Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Εξωσυμβατική ευθύνη - Πρόωρη εξίσωση των ισπανικών τιμών ζάχαρης προς τις κοινές τιμές - Μη πρόβλεψη αντισταθμίσματος για τους παραγωγούς ισογλυκόζης - Αρχές περί προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και περί απαγορεύσεως των διακρίσεων - Παραβίαση - Δεν συντρέχει - Δεν γεννάται ευθύνη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 40 § 3, εδ. 2, και 215, εδ. 2· Πράξη Προσχωρήσεως του 1985, άρθρο 70 § 3, στοιχ. ββ· κανονισμοί του Συμβουλίου 1716/91 και 3814/92)
Περίληψη
Ο κανονισμός 3814/92, με τον οποίο εξισώθηκαν ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1993 οι ισπανικές τιμές ζάχαρης προς τις κοινές τιμές, χορηγούνται ενισχύσεις προς τους παραγωγούς ζαχαροτεύτλων και ζαχαροκαλάμων και προς τους παραγωγούς ζάχαρης για τη ζάχαρη που βρισκόταν σε αποθέματα και επιτρέπεται στην Ισπανία να χορηγήσει ενίσχυση προσαρμογής προς τις επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, δεν έχει ως συνέπεια τη γένεση ευθύνης της Κοινότητας έναντι των Ισπανών παραγωγών ισογλυκόζης, διότι η έκδοσή του δεν αποτέλεσε έναντι αυτών παραβίαση ούτε της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ούτε της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
Πρώτον, από την ερμηνεία του άρθρου 70, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας συνάγεται ότι οι αναιρεσείουσες δεν μπορούσαν νομίμως να προσδοκούν, στηριζόμενες στην Πράξη Προσχωρήσεως, ότι θα υπήρχε οπωσδήποτε μεταβατική περίοδος προσεγγίσεως και μετά την έναρξη της περιόδου εμπορίας 1992/93. Δεύτερον, ο κανονσιμός 1716/91, ο οποίος προέβλεψε την προσέγγιση των τιμών σε δύο στάδια μέχρι το 1995, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσει στους παραγωγούς αυτούς δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, αφού το Συμβούλιο, παρατείνοντας την περίοδο προσεγγίσεως, έλαβε προφανώς υπόψη μόνον τα συμφέροντα των κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων και των παραγωγών ζάχαρης, τα οποία διασφαλίστηκαν με τη μεταγενέστερη χορήγηση ενισχύσεων, και, επιπλέον, ακόμη και αν ο κανονισμός 1716/91 εκδόθηκε μετά την έναρξη ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως, η οποία προέβλεψε την εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς την 1η Ιανουαρίου 1993, οι συνετοί και ενημερωμένοι επιχειρηματίες έπρεπε να προβλέψουν την πρόωρη εξίσωση των τιμών, δεδομένου μάλιστα ότι η πρόταση για τον κανονισμό 3814/92 ήταν ήδη γνωστή πολλούς μήνες πριν από την έκδοση του κανονισμού, και, τέλος, όσον αφορά ειδικότερα το δεύτερο στάδιο της προσεγγίσεως, το γεγονός ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 1716/91 απένεμε στο Συμβούλιο την εξουσία να θεσπίσει τους εν λόγω όρους σε μεταγενέστερη ημερομηνία απέκλειε το ενδεχόμενο να έχει δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των παραγωγών σχετικά με τους όρους αυτούς.
Εξάλλου, το γεγονός ότι ο κανονισμός δεν προβλέπει υπέρ των Ισπανών παραγωγών ισογλυκόζης μεταβατικά μέτρα, ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση που δημιουργήθηκε από την πρόωρη εξίσωση των τιμών, ενώ προβλέπει τέτοια μέτρα για τους παραγωγούς ζάχαρης, δεν αποτελεί δυσμενή διάκριση των παραγωγών ισογλυκόζης, διότι οι μεν βρίσκονταν σε αντικειμενικά διαφορετική κατάσταση από τους δε, όσον αφορά αφενός τον σχηματισμό αποθεμάτων και αφετέρου τις συνθήκες εφοδιασμού σε πρώτες ύλες.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-138/95 P,
Campo Ebro Industrial SA, Levantina Agrνcola Industrial SA (LAISA) και Cerestar Ibιrica SA, εκπροσωπούμενες από τον Paul Glazener, δικηγόρο Ρόττερνταμ, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Carlos Zeyen, 67, rue Ermesinde,
αναιρεσείουσες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 21 Φεβρουαρίου 1995 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) στην υπόθεση T-472/93, Campo Ebro κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-421), και με την οποία ζητείται η μερική αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως,Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον Arthur Brautigam, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Bruno Eynard, διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
υποστηριζόμενο από την
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Josι Luis Iglesias Buhigues, νομικό σύμβουλο, και James Macdonald Flett, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, Centre Wagner, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Sevσn, πρόεδρο τμήματος (εισηγητή), D. A. O. Edward και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Μαου 1995, η Campo Ebro Industrial SA, η Levantina Agrνcola Industrial SA (LAISA) και η Cerestar Ibιrica SA, τρεις εταιρίες ισπανικού δικαίου, υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 21ης Φεβρουαρίου 1995 στην υπόθεση Τ-472/93, Campo Ebro κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-421, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο αφενός απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή τους, με την οποία ζητούσαν την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3814/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 και για την εφαρμογή στην Ισπανία των τιμών στον τομέα της ζάχαρης που προβλέπονται σ' αυτόν τον κανονισμό (ΕΕ L 387, σ. 7), και αφετέρου απέρριψε ως αβάσιμη την αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση αποζημιώσεως για τη ζημία που είχαν υποστεί λόγω της εκδόσεως του κανονισμού αυτού.
