Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Ζάχαρη * Αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποιήσεως * Εισφορά επιβαλλόμενη στους παραγωγούς * Γένεση της υποχρεώσεως προς καταβολή * Διάθεση της ζάχαρης στο εμπόριο
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1358/77, άρθρο 6 PAR 4, και 1785/81, άρθρο 8 PAR 2, εδ. 3, στοιχ. α')
2. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Ζάχαρη * Εισφορά βασικής παραγωγής * Πρόσθετη εισφορά επί της ποσοστώσεως Β * Γένεση της υποχρεώσεως προς καταβολή * Τέλος κάθε περιόδου εμπορίας
(Κανονισμός 1785/81 του Συμβουλίου, άρθρο 28 PAR PAR 3 και 4)
3. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Ζάχαρη * Εισφορά απορροφήσεως * Γένεση της υποχρεώσεως προς καταβολή * Τέλος κάθε μιας των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91
(Κανονισμός του Συμβουλίου 1785/81, άρθρο 32α PAR 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 934/86 κανονισμός 3046/86 της Επιτροπής, άρθρο 1 PAR 1)
4. Γεωργία * Κοινή οργάνωση αγορών * Ζάχαρη * Ειδική εισφορά απορροφήσεως * Γένεση της υποχρεώσεως προς καταβολή Τέλος της περιόδου εμπορίας 1986/87
(Κανονισμός 1914/87 του Συμβουλίου, άρθρο 1 κανονισμός 3061/87 της Επιτροπής, άρθρα 1 και 2)
Περίληψη
1. Tο άρθρο 8, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α', του κανονισμού 1785/81, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, και το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1358/77, περί καθορισμού γενικών κανόνων αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης και περί καταργήσεως του κανονισμού 750/68, έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως προς καταβολή της εισφοράς αποθεματοποιήσεως πληρούνται κατά τον χρόνο της διαθέσεως της ζάχαρης στο εμπόριο.
2. Tο άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1785/81, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, έχει την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς βασικής παραγωγής και της πρόσθετης εισφοράς επί της ποσοστώσεως Β πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος κάθε περιόδου εμπορίας.
3. Το άρθρο 32α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 934/86, και το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3046/86, που θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά την είσπραξη της εισφοράς απορρόφησης στον τομέα της ζάχαρης, έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς απορροφήσεως προϋποθέσεις πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος κάθε μιας των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91.
4. Το άρθρο 1 του κανονισμού 1914/87, για την καθιέρωση ειδικής εισφοράς απορροφήσεως στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1986/87, και τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 3061/87, που καθορίζει τον συντελεστή υπολογισμού της εισφοράς αυτής, έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος της περιόδου εμπορίας 1986/87.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-172/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal administratif d' Amiens (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Societe sucriere agricole de Maizy,
Societe sucriere de Berneuil-sur-Aisne
και
Directeur regional des impots,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των διατάξεων της κοινοτικής ρυθμίσεως περί διαφόρων εισφορών στον τομέα της ζάχαρης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Ν. Κακούρη, προεδρεύοντα του τετάρτου τμήματος (εισηγητή), P. J. G. Kapteyn και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον Frederic Pascal, attache d' administration centrale στην ίδια διεύθυνση,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από τον Γεώργιο Κανελλόπουλο, πάρεδρο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, και τη Φωτεινή Δεδούση, δικαστικό αντιπρόσωπο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον Eugenio de March, νομικό σύμβουλο, και τον Gerard Berscheid, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 22ας Μαΐου 1995, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουνίου 1995, το tribunal administratif d' Amiens απηύθυνε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα αφορών διάφορα ζητήματα ερμηνείας των διατάξεων της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με ορισμένες εισφορές στον τομέα της ζάχαρης.
2 Τα ζητήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της societe sucriere agricole de Maizy (στο εξής: Sucrerie de Maizy), επιχειρήσεως ασχολουμένης με την παραγωγή ζάχαρης, την οποία διαδέχθηκε στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της η societe sucriere de Berneuil-sur-Aisne, που συνεχίζει και τη δίκη επί της ουσίας, και, αφετέρου, του directeur regional des impots.
