Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Γάλα και γαλακτοκομικά προϋόντα - Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος - Ξορήγηση ποσοτήτων αναφοράς απαλλαγμένων εισφοράς - Παραγωγοί που ανέστειλαν τις παραδόσεις τους στο πλαίσιο του συστήματος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας ή μετατροπής - Ξορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς - Μεταβίβαση μέρους εκμεταλλεύσεως μικτής κατευθύνσεως - Κατανομή της ειδικής ποσότητας αναφοράς κατ' αναλογία του τμήματος της εκμεταλλεύσεως που εχρησιμοποιείτο για τη γαλακτοπαραγωγή κατά τον χρόνο της αναλήψεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1078/77 και 2055/93, άρθρα 1 § 2 και 2)
Περίληψη
Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού 2055/93, με τον οποίο θεσπίστηκαν, στο πλαίσιο του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, κανόνες υπολογισμού της ειδικής ποσότητας αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως, έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως μικτής κατευθύνσεως, η ποσότητα αναφοράς κατανέμεται μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος ή χορηγείται στον αποκτώντα κατ' αναλογία του τμήματος της εκμεταλλεύσεως που εχρησιμοποιείτο αμέσως ή εμμέσως για τη γαλακτοπαραγωγή κατά τον χρόνο της αναλήψεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77, και όχι κατ' αναλογία της συνολικής εκτάσεως της εκμεταλλεύσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-165/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice, Queen's Bench Division (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
Ministry of Agriculture, Fisheries and Food,
ex parte: Benjamin Lay καθώς και Donald Gage και David Gage,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση μιας ειδικής ποσότητας αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 187, σ. 8),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Ragnemalm, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και G. Hirsch (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι Lay, Donald Gage και David Gage, εκπροσωπούμενοι από τους Richard Gordon, QC, και Αlan MacLean, barrister, κατόπιν παραγγελίας του γραφείου Dawson & Co., solicitors,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον Stephen Braviner, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενο από τον Christopher Vajda, barrister,
- το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους Arthur Brautigam, νομικό σύμβουλο, και Jan-Peter Hix, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Dierk Booί, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τους Hans-Jόrgen Rabe και Georg M. Berrisch, δικηγόρους Αμβούργου,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Lay, Donald Gage και David Gage, που εκπροσωπήθηκαν από τον Alan MacLean, barrister, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, που εκπροσωπήθηκε από τη Stephanie Ridley, του Treasury Solicitor's Department, και από τον Christopher Vajda, του Συμβουλίου, που εκπροσωπήθηκε από τον Jan-Peter Hix, και της Επιτροπής που εκπροσωπήθηκε από τον Hans-Jόrgen Rabe, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Απριλίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 26ης Απριλίου 1995, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Μαου του ίδιου έτους, το High Court of Justice, Queen's Bench Division, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση μιας ειδικής ποσότητας αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 187, σ. 8).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ ορισμένων παραγωγών γάλακτος, του Lay, αφενός, και των Donald Gage και David Gage, αφετέρου (στο εξής: προσφεύγοντες της κύριας δίκης), και του Ministry of Agriculture, Fisheries and Food (Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων, στο εξής: ΜΑFF) σχετικά με μια ειδική ποσότητα αναφοράς που ζήτησαν οι προσφεύγοντες αφού ο μεν Lay αγόρασε, οι δε Donald Gage και Davide Gage μίσθωσαν τμήμα εκμεταλλεύσεως κατά τη διάρκεια ισχύος της υποχρεώσεως μη εμπορίας γάλακτος που είχε αναληφθεί βάσει του κανονισμού (EOK) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1977, περί θεσπίσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία γάλακτος και γαλακτοκομικών προϋόντων και τη μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (ΕΕ L 131, σ. 1).
3 Το 1982 ο Lay αγόρασε το αγρόκτημα Resthill, το οποίο μαζί με ένα άλλο αγρόκτημα αποτελούσαν ενιαία εκμετάλλευση, ανήκουσα στον Holton.
