Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κοινή εμπορική πολιτική - Εθνικά μέτρα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας - Περιορισμοί των εξαγωγών - Υποχρέωση τηρήσεως των κοινοτικών διατάξεων
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 113)
2 Κοινή εμπορική πολιτική - Κοινό σύστημα εξαγωγών - Κυρώσεις κατά της Σερβίας και του Μαυροβουνίου - Απαγόρευση των εξαγωγών προς τα εν λόγω τρίτα κράτη - Εξαίρεση υπέρ των ιατρικών προϋόντων - Εθνικοί κανόνες κωλύοντες την καταβολή του τιμήματος για εξαγωγές που πραγματοποιήθηκαν προσηκόντως από το έδαφος άλλων κρατών μελών - Δεν επιτρέπονται - Δικαιολόγηση - Ασφάλεια δικαίου - Δεν υφίσταται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 113· κανονισμοί του Συμβουλίου 2603/69, άρθρα 1 και 11, και 1432/92)
3 Κοινή εμπορική πολιτική - Εθνικά μέτρα συνιστώντα παράβαση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως - Δικαιολόγηση από την ύπαρξη συμφωνιών προγενεστέρων της Συνθήκης ΕΟΚ - Προϋποθέσεις - Εκτίμηση από το εθνικό δικαστήριο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 113 και 234)
Περίληψη
4 Τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητες που έχουν διατηρήσει στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας συμμορφούμενα προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε προς τις διατάξεις που θεσπίζει η Κοινότητα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης. Δεν μπορούν να εξαιρούν από τον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής εθνικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα την παρακώλυση ή τον περιορισμό της εξαγωγής ορισμένων προϋόντων, με την αιτιολογία ότι σκοπούν στην επίτευξη στόχων εμπορικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας.
5 H κοινή εμπορική πολιτική, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης, όπως αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή με τον κανονισμό 1432/92, που απαγορεύει το εμπόριο μεταξύ της Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, και τον κανονισμό 2603/69, περί θεσπίσεως κοινού καθεστώτος εξαγωγών, δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος Α να προβαίνει, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, στη θέσπιση μέτρων που απαγορεύουν την αποδέσμευση των κατατεθειμένων εντός της επικρατείας του κεφαλαίων, τα οποία ανήκουν σε πρόσωπα συνδεόμενα με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, για την καταβολή του τιμήματος εμπορευμάτων εξαγομένων εκ μέρους του υπηκόοου κράτους μέλους Β από το κράτος μέλος Β προς τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, με την αιτιολογία ότι το κράτος μέλος Α δεν επιτρέπει την καταβολή του τιμήματος για τέτοιες εξαγωγές, παρά μόνον εφόσον πραγματοποιούνται από το έδαφός του, κατόπιν αδείας των δικών του αρμοδίων αρχών, βάσει του κανονισμού 1432/92, μολονότι τα επίμαχα εμπορεύματα έχουν χαρακτηρισθεί από την Επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών ως προϋόντα αυστηρώς ιατρικής χρήσεως και έχει χορηγηθεί γι' αυτά άδεια εξαγωγής από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους Β, σύμφωνα με τον κανονισμό 1432/92.
Πράγματι, το άρθρο 1 του κανονισμού 2603/69 θέτει σε εφαρμογή την αρχή της ελευθερίας των εξαγωγών και, συνεπώς, έχει την έννοια ότι απαγορεύει, όχι μόνον τους ποσοτικούς περιορισμούς των εξαγωγών εμπορευμάτων από την Κοινότητα προς τις τρίτες χώρες, αλλά και τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη των οποίων το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με τέτοιους περιορισμούς, εφόσον η εφαρμογή τους μπορεί να καταλήξει σε απαγόρευση εξαγωγής. Επομένως, δεδομένου ότι τα εν λόγω μέτρα θέτουν περιορισμούς στην καταβολή του τιμήματος εμπορευμάτων, η οποία αποτελεί ουσιώδες συστατικό στοιχείο της συμβάσεως εξαγωγής, ισοδυναμούν προς ποσοτικό περιορισμό των εξαγωγών.
Επιπλέον, δεδομένου ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των κυρώσεων μπορεί να διασφαλισθεί με τη διαδικασία χορηγήσεως αδείας από τα άλλα κράτη μέλη, την οποία προβλέπει ο κανονισμός 1432/92, δεν δικαιολογείται η εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 2603/69, το οποίο επιτρέπει την εκ μέρους των κρατών μελών θέσπιση ή εφαρμογή ποσοτικών περιορισμών των εξαγωγών, οι οποίοι δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, από λόγους δημοσίας ασφαλείας.
6 Eθνικά μέτρα που αντιβαίνουν στην κοινή εμπορική πολιτική, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης, και στους κοινοτικούς κανονισμούς που θέτουν σε εφαρμογή την πολιτική αυτή δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 234 της Συνθήκης, παρά μόνον αν είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους εκπληρώσεως υποχρεώσεών του προς τρίτες χώρες που απορρέουν από σύμβαση συναφθείσα πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ή την προσχώρηση του κράτους μέλους αυτού.
