Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Μεταφορές - Εσωτερική ναυσιπλοα - Διαρθρωτική εξυγίανση - Εισφορά στο ταμείο διαλύσεως πλοίων - Απόφαση της Επιτροπής απορρίπτουσα αίτηση εξαιρέσεως - Απόφαση μη προσβληθείσα από τον αποδέκτη της βάσει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης - Αμφισβήτηση του κύρους της αποφάσεως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στα πλαίσια προσφυγής στρεφομένης κατά των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή της - Αμφισβήτηση την οποία οφείλει να απορρίψει το εθνικό δικαστήριο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173, εδ. 4· κανονισμός 1101/89 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 3, στοιχ. γγ)
2 Προδικαστικά ερωτήματα - Υποβολή στο Δικαστήριο - Ερωτήματα με τα οποία σκοπείται να δοθεί η δυνατότητα στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους αποφάσεως της Επιτροπής ληφθείσας κατ' εφαρμογή κανονισμού - Δυνατότητα του κοινοτικού δικαστηρίου να κατανοήσει τα ερωτήματα ως αφορώντα την ερμηνεία του κανονισμού - Δεν υφίσταται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177· οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 20)
Περίληψη
3 Το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από απόφαση της Επιτροπής η οποία απευθύνθηκε στον κύριο σκάφους και σύμφωνα με την οποία το σκάφος αυτό δεν αποτελεί εξειδικευμένο σκάφος τυγχάνον εξαιρέσεως από την ειδική εισφορά στο ταμείο διαλύσεως πλοίων, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού 1101/89, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας, οσάκις ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ασκείται από τον κύριο του σκάφους προσφυγή στρεφομένη κατά της εφαρμογής εκ μέρους των εθνικών αρχών της αποφάσεως της Επιτροπής, προσφυγή προς στήριξη της οποίας ο κύριος του σκάφους προβάλλει την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως, και εφόσον ο εν λόγω κύριος δεν άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής, βάσει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης. Συγκεκριμένα, ενδεχόμενη υιοθέτηση της αντίθετης λύσης θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση υπέρ του αποδέκτη της αποφάσεως της ευχέρειας να παρακάμψει τον απρόσβλητο χαρακτήρα που πρέπει να έχει η απόφαση μετά την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, ο οποίος αποσκοπεί ακριβώς στη διαφύλαξη της ασφαλείας δικαίου, αποτρέποντας την επ' αόριστον αμφισβήτηση των κοινοτικών πράξεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα.
4 Οσάκις ένα εθνικό δικαστήριο υποβάλλει προδικαστικά ερωτήματα που αφορούν αποκλειστικά, αμέσως ή εμμέσως, το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής η οποία δεσμεύει το δικαστήριο αυτό, τα εν λόγω ερωτήματα δεν μπορούν να νοηθούν ως αφορώντα την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού βάσει του οποίου η Επιτροπή εξέδωσε την απόφασή της. Συγκεκριμένα, η τροποποίηση της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο που αναθέτει στο Δικαστήριο το άρθρο 177 της Συνθήκης, καθώς και με την υποχρέωση που αυτό υπέχει να διασφαλίζει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, βάσει του άρθρου 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, στα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούνται μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-178/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Rechtbank van koophandel te Antwerpen (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Wiljo NV
και
Βελγικού Δημοσίου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας (EE L 116, σ. 25), και ως προς το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαου 1993 με την οποία απορρίφθηκε αίτηση εξαιρέσεως από την καταβολή της ειδικής εισφοράς στο ταμείο διαλύσεως πλοίων, η οποία θεσπίστηκε με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του εν λόγω κανονισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, προεδρεύοντα του τμήματος (εισηγητή), D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, P. Jann και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Wiljo NV, εκπροσωπούμενη από τον Francis Herbert, δικηγόρο Βρυξελλών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Gφtz zur Hausen, νομικό σύμβουλο, και Marc van den Woude, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Wiljo NV, εκπροσωπουμένης από τους Francis Herbert και Koenraad van den Broek, δικηγόρο Βρυξελλών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Thomas van Rijn, νομικό σύμβουλο, κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιουνίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Σεπτεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 6ης Ιουνίου 1995, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιουνίου 1995, το Rechtbank van koophandel te Antwerpen υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας (EE L 116, σ. 25, στο εξής: κανονισμός), καθώς και ως προς το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαου 1993 με την οποία απορρίφθηκε αίτηση εξαιρέσεως από την καταβολή της ειδικής εισφοράς στο ταμείο διαλύσεως πλοίων, η οποία θεσπίστηκε με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του εν λόγω κανονισμού.
