσα προσφυγή εντός προθεσμίας μη υπερβαίνουσας τους δύο μήνες από την πραγματική διάθεση του τεύχους της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων όπου δημοσιεύθηκε η επίδικη απόφαση, ο αρυόμενος από την εκπρόθεσμη άσκησή της πρώτος λόγος απαραδέκτου είναι απορριπτέος.
41 Δεύτερον, το Συμβούλιο διατείνεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αμφισβητήσουν, ασκώντας προσφυγή ακυρώσεως κατά της πράξεως συνάψεώς της, εξ ονόματος της Επιτροπής, μια ανεπιφυλάκτως συναφθείσα διεθνή συμφωνία, η οποία δεσμεύει, τόσον από απόψεως κοινοτικού όσον και από απόψεως διεθνούς δικαίου, τα κοινοτικά όργανα και τα κράτη μέλη.
42 Συναφώς, αρκεί να υπενθυμιστεί ότι, με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση 3/94, σημείο 22, το Δικαστήριο διαπίστωσε ρητώς, προκειμένου να δικαιολογήσει το ότι παρείλκε η απάντηση επί της υποβληθείσας δυνάμει του άρθρου 228, παράγραφος 6, της Συνθήκης αιτήσεως γνωμοδοτήσεως, εφόσον η διεθνής συμφωνία - αντικείμενο της αιτήσεως - είχε ήδη συναφθεί, ότι, εν πάση περιπτώσει, το αιτούμενο τη γνωμοδότηση κράτος ή το κοινοτικό όργανο διαθέτει το ένδικο μέσο της προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου περί συνάψεως της συμφωνίας, καθώς και τη δυνατότητα να ζητήσει, επ' ευκαιρία της προσφυγής του, τη λήψη προσωρινών μέτρων, υποβάλλοντας σχετική αίτηση.
43 Τρίτον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η συμφωνία πλαίσιο αποτελεί απλώς ένα στοιχείο του συνόλου των συμφωνιών που συνήφθησαν στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης και κατά συνέπεια δεν μπορεί να ζητηθεί η μεμονωμένη ακύρωσή της χωρίς τον κίνδυνο ανατροπής της εύθραυστης ισορροπίας των παραχωρήσεων και αμοιβαίων δεσμεύσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγματεύσεως εν προκειμένω. Προς στήριξη του λόγου αυτού, το Συμβούλιο επικαλείται την απόφαση της 28ης Απριλίου 1988 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 31/86 και 35/86, LAISA και CPC Espaρa κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 2285), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν απαράδεκτη η αμφισβήτηση ορισμένων διατάξεων της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και περί των προσαρμογών των συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23), ως στοιχείων ενός ευρύτερου συνόλου διατάξεων, επικυρωτικών των αποτελεσμάτων των διαπραγματεύσεων περί προσχωρήσεως.
44 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί, καταρχάς, ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση LAISA και CPC Espaρa κατά Συμβουλίου, σκέψη 18, το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές ακυρώσεως ως απαράδεκτες με το αιτιολογικό ότι οι προσβαλλόμενες διατάξεις αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της Πράξεως Προσχωρήσεως και, συνακόλουθα, δεν συνιστούσαν πράξη του Συμβουλίου κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης.
45 Πρέπει να τονιστεί περαιτέρω ότι εν προκειμένω το Συμβούλιο δεν προέβαλε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η ακύρωση της επίδικης αποφάσεως έχει ως αποτέλεσμα, ως εκ του ότι συνιστά απλώς και μόνο πράξη συνάψεως της συμφωνίας πλαισίου, να καθιστά ανενεργούς άλλες παραχωρήσεις και αμοιβαία αποδεκτές, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, δεσμεύσεις.
46 Πρέπει να παρατηρηθεί επίσης ότι, στον τομέα της γεωργίας, η εντός της Κοινότητας θέση σε εφαρμογή, μέσω του κανονισμού 3290/94, των συναφθεισών στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης συμφωνιών υλοποιήθηκε με την αναπροσαρμογή, κεχωρισμένως μιας εκάστης, των διαφόρων κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων περί κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τυχόν ακύρωση της επίδικης αποφάσεως δεν είναι ικανή να θίξει τις επελθούσες, σε άλλους πλην της μπανάνας τομείς, προσαρμογές ως εκ του ότι συνιστά πράξη συνάψεως της συμφωνίας πλαισίου.
47 Κατόπιν αυτού, η προσφυγή είναι παραδεκτή, εφόσον όλοι οι λόγοι απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο είναι απορριπτέοι.