Ωστόσο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο, αλλά στο εθνικό δικαστήριο, να εξετάσει ποιες είναι οι υποχρεώσεις που το οικείο κράτος μέλος υπέχει από προγενέστερη διεθνή σύμβαση και να καθορίσει τα σχετικά όρια ώστε να προσδιορίσει κατά πόσον οι υποχρεώσεις αυτές κωλύουν την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-124/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Court of Appeal (England and Wales) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen ex parte: Centro-Com Srl
και
HM Treasury και Bank of England,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 113 και 234 της Συνθήκης ΕΚ, καθώς και του κανονισμού (EΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, που [απαγορεύει το εμπόριο] μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου (ΕΕ L 151, σ. 4),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), C. Gulmann, D. A. O. Edward, J. P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Centro-Com Srl, εκπροσωπούμενη από τον R. Luzzatto, δικηγόρο Μιλάνου,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τους S. Richards και R. Thompson, barristers,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Devadder, διευθυντή διοικήσεως στη νομική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή U. Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον I. M. Braguglia, avvocato dello Stato,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. G. Lammers,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P. Gilsdorf, κύριο νομικό σύμβουλο, και την C. Bury, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Centro-Com Srl, εκπροσωπουμένης από τον Riccardo Luzzatto, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τον John E. Collins, επικουρούμενο από τους Stephen Richards και Rhodri Thompson, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Marc Fierstra, βοηθό νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Peter Gilsdorf και την Claire Bury, κατά τη συνεδρίαση της 25ης Ιουνίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Σεπτεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 27ης Μαου 1994, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Απριλίου 1995, το Court of Appeal (England and Wales) υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης EΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 113 και 234 της ίδιας συνθήκης, καθώς και του κανονισμού (EΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, που [απαγορεύει το εμπόριο] μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου (ΕΕ L 151, σ. 4, στο εξής: κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προφυγής που άσκησε η Centro-Com Srl (στο εξής: Centro-Com), εταιρία ιταλικού δικαίου, κατά της μεταβολής της πολιτικής και τεσσάρων αποφάσεων της Bank of England, ενεργούσας για λογαριασμό του Treasury, με τις οποίες απορρίφθηκε η αίτηση της Barclays Bank του Λονδίνου να της επιτραπεί να προβεί στην ανάληψη από γιουγκοσλαβικό λογαριασμό και στην καταβολή προς την Centro-Com των ποσών που ήσαν αναγκαία για την εξόφληση του τιμήματος ορισμένων ιατρικών προϋόντων εξαχθέντων από την Ιταλία στο Μαυροβούνιο.
3 Στις 30 Μαου 1992 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, ενεργώντας δυνάμει του κεφαλαίου VII του Ξάρτη των Ηνωμένων Εθνών, εξέδωσε το ψήφισμα 757 (1992), για τη θέσπιση κυρώσεων εις βάρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο).
4 Δυνάμει της παραγράφου 4, στοιχείο c, του ψηφίσματος 757 (1992), όλα τα κράτη μέλη πρέπει να απαγορεύουν την πώληση ή την προμήθεια, από τους υπηκόους τους ή με βάση το έδαφός τους, κάθε πρώτης ύλης ή προϋόντος, ανεξαρτήτως του αν κατάγεται από το έδαφός τους, προς κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο) ή προς κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για δραστηριότητες που ασκούνται εντός της Δημοκρατίας αυτής ή με βάση το έδαφός της. Ωστόσο, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση αυτή οι προμήθειες υλικών αυστηρώς ιατρικής χρήσεως και ειδών διατροφής, εφόσον οι εξαιρέσεις αυτές γνωστοποιηθούν στην Επιτροπή που συστάθηκε δυνάμει του ψηφίσματος 724 (1991).
5 Ομοίως, κατά την παράγραφο 5 του ψηφίσματος 757 (1992), όλα τα κράτη μέλη πρέπει να απαγορεύουν στους υπηκόους τους ή σε οποιαδήποτε πρόσωπα επί του εδάφους τους να μεταφέρουν από το έδαφός τους ή να διαθέτουν κατ' άλλο τρόπο σε οποιαδήποτε εμπορική βιομηχανική επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφελείας οποιαδήποτε κεφάλαια ή άλλους χρηματικούς ή οικονομικούς πόρους, καθώς και να καταβάλλουν κεφάλαια σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας (Σερβία και Μαυροβούνιο), εκτός αν καταβάλλονται αποκλειστικώς για αυστηρώς ιατρικούς ή ανθρωπιστικούς σκοπούς ή για είδη διατροφής.
6 Στο πλαίσιο της Κοινότητας, το Συμβούλιο έθεσε σε εφαρμογή το ψήφισμα 757 (1992) εκδίδοντας τον κανονισμό περί κυρώσεων.
7 Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ββ, του κανονισμού αυτού, από τις 31 Μαου 1992 απαγορεύονται οι εξαγωγές προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου όλων των προϋόντων και των πρώτων υλών καταγωγής ή προελεύσεως της Κοινότητας.
8 Ωστόσο, κατά το άρθρο 2, στοιχείο αα, του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει «για τις εξαγωγές προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου προϋόντων και πρώτων υλών που προορίζονται για αυστηρώς ιατρικούς σκοπούς, καθώς και ειδών διατροφής, οι οποίες κοινοποιούνται στην επιτροπή που έχει συσταθεί με το ψήφισμα 724 (1991) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών» (στο εξής: Επιτροπή κυρώσεων).