4 Tον Οκτώβριο του 1984, οι Donald Gage και David Gage μίσθωσαν το αγρόκτημα Court· το αγρόκτημα αυτό αποτελούσε, μαζί δύο άλλα αγροκτήματα, ενιαία εκμετάλλευση, ανήκουσα στην εταιρία A. J. Combes & Son Ltd.
5 Kατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1078/77, οι αρχικοί κύριοι, ο Holton και η εταιρία A. J. Combes & Son Ltd, είχαν αναλάβει, έναντι πριμοδοτήσεως μη εμπορίας, την υποχρέωση να μη διαθέσουν στο εμπόριο γάλα επί πέντε έτη. Ο μεν Horton ανέλαβε την υποχρέωση αυτή το 1980, ενώ η υποχρέωση που είχε αναλάβει η εταιρία A. J. Combes & Son Ltd. θα έπαυε να ισχύει στα τέλη Σεπτεμβρίου 1985.
6 Κατά την αγορά και κατά τη σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ανέλαβαν ανάλογη υποχρέωση για το τμήμα των εκμεταλλεύσεων που περιήλθε σ' αυτούς, χωρίς όμως να λάβουν πριμοδότηση μη εμπορίας. Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης είχαν την πρόθεση, την περίοδο εκείνη, να ασχοληθούν με την εκτροφή 50 αγελάδων αμέσως μετά τη λήξη ισχύος της υποχρεώσεως μη εμπορίας.
7 Το 1984, δεδομένου ότι εξακολουθούσε να μην υπάρχει ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων, θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 90, σ. 10) και του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 90, σ. 13), ένα σύστημα συμπληρωματικών εισφορών. Κατά το άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84, οφείλεται συμπληρωματική εισφορά για τις ποσότητες γάλακτος που υπερβαίνουν μια ποσότητα αναφοράς η οποία θα καθοριστεί είτε βάσει της ποσότητας γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που παρέδωσε ένας παραγωγός (εναλλακτική λύση Α) ή που αγόρασε ένας αγοραστής (εναλλακτική λύση Β) κατά τη διάρκεια ενός έτους αναφοράς.
8 Δεδομένου ότι δεν είχαν γαλακτοπαραγωγή κατά το έτος αναφοράς, λόγω της συμμετοχής στο προσωρινό σύστημα μη εμπορίας που είχε θεσπιστεί με τον κανονισμό 1078/77, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης - που ανήκαν, επομένως, στους καλούμενους «παραγωγούς SLOM» - δεν έλαβαν ποσότητα αναφοράς στο πλαίσιο του συστήματος της συμπληρωματικής εισφοράς.
9 Με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988 στις υποθέσεις 120/86, Μulder (Συλλογή 1988, σ. 2321), και 170/86, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355), το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο τον κανονισμό 857/84 καθόσον δεν προέβλεπε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς SLOM.
10 Κατόπιν αυτού, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 (ΕΕ L 84, σ. 2), πρόσθεσε ένα νέο άρθρο 3α στον κανονισμό 857/84 που προέβλεπε τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς SLOM, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
11 Η έκδοση του κανονισμού 764/89 οδήγησε επίσης στην έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 110, σ. 27)· ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988 (ΕΕ L 139, σ. 12), είχε εκδοθεί προς αντικατάσταση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 132, σ. 11), ενόψει της εφαρμογής του κανονισμού 857/84.
12 Μετά την έκδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C-189/89, Spagl (Συλλογή 1990, σ. Ι-4539), και C-217/89, Pastδtter (Συλλογή 1990, σ. Ι-4585), η παράγραφος 2 του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ L 150, σ. 35), με σκοπό να χορηγηθεί μια ειδική ποσότητα αναφοράς μεγαλύτερη από την αρχικώς καθορισθείσα στο 60 % της ποσότητας γάλακτος που παρέδωσε ή της ποσότητας ισοδυνάμου γάλακτος που πώλησε ο παραγωγός κατά την περίοδο των δώδεκα ημερολογιακών μηνών που προηγήθηκε του μήνα κατά τον οποίο κατέθεσε την αίτηση για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας.