Επί της ουσίας
48 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο του Βελγίου, διατείνεται ότι το καθεστώς που καθιερώνεται με τη συμφωνία πλαίσιο θίγει τα θεμελιώδη δικαιώματα των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ, και συγκεκριμένα το δικαίωμα της ελεύθερης ασκήσεως του επαγγέλματός τους και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, παράλληλα δε συνιστά δυσμενή διάκριση εις βάρος τους σε σχέση με τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Β. Εξάλλου, η εν λόγω συμφωνία αντίκειται στις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας.
49 Προς στήριξη των λόγων αυτών, η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι η χορήγηση εθνικών ποσοστώσεων στις τρίτες χώρες, συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία πλαίσιο, περιορίζει τις δυνατότητες των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ να εισάγουν μπανάνες προερχόμενες από άλλες τρίτες χώρες. Επιπλέον, υφίσταται κίνδυνος στερήσεως των εν λόγω επιχειρηματιών από την αξία που είναι σύμφυτη με τα θεμελιούμενα στη χώρα καταγωγής σήματα επί προϋόντων, υποχρεώνοντάς τους να προβούν σε δαπανηρή διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού τους.
50 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει επίσης ότι το καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής εμπεριέχει το στοιχείο της καταβολής τελών στις χώρες που τα χορηγούν, καταλήγοντας έτσι σε ανατίμηση των εισαγωγών από αυτές. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εφαρμογή του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής αποκλειστικά στους επιχειρηματίες των κατηγοριών Α και Γ συνεπάγεται δυσμενή εις βάρος τους διάκριση σε σχέση με τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Β, οι οποίοι ευνοούνται οι ίδιοι από το γεγονός ότι η κλείδα της κατανομής, όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό 404/93, εφαρμόζεται επί της αυξήσεως της προβλεπομένης στη συμφωνία πλαίσιο δασμολογικής ποσοστώσεως. Κατά την προσφεύγουσα, η δυσμενής αυτή διάκριση δεν δικαιολογείται από το συμφέρον της Κοινότητας να θέσει τέρμα στην αμφισβήτηση, εκ μέρους των ενδιαφερομένων τρίτων χωρών, του κοινοτικού καθεστώτος εισαγωγής μπανανών ενώπιον των οργάνων της ΓΣΔΕ.
51 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία και την Επιτροπή αμφισβητεί ότι η συμφωνία πλαίσιο έρχεται σε αντίθεση προς τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Διατείνεται ότι η εγκαθίδρυση των εθνικών ποσοστώσεων και του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής δεν συνεπάγεται επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσεως των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ. Συναφώς, παρατηρεί ότι η αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως και η μείωση των δασμών, σημεία συνομολογηθέντα με τη συμφωνία πλαίσιο, αυξάνουν τις δυνατότητες διαθέσεως μπανανών τρίτων χωρών και ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρηματιών όλων των κατηγοριών.
52 Το Συμβούλιο και οι υπέρ αυτού παρεμβαίνοντες προσθέτουν ότι η διαφορετική μεταχείριση, ως απόρροια της απαλλαγής των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β από την υποχρέωση να εφοδιάζονται με δαπανηρά πιστοποιητικά εξαγωγής, δικαιολογείται αντικειμενικώς από την ανάγκη αποκαταστάσεως μεταξύ αυτών και εκείνων των κατηγοριών Α και Γ της, από απόψεως ανταγωνισμού, ισορροπίας, στην εγκαθίδρυση της οποίας αποσκοπούσε ο κανονισμός 404/93. Υπενθυμίζουν συναφώς ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Γερμανία κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη νομιμότητα ορισμένων πλεονεκτημάτων που χορηγούνται στους επιχειρηματίες της κατηγορίας Β από την ανάγκη επιτεύξεως της ισορροπίας αυτής. Πάντως, η αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως και η μείωση των δασμών, όπως συμφωνήθηκαν με τη συμφωνία πλαίσιο, είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή της ισορροπίας εις βάρος των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β.
53 Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο της παρούσας προσφυγής, πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, ο αρυόμενος από την παραβίαση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγος, ακολούθως δε οι αρυόμενοι από την προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, του δικαιώματος για ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος, της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας, αντιστοίχως, λόγοι.
Επί του αρυομένου από την παραβίαση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγου
54 Προκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο του αρυομένου από την παραβίαση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγου, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της εγκαθιδρύσεως των εθνικών ποσοστώσεων, και, αφετέρου, της μη υπαγωγής των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής.