9 Εξάλλου, το άρθρο 3 ορίζει τα εξής: «Οι εξαγωγές προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου προϋόντων και πρώτων υλών που προορίζονται για αυστηρώς ιατρικούς σκοπούς, καθώς και των ειδών διατροφής, υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση εξαγωγής η οποία εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.»
10 Βάσει του άρθρου 1 του United Nations Act (νόμου περί των Ηνωμένων Εθνών) του 1946, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξέδωσε, στις 4 Ιουνίου 1992, το Serbia and Montenegro (United Nations Sanctions) Order (διάταγμα περί των κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών κατά της Σερβίας και του Μαυροβουνίου), το οποίο απαγορεύει σε οποιονδήποτε να παρέχει ή να παραδίδει οποιαδήποτε αγαθά σε πρόσωπο που συνδέεται με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, άνευ αδείας του Secretary of State.
11 Εξάλλου, το άρθρο 10 του νομοθετήματος αυτού ορίζει ότι απαγορεύεται σε οποιονδήποτε να προβαίνει, χωρίς άδεια χορηγηθείσα από το Treasury (Υπουργείο Οικονομικών) ή για λογαριασμό του, σε οποιαδήποτε καταβολή ή εκχώρηση χρυσού, χρεογράφων ή άλλων αξιών, εφόσον δι' αυτής της καταβολής ή της εκχωρήσεως μπορεί να διατεθούν σε οποιοδήποτε πρόσωπο συνδεόμενο με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο κεφάλαια ή άλλοι χρηματικοί ή οικονομικοί πόροι ή να μεταβιβασθούν κεφάλαια στο πρόσωπο αυτό ή υπέρ του.
12 Με ανακοίνωση της 8ης Ιουνίου 1992, η Bank of England διευκρίνισε, για λογαριασμό του Treasury, ότι θα εξέταζε τις αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας χρεώσεως λογαριασμών, των οποίων οι δικαιούχοι συνδέονταν με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, εφόσον αφορούσαν καταβολές για φιλανθρωπικούς ή ανθρωπιστικούς σκοπούς. Η πολιτική της Bank of England συνίστατο κυρίως στο να επιτρέπει τη χρέωση των λογαριασμών, των οποίων οι δικαιούχοι συνδέονταν με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, για την καταβολή του τιμήματος εξαγωγών προς τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο για ιατρικούς και ανθρωπιστικούς σκοπούς, εγκεκριμένων από τα Ηνωμένα Έθνη, είτε οι εξαγωγές αυτές πραγματοποιούνταν από το Ηνωμένο Βασίλειο είτε από άλλη χώρα.
13 Η Centro-Com, αφού έλαβε την έγκριση της Επιτροπής κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και την προηγούμενη άδεια των ιταλικών αρχών, την οποία προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, εξήγαγε από την Ιταλία, μεταξύ της 15ης Οκτωβρίου 1992 και της 6ης Ιανουαρίου 1993, δεκαπέντε φορτία φαρμακευτικών προϋόντων και οργάνων για αναλύσεις αίματος, με προορισμό δύο επιχειρήσεις χονδρικής πωλήσεως εγκατεστημένες στο Μαυροβούνιο.
14 Δεδομένου ότι το τίμημα για τις εξαγωγές αυτές έπρεπε να εισπραχθεί από έναν λογαριασμό καταθέσεων τον οποίο διατηρούσε η Εθνική Τράπεζα της Γιουγκοσλαβίας στην Barclays Bank, η δεύτερη αυτή τράπεζα ζήτησε από την Bank of England, με χωριστό έγγραφο για κάθε φορτίο, την άδεια να χρεώσει τον λογαριασμό αυτό. Στις 23 Φεβρουαρίου 1993 η Bank of England είχε εγκρίνει έντεκα από τις δεκαπέντε αιτήσεις και, ως εκ τούτου, η Barclays Bank είχε καταβάλει τα σχετικά ποσά στη Centro-Com.
15 Κατόπιν της γνωστοποιήσεως αναφορών περί καταστρατηγήσεως του συστήματος των αδειών τις οποίες χορηγούσε η Επιτροπή κυρώσεων, για την εξαγωγή εμπορευμάτων προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο όπως εσφαλμένες περιγραφές εμπορευμάτων και αναξιοπιστία εγγράφων εκδοθέντων ή φερομένων ως εκδοθέντων από την εν λόγω επιτροπή, το Treasury αποφάσισε να μεταβάλει την πολιτική του και να μην επιτρέπει την καταβολή του τιμήματος για εξαγωγές εμπορευμάτων που εξαιρούνταν από τις κυρώσεις, όπως τα ιατρικά προϋόντα, από κατατεθειμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο κεφάλαια, τα οποία ανήκαν σε πρόσωπα συνδεόμενα με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, εκτός αν οι εν λόγω εξαγωγές είχαν πραγματοποιηθεί από το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου.