13 Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων (ΕΕ L 405, σ. 1), ανανεώθηκε, από την 1η Απριλίου 1993, με ορισμένες τροποποιήσεις, το σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς που είχε θεσπιστεί με τους κανονισμούς 856/84 και 857/84, η ισχύς του οποίου είχε λήξει στο μεταξύ.
14 Με την απόφαση της 19ης Μαου 1993, C-81/91, Τwijnstra (Συλλογή 1993, σ. Ι-2455, στο εξής: απόφαση Τwijnstra), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, έχει την έννοια ότι επιτρέπει, σε περίπτωση μερικής μεταβιβάσεως εκμεταλλεύσεως κατά την οποία το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση υποχρεούται να τηρήσει τη δέσμευση μη εμπορίας που είχε αναλάβει ο μεταβιβάσας βάσει του κανονισμού 1078/77 του Συμβουλίου, την κατανομή της ειδικής ποσότητας μεταξύ του μεταβιβάσαντος και του προς ον η μεταβίβαση κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις.
15 Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, με τον κανονισμό 2055/93, που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση υποθέσεως, θεσπίστηκαν μεταξύ άλλων οι κανόνες υπολογισμού της ειδικής ποσότητας αναφοράς σε περίπτωση μερικής μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως.
16 Εντός αυτού του νομοθετικού πλαισίου, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης ζήτησαν, το 1993 και το 1994 αντιστοίχως, τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς. Συγκεκριμένα, στις 24 Δεκεμβρίου 1993 χορηγήθηκε στον Lay ειδική ποσότητα αναφοράς 73 871 λίτρων γάλακτος που αντιστοιχεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο προσφεύγων, στην παραγωγή 14 αγελάδων. Ομοίως, στις 26 Μαου 1994, κατόπιν επανεξετάσεως της σχετικής αιτήσεως, χορηγήθηκε ποσότητα αναφοράς 14 725 λίτρων γάλακτος στους Donald Gage και David Gage.
17 Και στις δύο περιπτώσεις το ΜAFF υπολόγισε τις ειδικές ποσότητες αναφοράς αναλόγως του μεγέθους της αγορασθείσας ή της εκμισθωθείσας εκτάσεως σε σχέση με τη συνολική έκταση εκάστης εκμεταλλεύσεως.
18 Ξωρίς να αμφισβητούν την ακρίβεια του υπολογισμού, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης προσέφυγαν στο High Court of Justice και υποστήριξαν ότι το ΜΑFF δεν ερμήνευσε ορθά τον όρο «κτηνοτροφικές εκτάσεις» που απαντά στα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού 2055/93. Το ΜΑFF προσδιόρισε την ειδική ποσότητα αναφοράς χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι αρχικοί κύριοι των εκμεταλλεύσεων ασκούσαν τη δραστηριότητα εκτροφής ζώων γαλακτοπαραγωγής σχεδόν αποκλειστικά στο τμήμα των εκμεταλλεύσεων που απέκτησαν οι προσφεύγοντες.
19 Σχετικά με την κατανομή ήδη χορηγηθείσας ειδικής ποσότητας αναφοράς, σε περίπτωση μερικής μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2055/93 ορίζει:
«2. Στην περίπτωση όπου, για την εκμετάλλευση μέρος της οποίας έχει αποκτηθεί ενώ υπέκειτο στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, έχει χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, ποσότητα αναφοράς βάσει της ποσότητας για την οποία έχει διατηρηθεί ή έχει αποκτηθεί το δικαίωμα πριμοδότησης δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, η εν λόγω ποσότητα αναφοράς διανέμεται μεταξύ του εκχωρούντος και του μερικού αποδέκτη,
- (...)
- prorata των εκχωρηθεισών κτηνοτροφικών εκτάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78, σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92.
(...)»
20 Στην περίπτωση που δεν έχει ακόμη χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς, αυτή χορηγείται στον αποκτώντα σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζουν τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2055/93.