2 Η κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα της ζάχαρης διέπεται από τον βασικό κανονισμό (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981 (ΕΕ L 177, σ. 4), ο οποίος έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα μέχρι σήμερα.
3 Η πράξη για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, η οποία αποτελεί παράρτημα της Συνθήκης για την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα, η οποία υπογράφηκε στις 12 Ιουνίου 1985 (ΕΕ 1985, L 302, σ. 9, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), προβλέπει στο άρθρο 70, παράγραφος 3, στοιχείο αα, το οποίο εφαρμόζεται στη ζάχαρη και στην ισογλυκόζη δυνάμει του άρθρου 108 της πράξεως αυτής, ότι, όταν η τιμή ενός γεωργικού προϋόντος στην Ισπανία είναι, κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως, ανώτερη από την κοινή τιμή, η ανώτερη αυτή τιμή που ισχύει στην Ισπανία θα διατηρηθεί στο επίπεδο αυτό, η δε προσέγγιση των τιμών θα επιτευχθεί με την εξέλιξη των κοινών τιμών κατά τα επτά έτη μετά την προσχώρηση. Κατά το άρθρο 70, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της Πράξεως Προσχωρήσεως, αν στο τέλος του τετάρτου έτους μετά την προσχώρηση η τιμή ενός γεωργικού προϋόντος στην Ισπανία είναι αισθητά ανώτερη από την κοινή τιμή, το Συμβούλιο πρέπει να προβεί σε ανάλυση της εξελίξεως της προσεγγίσεως των τιμών, βάσει γνώμης της Επιτροπής, η οποία θα συνοδεύεται ενδεχομένως από τις κατάλληλες προτάσεις. Το άρθρο 70, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, δεύτερο εδάφιο, διευκρινίζει ότι το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία και μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϋκό Κοινοβούλιο, μπορεί να παρατείνει την περίοδο προσεγγίσεως των τιμών εντός των ορίων της ανώτατης διάρκειας της περιόδου εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων, καθώς και να αποφασίσει άλλες μεθόδους ταχύτερης προσέγγισης των τιμών.
4 Δεδομένου ότι δεν επήλθε η εξίσωση των τιμών που προέβλεπε η Πράξη Προσχωρήσεως, το Συμβούλιο προέβη σε εξέταση των τιμών μετά την πρώτη πενταετία και εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1716/91, της 13ης Ιουνίου 1991, για την προσέγγιση προς τις κοινές τιμές των τιμών της ζάχαρης και των ζαχαρότευτλων που εφαρμόζονται στην Ισπανία (ΕΕ L 162, σ. 18).
5 Το Συμβούλιο αποφάσισε, πρώτον, να παρατείνει την περίοδο προσεγγίσεως των τιμών μέχρι την 1η Ιουλίου 1995 και, δεύτερον, να πραγματοποιήσει την προσέγγιση αυτή σε δύο στάδια. Το άρθρο 2 του κανονισμού 1716/91 προβλέπει συνεπώς τα εξής:
«Η περίοδος προσέγγισης των τιμών στην Ισπανία παρατείνεται μέχρι και την 1η Ιουλίου 1995. Η προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 1 πραγματοποιείται σε δύο στάδια, εκ των οποίων το πρώτο περιλαμβάνει τις περιόδους εμπορίας 1991/92 και 1992/93 και το δεύτερο τις περιόδους εμπορίας 1993/94, 1994/95 και 1995/96.»
6 Το άρθρο 1 του κανονισμού 3814/92 προβλέπει την πλήρη εξίσωση των τιμών από την 1η Ιανουαρίου 1993, στο πλαίσιο της δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς, το δε άρθρο 2 του κανονισμού αυτού προβλέπει τη χορήγηση βαθμιαία μειούμενων μεταβατικών ενισχύσεων στους παραγωγούς ζαχαροτεύτλων και στους παραγωγούς ζαχαροκαλάμου στην Ισπανία. Επιπλέον, με τον κανονισμό αυτό χορηγείται στους παραγωγούς ζάχαρης ενίσχυση για τα προϋόντα που υπόκεινται σε ποσοστώσεις και βρίσκονταν στις 31 Δεκεμβρίου 1992 σε απόθεμα. Τέλος, το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού επιτρέπει στην Ισπανία να χορηγεί, κατά τις περιόδους εμπορίας 1993/94 έως 1995/96, ενίσχυση προσαρμογής προς τις επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης, στο πλαίσιο σχεδίων αναδιαρθρώσεως για την ορθολογική οργάνωση της βιομηχανίας ζάχαρης στην Ισπανία.
7 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες είναι οι μόνες επιχειρήσεις παραγωγής ισογλυκόζης στην Ισπανία. Οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν το κύρος του κανονισμού 3814/92 για τον λόγο ότι δεν προέβλεψε υπέρ αυτών καμία κοινοτική ενίσχυση.
8 Στις 23 Μαρτίου 1993 οι αναιρεσείουσες άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί ο κανονισμός 3814/92 και αγωγή με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να τις αποζημιώσει για τη ζημία που ισχυρίζονταν ότι είχαν υποστεί λόγω της εκδόσεως του κανονισμού αυτού.