16 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ένας από τους βασικούς λόγους που δικαιολογούσαν αυτή τη νέα πολιτική ήταν ότι η πολιτική αυτή θα επέτρεπε στις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου να ελέγχουν αποτελεσματικώς τα εξαγόμενα προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο εμπορεύματα, προκειμένου να εξακριβώνουν ότι τα εμπορεύματα αυτά αντιστοιχούσαν πράγματι στην περιγραφή τους και ότι δεν είχε επιτραπεί οποιαδήποτε χρέωση λογαριασμών επί βρετανικών τραπεζών για καταβολές πραγματοποιούμενες για σκοπούς οι οποίοι δεν ήσαν ιατρικοί ή ανθρωπιστικοί.
17 Κατά συνέπεια, η Bank of England, με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1993, ενημέρωσε την Barclays Bank ότι, στο εξής, δεν θα δεχόταν αιτήσεις για τη χορήγηση αδείας χρεώσεως λογαριασμών σε βρετανικές τράπεζες, των οποίων οι δικαιούχοι συνδέονταν με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, για την καταβολή του τιμήματος εμπορευμάτων εξαγομένων προς τη Σεργία ή το Μαυροβούνιο από άλλη χώρα εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Bank of England απέρριψε, με τέσσερις χωριστές αποφάσεις, τις εναπομένουσες αιτήσεις της Barclays Bank.
18 Ως εκ τούτου, το Court of Appeal διερωτάται αν αυτή η μεταβολή πολιτικής και οι τέσσερις επίδικες αποφάσεις συμβιβάζονται με το άρθρο 113 της Συνθήκης και τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Court of Appeal ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συμβιβάζεται προς την κοινή εμπορική πολιτική της Κοινότητας και, συγκεκριμένα, προς το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΚ και προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, που [απαγορεύει το εμπόριο] μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου (ΕΕ L 151 της 3 Ιουνίου 1992, σ. 4), η θέσπιση από κράτος μέλος Α εθνικών μέτρων τα οποία απαγορεύουν την αποδέσμευση κεφαλαίων ευρισκομένων εντός του κράτους μέλους Α, αλλά ανηκόντων σε πρόσωπο στη Σερβία ή στο Μαυροβούνιο, εφόσον:
1. ζητείται η αποδέσμευση των κεφαλαίων για την καταβολή προς υπήκοο κράτους μέλους Β του τιμήματος εμπορευμάτων τα οποία αυτός εξήγαγε από το κράτος μέλος Β προς τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο·
2. α) τα εμπορεύματα έχουν επισήμως χαρακτηρισθεί ως προοριζόμενα για αυστηρώς ιατρικούς σκοπούς από την Επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών, βάσει του ψηφίσματος 757 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ·
β) τα εμπορεύματα εξήχθησαν κατόπιν αδείας χορηγηθείσας από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους Β σύμφωνα με τον κανονισμό 1432/92·
3. τα εθνικά μέτρα επιτρέπουν την αποδέσμευση κεφαλαίων για την καταβολή του τιμήματος τέτοιου είδους εμπορευμάτων εξαχθέντων από το έδαφος του κράτους μέλους Α, η δε άδεια εξαγωγής, της οποίας γίνεται μνεία στην παράγραφο 2, στοιχείο ββ ανωτέρω, έχει εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους Α· και
4. το κράτος μέλος Α έχει αποφασίσει ότι η θέσπιση των εθνικών αυτών μέτρων είναι αναγκαία ή σκόπιμη προκειμένου να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ;
2) Ασκούν οι διατάξεις του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΚ επιρροή στην απάντηση επί του ερωτήματος 1;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
19 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η κοινή εμπορική πολιτική, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή με τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων, δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος Α να προβαίνει, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, στη θέσπιση μέτρων που απαγορεύουν την αποδέσμευση των κατατεθειμένων εντός της επικρατείας του κεφαλαίων, τα οποία ανήκουν σε πρόσωπα συνδεόμενα με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, για την καταβολή του τιμήματος εμπορευμάτων εξαγομένων εκ μέρους του υπηκόου κράτους μέλους Β από το κράτος μέλος Β προς τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, με την αιτιολογία ότι το κράτος μέλος Α δεν επιτρέπει την καταβολή του τιμήματος για τέτοιες εξαγωγές παρά μόνον εφόσον πραγματοποιούνται από το έδαφός του, κατόπιν αδείας των δικών του αρμοδίων αρχών, βάσει του εν λόγω κανονισμού, μολονότι τα επίμαχα εμπορεύματα έχουν χαρακτηρισθεί από την Επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών ως προϋόντα αυστηρώς ιατρικής χρήσεως και έχει χορηγηθεί γι' αυτά άδεια εξαγωγής από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους Β σύμφωνα με τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων.
20 Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο θέτει δύο προβλήματα ερμηνείας των εφαρμοστέων στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής κανόνων.
21 Το πρώτο πρόβλημα αφορά τη σχέση μεταξύ των μέτρων εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας, όπως είναι τα μέτρα που σκοπούν στην αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 (1992), αφενός, και της κοινής εμπορικής πολιτικής, αφετέρου.
22 Το δεύτερο πρόβλημα αφορά το περιεχόμενο της κοινής εμπορικής πολιτικής και των σχετικών με αυτήν νομοθετημάτων που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης.