21 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2055/93 προβλέπει:
«1. Ο παραγωγός, κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο γγ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92, ο οποίος:
- (...)
- είτε απέκτησε μέρος μιας εκμετάλλευσης, η οποία υπόκειται στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 και για την οποία δεν έχει χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84,
λαμβάνει, κατόπιν αιτήσεώς του, ειδική ποσότητα αναφοράς, εφόσον:
(...)»
22 Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«Η ειδική ποσότητα αναφοράς του άρθρου 1, παράγραφος 1, καθορίζεται από το κράτος μέλος σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια prorata της κτηνοτροφικής έκτασης που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78, την οποία εκμεταλλεύεται ο παραγωγός την ημερομηνία της αίτησής του, βάσει της ποσότητας για την οποία έχει υπολογισθεί η πριμοδότηση, μειωμένης κατά ένα αντιπροσωπευτικό ποσοστό του συνόλου των μειώσεων που εφαρμόζονται στις ποσότητες αναφοράς οι οποίες καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 και εν πάση περιπτώσει περιλαμβάνει μία βασική μείωση ύψους 4,5 % ή σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού.
(...)»
23 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1391/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, περί τροποποιημένων λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων και τη μετατροπή αγελών βοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 189), στο οποίο παραπέμπουν οι προαναφερθείσες διατάξεις περιέχει τον ακόλουθο ορισμό:
«δ) "βοσκότοποι" νοούνται η συνολική ωφέλιμη γεωργική έκταση, την οποία εκμεταλλεύεται παραγωγός κατά την έννοια του άρθρου 5 υπό αα του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77».
24 Το άρθρο 5, στοιχείο αα, του κανονισμού 1078/77 δίνει τον ακόλουθο ορισμό του παραγωγού στον οποίο αναφέρεται η προαναφερθείσα διάταξη:
«α) ως παραγωγός θεωρείται:
- το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εκμεταλλεύεται γεωργική εκμετάλλευση ευρισκομένη στο έδαφος της Κοινότητας και ασχολείται με την εκτροφή βοειδών,
- (...)»
25 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2055/93 ορίζει:
«1. Η διαθέσιμη σε μια εκμετάλλευση ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται μαζί με την εκμετάλλευση σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή κληρονομικής μεταβιβάσεως στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχεται, σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν τα κράτη μέλη λαμβάνοντας υπόψη τις χρησιμοποιούμενες για τη γαλακτοπαραγωγή εκτάσεις ή άλλα αντικειμενικά κριτήρια και ενδεχομένως συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων πλευρών (...).
(...)»
26 Το άρθρο 9, παράγραφος γγ, του ίδιου κανονισμού προσθέτει:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοείται ως:
(...)
γ) "παραγωγός": κάτοχος γεωργικής εκμετάλλευσης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων, η εκμετάλλευση των οποίων βρίσκεται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας:
- που πωλεί γάλα ή άλλα γαλακτοκομικά προϋόντα απευθείας στον καταναλωτή,
ή/και
- που παραδίδει στον αγοραστή.»