3 Η διαφορά αυτή αφορά το νόμιμο των πράξεων πρόσθετης επιβολής φόρου με τις οποίες οι φορολογικές αρχές επιβάρυναν την Sucrerie de Maizy με πρόσθετο φόρο εταιριών για τις χρήσεις 1985/86 (που έληξε στις 30 Ιουνίου 1986) και 1986/87 (που έληξε στις 30 Ιουνίου 1987). Οι εν λόγω πράξεις πρόσθετης επιβολής φόρου αφορούν: α) τα ποσά που οφείλονταν για την εισφορά αποθεματοποιήσεως, την εισφορά απορροφήσεως και την ειδική εισφορά απορροφήσεως, οι οποίες θεσπίστηκαν με την κοινοτική ρύθμιση στον τομέα της ζάχαρης β) τον συνυπολογισμό των ποσών που οφείλονταν ως εισφορές παραγωγής, που προβλέπονται από την ίδια ρύθμιση, και των ποσών που οφείλονταν στο πλαίσιο των προαναφερθεισών εισφορών απορροφήσεως για την επανεκτίμηση των αποθεμάτων της Sucrerie de Maizy στις 30 Ιουνίου 1987.
4 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά τη γαλλική φορολογική νομοθεσία (άρθρο 38, παράγραφος 2, του code general des impots), το ποσό μιας εισφοράς, ως απαίτηση τρίτων, μπορεί να αφαιρείται από τη βάση επιβολής του φόρου εταιριών (δηλαδή από το φορολογητέο εισόδημα). Μια απαίτηση τρίτων δεν μπορεί να υπολογίζεται ως υποχρέωση προς πληρωμή χρηματικού ποσού στο τέλος κάθε χρήσεως παρά μόνο αν η απαίτηση αυτή, βεβαία ούσα και εκκαθαρισμένη, συνδέεται με πράξη της οποίας το γενεσιουργό γεγονός έχει λάβει χώρα κατά τη διάρκεια της χρήσεως αυτής.
5 Οι φορολογικές αρχές εξέδωσαν τις προαναφερθείσες πράξεις πρόσθετης επιβολής φόρου διότι θεώρησαν ότι, κατά την κοινοτική ρύθμιση, πρώτον, η εισφορά αποθεματοποιήσεως είναι επιβάρυνση που συνδέεται με τη διάθεση της ζάχαρης στο εμπόριο και ότι, επομένως, τα σχετικά ποσά συνδέονται με τη χρήση κατά τη διάρκεια της οποίας διατέθηκε η ζάχαρη και όχι με εκείνη κατά τη διάρκεια της οποίας παρήχθη, δεύτερον, ότι η εισφορά απορροφήσεως και η ειδική εισφορά απορροφήσεως βασίζονται στην παραγωγή των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91 και ότι, κατά συνέπεια, τα αντίστοιχα ποσά συνδέονται με τις χρήσεις αυτές και, τρίτον, ότι τα ποσά που αφορούν τις εισφορές παραγωγής, την εισφορά απορροφήσεως και την ειδική εισφορά απορροφήσεως, ως επιβαρύνσεις συνδεόμενες με την παραγωγή της ζάχαρης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της τιμής κόστους των αποθεμάτων της Sucrerie de Maizy στις 30 Ιουνίου 1987.
6 Αντιθέτως, η Sucrerie de Maizy θεωρεί ότι, κατά την κοινοτική ρύθμιση, πρώτον, η εισφορά αποθεματοποιήσεως αποτελεί επιβάρυνση της παραγωγής, το γενεσιουργό γεγονός της οποίας είναι η παραγωγή της ζάχαρης, και ότι, επομένως, τα σχετικά ποσά συνδέονται με τη χρήση κατά τη διάρκεια της οποίας παρήχθη η ζάχαρη, δεύτερον, ότι η εισφορά απορροφήσεως και η ειδική εισφορά απορροφήσεως συνδέονται με τη δραστηριότητα που άσκησαν οι παραγωγοί κατά τη διάρκεια των χρήσεων 1981/82 έως 1985/86 και ότι, συνεπώς, τα σχετικά ποσά πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποτελούν επιβάρυνση στο πλαίσιο των χρήσεων αυτών και όχι στο πλαίσιο των χρήσεων 1986/87 έως 1990/91, και, τρίτον, ότι οι εισφορές παραγωγής και οι δύο εισφορές απορροφήσεως αποτελούν επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη διάθεση στο εμπόριο ποσοτήτων ζάχαρης και ότι, κατά συνέπεια, τα σχετικά ποσά δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της τιμής κόστους των αποθεμάτων στις 30 Ιουνίου 1987.