Επί της σχέσεως μεταξύ των μέτρων εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας και της κοινής εμπορικής πολιτικής
23 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι τα επίμαχα στην κύρια δίκη εθνικά μέτρα θεσπίστηκαν σύμφωνα με την εθνική του αρμοδιότητα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας, στον οποίο εμπίπτουν οι υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από τον Ξάρτη και από τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών. Το κύρος των μέτρων αυτών δεν θίγεται από την αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής ούτε από τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων, ο οποίος αποτελεί απλώς μεταφορά στο κοινοτικό επίπεδο της ασκήσεως της αρμοδιότητας των κρατών μελών στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας.
24 Συναφώς, επισημαίνεται ότι τα κράτη μέλη έχουν διατηρήσει τις αρμοδιότητές τους στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας. Κατά το κρίσιμο για τη διαφορά της κύριας δίκης χρονικό διάστημα, η συνεργασία των κρατών μελών στον τομέα αυτόν διεπόταν κυρίως από τον τίτλο ΙΙΙ της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως.
25 Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ασκούν τις αρμοδιότητες που έχουν διατηρήσει συμμορφούμενα προς το κοινοτικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1969, 6/69 και 11/69, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 193, σκέψη 17· της 7ης Ιουνίου 1988, 57/86, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 2855, σκέψη 9· της 21ης Ιουνίου 1988, 127/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1988, σ. 3333, σκέψη 7, και της 25ης Ιουλίου 1991, C-221/89, Factortame κ.λπ., Συλλογή 1991, σ. I-3905, σκέψη 14).
26 Ομοίως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαιρούν από τον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής εθνικά μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα την παρακώλυση ή τον περιορισμό της εξαγωγής ορισμένων προϋόντων, με την αιτιολογία ότι σκοπούν στην επίτευξη στόχων εμπορικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας (βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-70/94, Werner, Συλλογή 1995, σ. I-3189, σκέψη 10).
27 Κατά συνέπεια, μολονότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας κατά την άσκηση της εθνικής τους αρμοδιότητας, παρά ταύτα, τα μέτρα αυτά πρέπει να συνάδουν προς τις διατάξεις που θεσπίζει η Κοινότητα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης.
28 Ακριβώς κατά την άσκηση της εθνικής τους αρμοδιότητας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας, τα κράτη μέλη τάχθηκαν ρητώς υπέρ της θεσπίσεως ενός κοινοτικού μέτρου και, ως εκ τούτου, εκδόθηκε ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων στηριζόμενος στο άρθρο 113 της Συνθήκης.
29 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε κατόπιν αποφάσεως της Κοινότητας και των κρατών μελών της, η οποία ελήφθη στο πλαίσιο της πολιτικής συνεργασίας και εξέφραζε τη βούληση θεσπίσεως ενός κοινοτικού νομοθετήματος, προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή εντός της Κοινότητας ορισμένες από τις κυρώσεις τις οποίες επέβαλε το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών εις βάρος των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου.
30 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, έστω και αν ορισμένα μέτρα, όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, έχουν θεσπισθεί κατά την άσκηση της εθνικής αρμοδιότητας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας, πρέπει να συνάδουν προς τους κοινοτικούς κανόνες της κοινής εμπορικής πολιτικής.
Επί του περιεχομένου της κοινής εμπορικής πολιτικής και των σχετικών με αυτήν νομοθετημάτων που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 113 της Συνθήκης
31 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, εθνικά μέτρα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, τα οποία συνεπάγονται περιορισμούς στην αποδέσμευση κεφαλαίων, δεν αποτελούν μέτρα εμπορικής πολιτικής και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στην κοινή εμπορική πολιτική.
32 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν μέτρα εμπορικής πολιτικής, μπορεί εντούτοις να αντιβαίνουν στην κοινή εμπορική πολιτική, όπως αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή εντός της Κοινότητας, εφόσον δεν συνάδουν προς τη θεσπισθείσα στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής κοινοτική νομοθεσία.
33 Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί αν μέτρα όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη συμβιβάζονται όχι μόνο με τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων, αλλά και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2603/69 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1969, περί θεσπίσεως κοινού καθεστώτος εξαγωγών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 101, στο εξής: κανονισμός περί εξαγωγών).
34 Ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων δεν περιλαμβάνει καμία ρητή διάταξη ως προς τις πληρωμές για τις εξαγωγές τις οποίες επιτρέπει.
35 Ο κανονισμός αυτός, καθόσον, με το άρθρο 1, στοιχείο ββ, απαγορεύει τις εξαγωγές προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, αποτελεί παρέκκλιση από τον κανονισμό περί εξαγωγών.
36 Εντούτοις, η παρέκκλιση αυτή δεν περιλαμβάνει τις εξαγωγές προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο προϋόντων αυστηρώς ιατρικής χρήσεως, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 2, στοιχείο αα, και 3 του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων. Επομένως, οι εξαγωγές αυτές εξακολουθούν να υπόκεινται στο κοινό καθεστώς που προβλέπει ο κανονισμός περί εξαγωγών.
37 Kατά το άρθρο 1 του κανονισμού περί εξαγωγών, «οι εξαγωγές της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητος προς τρίτες χώρες είναι ελεύθερες, δηλαδή δεν υπόκεινται σε ποσοτικούς περιορισμούς, με εξαίρεση εκείνους που επιβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού».
