Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Νομισματικά εξισωτικά ποσά - Απαλλαγή από την επιβάρυνση - Ρήτρα ευθυδικίας - Περιεχόμενο - Διττή διέλευση των συνόρων - Αποκλείεται - Εισαγωγή και εξαγωγή από διαφορετικούς επιχειρηματίες - Δεν υφίσταται επίπτωση
(Κανονισμός 926/80 της Επιτροπής, άρθρο 8 § 2, στοιχ. ββ)
Περίληψη
Το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις όπου, λόγω αυξομειώσεων των εν λόγω ποσών μεταξύ της συνάψεως μιας συμβάσεως και της εκτελέσεώς της, ένας επιχειρηματίας υφίσταται πρόσθετη επιβάρυνση, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η άρνηση απαλλαγής που το άρθρο αυτό συνεπάγεται αφορά αδιακρίτως τόσο την περίπτωση εξαχθέντος προϋόντος το οποίο, στη συνέχεια, επανεισάγεται εντός των έξι επομένων της εξαγωγής του μηνών όσο και αυτήν του εξαχθέντος προϋόντος το οποίο είχε προηγουμένως εισαχθεί εντός των έξι προηγουμένων της εξαγωγής του μηνών.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αρκεί, για να προβληθεί άρνηση απαλλαγής από την είσπραξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών, το ίδιο προϋόν να έχει εξαχθεί εντός έξι μηνών από της εισαγωγής του, και τούτο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η εισαγωγή πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο ή από άλλον επιχειρηματία. Πράγματι, καθώς το σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών σκοπεί στη διαμόρφωση των τιμών των γεωργικών προϋόντων και όχι στην παρεμπόδιση ασυνήθων ζημιών ή κερδών των επιχειρηματιών, σκοπός του κανονισμού 926/80 δεν είναι η διασφάλιση στους επιχειρηματίες που έχουν αναλάβει την εκτέλεση συμβάσεων με προκαθορισμένους όρους γενικευμένης προστασίας έναντι της εφαρμογής αυτών των νομισματικών εξισωτικών ποσών η οποία οφείλεται σε νομισματικό μέτρο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-153/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Raad van State van Belgiλ προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
ANDRE en Co. NV
και
Bελγικού Δημοσίου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 926/80 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1980, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 113),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη (εισηγητή), προεδρεύοντα του τμήματος, P. J. G. Kapteyn και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η ANDRE en Co. NV, εκπροσωπούμενη από τους Jacques Steenbergen και Harold Nyssens, δικηγόρους Βρυξελλών,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jan Devadder, διευθυντή διοικήσεως στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με Αναπτυσσόμενες Ξώρες,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Hubertus van Vliet και Klaus-Dieter Borchardt, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της ANDRE en Co. NV, εκπροσωπούμενης από τον Jacques Steenbergen, της Βελγικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Paul Aerts, δικηγόρο Γάνδης, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον Hubertus van Vliet, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Ιουλίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1995 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Μαου 1995, το Raad van State van Belgiλ υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 926/80 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1980, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 113).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της ANDRE en Co. NV (στο εξής: ANDRE), ανώνυμης εταιρίας με έδρα το Βέλγιο, και του Βελγικού Δημοσίου, σχετικά με την απαλλαγή από νομισματικά εξισωτικά ποσά (στο εξής: ΝΕΠ), που είχε ζητηθεί το 1982 από την ANDRE, ύστερα από την εξαγωγή ορισμένων ποσοτήτων δημητριακών.
3 Πριν από τον κανονισμό 926/80, η Επιτροπή είχε εκδώσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1608/74, της 26ης Ιουνίου 1974, περί ειδικών διατάξεων επί του θέματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/010, σ. 229), ο οποίος προέβλεπε την απαλλαγή από την είσπραξη ΝΕΠ για εισαγωγές ή, ανάλογα με την περίπτωση, εξαγωγές που είχαν πραγματοποιηθεί ύστερα από την επιβολή ή την αύξηση τέτοιων ποσών αλλά σε εκτέλεση συμβάσεων που είχαν συναφθεί πριν από την επιβολή ή την αύξηση των ποσών αυτών (στο εξής: παλαιές συμβάσεις).