7 Με προσφυγή που άσκησε στις 14 Νοεμβρίου 1990 ενώπιον του tribunal administratif d' Amiens, η Sucrerie de Maizy ζήτησε να απαλλαγεί από τους πρόσθετους φόρους και από τους τόκους υπερημερίας που της ζητήθηκαν.
8 Εκτιμώντας ότι η λύση της διαφοράς απαιτούσε ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το tribunal administratif d' Amiens αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα. Το άρθρο 1 του διατακτικού της αποφάσεως αυτής έχει ως εξής:
"Aναστέλλεται η διαδικασία επί της προσφυγής της societe sucriere agricole de Maizy μέχρις ότου το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφανθεί επί των προδικαστικών ερωτημάτων που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως."
9 Με τα ερωτήματα που εμφαίνονται στο σκεπτικό της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου ζητείται, κατόπιν ερμηνείας των εφαρμοστέων διατάξεων της κοινοτικής ρυθμίσεως σχετικά με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, να προσδιοριστεί:
1) αν το γενεσιουργό γεγονός της εισφοράς αποθεματοποιήσεως είναι η παραγωγή ή η διάθεση στο εμπόριο της ζάχαρης,
2) αν ο χρόνος κατά τον οποίο καθίστανται απαιτητές η εισφορά απορροφήσεως και η ειδική εισφορά απορροφήσεως είναι οι χρήσεις 1981/82 έως 1985/86 ή οι χρήσεις 1986/87 έως 1990/91,
3) αν το γενεσιουργό γεγονός των εισφορών παραγωγής και των δύο προαναφερθεισών εισφορών απορροφήσεως είναι η παραγωγή της ζάχαρης ή η διάθεσή της στο εμπόριο.
10 Τα προδικαστικά ερωτήματα δεν διατυπώνονται στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου. Εντούτοις, δεδομένου ότι το περιεχόμενο των ερωτημάτων που υποβάλλονται στο Δικαστήριο προκύπτει σαφώς από τις κοινοτικές διατάξεις που εκτίθενται στο σκεπτικό και από την περιγραφή των προβλημάτων που γίνεται στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, το Δικαστήριο είναι σε θέση να διατυπώσει το ίδιο τα ερωτήματα αυτά.
11 Κατά συνέπεια, στη συνέχεια θα διατυπωθούν και θα εξετασθούν, πρώτον, το ερώτημα σχετικά με την εισφορά αποθεματοποιήσεως, δεύτερον, εκείνο το οποίο αφορά τις εισφορές παραγωγής, τρίτον, το αφορών την εισφορά απορροφήσεως και, τέταρτον, το σχετικό με την ειδική εισφορά απορροφήσεως.
Επί του πρώτου ερωτήματος
12 Στη διάταξη του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται ότι "η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά το γενεσιουργό γεγονός της εισφοράς αποθεματοποιήσεως".
13 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση της 4ης Μαΐου 1995, C-19/94, SAFBA (Συλλογή 1995, σ. Ι-1051, σκέψη 11), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι "το γενεσιουργό γεγονός" της υποχρεώσεως προς καταβολή εισφοράς αποθεματοποιήσεως, στο οποίο αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, δεν είναι έννοια προβλεπομένη από τη σχετική κοινοτική νομοθεσία, αλλά έννοια του γαλλικού φορολογικού δικαίου. Δεν απόκειται όμως στο Δικαστήριο να αποφανθεί επί του περιεχομένου εννοίας του εθνικού δικαίου. Αντιθέτως, στο πλαίσιο της συνεργασίας με τα εθνικά δικαστήρια, το Δικαστήριο πρέπει να ερμηνεύσει τις σχετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να αποσαφηνίσει από ποιο χρονικό σημείο πληρούνται οι απαιτούμενες από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως προς καταβολή της εισφοράς. Απόκειται κατόπιν στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει, βάσει αυτής της ερμηνείας του Δικαστηρίου, το εθνικό φορολογικό δίκαιο.
14 Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 8, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4), και το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, περί καθορισμού γενικών κανόνων αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 750/68 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 161), έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς αποθεματοποιήσεως πληρούνται κατά τον χρόνο της παραγωγής ή της διαθέσεως της ζάχαρης στο εμπόριο.
15 Με την προαναφερθείσα απόφαση SAFBA το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α', του κανονισμού 1785/81 και το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1358/77 έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως προς καταβολή της εισφοράς αποθεματοποιήσεως πληρούνται κατά τον χρόνο της διαθέσεως της ζάχαρης στο εμπόριο.