38 Το άρθρο 11 του ίδιου κανονισμού προβλέπει μια τέτοια εξαίρεση και ορίζει ότι, «υπό την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, ο παρών κανονισμός δεν εμποδίζει την υιοθέτηση ή την εφαρμογή από τα κράτη μέλη ποσοτικών περιορισμών κατά την εξαγωγή που επιβάλλονται για λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή διατηρήσεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας».
39 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβητεί κατ' αρχάς ότι οι περιορισμοί στην αποδέσμευση κεφαλαίων κατατεθειμένων σε τράπεζα μπορούν να αποτελούν ποσοτικούς περιορισμούς των εξαγωγών προς τις τρίτες χώρες, υπό την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού περί εξαγωγών.
40 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού θέτει σε εφαρμογή την αρχή της ελευθερίας των εξαγωγών επί κοινοτικού επιπέδου και, συνεπώς, έχει την έννοια ότι καλύπτει και τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη των οποίων το αποτέλεσμα ισοδυναμεί με ποσοτικό περιορισμό, εφόσον η εφαρμογή τους μπορεί να καταλήξει σε απαγόρευση εξαγωγής (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Werner, σκέψη 22, και απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-83/94, Leifer κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. I-3231, σκέψη 23).
41 Τα εθνικά μέτρα που θεσπίζονται από κράτος μέλος και δεν επιτρέπουν την αποδέσμευση κεφαλαίων, τα οποία ανήκουν σε πρόσωπα συνδεόμενα με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, για την καταβολή του τιμήματος εμπορευμάτων, τα οποία μπορούν νομίμως να εξαχθούν προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, παρά μόνον εφόσον οι εξαγωγές αυτές πραγματοποιούνται από το έδαφός του, θέτουν περιορισμούς στην καταβολή του τιμήματος των εμπορευμάτων η οποία, όπως και η παράδοση των αγαθών, αποτελεί ουσιώδες συστατικό στοιχείο της συμβάσεως εξαγωγής.
42 Τέτοια μέτρα, θεσπιζόμενα από κράτος μέλος και περιορίζοντα την ελευθερία των εξαγωγών σε κοινοτικό επίπεδο, ισοδυναμούν προς ποσοτικό περιορισμό, δεδομένου ότι η εφαρμογή τους εμποδίζει την καταβολή της αντιπαροχής για την αποστολή εμπορευμάτων από άλλα κράτη μέλη και, συνεπώς, απαγορεύει τις εξαγωγικές αυτές δραστηριότητες.
43 Στη συνέχεια, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκφράζει την άποψη ότι η υποχρέωση εξαγωγής των προϋόντων από το έδαφός του επιβάλλεται για λόγους δημοσίας ασφαλείας. Ενόψει των δυσχερειών κατά την εφαρμογή του συστήματος των αδειών που χορηγεί η Επιτροπή κυρώσεων, η υποχρέωση αυτή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των κυρώσεων των οποίων η επιβολή αποφασίστηκε με το ψήφισμα 757 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, δεδομένου ότι παρέχει στις βρετανικές αρχές τη δυνατότητα να ελέγχουν οι ίδιες τη φύση των εμπορευμάτων που εξάγονται προς τη Σερβία και το Μαυροβούνιο.
44 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η έννοια της δημοσίας ασφαλείας, κατά το άρθρο 11 του κανονισμού περί εξαγωγών, καλύπτει τόσο την εσωτερική ασφάλεια κράτους μέλους όσο και την εξωτερική ασφάλειά του και ότι, κατά συνέπεια, ο κίνδυνος σοβαρής διαταραχής των εξωτερικών σχέσεων ή της ειρηνικής συνυπάρξεως των λαών μπορεί να επηρεάσει την εξωτερική ασφάλεια ενός κράτους μέλους (προπαρατεθείσες αποφάσεις Werner, σκέψεις 25 και 27, και Leifer κ.λπ., σκέψεις 26 και 28).
45 Συνεπώς, το μέτρο που σκοπεί στην εφαρμογή κυρώσεων που θεσπίστηκαν με ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, προκειμένου να εξευρεθεί ειρηνική λύση για την κατάσταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η οποία αποτελεί απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, εμπίπτει στην εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 11 του κανονισμού περί εξαγωγών.
46 Ωστόσο, η εκ μέρους κράτους μέλους χρήση του άρθρου 11 του κανονισμού περί εξαγωγών παύει να είναι δικαιολογημένη, όταν η κοινοτική ρύθμιση προβλέπει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων που απαριθμεί το εν λόγω άρθρο (βλ., όσον αφορά τη χρήση του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1984, 72/83, Campus Oil κ.λπ., Συλλογή 1984, σ. 2727, σκέψη 27).
47 Ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων, με τον οποίο σκοπείται η θέση σε ομοιόμορφη εφαρμογή στο σύνολο της Κοινότητας ορισμένων από τις κυρώσεις τις οποίες επέβαλε το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, διευκρινίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπονται οι εξαγωγές ιατρικών προϋόντων προς τις Δημοκρατίες της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, δηλαδή εφόσον οι συναλλαγές αυτές κοινοποιηθούν στην Επιτροπή κυρώσεων και χορηγηθεί άδεια εξαγωγής από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.