55 Ως προς το πρώτο σκέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Γερμανία κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη νομιμότητα της εγκαθιδρύσεως της συνολικής δασμολογικής ποσοστώσεως για τις εισαγωγές των μπανανών τρίτων χωρών και των μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές εισαγωγές που γίνονται από τα υπαγόμενα, δυνάμει της συμβάσεως Λομέ, σε ευνοϋκό καθεστώς κράτη ΑΚΕ.
56 Πρέπει να υπομνησθεί επίσης ότι στο κοινοτικό δίκαιο δεν απαντά γενική αρχή υποχρεώνουσα την Κοινότητα να επιφυλάσσει, στα πλαίσια των εξωτερικών σχέσεών της, ίση από κάθε άποψη μεταχείριση στις διάφορες τρίτες χώρες. Επομένως, όπως το Δικαστήριο αναγνώρισε με την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 52/81, Faust κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3745, σκέψη 25), αν η διαφορετική μεταχείριση τρίτων χωρών δεν αντίκειται στο κοινοτικό δίκαιο, πολύ περισσότερο δεν δύναται να θεωρηθεί αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο η διαφορετική μεταχείριση επιχειρηματιών της Κοινότητας ως αυτόματη συνέπεια της διαφορετικής μεταχειρίσεως των τρίτων χωρών με τις οποίες οι εν λόγω επιχειρηματίες συνήψαν εμπορικές σχέσεις.
57 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιορισμοί των δυνατοτήτων εισαγωγής που ενδέχεται να συνεπάγεται έναντι των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ η εγκαθίδρυση των εθνικών ποσοστώσεων αποτελεί την αυτόματη συνέπεια της διαφορετικής μεταχειρίσεως των τρίτων χωρών, ανάλογα με το αν είναι ή όχι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία πλαίσιο και ανάλογα με τη σημασία της ποσοστώσεως που τους χορηγήθηκε βάσει της συμφωνίας αυτής.
58 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αρυόμενος από την παραβίαση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγος, όσον αφορά την εγκαθίδρυση των εθνικών ποσοστώσεων.
59 Όσον αφορά τη διαφορετική μεταχείριση, η οποία συνίσταται στη μη υπαγωγή των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής, πρέπει να αναγνωριστεί ευθύς εξαρχής ότι δεν αποτελεί την αυτόματη συνέπεια οποιασδήποτε διαφορετικής μεταχειρίσεως ορισμένων τρίτων χωρών σε σχέση με εκείνη που επιφυλάσσεται σε άλλες.
60 Πράγματι, η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν είναι απόρροια του γεγονότος ότι το καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής, όπως προβλέπεται στη συμφωνία πλαίσιο, τυγχάνει εφαρμογής επί των εισαγωγών από ορισμένες τρίτες χώρες, ανεξαρτήτως του αν είναι ή όχι συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία πλαίσιο, αλλά του γεγονότος ότι, μεταξύ των επιχειρηματιών της Κοινότητας που συνήψαν εμπορικές σχέσεις με τις τρίτες χώρες για τα εισαγόμενα προϋόντα των οποίων τυγχάνει εφαρμογής το καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής, ορισμένοι έχουν την υποχρέωση να εφοδιάζονται με πιστοποιητικά εξαγωγής, ενώ άλλοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή.
61 Ακολούθως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ σε σχέση με εκείνους της κατηγορίας Β είναι προφανής στον βαθμό που, όπως ισχυρίστηκε η προσφεύγουσα και δέχθηκε ρητώς το Συμβούλιο, η υπαγωγή στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής ενέχει για τους πρώτους αύξηση της τιμής αγοράς των μπανανών προελεύσεως των ενδιαφερομένων τρίτων χωρών της τάξεως του 33 % έναντι της τιμής που καταβάλλουν οι δεύτεροι.