27 Θεωρώντας ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων και από την εκτίμηση του κύρους τους, το High Court of Justice, Queen's Bench Division, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τρία ερωτήματα:
«1) Ενόψει του προσδιορισμού του δικαιώματος για ποσότητα αναφοράς κατά τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, που έχει ο αποκτών μέρος εκμεταλλεύσεως, οφείλει το κράτος μέλος, βάσει του κανονισμού 2055/93 και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και του σεβασμού του δικαιώματος κυριότητας, να κατανείμει την ποσότητα αναφοράς μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος μέρος της εκμεταλλεύσεως, με βάση το τμήμα αυτής που εχρησιμοποιείτο για παραγωγή γάλακτος κατά τον χρόνο της εκ μέρους του μεταβιβάζοντος αναλήψεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας και στη συνέχεια αναλόγως του ποσοστού της χρησιμοποιουμένης για παραγωγή γάλακτος εκτάσεως που μεταβιβάζεται στον αποκτώντα;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 1, είναι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου ανίσχυρα ως παραβιάζοντα τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αναλογικότητας και του σεβασμού του δικαιώματος κυριότητας;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα ερωτήματα 1 και 2, για τον προσδιορισμό του δικαιώματος του αποκτώντος μέρος της εκμεταλλεύσεως για ποσότητα αναφοράς κατά τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, μπορεί το κράτος μέλος να κατανείμει την ποσότητα αναφοράς μεταξύ μεταβιβάζοντος και αποκτώντος αναλόγως του τμήματος της εκμεταλλεύσεως που μεταβιβάζεται στον αποκτώντα;»
Ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού 2055/93 (πρώτο και τρίτο ερώτημα)
28 Με το πρώτο και το τρίτο ερώτημα που πρέπει να συνεξετασθούν, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, κατά τα ουσιώδη, αν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού 2055/93 και ιδίως ο όρος «κτηνοτροφικές εκτάσεις» που απαντά στις διατάξεις αυτές έχουν την έννοια ότι, στην περίπτωση μερικής μεταβιβάσεως εκμεταλλεύσεως μεικτού προσανατολισμού, η ειδική ποσότητα αναφοράς πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του προς ον η μεταβίβαση ή να χορηγηθεί στον προς ον η μεταβίβαση κατ' αναλογία του τμήματος της εκμεταλλεύσεως που εχρησιμοποιείτο αμέσως ή εμμέσως για παραγωγή γάλακτος κατά τον χρόνο αναλήψεως της δεσμεύσεως περί μη εμπορίας βάσει του κανονισμού 1078/77, ή η ποσότητα αυτή πρέπει να κατανεμηθεί ή να χορηγηθεί κατ' αναλογία της ολικής εκτάσεως της εκμεταλλεύσεως.
29 Βάσει του κανονισμού 2055/93, σε περίπτωση μερικής μεταβιβάσεως μιας εκμεταλλεύσεως ο προς ον η μεταβίβαση λαμβάνει ειδική ποσότητα αναφοράς η οποία είτε κατανέμεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού μεταξύ αυτού και του μεταβιβάζοντος κατ' αναλογία των κτηνοτροφικών εκτάσεων είτε του χορηγείται βάσει του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού, επίσης κατ' αναλογία των κτηνοτροφικών εκτάσεων· και στις δύο περιπτώσεις ο όρος κτηνοτροφικές εκτάσεις έχει την έννοια που δίνει το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του κανονισμού 1391/78.
30 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αντιλαμβάνονται με τον όρο «κτηνοτροφικές εκτάσεις» κατά την έννοια της διάταξης αυτής το σύνολο των εκτάσεων που ανήκουν σε μια εκμετάλλευση ακόμη και αν χρησιμοποιούνται εν μέρει μόνο για παραγωγή γάλακτος. Κατά συνέπεια, η ειδική ποσότητα αναφοράς που χορηγείται στον αποκτώντα υπολογίζεται αναλόγως των μεταβιβαζομένων εκτάσεων σε σχέση με το σύνολο των εκτάσεων που ανήκουν στην εκμετάλλευση.
31 Οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης φρονούν αντιθέτως ότι κτηνοτροφικές εκτάσεις κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως είναι μόνο τα τμήματα της εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούνται για παραγωγή γάλακτος, αποκλειομένων των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για άλλες γεωργικές δραστηριότητες.
32 Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανονισμός 2055/93, όπως προκύπτει από την τέταρτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του, εκδόθηκε «προκειμένου να ληφθούν πλήρως υπόψη οι αποφάσεις του Δικαστηρίου» ιδίως δε η απόφαση Twijnstra.
33 Στη σκέψη 25 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι ολόκληρο το σύστημα των ποσοτήτων αναφοράς στηρίζεται στη γενική αρχή που καθιερώνουν το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84 και το άρθρο 5 του κανονισμού 1371/84, κατά την οποία η ποσότητα αναφοράς, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος της εκμεταλλεύσεως, χορηγείται στον αγοραστή κατ' αναλογία προς τις μεταβιβασθείσες εκτάσεις.