9 Το Δικαστήριο, με διάταξη της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, παρέπεμψε την υπόθεση στο Πρωτοδικείο, κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, για την τροποποίηση της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ, περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21).
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως, με το σκεπτικό ότι ο κανονισμός 3814/92 αποτελεί γενικής ισχύος μέτρο που δεν αφορά άμεσα και ατομικά τις νυν αναιρεσείουσες.
11 Το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως ως αβάσιμη, καθόσον διαπίστωσε ότι το Συμβούλιο δεν είχε παραβεί κατάφωρα υπέρτερο κανόνα δικαίου που να προστατεύει τους ιδιώτες, οπότε έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει το ζήτημα της ζημίας.
12 Ενώπιον του Πρωτοδικείου οι νυν αναιρεσείουσες ισχυρίστηκαν ότι το Συμβούλιο είχε παραβιάσει την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
13 Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τη νομολογία του Δικαστηρίου, εξέτασε αν η ρύθμιση που ίσχυε πριν από τον κανονισμό 3814/92 είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών του οικείου τομέα.
14 Το Πρωτοδικείο, αφού εξέτασε, στις σκέψεις 54 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 70, παράγραφος 3, στοιχεία αα και ββ, της Πράξεως Προσχωρήσεως, κατέληξε, με τη σκέψη 56, στη διαπίστωση ότι το Συμβούλιο είχε την εξουσία να προβεί, μετά την έβδομη προσέγγιση από της προσχωρήσεως, σε πλήρη εξίσωση των τιμών της ζάχαρης και ότι οι νυν αναιρεσείουσες δεν μπορούσαν να τρέφουν νομίμως την προσδοκία ότι η μεταβατική περίοδος προσεγγίσεως θα εξακολουθούσε να υπάρχει και μετά την έναρξη της περιόδου εμπορίας 1992/93.
15 Το Πρωτοδικείο δέχτηκε επίσης ότι ούτε η έκδοση του κανονισμού 1716/91 μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των νυν αναιρεσειουσών. Πρώτον, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από την τέταρτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού προέκυπτε ότι η περίοδος προσεγγίσεως των τιμών είχε παραταθεί μέχρι την 1η Ιουλίου 1995, προκειμένου αφενός να μη θιγούν κυρίως οι αγρότες από μια απότομη μείωση των τιμών των τεύτλων και αφετέρου να ληφθεί υπόψη η εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση που επικρατούσε, σύμφωνα με μια ανάλυση που είχε πραγματοποιηθεί τότε, στον τομέα της ζάχαρης στην Ισπανία. Δεύτερον, στη σκέψη 60, το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι από τον κανονισμό 3814/92 προέκυπτε ότι το Συμβούλιο είχε λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά, καθόσον προέβλεψε με τον κανονισμό αυτό τη χορήγηση ενισχύσεων, οι δικαιολογητικοί λόγοι της οποίας ήταν η δημιουργία της εσωτερικής αγοράς και η ευκταία κατάργηση των εμποδίων στο εμπόριο. Τέλος, στις σκέψεις 61 και 62, το Πρωτοδικείο τόνισε ότι η απόφαση καταργήσεως της περιόδου προσεγγίσεως ήταν θεμιτή επιλογή οικονομικής πολιτικής και ότι η χορήγηση της ενισχύσεως είχε στηριχθεί σε εκτιμήσεις που δεν έβαιναν πέραν των ορίων της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν, κατά τη νομολογία, τα κοινοτικά όργανα στα ζητήματα κοινής γεωργικής πολιτικής.
16 Εξάλλου, το Πρωτοδικείο δέχτηκε, με τις σκέψεις 63 έως 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι συνετοί και ενημερωμένοι επιχειρηματίες έπρεπε να προβλέψουν την πρόωρη εξίσωση των τιμών, εν όψει της εγκαθιδρύσεως της ενιαίας αγοράς, αφού ήταν αναγκαία η κατάργηση του συστήματος των εξισωτικών ποσών «προσχωρήσεως» και αφού μάλιστα στον ισπανικό Τύπο είχαν ήδη δημοσιευθεί τον Ιούλιο 1992 αναλύσεις των σχετικών προτάσεων της Επιτροπής.
17 Τέλος, με τη σκέψη 66 το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο κανονισμός 1716/91 δεν καθόρισε τις προϋποθέσεις του δεύτερου σταδίου προσεγγίσεως των τιμών, πράγμα που αρκούσε για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο δημιουργίας δικαιολογημένης εμπιστοσύνης σχετικά με τις προϋποθέσεις της προσεγγίσεως αυτής.
18 Κατόπιν αυτών το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
19 Εξάλλου, με τις σκέψεις 79 έως 81 το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα περί ελλείψεως αιτιολογίας του κανονισμού 3814/92, δεχόμενο ότι δεν θα μπορούσε να προβληθεί η αξίωση να αναφέρονται στον κανονισμό αυτό οι λόγοι για τους οποίους δεν προβλέπονταν μεταβατικά μέτρα υπέρ των παραγωγών που θα μπορούσαν να θίγονται έμμεσα από τον εν λόγω κανονισμό.