62 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση είναι ασυμβίβαστη με την προβλεπόμενη στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης απαγόρευση, η οποία δεν αποτελεί παρά τη συγκεκριμένη έκφραση της γενικής αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως, συγκαταλεγομένης μεταξύ των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77, Ruckdeschel και Strφh, Συλλογή τόμος 1977, σ. 531, σκέψη 7, και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 124/76 και 20/77, Moulins et Huileries de Pont-ΰ-Mousson και Providence agricole de la Champagne, Συλλογή τόμος 1977, σ. 535, σκέψη 16, και της 25ης Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 125/77, Koninklijke Scholten-Honig και De Bijenkorf, Συλλογή τόμος 1978, σ. 625, σκέψη 26, και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 103/77 και 145/77, Royal Scholten-Honig και Tunnel Refineries, Συλλογή 1978, σ. 627, σκέψη 26), ή αν, αντίθετα, δικαιολογείται αντικειμενικά, όπως διατείνονται ιδίως το Συμβούλιο και η Επιτροπή, από την ανάγκη αποκαταστάσεως της ισορροπίας, από απόψεως ανταγωνισμού, μεταξύ των ανωτέρω κατηγοριών επιχειρηματιών.
63 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Γερμανία κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της μπανάνας, όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό 404/93, και ιδίως το καθεστώς περί κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως, εμπεριέχει ορισμένους περιορισμούς ή διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ των οποίων οι δυνατότητες εισαγωγής μπανανών από τρίτες χώρες υπόκεινται σε περιορισμό, ενώ στους επιχειρηματίες της κατηγορίες Β, οι οποίοι ήσαν υποχρεωμένοι να εμπορεύονται μέχρι τότε κατ' ουσίαν μπανάνες κοινοτικές και ΑΚΕ, παρέχεται η δυνατότητα εισαγωγής συγκεκριμένων ποσοτήτων μπανανών τρίτων χωρών.
64 Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν αντίκειται στη γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στον βαθμό που είναι σύμφυτη προς τον σκοπό της ενοποιήσεως των μέχρι τότε στεγανοποιημένων αγορών, λαμβανομένης υπόψη της διαφορετικής θέσεως στην οποία βρίσκονταν οι διάφορες κατηγορίες επιχειρηματιών προ της καθιερώσεως της κοινής οργανώσεως των αγορών, και ότι η επιδίωξη του συναφούς προς την οργάνωση αυτή στόχου, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση της διαθέσεως της κοινοτικής παραγωγής και της παραδοσιακής παραγωγής ΑΚΕ, συνεπάγεται την αποκατάσταση κάποιας ισορροπίας μεταξύ των δύο αυτών κατηγοριών επιχειρηματιών (σκέψη 74).
65 Επομένως, οσάκις η ούτως εγκαθιδρυθείσα διά του κανονισμού 404/93 ισορροπία ανατρέπεται εξ αιτίας του ότι τροποποιήθηκαν, έστω και για λόγους ασχέτους προς την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας, μία ή περισσότερες παράμετροι που συντελούν στην επίτευξή της, όπως επί παραδείγματι το ύψος της δασμολογικής ποσοστώσεως ή των εφαρμοστέων επί των εισαγωγών δασμών, η αποκατάστασή της καθίσταται αναγκαία. Πάντως, στην προκειμένη περίπτωση παραμένει το ερώτημα αν η εν λόγω αποκατάσταση έλαβε εγκύρως χώρα εις βάρος των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ, με τη λήψη μέτρου όπως είναι η μη υπαγωγή των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής.
66 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το καθεστώς κατανομής της δασμολογικής ποσοστώσεως, όπως αυτό θεσπίστηκε με τον κανονισμό 404/93, βάσει του οποίου το 30 % της ποσοστώσεως αυτής επιφυλάσσεται υπέρ των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β, εφαρμόζεται και επί της αυξήσεως της εν λόγω ποσοστώσεως, όπως προβλέπει η συμφωνία πλαίσιο.
67 Επομένως, αφενός, οι επιχειρηματίες της κατηγορίας Β επωφελούνται, όπως και εκείνοι των κατηγοριών Α και Γ, της αυξήσεως της ποσοστώσεως και της επακόλουθης μειώσεως των δασμών που ευθύνονται, κατά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, για την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών επιχειρηματιών που αφορούν. Αφετέρου, οι περιορισμοί και η διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των επιχειρηματιών των κατηγοριών Α και Γ που συνεπάγεται το καθεστώς εισαγωγών μπανάνας, όπως αυτό προβλέπεται στον κανονισμό 404/93, ισχύουν και για το μέρος της ποσοστώσεως που αντιστοιχεί στην εν λόγω αύξηση.