48 Υπό τις συνθήκες αυτές, εθνικά μέτρα θεσπιζόμενα από κράτος μέλος και μη επιτρέποντα την αποδέσμευση των κεφαλαίων, τα οποία ανήκουν σε πρόσωπα συνδεόμενα με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, για την καταβολή της αντιπαροχής για εξαγωγές προς τις εν λόγω Δημοκρατίες, παρά μόνον εφόσον οι αρχές αυτού του κράτους μέλους έχουν προηγουμένως ελέγξει τη φύση των επιμάχων προϋόντων και χορηγήσει την άδεια εξαγωγής, δεν δικαιολογούνται, εφόσον η αποτελεσματική εφαρμογή των κυρώσεων μπορεί να διασφαλιστεί με τη διαδικασία χορηγήσεως αδείας από άλλα κράτη μέλη, την οποία προβλέπει ο κανονισμός για την επιβολή κυρώσεων, ιδίως δε με τη χορήγηση αδείας από το κράτος μέλος από το οποίο γίνονται οι εξαγωγές.
49 Συναφώς, τα κράτη μέλη πρέπει να επιδεικνύουν αμοιβαία εμπιστοσύνη όσον αφορά τους ελέγχους που πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους από το οποίο αποστέλλονται τα επίμαχα προϋόντα (βλ. αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1977, 46/76, Bauhuis, Συλλογή τόμος 1977, σ. 1, σκέψη 22, και της 23ης Μαου 1996, C-5/94, Hedley Lomas, Συλλογή 1996, σ. I-2553, σκέψη 19).
50 Εν προκειμένω, τίποτα δεν επιτρέπει, εξάλλου, τον ισχυρισμό ότι το σύστημα των χορηγουμένων από τα κράτη μέλη αδειών, το οποίο προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, δεν λειτουργούσε ορθώς.
51 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 11 του κανονισμού περί εξαγωγών, ως εξαίρεση από την αρχή της ελευθερίας των εξαγωγών που εξαγγέλλει το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε τα αποτελέσματά του να μην εκτείνονται πέραν του αναγκαίου μέτρου για την προστασία των συμφερόντων τα οποία σκοπεί να διασφαλίσει (προπαρατεθείσα απόφαση Leifer κ.λπ., σκέψη 33).
52 Εν προκειμένω, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτύχουν την προστασία των εν λόγω συμφερόντων με μέτρα λιγότερο περιοριστικά της ελευθερίας εξαγωγών απ' ό,τι η υποχρέωση εξαγωγής όλων των εμπορευμάτων από το έδαφός τους. Έτσι, το κράτος μέλος, το οποίο έχει βάσιμες αμφιβολίες για την ακρίβεια των περιγραφών των εμπορευμάτων περί των οποίων γίνεται μνεία σε άδεια εξαγωγής χορηγηθείσα από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους, μπορεί, πριν επιτρέψει τη χρέωση λογαριασμών διατηρουμένων εντός της επικρατείας του, να κάνει χρήση, μεταξύ άλλων, της αμοιβαίας συνεργασίας που θεσπίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1468/81 του Συμβουλίου, της 19ης Μαου 1981, περί της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και της συνεργασίας των αρχών αυτών με την Επιτροπή με σκοπό τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των τελωνειακών ή γεωργικών ρυθμίσεων (ΕΕ L 144, σ. 1).
53 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η κοινή εμπορική πολιτική, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης, όπως αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή με τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων και τον κανονισμό περί εξαγωγών, δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος Α να προβαίνει, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, στη θέσπιση μέτρων που απαγορεύουν την αποδέσμευση των κατατεθειμένων εντός της επικρατείας του κεφαλαίων, τα οποία ανήκουν σε πρόσωπα συνδεόμενα με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, για την καταβολή του τιμήματος εμπορευμάτων εξαγομένων εκ μέρους του υπηκόοου κράτους μέλους Β από το κράτος μέλος Β προς τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, με την αιτιολογία ότι το κράτος μέλος Α δεν επιτρέπει την καταβολή του τιμήματος για τέτοιες εξαγωγές, παρά μόνον εφόσον πραγματοποιούνται από το έδαφός του, κατόπιν αδείας των δικών του αρμοδίων αρχών, βάσει του κανονισμού για την επιβολή κυρώσεων, μολονότι τα επίμαχα εμπορεύματα έχουν χαρακτηρισθεί από την Επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών ως προϋόντα αυστηρώς ιατρικής χρήσεως και έχει χορηγηθεί γι' αυτά άδεια εξαγωγής από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους Β, σύμφωνα με τον κανονισμό για την επιβολή κυρώσεων.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
54 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν εθνικά μέτρα που αντιβαίνουν στην κοινή εμπορική πολιτική, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης, και στους κοινοτικούς κανονισμούς που θέτουν σε εφαρμογή την πολιτική αυτή δικαιολογούνται, παρά ταύτα, βάσει του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι το οικείο κράτος μέλος σκοπούσε, με τα μέτρα αυτά, να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από σύμβαση συναφθείσα με άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ ή την προσχώρηση του κράτους μέλους αυτού.
55 Το άρθρο 234, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ορίζει ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από συμβάσεις που συνήφθησαν προ της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης, μεταξύ ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών αφενός και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου, δεν θίγονται από τη Συνθήκη.