20 Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, το Πρωτοδικείο εξέτασε καταρχάς, με τις σκέψεις 83 και 84, τις σχέσεις άμεσης ανταγωνιστικότητας μεταξύ ζάχαρης και ισογλυκόζης, όπως αυτές προκύπτουν από τη δεύτερη και την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1785/81 και από την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1978, 103/77 και 145/77, Royal Scholten-Honig και Tunnel Refineries (Συλλογή τόμος 1978, σ. 629). Το Πρωτοδικείο ωστόσο έκρινε, με τη σκέψη 85, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να υπάρχουν ορισμένες περιστάσεις που να προσιδιάζουν στην παραγωγή ζάχαρης και να μπορούν σε ορισμένες περιπτώσεις να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση των παραγωγών ζάχαρης έναντι των παραγωγών ισογλυκόζης.
21 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εξέτασε, με τη σκέψη 86, αν υφίστατο στη συγκεκριμένη περίπτωση διαφορετική μεταχείριση των παραγωγών ζάχαρης έναντι των παραγωγών ισογλυκόζης και αν η διαφορετική αυτή μεταχείριση ήταν δικαιολογημένη. Επ' αυτού το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 87, ότι οι νυν αναιρεσείουσες δεν είχαν ανασκευάσει το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι οι παραγωγοί ισογλυκόζης δεν συναντούσαν διαρθρωτικά προβλήματα ανάλογα προς όσα συναντούσαν οι παραγωγοί ζάχαρης και συνήγαγε κατόπιν αυτού το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο, επιτρέποντας τη χορήγηση κρατικής ενισχύσεως στις επιχειρήσεις παραγωγής ζάχαρης στο πλαίσιο σχεδίων αναδιαρθρώσεως που αποσκοπούσαν στην ορθολογική οργάνωση της βιομηχανίας ζάχαρης, δεν ενήργησε καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του.
22 Όσον αφορά την ενίσχυση για την αποθεματοποιημένη ζάχαρη, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 88 και 89, ότι οι νυν αναιρεσείουσες δεν βρίσκονταν σε κατάσταση συγκρίσιμη προς την κατάσταση των παραγωγών ζάχαρης, αφού ολόκληρη η ποσότητα ζάχαρης που επρόκειτο να πωληθεί κατά το εναπομένον διάστημα της περιόδου εμπορίας 1992/93 ήταν αποθεματοποιημένη στις 31 Δεκεμβρίου 1992, ενώ μικρό μόνο ποσοστό των προϋόντων των νυν αναιρεσειουσών ήταν αποθεματοποιημένο· επιπλέον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε αφενός ότι η παραγωγή ισογλυκόζης δεν συναπάγεται εξ ορισμού τον σχηματισμό αποθεμάτων του τελικού προϋόντος και αφετέρου ότι, αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει με τη ζάχαρη, τα χαρακτηριστικά της ισογλυκόζης δεν επιτρέπουν την επί μακρό χρονικό διάστημα αποθεματοποίησή της.
23 Τέλος, το Πρωτοδικείο επισήμανε, με τις σκέψεις 90 και 91, ότι οι πρώτες ύλες και οι συνθήκες εφοδιασμού των παραγωγών ζάχαρης διαφέρουν από εκείνες των παραγωγών ισογλυκόζης. Οι παραγωγοί ζάχαρης ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν για τις πρώτες ύλες τους μια κατώτατη τιμή καθοριζόμενη από την Κοινότητα, ενώ οι παραγωγοί ισογλυκόζης κατέβαλλαν τιμή που διαμορφωνόταν ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και μπορούσαν ενδεχομένως να επωφελούνται από τις ενδεχόμενες βελτιώσεις των συνθηκών στην αγορά σιτηρών.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο κατέληξε, στις σκέψεις 92 και 93, ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι το Συμβούλιο, μη θεσπίζοντας παρόμοια μεταβατικά μέτρα υπέρ των παραγωγών ισογλυκόζης, είχε ενεργήσει κατά πρόδηλη και βαριά υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του, αφού η κατάσταση των νυν αναιρεσειουσών διέφερε αντικειμενικά από την κατάσταση των παραγωγών ζάχαρης, άρα ο ισχυρισμός περί παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων έπρεπε επίσης να απορριφθεί.
Η αναίρεση
25 Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
1) να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως, και
2) να υποχρεώσει την Κοινότητα να τις αποζημιώσει για τη ζημία που υπέστησαν από τον κανονισμό και να καθορίσει τη ζημία σε 3 444 403 ECU για την Campo Ebro Industrial SA, σε 1 305 169 ECU για τη Levantina Agrνcola Industrial SA (LAISA) και σε 2 132 421 ECU για τη Cerestar Ibιrica SA ή σε οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ενδεδειγμένο, εντόκως προς 8 % ετησίως από την ημέρα καταθέσεως της αγωγής ενώπιον του Πρωτοδικείου μέχρι την ημερομηνία καταβολής της αποζημιώσεως, ή
3) να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο και
4) να καταδικάσει το Συμβούλιο στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείουσες τόσο κατά την παρούσα διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία.