16 Η ίδια απάντηση πρέπει να δοθεί στο πρώτο ερώτημα της υπό κρίση υποθέσεως.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
17 Το αιτούν δικαστήριο δεν μνημονεύει τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τις εισφορές παραγωγής, την ερμηνεία των οποίων ζητεί. Ωστόσο, από τις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο προκύπτει ότι οι "εισφορές παραγωγής" τις οποίες αναφέρει το αιτούν δικαστήριο είναι η εισφορά βασικής παραγωγής και η εισφορά Β, που προβλέπονται στο άρθρο 28 του προαναφερθέντος κανονισμού 1785/81, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 934/86 του Συμβουλίου, της 24ης Μαρτίου 1986 (EE L 87, σ. 1).
18 Ο κανονισμός 1785/81 έθεσε την αρχή της πλήρους καλύψεως από τους ίδιους τους παραγωγούς των δαπανών διαθέσεως στην αγορά των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής. Για τον σκοπό αυτό θεσπίστηκε μια εισφορά βασικής παραγωγής, δηλαδή παραγωγής ζάχαρης Α και Β.
19 Το άρθρο 28, παράγραφος 3, του κανονισμού 1785/81 ορίζει:
"Όταν οι προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 διαπιστώσεις φθάνουν μετά την προσαρμογή κατά την παράγραφο 2 και με την επιφύλαξη του άρθρου 29, παράγραφος 1, σε μία προβλεπόμενη συνολική ζημία, η τελευταία διαιρείται διά της προβλεπόμενης ποσότητος ζάχαρης Α και Β και ισογλυκόζης Α και Β που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου. Το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους βιομήχανους ως [εισφορά] στη βασική παραγωγή για την παραγωγή τους σε ζάχαρη Α και Β και σε ισογλυκόζη Α και Β.
(...)"
20 Το ποσό της εισφοράς αυτής δεν μπορεί να υπερβεί ένα ανώτατο όριο. Όταν, λόγω του ανωτάτου ορίου, δεν είναι δυνατή η πλήρης κάλυψη της συνολικής ζημίας, δηλαδή του συνολικού κόστους διαθέσεως των πλεονασμάτων, από την εισφορά βασικής παραγωγής, ο κανονισμός 1785/81 προβλέπει την είσπραξη πρόσθετης εισφοράς επί της ποσοστώσεως Β, που καλείται "εισφορά Β".
21 Το άρθρο 28, παράγραφος 4, ορίζει σχετικά:
"Όταν το ανώτατο όριο της [εισφοράς] στη βασική παραγωγή δεν επιτρέπει την εξ ολοκλήρου κάλυψη της συνολικής ζημίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, το υπόλοιπο διαιρείται διά της προβλεπόμενης ποσότητας ζάχαρης Β και ισογλυκόζης Β που παράγεται για λογαριασμό της εν λόγω περιόδου. Το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους βιομήχανους ως [εισφορά] Β για την παραγωγή τους σε ζάχαρη Β και σε ισογλυκόζη Β. Πάντως, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 5, η [εισφορά] αυτή δεν δύναται να υπερβεί:
* για τη ζάχαρη Β, ένα ανώτατο ποσό ίσο προς 30,0 % της τιμής παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης, και
* για την ισογλυκόζη Β, το μέρος της [εισφοράς] Β που μένει εις βάρος των ζαχαροβιομηχάνων."
22 Στο σχετικό με τις εισφορές παραγωγής μέρος της αποφάσεως του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται ότι "η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των (...) κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά το γενεσιουργό γεγονός των επίδικων εισφορών". Πρόκειται για το ζήτημα αν τα σχετικά με τις εισφορές αυτές ποσά αποτελούν επιβαρύνσεις συνδεόμενες με τη διάθεση της ζάχαρης στο εμπόριο ή αποτελούν επιβαρύνσεις συνδεόμενες με την παραγωγή της ζάχαρης και πρέπει, ως τέτοιες, να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της τιμής κόστους των αποθεμάτων της Sucrerie de Maizy στις 30 Ιουνίου 1987.
23 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι το "γενεσιουργό γεγονός" των εισφορών παραγωγής, στο οποίο αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, δεν είναι έννοια προβλεπόμενη από την εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση αλλά όρος του γαλλικού φορολογικού δικαίου (βλ., όσον αφορά την εισφορά αποθεματοποιήσεως, τη σκέψη 13 της παρούσας αποφάσεως) και ότι, σε μια τέτοια κατάσταση, το Δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύσει τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έτσι ώστε να διευκρινίσει από ποιο χρονικό σημείο πληρούνται οι απαιτούμενες από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής των εισφορών παραγωγής. Εναπόκειται στη συνέχεια στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει το εθνικό φορολογικό δίκαιο, βάσει αυτής της ερμηνείας του Δικαστηρίου.