2 Τα ερωτήματα ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ της Wiljo NV (στο εξής: Wiljo) και του Βελγικού Δημοσίου, σχετικά με την καταβολή στο βελγικό ταμείο διαλύσεως πλοίων της προαναφερθείσας ειδικής εισφοράς.
3 Ο κανονισμός αποσκοπεί στην πραγματοποίηση σημαντικής μειώσεως των διαρθρωτικών πλεονασμάτων της μεταφορικής ικανότητας στον τομέα της εσωτερικής ναυσιπλοας. Προς τούτο, θεσπίζει ένα σύστημα συντονισμένων ενεργειών διαλύσεως πλοίων, σε κοινοτικό επίπεδο, που αφορά, σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, τόσο τα φορτηγά όσο και τα ωστικά σκάφη.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, κάθε κράτος μέλος, του οποίου οι πλωτές οδοί συνδέονται με τις πλωτές οδούς άλλου κράτους μέλους και το οποίο διαθέτει στόλο ολικής χωρητικότητας μεγαλύτερης από 100 000 τόνους, οφείλει να συστήσει ένα ταμείο διαλύσεως πλοίων. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, ο ιδιοκτήτης καταβάλλει, για κάθε ένα από τα σκάφη που υπόκεινται στον κανονισμό, εισφορά σε ένα από τα ταμεία αυτά.
5 Προκειμένου να αποφευχθεί η εξουδετέρωση των αποτελεσμάτων των ενεργειών διαλύσεως από την ταυτόχρονη δρομολόγηση πρόσθετης μεταφορικής ικανότητας, το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού προβλέπει ότι, κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου, η δρομολόγηση νεότευκτων πλοίων επί των πλωτών οδών εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο ιδιοκτήτης του νέου σκάφους οφείλει να διαλύσει, χωρίς να λάβει πριμοδότηση διαλύσεως, χωρητικότητα ισοδύναμη με εκείνη του σκάφους αυτού (κανόνας αποκαλούμενος «το παλαιό για το καινούριο») ή, αν δεν προβεί σε διάλυση σκάφους, οφείλει να καταβάλει στο ταμείο διαλύσεως ειδική εισφορά ίση με το ποσό της πριμοδοτήσεως διαλύσεως που έχει καθοριστεί για χωρητικότητα ίση με εκείνη των νέων σκαφών.
6 Ο κανόνας αυτός του άρθρου 8, παράγραφος 3, περιέχει ορισμένες εξαιρέσεις. Ειδικότερα, το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, ορίζει τα εξής:
«Η Επιτροπή μπορεί, μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη και τους αντιπροσωπευτικούς οργανισμούς εσωτερικής ναυσιπλοας σε κοινοτικό επίπεδο, να εξαιρέσει εξειδικευμένα σκάφη από το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1.»
7 Με έγγραφο της 7ης Δεκεμβρίου 1990, οι υπηρεσίες της Επιτροπής όρισαν τα γενικά κριτήρια για την εκτίμηση των αιτήσεων εξαιρέσεως των σκαφών, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, από την εφαρμογή του κανόνα «το παλαιό για το καινούριο» μπορούν να εξαιρεθούν τα σκάφη που έχουν «τόσο ειδικά τεχνικά χαρακτηριστικά ώστε, αν τα σκάφη αυτά προστεθούν στη μεταφορική ικανότητα των στόλων (...), δεν πρόκειται να θιγούν οι στόχοι της κοινοτικής ρυθμίσεως».
8 Η Wiljo είναι μια επιχείρηση που η δραστηριότητά της συνίσταται στον ανεφοδιασμό ποντοπόρων σκαφών.