34 Ωστόσο με την απόφαση Twinjstra, η γενική αρχή της εξαρτήσεως της ποσότητας αναφοράς από τις γαίες, όπως προκύπτει ιδίως από την απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Ιανουαρίου 1997, C-463/93, St. Martinus Elten (Συλλογή σ. Ι-255, σκέψη 14), διατυπώθηκε μόνο σε σχέση με τη μεταβίβαση τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την παραγωγή γάλακτος. Η απόφαση αυτή, επομένως, δεν έδωσε απάντηση για την περίπτωση, όπως είναι η περίπτωση της κύριας δίκης, της μεταβιβάσεως τμήματος εκμεταλλεύσεως μεικτού προσανατολισμού.
35 Συναφώς πρέπει να σημειωθεί ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92 και το άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88, που επαναλαμβάνουν τη γενική αρχή την οποία διατυπώνει το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84 και το άρθρο 5 του κανονισμού 1371/84, προβλέπουν τη μερική μεταβίβαση των ποσοστώσεων γαλακτοπαραγωγής κατ' αναλογία ή λαμβανομένων υπόψη «των χρησιμοποιουμένων για τη γαλακτοπαραγωγή εκτάσεων ή άλλων αντικειμενικών κριτηρίων».
36 Από το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, με την αυστηρή εξάρτηση των ποσοτήτων αναφοράς από τις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή, κάθε παραγωγός που συνεχίζει την παραγωγή γάλακτος υπό την ιδιότητα του αποκτώντος ή του μεταβιβάζοντος μπορεί να παράγει το ποσοστό της ποσότητας γάλακτος το οποίο αντιστοιχεί στο ποσοστό των εξ αρχής χρησιμοποιουμένων για τη γαλακτοπαραγωγή εκτάσεων τις οποίες απέκτησε ή διατήρησε.
37 Η γραμματική αυτή ερμηνεία συνάδει προς τον σκοπό των προαναφερθεισών διατάξεων, που συνίσταται στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, την οποία μπορεί να επικαλεστεί ο αποκτών την εκμετάλλευση. Συγκεκριμένα, αφού απέκτησε τα τμήματα της εκμεταλλεύσεως που εχρησιμοποιείτο προηγουμένως για τη γαλακτοπαραγωγή και αναδέχθηκε την υποχρέωση μη εμπορίας, ο αγοραστής μπορεί επίσης θεμιτώς να προσδοκά ότι θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις αγορασθείσες εκτάσεις για τη γαλακτοπαραγωγή (βλ. κατ' αυτήν την έννοια απόφαση Twijnstra, σκέψη 23).
38 Κατά συνέπεια, για να μην αποκλειστεί ο αγοραστής από την εφαρμογή της αρχής της εξαρτήσεως της ποσότητας αναφοράς από τις χρησιμοποιούμενες εκτάσεις σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως μεικτού προσανατολισμού, πρέπει να χορηγηθεί μια ειδική ποσότητα αναφοράς αναλόγως των εκτάσεων που χρησιμοποιούνταν για τη γαλακτοπαραγωγή κατά τον χρόνο της χορηγήσεως της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας.
39 Με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1992, C-79/91, Knόfer (Συλλογή σ. Ι-6895, σκέψη 12), κρίθηκε συναφώς ότι οι ποσότητες αναφοράς κατανέμονται μόνο κατ' αναλογία του μεγέθους των αντιστοίχων εκτάσεων της εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή χωρίς να γίνεται καμιά διάκριση ανάλογα με τη φύση της χρησιμοποιήσεως των εν λόγω εκτάσεων.
40 Στη σκέψη 13 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, για την κατανομή των ποσοτήτων αναφοράς, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι εκτάσεις της εκμεταλλεύσεως που συμβάλλουν, άμεσα ή έμμεσα, στη γαλακτοπαραγωγή αυτής.