26 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
2) να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
Εξέταση των λόγων αναιρέσεως
27 Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν εννέα λόγους αναιρέσεως, στηριζόμενους στο ότι το Πρωτοδικείο:
1) παρέβη το άρθρο 70, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της Πράξεως Προσχωρήσεως, παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον έκρινε ότι η Πράξη Προσχωρήσεως δεν μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στις νυν αναιρεσείουσες (σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως)·
2) ερμήνευσε κακώς τον κανονισμό 1716/91, παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι ο κανονισμός 1716/91 δεν μπορούσε να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στις νυν αναιρεσείουσες (σκέψη 59)·
3) δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 28 της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως, παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι οι συνετοί και ενημερωμένοι επιχειρηματίες έπρεπε να προβλέψουν ότι η εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την πρόωρη εξίσωση της τιμής παρεμβάσεως της ζάχαρης (σκέψη 63)·
4) ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανονισμό 1716/91, παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι δεν μπορούσε να έχει δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των νυν αναιρεσειουσών, άξια προστασίας, σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα πραγματοποιούνταν η προσέγγιση των τιμών μετά την έναρξη της περιόδου εμπορίας 1993/94 (σκέψη 66)·
5) παραβίασε διάφορες αρχές του κοινοτικού δικαίου και παρέβη διάφορες διατάξεις του, καθόσον απέρριψε τον ισχυρισμό των νυν αναιρεσειουσών περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης·
6) ερμήνευσε εσφαλμένα τα επιχειρήματα των νυν αναιρεσειουσών, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης (σκέψη 81)·
7) υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον από το γεγονός ότι η παραγωγή ισογλυκόζης, αντίθετα προς την παραγωγή ζάχαρης, δεν έχει κατ' ανάγκη ως συνέπεια τον σχηματισμό αποθεμάτων συνήγαγε ότι οι νυν αναιρεσείουσες βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση απ' ό,τι οι παραγωγοί ζάχαρης και ότι η διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με την καταβολή της ενισχύσεως στους παραγωγούς ζάχαρης για τη ζάχαρη που ήταν αποθεματοποιημένη στις 31 Δεκεμβρίου 1992 ήταν δικαιολογημένη·
8) δεν έλαβε υπόψη την προπαρατεθείσα απόφαση Royal Scholten-Honig και Tunnel Refineries ούτε την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι οι νυν αναιρεσείουσες βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση απ' ό,τι οι παραγωγοί ζάχαρης και η διαφορετική μεταχείρισή τους ήταν νόμιμη, διότι δεν υπείχαν την υποχρέωση να καταβάλλουν για τις πρώτες ύλες τους καμία κατώτατη τιμή καθοριζόμενη από την Κοινότητα·
9) παραβίασε διάφορες αρχές του κοινοτικού δικαίου και παρέβη διάφορες διατάξεις του, καθόσον απέρριψε τον ισχυρισμό των νυν αναιρεσειουσών περί παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
28 Οι διάφοροι αυτοί λόγοι αναιρέσεως πρέπει να υπαχθούν σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με το αν αφορούν την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
29 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παρέβη το άρθρο 70, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, της Πράξεως Προσχωρήσεως, παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι η Πράξη Προσχωρήσεως δεν μπορούσε να δημιουργήσει στις αναιρεσείουσες καμία δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Οι αναιρεσείουσες φρονούν ότι, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι ισπανικές τιμές ζάχαρης υπερέβαιναν αισθητά τις κοινές τιμές, μπορούσαν δικαιολογημένα να πιστεύουν ότι η περίοδος προσεγγίσεως των τιμών θα παρατεινόταν και μετά την έβδομη προσέγγιση που πραγματοποιήθηκε μετά την προσχώρηση.
30 Το άρθρο 70, παράγραφος 3, στοιχείο ββ, δεύτερο εδάφιο, της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπει ότι το Συμβούλιο «μπορεί (...) να αποφασίσει άλλες μεθόδους ταχύτερης προσέγγισης των τιμών».
31 Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο ερμήνευσε τη διάταξη αυτή ως εξουσιοδοτούσα το Συμβούλιο να θεσπίσει ορισμένη μέθοδο προσεγγίσεως των τιμών και μάλιστα να προβεί, τουλάχιστον μετά την έβδομη προσέγγιση μετά την προσχώρηση, σε πλήρη εξίσωση των τιμών της ζάχαρης με την έκδοση κανονισμού. Ορθώς επίσης συνήγαγε το συμπέρασμα ότι οι αναιρεσείουσες δεν μπορούσαν νομίμως να προσδοκούν, στηριζόμενες στην Πράξη Προσχωρήσεως, ότι θα υπήρχε οπωσδήποτε μεταβατική περίοδος προσεγγίσεως και μετά την έναρξη της περιόδου εμπορίας 1992/93.
32 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι συνεπώς βάσιμος.
33 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανονισμό 1716/91, παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι ο κανονισμός αυτός δεν μπορούσε να δημιουργήσει στις αναιρεσείουσες δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι από ενδελεχέστερη ανάλυση των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού αυτού αποδεικνύεται, αντίθετα, ότι η περίοδος προσεγγίσεως των τιμών είχε παραταθεί λόγω της σημαντικής αποκλίσεως των ισπανικών τιμών από τις κοινές τιμές και όχι, όπως δέχθηκε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, για να μη θιγούν τα συμφέροντα για τα οποία γίνεται λόγος στην τέταρτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1716/91. Εξάλλου, η νομολογία την οποία παραθέτει το Πρωτοδικείο στη σκέψη 61 σε σχέση με τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών δεν ασκεί καμία επιρροή εν προκειμένω, αφού ο κανονισμός 3814/92 δεν εκδόθηκε με σκοπό την προσαρμογή προς τις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, αλλά εν όψει της δημιουργίας της εσωτερικής αγοράς.