24 Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, το εν λόγω δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1785/81 έχει την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής των εισφορών παραγωγής που προβλέπονται από το άρθρο αυτό πληρούνται κατά τον χρόνο της παραγωγής ή της διαθέσεως της ζάχαρης στο εμπόριο.
25 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, κατά το προαναφερθέν άρθρο 28, παράγραφος 3, του κανονισμού 1785/81, η υποχρέωση καταβολής της εισφοράς βασικής παραγωγής γεννάται με την παραγωγή της ζάχαρης και όχι με τη διάθεσή της στο εμπόριο. Πράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η εισφορά υπολογίζεται διαιρώντας το ποσό της προβλεπόμενης συνολικής ζημίας με την προβλεπόμενη ποσότητα ζάχαρης Α και Β "που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου" και ότι "το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους βιομηχάνους (...) για την παραγωγή τους σε ζάχαρη Α και Β".
26 Επομένως, μετά το πέρας κάθε περιόδου εμπορίας, είναι δυνατό να καθορίζεται, βάσει της συνολικής παραγωγής ζάχαρης, το ποσό της εισφοράς βασικής παραγωγής.
27 Το ίδιο ισχύει για την εισφορά Β. Πράγματι, το προαναφερθέν άρθρο 28, παράγραφος 4, του κανονισμού 1785/81 ορίζει ότι η εισφορά αυτή υπολογίζεται διαιρώντας το υπόλοιπο που απομένει από τη συνολική ζημία, δηλαδή το ποσό που δεν καλύπτεται από το προϊόν των εισφορών βασικής παραγωγής, με την προβλεπόμενη ποσότητα ζάχαρης Β "που παράγεται για λογαριασμό της εν λόγω περιόδου" και ότι "το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους βιομηχάνους (...) για την παραγωγή τους σε ζάχαρη Β (...)".
28 Επομένως, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1785/81 έχει την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής των εισφορών παραγωγής που προβλέπονται από το άρθρο αυτό πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος κάθε περιόδου εμπορίας.
Επί του τρίτου ερωτήματος
29 Στο τέλος της περιόδου 1981/82 έως 1985/86 διαπιστώθηκε έλλειμμα υπολογιζόμενο σε 400 εκατομμύρια ECU όσον αφορά τις δαπάνες σχετικά με την εξαγωγή των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής. Προς κάλυψη του ελλείμματος αυτού θεσπίστηκε η εισφορά απορροφήσεως.
30 Προς τούτο το άρθρο 1, σημείο 9, του κανονισμού 934/86 προσέθεσε στον κανονισμό 1785/81 ένα άρθρο 32α, η παράγραφος 1 του οποίου ορίζει τα ακόλουθα:
"1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του τίτλου ΙΙΙ, οι ζαχαροβιομηχανίες και οι βιομηχανίες ισογλυκόζης καταβάλλουν, κατά τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91, εισφορά απορρόφησης για τη ζάχαρη Α και Β και την ισογλυκόζη Α και Β που παράγουν. Η εισφορά αυτή προορίζεται να αποσβέσει το έλλειμμα των 400 εκατομμυρίων ECU που διαπιστώθηκε μετά την εφαρμογή του καθεστώτος των ποσοστώσεων κατά το χρονικό διάστημα 1981/82 έως 1985/86.
(...)"
31 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά την είσπραξη της εισφοράς απορροφήσεως στον τομέα της ζάχαρης καθορίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3046/86 της Επιτροπής, της 3ης Οκτωβρίου 1986 (EE L 283, σ. 15).
32 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:
"Τα κράτη μέλη εισπράττουν από τις βιομηχανίες ζάχαρης και τις βιομηχανίες παραγωγής ισογλυκόζης την εισφορά απορρόφησης, της οποίας τα ποσά καθορίζονται στο άρθρο 32α, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81, σε δύο δόσεις. Η είσπραξη αυτή πραγματοποιείται για κάθε περίοδο εμπορίας πριν από τις 15 Δεκεμβρίου της εν λόγω περιόδου για την πρώτη δόση που αποτελεί προκαταβολή, και πριν από τις 15 Δεκεμβρίου μετά την εν λόγω περίοδο για τη δεύτερη δόση, που αποτελεί το υπόλοιπο που πρέπει να καταβληθεί."