41 Το γράμμα του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2055/93, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της αποφάσεως Twijnstra, δεν αντιφάσκει αλλά επιρρωννύει την ερμηνεία αυτή.
42 Η διάταξη αυτή προβλέπει συγκεκριμένα ότι η χορηγουμένη ειδική ποσότητα αναφοράς καθορίζεται αναλόγως της κτηνοτροφικής εκτάσεως που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του κανονισμού 1391/78, που εκδόθηκε εν όψει της εφαρμογής του συστήματος των πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία, και ορίζει την έννοια αυτή ως τη συνολική ωφέλιμη γεωργική έκταση την οποία εκμεταλλεύεται ένας παραγωγός κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο αα, του κανονισμού 1078/77.
43 Ο όρος «κτηνοτροφική έκταση» σημαίνει δηλαδή μόνον τη συνολική ωφέλιμη γεωργική έκταση την οποία εκμεταλλεύεται ένας γεωργός που έχει την ιδιότητα του παραγωγού κατά την έννοια του άρθρου 5, στοιχείο αα, του κανονισμού 1078/77. Ένας γεωργός όμως δεν μπορεί να έχει την ιδιότητα αυτή παρά μόνον αν ασχολείται με την εκτροφή βοοειδών σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη και, ειδικότερα όσον αφορά τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς, όταν πωλεί ή παραδίδει γάλα υπό την ιδιότητα του παραγωγού, κατά την έννοια του άρθρου 9, στοιχείο γγ, του κανονισμού 3950/92, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2055/93.
44 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται εξάλλου από το γεγονός ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2055/93 παραπέμπει στο άρθρο 7 του κανονισμού 3950/92, κατά το οποίο η μεταβίβαση μιας ποσότητας αναφοράς γίνεται, σε περίπτωση μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως, λαμβανομένων υπόψη των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή ή άλλων αντικειμενικών κριτηρίων και ενδεχομένης συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων. Όπως παρατηρεί ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 11 των προτάσεων του, γίνεται δηλαδή παραλληλισμός, όσον αφορά την υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη οι εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή, μεταξύ της μεταβιβάσεως μιας ποσότητας αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως και της μεταβιβάσεως τμήματος μιας ειδικής ποσότητας αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως.
45 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αντιτείνουν, πρώτον, ότι η ερμηνεία αυτή είναι αδύνατον να εφαρμοστεί διότι το MAFF δεν διαθέτει κανένα στοιχείο ώστε να μπορεί να προσδιορίσει το ποσοστό μιας εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιήθηκε για τη γαλακτοπαραγωγή.
46 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί πρώτον ότι, όπως ορθά παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 15 των προτάσεών του, οι ενδεχόμενες δυσχέρειες διοικητικής φύσεως και ελέγχου δεν μπορούν καταρχήν να εμποδίσουν μια ερμηνεία η οποία είναι η μόνη που σέβεται τις γενικές αρχές που διέπουν το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
47 Σημειωτέον εν συνεχεία ότι, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, και του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο δδ, του κανονισμού 1391/78, «οι βοσκότοποι που εκμεταλλεύεται ο παραγωγός κατά τη στιγμή της υποβολής της αιτήσεως» της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας πρέπει αφενός να αναφέρονται στην αίτηση και αφετέρου να ελέγχονται από την αρμόδια αρχή. Κατά τα λοιπά, η χρησιμοποίηση των διαφόρων γαιών ως βοσκοτόπων για τη γαλακτοπαραγωγή αποδεικνύεται με κάθε αποδεικτικό μέσο.
48 Δεύτερον, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η συσταλτική ερμηνεία της έννοιας της κτηνοτροφικής εκτάσεως, που περιορίζεται μόνο στις εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοπαραγωγή, συνιστά προσβολή της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
49 Είναι αληθές ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως μεικτής κατευθύνσεως, η ερμηνεία που προτείνει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή καθιστά δυνατό τον σαφή καθορισμό των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς που δικαιούται να λάβει ο αγοραστής και κατ' αυτόν τον τρόπο αποκλείεται εκ των προτέρων, στο μέτρο του δυνατού, η πιθανότητα διενέξεως σχετικά με τη χρησιμοποίηση των γεωργικών εκτάσεων κατά την έναρξη της περιόδου μη εμπορίας.
