Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Όρια - Ερώτημα που σκοπεί στο να καταστεί δυνατό στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει το συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο εθνικής διατάξεως από την οποία δεν εξαρτάται η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177)
2 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Διατάξεις της Συνθήκης - Αδυναμία εφαρμογής επί καθαρώς εσωτερικής καταστάσεως κράτους μέλους
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 48, 52 και 59)
Περίληψη
3 Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί επί υποβληθέντος από εθνικό δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία κοινοτικού κανόνα που έχει ζητηθεί από το δικαστήριο αυτό ουδεμία έχει σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ακόμα όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα.
Τούτο ακριβώς συμβαίνει όταν ζητείται από το Δικαστήριο να παράσχει σε εθνικό δικαστήριο στοιχεία ερμηνείας τα οποία εμπίπτουν στο κοινοτικό δίκαιο και επιτρέπουν στο εν λόγω εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει το συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο διατάξεως εθνικού δικαίου η οποία, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο, δεν πρόκειται να εφαρμοστεί από το εθνικό δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
4 Τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης δεν εφαρμόζονται επί μιας καταστάσεως όπως αυτή όπου μια εταιρία έχουσα την έδρα της εντός κράτους μέλους παρέχει, χωρίς να προσφεύγει, ούτε καν να σκοπεύει να προσφύγει, σε εργαζομένους υπηκόους άλλων κρατών μελών, παροχές σε δημόσιο οργανισμό εγκατεστημένο στο ίδιο κράτος μέλος, του οποίου όλα τα στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνο κράτους μέλους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-134/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Pretura circondariale di Biella (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Unitΰ socio-sanitaria locale n_ 47 di Biella (USSL)
και
Istituto nazionale per l'assicurazione contro gli infortuni sul lavoro (INAIL),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 48, 49, 54 και 90 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Murray, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, P. J. G. Kapteyn (εισηγητή), G. Hirsch και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Unitΰ socio-sanitaria locale n_ 47 di Biella (USSL), εκπροσωπούμενη από τον Marco Bozzalla, δικηγόρο στην Biella,
- το INAIL, εκροσωπούμενο από τους Pasquale Varone, Pasquale Napolitano και Vittorio Lai, δικηγόρους Ρώμης,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϋστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Danilo del Gaizo, avvocato dello Stato,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και Gereon Thiele, Αssessor στο ίδιο υπουργείο,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Enrico Traversa, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του ΙΝΑΙL, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Οκτωβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 30ής Μαρτίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Απριλίου 1995, η Pretura circondariale di Biella υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των διαλαμβανομένων στα άρθρα 48, 49, 54 και 90 της Συνθήκης ΕΚ κοινοτικών αρχών.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Unitΰ socio-sanitaria locale n_ 47 di Biella (στο εξής: USSL) και του Istituto nazionale per l'assicurazione contro gli infortuni sul lavoro (στο εξής: INAIL), δημοσίου οργανισμού ασφαλίσεως εργατικών ατυχημάτων, με αντικείμενο την καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως.
3 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 1369 της 23ης Οκτωβρίου 1960 (στο εξής: νόμος του 1960) απαγορεύει στους επικεφαλής επιχειρήσεων να αναθέτουν σε τρίτους, υπό μορφή εργολαβίας ή υπεργολαβίας ή υπό οποιαδήποτε άλλη μορφή, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών, την εκτέλεση απλών παροχών εργασίας μέσω της απασχολήσεως εργατικού δυναμικού προσληφθέντος και αμειβομένου από τον εργολάβο ή υπεργολάβο, οποιαδήποτε κι αν είναι η φύση της εργασίας ή της υπηρεσίας στην οποία αναφέρονται οι παροχές.
4 Η USSL συνήψε σύμβαση παροχής κοινωνικών υπηρεσιών με τον συναιτερισμό La Famiglia για το έτος 1987.
5 Στις 21 Δεκεμβρίου 1993, το ΙΝΑΙL επέδωσε στην USSL έγγραφο οχλήσεως υπό μορφή διαταγής πληρωμής ποσού ύψους 9 200 105 ιταλικών λιρών (LIT) για μη καταβληθείσες εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως επί των μισθών που είχαν καταβληθεί στους απασχοληθέντες βάσει της εν λόγω συμβάσεως, κατά το διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου 1987, εργαζομένους.