4 Δεδομένου ότι ο κανονισμός 1608/74 είχε απλώς καθορίσει ένα πολύ γενικό πλαίσιο για την απαλλαγή από την είσπραξη των ΝΕΠ, η Επιτροπή θεώρησε χρήσιμο, με βάση την κτηθείσα εμπειρία, να θεσπίσει πλέον λεπτομερείς κανόνες. Κατά συνέπεια, αντικατέστησε τον κανονισμό 1608/74 με τον κανονισμό 926/80, ο οποίος επιδίωκε τον ίδιο σκοπό που συνίστατο στην άμβλυνση των μειονεκτημάτων που προέκυπταν από τις παλαιές συμβάσεις. Επομένως, ο κανονισμός 926/80 καθορίζει τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων είναι δυνατό να χορηγείται από τα κράτη μέλη απαλλαγή όσον αφορά την είσπραξη των ΝΕΠ.
5 Ειδικότερα, το άρθρο 8 του κανονισμού 926/80 ορίζει:
«1. Η εξαίρεση εκ της εισπράξεως δεν μπορεί να δοθεί παρά στο μέτρο που ο αιτών ή το συμβαλλόμενο μέρος για λογαριασμό του οποίου ενεργεί υφίσταται λόγω της εισπράξεως του νέου νομισματικού εξισωτικού ποσού μια συμπληρωματική επιβάρυνση που δεν μπόρεσε να αποφύγει, ακόμη και επιδεικνύοντας κάθε αναγκαία και δυνατή επιμέλεια.
2. Εντούτοις, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται:
α) (...)
β) όταν διαπιστώνεται πως το προϋόν στο οποίο εφαρμόζεται το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό έχει, ανάλογα με την περίπτωση, επανεξαχθεί ή επανεισαχθεί εντός των έξι μηνών μετά την εισαγωγή του ή την εξαγωγή του.
3. (...)»
6 Στη συνέχεια, ο κανονισμός 926/80 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1084/84 της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 1984 (ΕΕ L 106, σ. 26), χωρίς να εκδοθεί νέος κανονισμός.
7 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η ANDRE προέβη στην πώληση, βάσει οκτώ συμβάσεων συναφθεισών μεταξύ της 15ης Ιανουαρίου και της 2ας Φεβρουαρίου 1982, σε εταιρίες με έδρα τη Γαλλία και τις Κάτω Ξώρες, ποσοτήτων δημητριακών που εξήχθησαν και παραδόθησαν μεταξύ των μηνών Μαρτίου και Ιουλίου 1982. Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, ο πωλητής βαρυνόταν με τα τυχόν ΝΕΠ που έπρεπε να καταβληθούν κατά την εξαγωγή.
8 Για την πραγματοποίηση των παραδόσεων αυτών, η ANDRE προμηθεύθηκε, βάσει οκτώ συμβάσεων που συνάφθηκαν κατά τον Ιανουάριο και τις αρχές Φεβρουαρίου 1982, από εταιρίες με έδρα το Βέλγιο, τον ίδιο τύπο και την ίδια ποσότητα δημητριακών αλλοδαπής καταγωγής που είχαν εισαχθεί από τις εταιρίες αυτές. Οι συμβάσεις αυτές προέβλεπαν την παράδοση των δημητριακών στην ANDRE μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουλίου 1982.
9 Δεν αμφισβητείται ότι οι προμνημονευθείσες πράξεις εισαγωγής και εξαγωγής έλαβαν χώρα μεταξύ κρατών μελών. Εξάλλου, το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της εισαγωγής και της εξαγωγής των δημητριακών ήταν μικρότερο των έξι μηνών.
10 Στις 21 Φεβρουαρίου 1982, υποτιμήθηκε το βελγικό φράγκο. Συνεπεία τούτου, θεσπίστηκε και έπρεπε να χορηγείται κατά την εισαγωγή ορισμένων γεωργικών προϋόντων στο Βέλγιο ΝΕΠ ύψους 8,6 %, ενώ κατά την εξαγωγή από το Βέλγιο έπρεπε να εισπράττεται αντίστοιχο ΝΕΠ ύψους 8,6 %.