68 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, προκειμένου να δικαιολογήσει τη λήψη μέτρου όπως το επίδικο, το Συμβούλιο όφειλε να αποδείξει ότι η ισορροπία που ανετράπη με την αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως και την επακόλουθη μείωση των δασμών από τις οποίες επωφελούνται και οι επιχειρηματίες της κατηγορίας Β, δεν κατέστη εφικτό να αποκατασταθεί παρά μόνο με τη χορήγηση σημαντικού πλεονεκτήματος υπέρ της κατηγορίας αυτής επιχειρηματιών και, επομένως, με τίμημα μια νέα διαφορετική μεταχείριση εις βάρος των λοιπών κατηγοριών επιχειρηματιών, οι οποίοι είχαν ήδη υποστεί, κατά την εγκαθίδρυση της δασμολογικής ποσοστώσεως και του μηχανισμού κατανομής του, παρεμφερείς περιορισμούς και διαφορετική μεταχείριση.
69 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο, επικαλούμενο την ανατροπή της ισορροπίας και περιοριζόμενο στον ισχυρισμό ότι η μη υπαγωγή των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής δικαιολογούνταν από την ανάγκη αποκαταστάσεως της ισορροπίας, δεν προσκόμισε αποδείξεις περί τούτου.
70 Πρέπει να υπογραμμιστεί επίσης ότι το Συμβούλιο δέχεται ρητώς ότι η εγκαθίδρυση του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής αποσκοπεί, ομού με την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών κοινοτικών επιχειρηματιών, στην παροχή οικονομικής ενισχύσεως στις τρίτες χώρες, συμβαλλόμενα μέρη στη συμφωνία πλαίσιο, και στην αντιστάθμιση με τον τρόπο αυτό των περιορισμών που επέβαλε ο κανονισμός 404/93 στην εμπορία μπανανών προελεύσεως των χωρών αυτών υπέρ των κοινοτικών και μπανανών ΑΚΕ.
71 Πάντως, πρέπει να τονιστεί ότι το Συμβούλιο δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία, ικανά να δικαιολογήσουν ότι η αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως και η κατανομή της σε εθνικές ποσοστώσεις, καθώς και η επακόλουθη μείωση των δασμών, δεν μπορούσαν να αντισταθμίσουν τους περιορισμούς που είχε επιβάλει ο κανονισμός 404/93 στην εμπορία μπανανών προελεύσεως των τρίτων χωρών, συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία πλαίσιο, και ότι ο στόχος αυτός έπρεπε ως εκ τούτου να επιτευχθεί μέσω της επιβολής χρηματικής επιβαρύνσεως σε ένα μόνο τμήμα των επιχειρηματιών που πραγματοποιούν εισαγωγές από τις εν λόγω χώρες.
72 Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι ο αρυόμενος από την παραβίαση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγος είναι βάσιμος, όσον αφορά τη μη υπαγωγή των επιχειρηματιών της κατηγορίας Β στο προβλεπόμενο με τη συμφωνία πλαίσιο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής.
73 Κατόπιν αυτού, επιβάλλεται η εξέταση του βασίμου των λοιπών λόγων μόνο στον βαθμό που στρέφονται κατά της εγκαθιδρύσεως των εθνικών ποσοστώσεων.
Επί των αρυομένων από την προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, του δικαιώματος προς ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος, της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας λόγων
74 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, ήδη στα πλαίσια της υποθέσεως που κατέληξε στην προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου, η προσφεύγουσα είχε επικαλεστεί τους αρυομένους από την προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, του δικαιώματος προς ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος, της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας λόγους έναντι του καθεστώτος των εμπορικών συναλλαγών με τρίτες χώρες που καθιέρωσε ο τίτλος IV του κανονισμού 404/93, και ιδίως του ανοίγματος δασμολογικής ποσοστώσεως για τις εισαγωγές των μπανανών τρίτων χωρών και των μη παραδοσιακών μπανανών ΑΚΕ, καθώς και έναντι των λεπτομερειών κατανομής της δασμολογικής αυτής ποσοστώσεως μεταξύ των κοινοτικών επιχειρηματιών των κατηγοριών Α, Β και Γ.
75 Έτσι, η προσφεύγουσα είχε υποστηρίξει ότι η απώλεια μεριδίων της αγοράς που προέκυπτε για τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Α συνιστούσε προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας τους και της ελεύθερης ασκήσεως των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, καθώς και των κεκτημένων δικαιωμάτων τους. Είχε υποστηρίξει επίσης ότι το καθεστώς του εμπορίου με τρίτες χώρες αντέβαινε προς την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον οι επιδιωκόμενοι στόχοι μπορούσαν να επιτευχθούν με μέσα θίγοντα ολιγότερο τον ανταγωνισμό και τα συμφέροντα ορισμένων κατηγοριών επιχειρηματιών.