34 Με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1716/91 διευκρινίζεται ότι η εξάλειψη των αποκλίσεων των τιμών πρέπει να επιτευχθεί σε διάστημα πέντε ετών, «διάστημα το οποίο επαρκεί για να μη θιγούν ιδίως οι κάτοχοι γεωργικών εκμεταλλεύσεων από μια απότομη μείωση των τιμών των τεύτλων». Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, η ανάλυση της εξελίξεως των τιμών «παρέχει σαφείς ενδείξεις ότι η Ισπανία αντιμετωπίζει επί του παρόντος στον τομέα της ζάχαρης μια άκρως δυσχερή κατάσταση, λόγω των διαρθρωτικών προβλημάτων που υπάρχουν στον εν λόγω τομέα, στον οποίο εφαρμόζονται σήμερα μέτρα αναδιάρθρωσης».
35 Μολονότι η γενικότερη αιτία της παρατάσεως της περιόδου προσεγγίσεως των τιμών ήταν η σημαντική απόκλιση των ισπανικών τιμών από τις κοινές τιμές, η μόνη δυνατή ερμηνεία της τέταρτης και της πέμπτης αιτιολογικής σκέψεως είναι ότι το Συμβούλιο, παρατείνοντας την περίοδο προσεγγίσεως των τιμών, ήθελε ειδικότερα να λάβει υπόψη τα συμφέροντα για τα οποία γίνεται λόγος στις αιτιολογικές αυτές σκέψεις, δηλαδή τα συμφέροντα των κατόχων γεωργικών εκμεταλλεύσεων και των παραγωγών ζάχαρης.
36 Εξάλλου, ορθώς το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, με τη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, όταν τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για να μεταβάλουν μια υφισταμένη κατάσταση, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της κοινής γεωργικής πολιτικής, οι επιχειρηματίες ουδόλως δικαιολογούνται να τρέφουν την προσδοκία ότι η κατάσταση αυτή θα διατηρηθεί. Συναφώς, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, η επιδιωκόμενη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των εξουσιών των κοινοτικών οργάνων ως προς την εκτίμηση των οικονομικών δεδομένων.
37 Κατά συνέπεια, καλώς το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας ορθά τον κανονισμό 1716/91 και αφού υπενθύμισε τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου, κατέληξε ότι ο κανονισμός δεν μπορούσε να δημιουργήσει στις αναιρεσείουσες δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
38 Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει συνεπώς να απορριφθεί.
39 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 28 της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως, παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι οι συνετοί και ενημερωμένοι επιχειρηματίες έπρεπε να προβλέψουν ότι η εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την πρόωρη εξίσωση της τιμής παρεμβάσεως της ζάχαρης. Το άρθρο 28 της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως προβλέπει τα εξής: «Οι διατάξεις της παρούσας πράξεως δεν θίγουν τις διατάξεις των εγγράφων προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες». Οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι δεν είχαν συνεπώς λόγους να προβλέψουν την πρόωρη εξίσωση των τιμών της ζάχαρης, δεδομένου μάλιστα ότι οι σκοποί της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως μπορούσαν να επιτευχθούν με διατήρηση σε ισχύ των μηχανισμών που προέβλεπε η Πράξη Προσχωρήσεως, περιλαμβανομένων και των εξισωτικών ποσών «προσχωρήσεως». Επιπλέον, ο κανονισμός 1716/91 εκδόθηκε πολύ μετά την έναρξη της ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως, πράγμα που δεν ελήφθη υπόψη από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Τέλος, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι δεν ασκεί καμία επιρροή εν προκειμένω το γεγονός ότι η πρόταση της Επιτροπής ήταν ήδη γνωστή τον Ιούλιο του 1992, αφού μόνο το Συμβούλιο είχε την εξουσία να τροποποιήσει τη μέθοδο προσεγγίσεως των τιμών.
40 Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθά τις διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως που απένειμαν στο Συμβούλιο την εξουσία να προβεί σε ταχύτερη προσέγγιση των τιμών. Εξάλλου, ορθώς το Πρωτοδικείο δέχτηκε, με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στηριζόμενο σε ένα σαφή συλλογισμό οικονομικής φύσεως, ότι οι συνετοί και ενημερωμένοι επιχειρηματίες έπρεπε να προβλέψουν ότι η εγκαθίδρυση της ενιαίας αγοράς θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια την πρόωρη εξίσωση των τιμών της ζάχαρης, με σκοπό την κατάργηση των εμποδίων στο μεταξύ κρατών μελών εμπόριο που οφείλονταν στην ύπαρξη των εξισωτικών ποσών «προσχωρήσεως». Τέλος, από το άρθρο 7 του κανονισμού 1716/91, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, προκύπτει ότι το Συμβούλιο μπορούσε να αποφασίσει μόνον κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Μολονότι κάθε πρόταση της Επιτροπής δεν γίνεται κατ' ανάγκη δεκτή από το Συμβούλιο, η ύπαρξη τέτοιας προτάσεως αποτελούσε τουλάχιστον προειδοποίηση για τους επιχειρηματίες σχετικά με τη δυνατότητα μεταβολής της καταστάσεως.