11 Η ANDRE, στηριζόμενη στο άρθρο 8 του κανονισμού 926/80, υπέβαλε, καταρχάς, αίτηση στην Centrale Dienst voor Contigenten en Vergunningen (Κεντρική Υπηρεσία Ποσοστώσεων και Αδειών, στο εξής: ΚΥΠΑ), ζητώντας τη χορήγηση απαλλαγής από την είσπραξη των ΝΕΠ. Δεδομένου ότι η αίτηση αυτή απορρίφθηκε, η ANDRE υπέβαλε στην ΚΥΠΑ διοικητική ένσταση η οποία επίσης απορρίφθηκε με απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1986 για τον λόγο ότι τα εξαχθέντα εμπορεύματα είχαν αγοραστεί «εκτελωνισθέντα στο Βέλγιο» προκειμένου, στη συνέχεια, να επανεξαχθούν. Κατά της αποφάσεως αυτής η ANDRE άσκησε προσφυγή ακυρωτική ενώπιον του Raad van State.
12 Στην εν λόγω προσφυγή η ANDRE υποστήριξε ότι η απόφαση της ΚΥΠΑ είναι αντίθετη προς το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η ANDRE υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιβάλλεται να μη χορηγείται απαλλαγή όχι σε περίπτωση επανεξαγωγής εισαχθέντων εμπορευμάτων, όπως συμβαίνει με την υπόθεση της κύριας δίκης, αλλά μόνον όταν η πράξη εξαγωγής για την οποία ζητείται απαλλαγή ακολουθείται από επανεισαγωγή εμπορευμάτων. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η εν λόγω εταιρία διατείνεται ότι, έστω και αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80 επιτρέπει τη μη χορήγηση απαλλαγής από τα ΝΕΠ και στην περίπτωση επανεξαγωγής εμπορευμάτων για τα οποία χορηγήθηκε ΝΕΠ κατά την προηγηθείσα εισαγωγή, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνον όταν ο δικαιούχος της απαλλαγής ταυτίζεται με αυτόν που έχει ήδη τύχει της χορηγήσεως των ΝΕΠ κατά την προγενέστερη εισαγωγή. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι αντικείμενο του κανονισμού 926/80 είναι η χορήγηση απαλλαγής από ΝΕΠ σ' αυτόν ο οποίος φέρει ο ίδιος τις πρόσθετες επιβαρύνσεις που δεν μπόρεσε να αποφύγει μολονότι απέδειξε ότι είχε επιδείξει κάθε αναγκαία και δυνατή επιμέλεια. Κατά συνέπεια, η βλάβη που έχει υποστεί εν προκειμένω ο εξαγωγέας δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από ένα πλεονέκτημα από το οποίο θα επωφελούνταν άλλος εισαγωγέας έχων πραγματοποιήσει την εισαγωγή, έστω και εντός των έξι προηγουμένων της εξαγωγής μηνών.
13 Εν όψει των ανωτέρω λόγων ακυρώσεως, το Raad van State, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία αυτής της διατάξεως του κανονισμού 926/80, έκρινε ότι έπρεπε να αναστείλει τη σχετική διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 926/80 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1980, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής σε μία πράξη εξαγωγής όταν τα προϋόντα για τα οποία ισχύει το νέο νομισματικό εξισωτικό ποσό εισήχθησαν εντός διαστήματος μικρότερου των έξι μηνών πριν από αυτήν την πράξη εξαγωγής;
2) Πρέπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 926/80 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1980, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν πρέπει τούτο να εφαρμοστεί ούτε επί πράξεως εξαγωγής για την οποία οφείλονται νομισματικά εξισωτικά ποσά, όταν αυτής της πράξεως εξαγωγής προηγήθηκε, εντός διαστήματος μικρότερου των έξι μηνών, πράξη εισαγωγής για την οποία εισπράχθηκαν νομισματικά εξισωτικά ποσά από πρόσωπο άλλο εκτός αυτού το οποίο εξήγαγε τα αγαθά;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
14 Με το πρώτο του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά μόνον την περίπτωση εξαχθέντος προϋόντος το οποίο, στη συνέχεια, επανεισάγεται εντός έξι μηνών ύστερα από την εξαγωγή του ή και την περίπτωση εξαχθέντος προϋόντος το οποίο εισήχθη εντός των έξι μηνών που προηγήθηκαν της εξαγωγής του.