33 Στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου αναφέρεται ότι "η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά το γενεσιουργό γεγονός (...)" της εισφοράς απορροφήσεως, αφενός, και "(...) τον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητή" η εν λόγω εισφορά, αφετέρου. Πρόκειται για το ζήτημα αν τα σχετικά με την εισφορά απορροφήσεως ποσά αποτελούν επιβαρύνσεις συνδεόμενες με τη διάθεση της ζάχαρης στο εμπόριο, οπότε η διάθεση αυτή αποτελεί το "γενεσιουργό τους γεγονός", ή αποτελούν επιβαρύνσεις συνδεόμενες με την παραγωγή της ζάχαρης, οπότε αυτή η παραγωγή αποτελεί τον "γενεσιουργό τους λόγο", και πρέπει, ως τέτοιες, να λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της τιμής κόστους των αποθεμάτων της Sucrerie de Maizy στις 30 Ιουνίου 1987. Όσον αφορά τον "χρόνο κατά τον οποίο καθίστανται απαιτητές" οι εισφορές, το ανακύπτον ζήτημα αφορά το αν τα σχετικά με την εισφορά απορροφήσεως ποσά συνδέονται με τη δραστηριότητα που ασκούσαν οι παραγωγοί κατά τη διάρκεια των περιόδων εμπορίας 1981/82 έως 1985/86, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η σχετική επιβάρυνση των παραγωγών αφορά αυτές τις περιόδους εμπορίας ή συνδέονται με τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91.
34 Δεδομένου ότι το "γενεσιουργό γεγονός" της εισφοράς απορροφήσεως και ο "χρόνος κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητή" η εν λόγω εισφορά, περί των οποίων κάνει λόγο το εθνικό δικαστήριο, δεν είναι έννοιες της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως, αλλά όροι του γαλλικού φορολογικού δικαίου, το Δικαστήριο οφείλει και στην περίπτωση αυτή (βλ. σκέψεις 13 και 23 της παρούσας αποφάσεως) να ερμηνεύσει τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έτσι ώστε να διευκρινίσει από ποιο χρονικό σημείο πληρούνται οι απαιτούμενες από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς. Εναπόκειται στη συνέχεια στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει το εθνικό φορολογικό δίκαιο, βάσει αυτής της ερμηνείας του Δικαστηρίου.
35 Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το τρίτο ερώτημα που προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό ερωτά αν το άρθρο 32α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 934/86, και το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3046/86 έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται κατά την περίοδο 1981/82 έως 1985/86 ή κατά τον χρόνο της παραγωγής της ζάχαρης κάθε μιας των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91.
36 Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 934/86 ορίζει, όσον αφορά τη θέσπιση της εισφοράς απορροφήσεως, "ότι για να καλυφθούν όλες οι πραγματικές δαπάνες εξαγωγής των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής που αφορούν τις περιόδους εμπορίας 1981/82 έως 1985/86, ανεξάρτητα από τη μελλοντική εφαρμογή του μηχανισμού αυτοχρηματοδότησης που προβλέπεται στο άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81, πρέπει (...) να θεσπιστεί μια εισφορά απορρόφησης για τον εν λόγω τομέα ότι, προς τον σκοπό αυτό, πρέπει να ζητηθεί από όλους τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς να επιδείξουν πνεύμα αλληλεγγύης ώστε να επιτευχθεί η απόσβεση του ελλείμματος που διαπιστώθηκε στο τέλος της περιόδου 1981/82 έως 1985/86 και το οποίο από δημοσιονομική άποψη εκτιμάται σε 400 εκατομμύρια ECU ότι για να εφαρμοστεί η εισφορά αυτή με τον δικαιότερο δυνατό τρόπο είναι δικαιολογημένο να κατανεμηθεί σε πέντε περιόδους εμπορίας και να εφαρμοσθεί στο σύνολο της παραγωγής της ζάχαρης (...) που έχει τύχει (...) του ευεργήματος των εγγυημένων τιμών που προβλέπει η κοινή οργάνωση οργάνωση των αγορών". Η όγδοη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού προσθέτει ότι "είναι πρακτικώς αδύνατο το βάρος της εισφοράς αυτής να μετακυλιθεί ατομικά τόσο στους γεωργούς-παραγωγούς όσο και στη μεταποιητική βιομηχανία (...)".