41 Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 28 της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως, αφού το άρθρο αυτό δεν επηρέαζε τις εξουσίες του Συμβουλίου που προβλέπονταν στην Πράξη Προσχωρήσεως, και ορθώς επίσης έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι ο κανονισμός 1716/91 εκδόθηκε μετά την έναρξη της ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϋκής Πράξεως, οι επιχειρηματίες έπρεπε να προβλέψουν την πρόωρη εξίσωση των τιμών της ζάχαρης, δεδομένου μάλιστα ότι στον ισπανικό Τύπο είχαν ήδη δημοσιευθεί τον Ιούλιο 1992 αναλύσεις των προτάσεων κανονισμού τις οποίες είχε υποβάλει η Επιτροπή στο Συμβούλιο. Το Πρωτοδικείο συνεπώς δεν παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
42 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
43 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανονισμό 1716/91, παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι δεν μπορούσε να έχει δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των νυν αναιρεσειουσών, άξια προστασίας, σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα πραγματοποιούνταν η προσέγγιση των τιμών μετά την έναρξη της περιόδου εμπορίας 1993/94. Με τη σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο απέκλεισε το ενδεχόμενο υπάρξεως δικαιολογημένης εμπιστοσύνης για τον λόγο και μόνον ότι ο κανονισμός δεν είχε καθορίσει τις προϋποθέσεις προσεγγίσεως για τον μετά την 1η Ιουλίου 1993 χρόνο, αφού το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν είχε καθορίσει τις προϋποθέσεις προσεγγίσεως για τις τρεις τελευταίες περιόδους εμπορίας οφειλόταν αποκλειστικά στο ότι ήθελε να λάβει υπόψη το νέο καθεστώς παραγωγής, που θα μπορούσε να εφαρμοστεί από την 1η Ιουλίου 1993, και όχι στο ότι ήθελε να διατηρήσει τη δυνατότητα μειώσεως των ισπανικών τιμών μέχρι το ύψος των κοινών τιμών μετά τη λήξη της περιόδου εμπορίας 1992/93.
44 Το άρθρο 7 του κανονισμού 1716/91 ορίζει τα εξής:
«Το Συμβούλιο θεσπίζει, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, τους όρους προσέγγισης των ισπανικών τιμών προς τις κοινές τιμές για τις περιόδους εμπορίας 1993/94, 1994/95 και 1995/96 σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης.»
45 Κατά συνέπεια, καλώς το Πρωτοδικείο, αφού προηγουμένως περιέγραψε ορθά την εξουσία που παρέχει στο Συμβούλιο η ανωτέρω διάταξη, κατέληξε στο ότι η ίδια η ύπαρξη της εξουσίας αυτής απέκλειε το ενδεχόμενο να έχει δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των νυν αναιρεσειουσών σχετικά με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα πραγματοποιούνταν η προσέγγιση των τιμών από την περίοδο εμπορίας 1993/94 και εντεύθεν.
46 Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
47 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε διάφορες αρχές του κοινοτικού δικαίου και παρέβη διάφορες διατάξεις του, καθόσον απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί παραβιάσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν η κατάργηση της προοδευτικής εξισώσεως των τιμών δεν έβαινε πέραν των ορίων της διακριτικής εξουσίας του Συμβουλίου, το Συμβούλιο έπρεπε να θεσπίσει τις κατάλληλες μεταβατικές διατάξεις για την αντιστάθμιση των αρνητικών αποτελεσμάτων που θα είχε για τις αναιρεσείουσες η ταχύτερη εξίσωση των τιμών, όπως ακριβώς έπραξε σε σχέση με τους παραγωγούς ζάχαρης.
48 Επιβάλλεται πάντως να τονιστεί ότι η θέσπιση μεταβατικών διατάξεων υπέρ των αναιρεσειουσών δεν θα μπορούσε να κριθεί αναγκαία παρά μόνον εφόσον είχε γίνει δεκτό ότι καλώς είχαν αποκτήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σχετικά με τη διατήρηση ορισμένης καταστάσεως ή την έκβαση ορισμένων προβλέψιμων γεγονότων. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο απέκλεισε το ενδεχόμενο υπάρξεως δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ορθώς κατέληξε στο ότι το Συμβούλιο δεν υπείχε υποχρέωση θεσπίσεως μεταβατικών μέτρων υπέρ των αναιρεσειουσών.
49 Κατά συνέπεια, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
Επί των λόγων αναιρέσεως που αφορούν την παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
50 Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο, στη σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ερμήνευσε εσφαλμένα τα επιχειρήματά τους, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης. Κατά τις αναιρεσείουσες, κακώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το επιχείρημα που ανέπτυξαν στο σημείο 38 του δικογράφου της προσφυγής τους και στο σημείο 36 του υπομνήματος απαντήσεως αποσκοπούσε στην ακύρωση του κανονισμού 3814/92 λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, ενώ στην πραγματικότητα οι νυν αναιρεσείουσες υποστήριζαν ότι, αφού ο εν λόγω κανονισμός δεν παρείχε καμία εξήγηση για τη διαφορετική μεταχείρισή τους έναντι των Ισπανών παραγωγών ζάχαρης, έπρεπε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη.
51 Ενώπιον του Πρωτοδικείου οι νυν αναιρεσείουσες, στο πλαίσιο του δεύτερου ισχυρισμού τους, ο οποίος αφορούσε την παραβίαση της απαγορεύσεων των διακρίσεων, ανέπτυξαν επιχείρημα στηριζόμενο στην έλλειψη αιτιολογίας του κανονισμού 3814/92. Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο στο σημείο 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως απέρριψε, κατόπιν αναλύσεως της αιτιολογίας του κανονισμού αυτού, αυτό το επιχείρημα των νυν αναιρεσειουσών πριν προβεί στην εξέταση του εν λόγω ισχυρισμού. Ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, ερμήνευσε ορθά το εν λόγω επιχείρημα.