15 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 926/80 αφορά την απαλλαγή των εισαγωγών και των εξαγωγών από την είσπραξη νέων ΝΕΠ, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ εισαγωγής η οποία προηγείται ή έπεται της εξαγωγής και εξαγωγής η οποία προηγείται ή έπεται της εισαγωγής.
16 Εξάλλου, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, «το αντικείμενο της σχετικής ρυθμίσεως είναι η εξαίρεση εκ χαριστικής αιτίας εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισπράττονται επί των πράξεων των καλουμένων "των παλαιών συμβάσεων"». Επομένως, ο κανονισμός αφορά αδιακρίτως τόσο τις εξαγωγές των οποίων έχει προηγηθεί η εισαγωγή του προϋόντος όσο και τις εξαγωγές που ακολουθούνται από την επανεισαγωγή πραγματοποιούμενη εντός έξι μηνών ύστερα από την εξαγωγή.
17 Με την άρνηση χορηγήσεως απαλλαγής από την είσπραξη των ΝΕΠ που προβλέπει όταν ένα προϋόν διέρχεται δύο φορές τα σύνορα κράτους μέλους, το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, έχει ως σκοπό τη διασφάλιση ενός διορθωτικού μηχανισμού ώστε ο επιχειρηματίας υπέρ του οποίου λειτουργεί η απαλλαγή να μην τυγχάνει αδικαιολογήτου πλεονεκτήματος. Πράγματι, σε όλες τις περιπτώσεις όπου υφίσταται διπλή διέλευση των συνόρων υπό τις συνθήκες του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80, τα ΝΕΠ συμψηφίζονται, οπότε η προβλεπόμενη από τον κανονισμό απαλλαγή δεν δικαιολογείται πλέον.
18 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο σκοπός του κανονισμού 926/80 πληρούται κάθε φορά που πραγματοποιείται διπλή διέλευση των συνόρων υπό τις συνθήκες του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ· κατ' αυτόν τον τρόπο, αυτή η διπλή διέλευση έχει ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση της επιβαρύνσεως. Όμως, τέτοια εξουδετέρωση δεν θα υφίστατο αν χορηγούνταν απαλλαγή από την είσπραξη των ΝΕΠ που έπρεπε να καταβληθούν κατά την εξαγωγή, και τούτο παρά το γεγονός ότι αντίστοιχο ΝΕΠ είχε καταβληθεί κατά την εισαγωγή του προϋόντος που είχε πραγματοποιηθεί κατά τους έξι προηγούμενους της εξαγωγής μήνες.
19 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά και την περίπτωση εξαχθέντος προϋόντος το οποίο είχε προηγουμένως εισαχθεί εντός των έξι προηγουμένων της εξαγωγής του μηνών.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
20 Με το δεύτερό του ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι αρκετό, για τη μη χορήγηση απαλλαγής από την είσπραξη των ΝΕΠ, το ίδιο προϋόν να εξαχθεί εντός έξι μηνών ύστερα από την εισαγωγή του, και τούτο ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η εισαγωγή έγινε από τον ίδιο ή από άλλον επιχειρηματία, ή ότι, για τη μη χορήγηση απαλλαγής, πρέπει η εισαγωγή και η εξαγωγή, προγενέστερη ή επόμενη, να έχουν γίνει αποκλειστικώς από τον ίδιο επιχειρηματία.
21 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι ο κανονισμός 926/80 εντάσσεται στο σύστημα των ΝΕΠ αντικειμενικός σκοπός του οποίου είναι η ρύθμιση των τιμών κατά την κυκλοφορία των γεωργικών προϋόντων και η αποφυγή, στο μέτρο του δυνατού, των διακυμάνσεων των τιμών των προϋόντων αυτών λόγω της υποτιμήσεως ή ανατιμήσεως του νομίσματος κράτους μέλους. Επομένως, τα ΝΕΠ σκοπούν στη διαμόρφωση των τιμών των γεωργικών προϋόντων και όχι στην παρεμπόδιση ασυνήθων ζημιών ή κερδών των επιχειρηματιών.