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, επομένως, το άρθρο 32α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81 ορίζει ότι "οι ζαχαροβιομηχανίες (...) καταβάλλουν, κατά τις περιόδους εμπορίας 1986/87 έως 1990/91, εισφορά απορρόφησης για τη ζάχαρη Α και Β (...) που παράγουν (...)".
38 Επομένως, καθοριστικής σημασίας για τον υπολογισμό της εισφοράς απορροφήσεως είναι η παραγωγή ζάχαρης των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91, καθόσον η παραγωγή ζάχαρης των κατ' ιδίαν παραγωγών κατά τη διάρκεια των περιόδων 1981/82 έως 1985/86 δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό αυτό.
39 Επιπλέον, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3046/86 προκύπτει ότι το ποσό της εισφοράς απορροφήσεως πρέπει να καταβληθεί σε δύο δόσεις, η πρώτη από τις οποίες πληρώνεται για κάθε οικεία περίοδο εμπορίας πριν από τις 15 Δεκεμβρίου της εν λόγω περιόδου και η δεύτερη πριν από τις 15 Δεκεμβρίου που έπεται της ως άνω περιόδου εμπορίας.
40 Επομένως, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 32α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 934/86, και το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 3046/86 έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς απορροφήσεως προϋποθέσεις πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος κάθε μιας των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
41 Η ειδική εισφορά απορροφήσεως αφορά την περίοδο εμπορίας 1986/87. Θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1914/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, για την καθιέρωση ειδικής εισφοράς απορροφήσεως στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1986/87 (EE L 183, σ. 5), με σκοπό την κάλυψη της σημαντικής προβλεπόμενης ζημίας για την περίοδο αυτή, ζημία η οποία δεν επρόκειτο να καλυφθεί από το προϊόν των εισφορών παραγωγής.
42 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1914/87 ορίζει τα εξής:
"2. Η ειδική εισφορά απορρόφησης υπολογίζεται για κάθε επιχείρηση παραγωγής ζάχαρης και κάθε επιχείρηση παραγωγής ισογλυκόζης πολλαπλασιάζοντας το ποσό που οφείλεται από την επιχείρηση για τις εισφορές στην παραγωγή της περιόδου εμπορίας 1986/87 με ένα συντελεστή που θα καθοριστεί. (...)
Η ειδική εισφορά απορρόφησης πληρώνεται πριν από τις 15 Δεκεμβρίου 1987."
43 Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1914/87 προβλέφθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3061/87 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1987, που καθορίζει τον συντελεστή υπολογισμού της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως για την περίοδο εμπορίας 1986/87 στον τομέα της ζάχαρης (EE L 290, σ. 10).
44 Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι η ειδική εισφορά απορροφήσεως εισπράττεται συγχρόνως με το υπόλοιπο των εισφορών παραγωγής που προβλέπονται από το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 (παράγραφος 1), και ότι, προς τούτο, τα κράτη μέλη προβαίνουν για κάθε παραγωγό στον υπολογισμό περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1914/87 πριν από την 1η Νοεμβρίου 1987 για την περίοδο εμπορίας 1986/87 (παράγραφος 2).
45 Στην απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου διαλαμβάνεται ότι "η λύση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των προαναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων όσον αφορά το γενεσιουργό γεγονός (...)" της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως, αφενός, και "(...) τον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητή" η εισφορά αυτή, αφετέρου.
46 Οι λόγοι για τους οποίους το εθνικό δικαστήριο διερωτάται ως προς το "γενεσιουργό γεγονός" της εισφοράς αυτής και τον "χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητή" η εν λόγω εισφορά είναι ανάλογοι προς εκείνους που εκτίθενται στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως και οι οποίοι αφορούν την εισφορά απορροφήσεως.
47 Δεδομένου ότι "γενεσιουργός λόγος" της εισφοράς απορροφήσεως και ο "χρόνος κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητή" η εν λόγω εισφορά, περί των οποίων κάνει λόγο το εθνικό δικαστήριο, δεν είναι έννοιες της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως, αλλά όροι του γαλλικού φορολογικού δικαίου, το Δικαστήριο οφείλει και στην περίπτωση αυτή (βλ. σκέψεις 13, 23 και 34 της παρούσας αποφάσεως) να ερμηνεύσει τις εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έτσι ώστε να διευκρινίσει από ποιο χρονικό σημείο πληρούνται οι απαιτούμενες από τις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς. Εναπόκειται στη συνέχεια στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει το εθνικό φορολογικό δίκαιο, βάσει αυτής της ερμηνείας του Δικαστηρίου.