6 Συγκεκριμένα, το ΙΝΑΙL υποστήριξε ότι η συναφθείσα μεταξύ της USSL και του συναιτερισμού La Famiglia σύμβαση συνιστούσε πλασματική τοποθέτηση εργατικού δυναμικού, απαγορευόμενη από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου του 1960, κατά το μέτρο που οι εργαζόμενοι, μέλη του συναιτερισμού, ασκούσαν στην πράξη τις δραστηριότητές τους υπό τη διεύθυνση του προσωπικού της USSL. Kατά το INAIL, οι εν λόγω εργαζόμενοι έπρεπε να θεωρηθούν ως ευθέως εξαρτώμενοι από την USSL, η οποία όφειλε, κατά συνέπεια, υπό την ιδιότητά της ως πραγματικού εργοδότη, να καταβάλλει εισφορές για την ασφάλιση ατυχημάτων στον τόπο εργασίας και επαγγελματικών νόσων.
7 Κατά του εν λόγω εγγράφου οχλήσεως του INAIL, η USSL προσέφυγε ενώπιον του Pretore di Biella με δικόγραφο που κατέθεσε στις 21 Ιανουαρίου 1994.
8 Με τη διάταξη περί παραπομπής, ο Pretore αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου του 1960, καθώς και στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του ιταλικού νόμου 264 της 29ης Οκτωβρίου 1949 (στο εξής: νόμος του 1949), σύμφωνα με το οποίο η τοποθέτηση εργατικού δυναμικού, καθώς και οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα διαμεσολαβήσεως μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως εργατικού δυναμικού επ' αμοιβή απαγορεύεται, με εξαίρεση τα δημόσια γραφεία ευρέσεως εργασίας, έστω και αν η δραστηριότητα ασκείται χωρίς κέρδος.
9 Ο Pretore διαπιστώνει ότι η παρεχόμενη από την ιταλική νομοθεσία προστασία ισχύει ανεξάρτητα από τη δηλωμένη βούληση του εργαζομένου περί του αντιθέτου και ότι η εφαρμογή της, ενόψει της παρούσας οικονομικής και πολιτικής καταστάσεως, θα είχε ως συνέπεια την περαιτέρω μείωση των δυνατοτήτων στην αγορά εργασίας, εκ του ότι χαρακτηρίζονται ως παράνομες οι ενώσεις εκείνες που εγγυώνται ακριβώς μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα στην εν λόγω αγορά.
10 Συνέπεια αυτού είναι, κατά τον Pretore, ότι, οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, του νόμου του 1960, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του νόμου του 1949, οι οποίες επιφυλάσσουν την τοποθέτηση των εργαζομένων σε κρατικό μονοπώλιο, φαίνονται ως αντικείμενες προς τις θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϋκού κοινοτικού δικαίου περί της ελευθερίας της εργασίας, της οικονομικής πρωτοβουλίας, της εγκαταστάσεως, καθώς και της ελεύθερης προσφοράς και ζητήσεως και του ελεύθερου ανταγωνισμού, όπως αυτές εξαγγέλλονται στα άρθρα 48, 49, 54 και 90 της Συνθήκης ΕΟΚ, δοθέντος ότι το ιταλικό Δημόσιο δεν είναι σε θέση, εν πάση περιπτώσει, να ικανοποιήσει τη ζήτηση στο πλαίσιο της αγοράς εργασίας.
11 Εκτιμώντας ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η επίλυση της υποβληθείσας στην κρίση του διαφοράς εξηρτάτο από την ερμηνεία των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων, ο Pretore di Biella ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Ερωτάται αν συμβιβάζεται το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 1369 της 23ης Οκτωβρίου 1960, σε συνδυασμό με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του νόμου 264 της 29ης Οκτωβρίου 1949, με τις κοινοτικές αρχές των άρθρων 48, 49, 54 και 90 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2) Ερωτάται αν οι εν λόγω αρχές τυγχάνουν απευθείας εφαρμογής με συνέπεια να μην εφαρμόζεται η ιταλική κανονιστική ρύθμιση.»
12 Ενόψει του πλαισίου εντός του οποίου το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τα προδικαστικά ερωτήματα, επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, να υπομνησθεί, πρώτον, ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο αδυνατεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβαλλόμενο από εθνικό δικαστήριο όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία ενός κοινοτικού κανόνα που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ακόμα όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-415/93, Βosman, Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 61).
13 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τη δικογραφία της κύριας δίκης, το συγκεκριμένο πλαίσιο της εκκρεμούς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς προσδιορίζεται από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου του 1960, το οποίο απαγορεύει τη μεσολάβηση και παρεμβολή στις εργασιακές σχέσεις.