22 Για τη διασφάλιση του σκοπού αυτού, το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80 μνημονεύει, όσον αφορά τη μη χορήγηση απαλλαγής από την είσπραξη των ΝΕΠ, μόνον το ίδιο το προϋόν, χωρίς να προσθέτει άλλες προϋποθέσεις έχουσες σχέση με τους επιχειρηματίες που οφείλουν να λάβουν ή να καταβάλουν ΝΕΠ. Επομένως, η απαίτηση πρόσθετης προϋποθέσεως, σύμφωνα με την οποία άρνηση απαλλαγής από την είσπραξη ΝΕΠ πρέπει να προβάλλεται μόνον όταν η εισαγωγή γίνεται από το ίδιο πρόσωπο, παραγνωρίζει τον σκοπό του συστήματος των ΝΕΠ και της χορηγήσεως ή μη των προβλεπομένων απαλλαγών.
23 Πρέπει να προστεθεί ότι σκοπός του κανονισμού 926/80 δεν είναι η προστασία, γενικώς, των επιχειρηματιών από ενδεχόμενη ζημία προκύπτουσα από παλαιές συμβάσεις. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει, με την απόφασή του της 20ής Μαου 1981, 152/80, Debayser κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 1291, σκέψη 12), που εξεδόθη σχετικά με τον κανονισμό 1608/74, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 926/80, ότι ο σκοπός τον οποίο υπηρετούν οι διατάξεις του κανονισμού 1608/74 δεν συνίσταται στη διασφάλιση, υπέρ των επιχειρηματιών, οι οποίοι έχουν αναλάβει την εκτέλεση συμβάσεων που περιέχουν προκαθορισμένους όρους, γενικευμένης προστασίας έναντι της εφαρμογής των ΝΕΠ που οφείλεται σε νομισματικό γεγονός.
24 Εξάλλου, όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική του σκέψη, ο κανονισμός 926/80 επιβάλλει ορισμένα όρια προκειμένου, παράλληλα με την απλοποίηση των διοικητικών διατυπώσεων, να αποφεύγονται οι καταχρήσεις. Επομένως, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, αν μπορούσε να χορηγηθεί για ένα προϋόν απαλλαγή από ΝΕΠ παρά το γεγονός ότι αντίστοιχα ΝΕΠ είχαν χορηγηθεί πριν από λίγο καιρό, και τούτο για τον απλό λόγο ότι αυτά τα ΝΕΠ είχαν εισπραχθεί από άλλον επιχειρηματία, τούτο θα ωθούσε τους ενδιαφερομένους να συνάπτουν συμβάσεις προκειμένου να καταστρατηγούν τον σκοπό του κανονισμού εισπράττοντας για ένα προϋόν ΝΕΠ κατά την εισαγωγή χωρίς να υποχρεούνται να τα καταβάλουν κατά την επανεξαγωγή του, και τούτο χάρη στη χορήγηση απαλλαγής.
25 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι μια εξαγωγή αφορά το ίδιο προϋόν με αυτό που είχε προηγουμένως εισαχθεί υπό τις συνθήκες που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80, δεν πρέπει να χορηγείται απαλλαγή, και τούτο ασχέτως του αν η εισαγωγή πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο ή από άλλον επιχειρηματία.
26 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι αρκετό, για τη μη χορήγηση απαλλαγής από την είσπραξη ΝΕΠ, το ίδιο προϋόν να έχει εξαχθεί εντός έξι μηνών ύστερα από την εισαγωγή του, και τούτο ασχέτως του εάν η εισαγωγή πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο ή από άλλον επιχειρηματία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 7ης Φεβρουαρίου 1995 το Raad van State van Belgiλ, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 926/80 της Επιτροπής, της 15ης Απριλίου 1980, περί εξαιρέσεως εκ της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών σε ορισμένες περιπτώσεις, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά και την περίπτωση εξαχθέντος προϋόντος το οποίο είχε προηγουμένως εισαχθεί εντός των έξι προηγουμένων της εξαγωγής του μηνών.
2) Το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, του κανονισμού 926/80 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι είναι αρκετό, για τη μη χορήγηση απαλλαγής από την είσπραξη νομισματικών εξισωτικών ποσών, το ίδιο προϋόν να έχει εξαχθεί εντός έξι μηνών ύστερα από την εισαγωγή του, και τούτο ασχέτως του εάν η εισαγωγή πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο ή από άλλον επιχειρηματία.
Full & Egal Universal Law Academy