48 Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να θεωρηθεί ότι, με το τέταρτο ερώτημα που προκύπτει από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου, το δικαστήριο αυτό ερωτά αν το άρθρο 1 του κανονισμού 1914/87 και τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 3061/87 έχουν την έννοια ότι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται κατά την παραγωγή της ζάχαρης της περιόδου 1986/87 ή πριν από την περίοδο αυτή.
49 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1914/87 προκύπτει ότι η ειδική εισφορά απορροφήσεως έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα σε σχέση με τις εισφορές παραγωγής. Πράγματι, κατά τη διάταξη αυτή, η εν λόγω εισφορά υπολογίζεται για κάθε οικεία επιχείρηση πολλαπλασιάζοντας το ποσό που οφείλει η επιχείρηση για τις εισφορές παραγωγής της περιόδου εμπορίας 1986/87 με ένα συντελεστή.
50 Επομένως, η ειδική εισφορά απορροφήσεως είναι της ίδιας φύσεως με τις εισφορές παραγωγής.
51 Ενόψει των διαπιστώσεων που διαλαμβάνονται στις σκέψεις 25 και 27 της παρούσας αποφάσεως όσον αφορά τις τελευταίες αυτές εισφορές, πρέπει να θεωρηθεί ότι η υποχρέωση καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως γεννάται από της παραγωγής της ζάχαρης κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας 1986/87 και όχι από της διαθέσεώς της στο εμπόριο. Η εισφορά συγκεκριμενοποιείται όταν διευκρινίζεται το καταβλητέο ποσό.
52 Όσον αφορά το ποσό αυτό, το άρθρο 1 του κανονισμού 3061/87 καθόρισε τον συντελεστή που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1914/87.
53 Εξάλλου, η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει ότι η ειδική εισφορά απορροφήσεως καταβάλλεται πριν από τις 15 Δεκεμβρίου 1987. Το άρθρο 2 του κανονισμού 3061/87 διευκρινίζει σχετικά ότι η εν λόγω εισφορά εισπράττεται ταυτόχρονα με το υπόλοιπο των εισφορών παραγωγής (παράγραφος 1) και ότι, προς τούτο, τα κράτη μέλη προβαίνουν στον σχετικό υπολογισμό για κάθε παραγωγό πριν από την 1η Νοεμβρίου 1987 (παράγραφος 2).
54 Επομένως, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 1914/87 και τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 3061/87 έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος της περιόδου εμπορίας 1986/87.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 22ας Μαΐου 1995 το tribunal administratif d' Amiens, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 8, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, στοιχείο α', του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, και το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1358/77 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1977, περί καθορισμού γενικών κανόνων αντισταθμίσεως των εξόδων αποθεματοποιήσεως στον τομέα της ζάχαρης και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 750/68, έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως προς καταβολή της εισφοράς αποθεματοποιήσεως πληρούνται κατά τον χρόνο της διαθέσεως της ζάχαρης στο εμπόριο.
2) Το άρθρο 28, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1785/81 έχει την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής των εισφορών παραγωγής που προβλέπονται από το άρθρο αυτό πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος κάθε περιόδου εμπορίας.
3) Το άρθρο 32α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1785/81, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 934/86 του Συμβουλίου, της 24ης Μαρτίου 1986, και το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3046/86 της Επιτροπής, της 3ης Οκτωβρίου 1986, που θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά την είσπραξη της εισφοράς απορρόφησης στον τομέα της ζάχαρης, έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της εισφοράς απορροφήσεως προϋποθέσεις πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος κάθε μιας των περιόδων εμπορίας 1986/87 έως 1990/91.
4) Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1914/87 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1987, για την καθιέρωση ειδικής εισφοράς απορροφήσεως στον τομέα της ζάχαρης για την περίοδο εμπορίας 1986/87, και τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3061/87 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1987, που καθορίζει τον συντελεστή υπολογισμού της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως για την περίοδο εμπορίας 1986/87 στον τομέα της ζάχαρης, έχουν την έννοια ότι οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση της υποχρεώσεως καταβολής της ειδικής εισφοράς απορροφήσεως πληρούνται κατά τον υπολογισμό της παραγωγής ζάχαρης στο τέλος της περιόδου εμπορίας 1986/87.
Full & Egal Universal Law Academy