14 Υπό την έννοια αυτή, τα προδικαστικά ερωτήματα έχουν ευρύτερο περιεχόμενο υπό την έννοια ότι εγείρουν το ζήτημα του συμβιβαστού προς το κοινοτικό δίκαιο του άρθρου 11, παράγραφος 1, του νόμου του 1949, το οποίο θέτει την αρχή της απαγορεύσεως οποιασδήποτε μεσολαβήσεως, έστω και χαριστικώς, άπαξ η τοποθέτηση ανατίθεται σε εγκεκριμένα γραφεία.
15 Καίτοι το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει τις αμφιβολίες του ως προς το συμβιβαστό της συνέπειας επί της ιταλικής αγοράς εργασίας που έχει η συνδυασμένη εφαρμογή των προπαρατεθεισών δύο διατάξεων, ούτε η διάταξη περί παραπομπής ούτε οι γραπτές παρατηρήσεις παρέχουν στο Δικαστήριο τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που θα του επέτρεπαν να ερμηνεύσει το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως σε θέματα ανταγωνισμού, ενόψει της κατ' αυτόν τον τρόπο δημιουργηθείσας στην ιταλική αγορά καταστάσεως.
16 Δοθέντος ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρινίζει ούτε το πώς πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 11, παράγραφος 1, του νόμου του 1949 στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, επιβάλλεται να δοθεί απάντηση μόνο στο σκέλος εκείνο του ερωτήματος που αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου του 1960, σε σχέση με το οποίο εγείρει ζήτημα ερμηνείας των διατάξεων της Συνθήκης σε θέματα ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών.
17 Δεύτερον, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί του συμβιβαστού ενός εθνικού μέτρου προς το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, είναι αρμόδιο να παρέχει στα εθνικά δικαστήρια όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που άπτονται του κοινοτικού δικαίου και που επιτρέπουν σ' αυτά να εκτιμούν το συμβιβαστό στα πλαίσια των υποθέσεων που επιλαμβάνονται (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979 στην υπόθεση 223/78, Grosoli, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 275, σκέψη 3).
18 Δεδομένου ότι ο Pretore di Biella αναφέρθηκε στις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών, τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να νοηθούν ως τείνοντα, κατ' ουσίαν, στον προσδιορισμό του αν τα άρθρα 48, 52 και 59 επιτρέπουν εθνική διάταξη απαγορεύουσα τη διαμεσολάβηση και την παρεμβολή στις εργασιακές σχέσεις (πρώτο ερώτημα) κι αν οι διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα (δεύτερο ερώτημα).
Επί του πρώτου ερωτήματος
19 Σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε δραστηριότητες των οποίων όλα τα συναφή στοιχεία έχουν σχέση με ένα και μόνον κράτος μέλος (αποφάσεις της 23ης Απριλίου 1991 στην υπόθεση C-41/90, Hφfner και Elser, Συλλογή 1991, σ. Ι-1979, σκέψη 37, της 28ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση C-332/90, Steen, Συλλογή 1992, σ. Ι-341, σκέψη 9, και της 16ης Φεβρουαρίου 1995 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-29/94 έως C-35/94, Aubertin κ.λπ. Συλλογή 1995, σ. Ι-301, σκέψη 9).
20 ηΟπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ο συνεταιρισμός La Famiglia είναι εταιρία παροχής υπηρεσιών, η έδρα της οποίας βρίσκεται στην Ιταλία και η οποία παρέσχε υπηρεσίες σε δημόσιο οργανισμό, την USSL, η οποία επίσης εδρεύει στην Ιταλία.
21 Επιπλέον, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 24 των προτάσεών του, κανένα από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν φανερώνει ότι οι οικείες υπηρεσίες παρασχέσθηκαν από εργαζομένους άλλων κρατών μελών, αλλ' ούτε ότι αντιμετωπίστηκε τέτοιο ενδεχόμενο.
22 Επομένως, η κατάσταση αυτή δεν εμφανίζει κανένα στοιχείο συνδέσεως προς μία από τις διεπόμενες από το κοινοτικό δίκαιο καταστάσεις στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών.
23 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η απάντηση που προσήκει στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα είναι ότι τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης δεν έχουν εφαρμογή σε κατάσταση, όπως αυτή της κυρίας δίκης, της οποίας όλα τα στοιχεία έχουν σχέση μόνο με ένα και μόνον κράτος μέλος.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
24 Ενόψει των απαντήσεων επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, παρέλκει η απάντηση επί του δευτέρου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 30ής Μαρτίου 1995 η Pretura circondariale di Βiella, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 48, 52 και 59 της Συνθήκης ΕΚ δεν έχουν εφαρμογή σε κατάσταση της οποίας όλα τα στοιχεία έχουν σχέση μόνο με ένα κράτος μέλος.
Full & Egal Universal Law Academy