52 Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
53 Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον από το γεγονός ότι η παραγωγή ισογλυκόζης, αντίθετα προς την παραγωγή ζάχαρης, δεν έχει κατ' ανάγκη ως συνέπεια τον σχηματισμό αποθεμάτων συνήγαγε ότι οι νυν αναιρεσείουσες βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση απ' ό,τι οι παραγωγοί ζάχαρης και ότι η διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με την καταβολή της ενισχύσεως στους παραγωγούς ζάχαρης για τη ζάχαρη που ήταν αποθεματοποιημένη στις 31 Δεκεμβρίου 1992 ήταν δικαιολογημένη.
54 Διαπιστώνεται πάντως ότι το Πρωτοδικείο, πριν καταλήξει ότι η κατάσταση των προσφευγουσών διέφερε από την κατάσταση των παραγωγών ζάχαρης, προέβη σε ορισμένες διαπιστώσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Όσον αφορά τις διαπιστώσεις αυτές, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη (βλ. διάταξη της 20ής Μαρτίου 1991, C-155/90 P, Turner κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1423, σκέψεις 13 και 14). Εξάλλου, δεδομένου ότι ο κανονισμός 3814/92 προέβλεπε τη χορήγηση ενισχύσεως για τα αποθεματοποιημένα προϋόντα, το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όταν βασίστηκε σε ορισμένες διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών αφορώσες τη διαφορετική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι παραγωγοί ζάχαρης έναντι των παραγωγών ισογλυκόζης ως προς τα αποθεματοποιημένα προϋόντα και κατέληξε στη συνέχεια στο ότι επιτρεπόταν η διαφορετική μεταχείρισή τους.
55 Κατά συνέπεια, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
56 Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την προπαρατεθείσα απόφαση Royal Scholten-Honig και Tunnel Refineries ούτε την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και παρέβη το άρθρο 190 της Συνθήκης, καθόσον έκρινε ότι οι νυν αναιρεσείουσες βρίσκονταν σε διαφορετική κατάσταση απ' ό,τι οι παραγωγοί ζάχαρης και η διαφορετική μεταχείρισή τους ήταν νόμιμη, διότι δεν υπείχαν την υποχρέωση να καταβάλλουν για τις πρώτες ύλες τους καμία κατώτατη τιμή καθοριζόμενη από την Κοινότητα. Η κατώτατη τιμή της πρώτης ύλης που χρησιμοποιούν οι αναιρεσείουσες είναι η τιμή παρεμβάσεως των σιτηρών. Από την έκδοση όμως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Royal Scholten-Honig και Tunnel Refineries και εντεύθεν η ζάχαρη και η ισογλυκόζη αντιμετωπίζονται πάντοτε κατά τον ίδιο τρόπο, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, παρά τη διαφορά του κόστους των πρώτων υλών. Επιπλέον, με τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο τόνισε ότι οι νυν αναιρεσείουσες μπορούσαν να επωφελούνται από τις ενδεχόμενες βελτιώσεις των συνθηκών στην αγορά σιτηρών, ενώ θα έπρεπε να αποδείξει αυτό που θεώρησε ως δεδομένο.
57 Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη, όσον αφορά τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο ως προς τα πραγματικά περιστατικά (βλ. την προπαρατεθείσα διάταξη Turner κατά Επιτροπής, σκέψεις 13 και 14). Κατά το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν μπορούν να υποβάλλονται στην κρίση του ορισμένες εκτιμήσεις όπως η διαπίστωση ότι οι νυν αναιρεσείουσες δεν είχαν την υποχρέωση καταβολής καμιάς κατώτατης τιμής καθοριζόμενης από την Κοινότητα για τις πρώτες ύλες τους ή η διαπίστωση ότι μπορούσαν να επωφελούνται από τις ενδεχόμενες βελτιώσεις των συνθηκών στην αγορά σιτηρών. Εξάλλου, δεδομένου ότι ο κανονισμός 3814/92 προέβλεψε μείωση της κατώτατης τιμής για τα τεύτλα, δηλαδή την πρώτη ύλη για την παραγωγή ζάχαρης, το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όταν βασίστηκε σε ορισμένες διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών αφορώσες τη διαφορετική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι παραγωγοί ζάχαρης έναντι των παραγωγών ισογλυκόζης ως προς τις πρώτες ύλες και κατέληξε στη συνέχεια στο συμπέρασμα ότι επιτρεπόταν η διαφορετική μεταχείρισή τους.
58 Κατά συνέπεια, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
59 Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε διάφορες αρχές κοινοτικού δικαίου και παρέβη διάφορες διατάξεις του, καθόσον απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί παραβιάσεως της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
60 Από το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, καθώς και από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας, προκύπτει ωστόσο ότι στην αίτηση αναιρέσεως πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια τα επικρινόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως (διάταξη της 24ης Απριλίου 1996, C-87/95 P, CNPAAP κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-2003, σκέψη 29).
61 Δεδομένου ότι ο ένατος λόγος αναιρέσεως, ακόμη και αν θεωρηθεί αυτοτελής έναντι των προηγουμένων, δεν διαλαμβάνει σαφώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τα προβαλλόμενα νομικά επιχειρήματα, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτουν οι διατάξεις αυτές και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί.
62 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
63 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας. Η Επιτροπή, παρεμβαίνουσα, θα φέρει τα έξοδά της, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα. Η παρεμβαίνουσα θα φέρει τα έξοδά της.
Full & Egal Universal Law Academy