76 Πάντως, με την προαναφερθείσα απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου το Δικαστήριο έκρινε ότι όλοι αυτοί οι λόγοι ήσαν αβάσιμοι.
77 Το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα ότι κανείς επιχειρηματίας δεν μπορεί να προβάλει δικαίωμα περί ιδιοκτησίας επί μεριδίου της αγοράς το οποίο κατείχε κάποια στιγμή προγενέστερη της εγκαθιδρύσεως του οικείου καθεστώτος (σκέψη 79), ούτε να επικαλεστεί κεκτημένο δικαίωμα ή δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη διατήρηση της καταστάσεως που προϋφίστατο (σκέψη 80). Έκρινε επίσης ότι οι περιορισμοί της δυνατότητας των επιχειρηματιών να εισάγουν τις μπανάνες τρίτων χωρών, που συνεπαγόταν το άνοιγμα της δασμολογικής ποσοστώσεως και ο μηχανισμός κατανομής της, είναι σύμφυτοι με τους στόχους γενικού κοινοτικού συμφέροντος που επιδιώκει η εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της μπανάνας και δεν θίγει, συνακόλουθα, με άκριτο τρόπο την ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των παραδοσιακών επιχειρηματιών μπανανών τρίτων χωρών (σκέψεις 82 και 87). Τέλος, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα βαλλόμενα μέτρα δεν παραβίαζαν την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε ότι ήσαν προδήλως απρόσφορα για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων (σκέψεις 94 και 95).
78 Όσον αφορά το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, την ελεύθερη άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, οι ίδιες σκέψεις ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση για την κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως σε εθνικές ποσοστώσεις.
79 Ως προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε, σε αντίθεση προς ό,τι έκρινε το Δικαστήριο επί της εγκαθιδρύσεως της συνολικής ποσοστώσεως, συμπεριλαμβανομένων των τρίτων χωρών, υπό ποια έννοια η κατανομή της ποσοστώσεως αυτής σε εθνικές ποσοστώσεις χορηγούμενες σε ορισμένες τρίτες χώρες ήταν προδήλως απρόσφορη για την επίτευξη των επιδιωκομένων στόχων, ήτοι τη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής και της παραδοσιακής παραγωγής ΑΚΕ μπανανών και την ενσωμάτωση των διαφόρων, μέχρι τότε στεγανοποιημένων, εθνικών αγορών.
80 Εξάλλου, πρέπει να θεωρηθεί ότι, στο μέτρο που με τους διαφόρους αυτούς λόγους διώκεται να υπογραμμιστεί ότι η εγκαθίδρυση των εθνικών ποσοστώσεων θίγει τους επιχειρηματίες των κατηγοριών Α και Γ κατά τρόπο διαφορετικό απ' ό,τι τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Β, οι λόγοι αυτοί ταυτίζονται με τον αρυόμενο από την παραβίαση της γενικής αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγο.
81 Επομένως, και οι αρυόμενοι από την προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, της ελεύθερης ασκήσεως των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και από τη μη τήρηση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αρχής της αναλογικότητας λόγοι είναι στην προκειμένη περίπτωση απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
82 Από το σύνολο των σκέψεων που προηγήθηκαν προκύπτει ότι πρέπει να ακυρωθεί το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της επίδικης αποφάσεως, ως εκ του ότι το Συμβούλιο ενέκρινε με αυτό τη συμφωνία πλαίσιο, στο μέτρο που η συμφωνία δεν υπήγαγε τους επιχειρηματίες της κατηγορίες Β στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής που προβλέπει, και να απορριφθεί η προσφυγή κατά τα λοιπά.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
83 Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Λόγω της μερικής ήττας τους, αμφότεροι οι διάδικοι πρέπει να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρενέβησαν στη διαφορά φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϋκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που προέκυψαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, ως εκ του ότι το Συμβούλιο ενέκρινε με αυτό τη σύναψη της συμφωνίας πλαισίου για τις μπανάνες μεταξύ της Ευρωπαϋκής Κοινότητας, αφενός, και των Δημοκρατιών της Κόστα Ρίκα, της Κολομβίας, της Νικαράγουας και της Βενεζουέλας, αφετέρου, στον βαθμό που η εν λόγω συμφωνία πλαίσιο δεν υπήγαγε τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Β στο καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής που προβλέπει.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Κάθε διάδικος, συμπεριλαμβανομένων των παρεμβάντων, φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Full & Egal Universal Law Academy