56 Κατά πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να διευκρινίσει, σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς δικαίου, ότι η εφαρμογή της Συνθήκης δεν επηρεάζει την υποχρέωση του οικείου κράτους μέλους να σέβεται τα απορρέοντα από προγενέστερη σύμβαση δικαιώματα τρίτων κρατών και να τηρεί τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του (απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C-324/93, Evans Medical και Macfarlan Smith, Συλλογή 1995, σ. I-563, σκέψη 27).
57 Κατά συνέπεια, προκειμένου να καθοριστεί αν ορισμένος κοινοτικός κανόνας μπορεί να μείνει ανεφάρμοστος λόγω προγενέστερης διεθνούς συμβάσεως, είναι αναγκαίο να εξετασθεί αν η σύμβαση αυτή επιβάλλει στο οικείο κράτος μέλος υποχρεώσεις την τήρηση των οποίων μπορούν ακόμη να απαιτήσουν τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση τρίτα κράτη (προπαρατεθείσα απόφαση Evans Medical και Macfarlan Smith, σκέψη 28).
58 Εντούτοις, δεν απόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, αλλά στο εθνικό δικαστήριο, να εξετάσει ποιες είναι οι υποχρεώσεις που το οικείο κράτος μέλος υπέχει από προγενέστερη διεθνή σύμβαση και να καθορίσει τα σχετικά όρια ώστε να προσδιορίσει κατά πόσον οι υποχρεώσεις αυτές κωλύουν την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου (προπαρατεθείσα απόφαση Evans Medical και Macfarlan Smith, σκέψη 29).
59 Έτσι, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν, υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υποθέσεως που έχει υποβληθεί στην κρίση του - δηλαδή εφόσον οι εξαγωγές έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών και οι αρμόδιες αρχές της χώρας εξαγωγής έχουν χορηγήσει άδεια για τις εξαγωγές αυτές - τόσο η αλλαγή πολιτικής όσο και οι τέσσερις αποφάσεις που απαγορεύουν την αποδέσμευση κεφαλαίων είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους εκπληρώσεως των υποχρεώσεων που υπέχει από τον Ξάρτη των Ηνωμένων Εθνών και από το ψήφισμα 757 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
60 Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, οσάκις ορισμένη διεθνής σύμβαση επιτρέπει σε κράτος μέλος τη λήψη μέτρου προφανώς αντιθέτου προς το κοινοτικό δίκαιο, χωρίς όμως να το υποχρεώνει, το κράτος μέλος οφείλει να μη λάβει αυτό το μέτρο (προπαρατεθείσα απόφαση Evans Medical και Macfarlan Smith, σκέψη 32).
61 Συνεπώς, πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι εθνικά μέτρα που αντιβαίνουν στην κοινή εμπορική πολιτική, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης, και στους κοινοτικούς κανονισμούς που θέτουν σε εφαρμογή την πολιτική αυτή δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 234 της Συνθήκης, παρά μόνον αν είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους εκπληρώσεως υποχρεώσεών του προς τρίτες χώρες που απορρέουν από σύμβαση συναφθείσα πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ή την προσχώρηση του κράτους μέλους αυτού.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Βελγική, η Ιταλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Court of Appeal (England and Wales) με διάταξη της 27ης Μαου 1994, αποφαίνεται:
1) H κοινή εμπορική πολιτική, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως αυτή έχει τεθεί σε εφαρμογή με τον κανονισμό (EΟΚ) 1432/92 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουνίου 1992, που [απαγορεύει το εμπόριο] μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και των Δημοκρατιών της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2603/69 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1969, περί θεσπίσεως κοινού καθεστώτος εξαγωγών, δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος Α να προβαίνει, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή του ψηφίσματος 757 (1992) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, στη θέσπιση μέτρων που απαγορεύουν την αποδέσμευση των κατατεθειμένων εντός της επικρατείας του κεφαλαίων, τα οποία ανήκουν σε πρόσωπα συνδεόμενα με τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, για την καταβολή του τιμήματος εμπορευμάτων εξαγομένων εκ μέρους του υπηκόοου κράτους μέλους Β από το κράτος μέλος Β προς τη Σερβία ή το Μαυροβούνιο, με την αιτιολογία ότι το κράτος μέλος Α δεν επιτρέπει την καταβολή του τιμήματος για τέτοιες εξαγωγές, παρά μόνον εφόσον πραγματοποιούνται από το έδαφός του, κατόπιν αδείας των δικών του αρμοδίων αρχών, βάσει του κανονισμού 1432/92, μολονότι τα επίμαχα εμπορεύματα έχουν χαρακτηρισθεί από την Επιτροπή κυρώσεων των Ηνωμένων Εθνών ως προϋόντα αυστηρώς ιατρικής χρήσεως και έχει χορηγηθεί γι' αυτά άδεια εξαγωγής από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους Β, σύμφωνα με τον κανονισμό 1432/92.
2) Eθνικά μέτρα που αντιβαίνουν στην κοινή εμπορική πολιτική, την οποία προβλέπει το άρθρο 113 της Συνθήκης, και στους κοινοτικούς κανονισμούς που θέτουν σε εφαρμογή την πολιτική αυτή δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 234 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρά μόνον αν είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους εκπληρώσεως υποχρεώσεών του προς τρίτες χώρες που απορρέουν από σύμβαση συναφθείσα πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ή την προσχώρηση του κράτους μέλους αυτού.
Full & Egal Universal Law Academy