50 Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, μόνη η πιθανότητα διαφωνίας μεταξύ των μερών ως προς τις εκτάσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς δεν μπορεί να δικαιολογήσει ερμηνεία που δεν λαμβάνει υπόψη την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
51 Τρίτον, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η υιοθετούμενη ερμηνεία δεν είναι ικανή να εξισορροπήσει τα συμφέροντα του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος αφενός και τους σκοπούς που επιδιώκει το σύστημα συμπληρωματικής εισφοράς αφετέρου.
52 Στο επιχεήρημα αυτό πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο τρόπος χορηγήσεως ή κατανομής που προκύπτει από την παρούσα απόφαση δίνει τη δυνατότητα σε όσους, υπό την ιδιότητα του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, κατέχουν εκτάσεις μιας εκμεταλλεύσεως, χρησιμοποιούμενης αρχικώς για παραγωγή γάλακτος, να συνεχίσουν την παραγωγή γάλακτος στο μέτρο που οι εκτάσεις αυτές συνέβαλαν στη γαλακτοπαραγωγή. Αντιθέτως, ο κατέχων την έκταση, είτε ως μεταβιβάζων είτε ως αποκτών, αποκλείεται του δικαιώματος για ποσότητα αναφοράς εφόσον οι εκτάσεις δεν χρησιμοιούνταν αρχικώς για τη γαλακτοπαραγωγή.
53 Κατ' αυτόν τον τρόπο η υιοθετούμενη ερμηνεία δεν υπάρχει κίνδυνος ούτε να οδηγήσει στην υπέρβαση της ποσότητας την οποία θα εδικαιούτο ο κύριος, αν δεν είχε μεταβιβάσει τμήμα της εκμεταλλεύσεώς του, ούτε να προσβάλλει τους στόχους του συστήματος της εισφοράς, καθιστώντας δυνατή, μετά τη μεταβίβαση τμήματος μιας τέτοιας ποσότητας, τη μετατροπή, σε κτηνοτροφική έκταση προοριζομένη για γαλακτοπαραγωγή, εκτάσεων που ουδέποτε χρησιμοποιήθηκαν προς τον σκοπό αυτό, ή ευνοώντας τη χωριστή εμπορία των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς και μόνον.
54 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού 2055/93 έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως μεικτής κατευθύνσεως, η ποσότητα αναφοράς κατανέμεται μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος ή χορηγείται στον αποκτώντα κατ' αναλογία του τμήματος της εκμεταλλεύσεως που εχρησιμοποιείτο αμέσως ή εμμέσως για τη γαλακτοπαραγωγή κατά τον χρόνο της αναλήψεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας βάσει του κανονισμού 1078/77.
Ως προς το κύρος των άρθρων 1, δεύτερη παράγραφος, και 2 του κανονισμού 2055/93 (δεύτερο ερώτημα)
55 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο και στο τρίτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο ερώτημα αυτό.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, έναντι των διαδίκων της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 26ης Απριλίου το High Court of Justice, Queens' Bench Division, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2055/93 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση μιας ειδικής ποσότητας αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς γαλακτοκομικών προϋόντων, έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως τμήματος μιας εκμεταλλεύσεως μικτής κατευθύνσεως, η ποσότητα αναφοράς κατανέμεται μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος ή χορηγείται στον αποκτώντα κατ' αναλογία του τμήματος της εκμεταλλεύσεως που εχρησιμοποιείτο αμέσως ή εμμέσως για τη γαλακτοπαραγωγή, κατά τον χρόνο της αναλήψεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαου 1977, περί θεσπίσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϋόντων και τη μετατροπή αγελών βοοειδών γαλακτοκομικής κατευθύνσεως.
Full & Egal Universal Law Academy