9 Στις 19 Ιανουαρίου 1993, η Wiljo υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση εξαιρέσεως, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού, όσον αφορά τη δρομολόγηση ενός σκάφους ανεφοδιασμού, υπό την ονομασία «mts Smaragd». Στην εν λόγω αίτηση, η Wiljo περιέγραψε το σκάφος ως μηχανοκίνητο σκάφος ανεφοδιασμού 2 500 τόνων, μήκους 100 μέτρων, πλάτους 11,40 μέτρων και ύψους 4 μέτρων και τόνισε ότι το σκάφος προοριζόταν αποκλειστικά για τον ανεφοδιασμό ποντοπόρων πλοίων.
10 Η Επιτροπή, με έγγραφο της 6ης Μαου 1993 που απέστειλε στη Wiljo και το οποίο υπογράφεται από ένα μέλος της Επιτροπής, πληροφόρησε τη Wiljo ότι, κατόπιν διαβουλεύσεως με τους εκπροσώπους των κρατών μελών και την «Ομάδα εμπειρογνωμόνων - Διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας», θεωρούσε ότι το σκάφος ήταν τεχνικώς κατάλληλο για τη μεταφορά κάθε είδους υγρών φορτίων, ότι δεν διέφερε πολύ, όσον αφορά την κατασκευή και τον εξοπλισμό του, από τα συνήθη δεξαμενόπλοια και ότι, για τον λόγο αυτό, το σκάφος συνέβαλλε στην αύξηση της μεταφορικής ικανότητας του στόλου που υπόκειται στα μέτρα εξυγιάνσεως που θέσπισε ο κανονισμός. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε, στηριζόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού, την απόρριψη της αιτήσεως εξαιρέσεως και την αποστολή αντιγράφου του εγγράφου στις αρχές που είναι αρμόδιες για τη διαχείριση του βελγικού ταμείου διαλύσεως πλοίων.
11 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, οι βελγικές αρχές ζήτησαν από τη Wiljo, με έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 1993, να καταβάλει την ειδική εισφορά στο ταμείο διαλύσεως, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο αα, του κανονισμού.
12 Με δικόγραφο της 6ης Απριλίου 1995, η Wiljo άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Rechtbank van koophandel.
13 Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, η Wiljo εμμένει, στα πλαίσια της προσφυγής αυτής, ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει την ειδική εισφορά, για τον λόγο ότι το mts Smaragd είναι σκάφος ανεφοδιασμού, το οποίο έχει ειδικώς εξοπλιστεί και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για να εφοδιάζει με καύσιμα τα ποντοπόρα πλοία, και ότι δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα σύνηθες δεξαμενόπλοιο. Για τον λόγο αυτό, η Wiljo φρονεί ότι η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαου 1993 αντιφάσκει προς τη γενική οικονομία του κανονισμού και ότι δεν περιέχει ορθή τεχνικώς ανάλυση των χαρακτηριστικών και του εξοπλισμού του σκάφους.
14 Ενόψει των επιχειρημάτων αυτών, το Rechtbank van koophandel υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αφορά, ενόψει του αντικειμένου, του γενικού σκοπού και των ειδικών στόχων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας, ο όρος "εξειδικευμένα σκάφη" του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του εν λόγω κανονισμού σκάφη τα οποία, λόγω της ειδικής τους κατασκευής και του ειδικού τους εξοπλισμού ή της ειδικής τους χρησιμοποιήσεως, δεν αυξάνουν την ολική ή καθαρή χωρητικότητα εσωτερικής ναυσιπλοας και, επομένως, δεν μπορούν να επηρεάσουν τα διαρθρωτικά πλεονάσματα μεταφορικής ικανότητας επί του δικτύου αλληλοσυνδεομένων πλωτών οδών των κρατών της ΕΚ;
2) Αντίκειται ενδεχομένως, ενόψει της αρχής της αναλογικότητας, προς τον σκοπό και τους στόχους του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας, το εφαρμοσθέν με την απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, της 6ης Μαου 1993, κριτήριο της "τεχνικής καταλληλότητας για την εσωτερική ναυσιπλοα", το οποίο συνεπάγεται ότι υπόκεινται στην υποχρέωση καταβολής εισφοράς, στο πλαίσιο του κανόνα "το παλαιό για το καινούριο", και τα σκάφη τα οποία στην πραγματικότητα δεν χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά επί του δικτύου αλληλοσυνδεόμενων πλωτών οδών της ΕΚ;
3) Αρκεί, ενόψει του αντικειμένου, του γενικού σκοπού και των ειδικών στόχων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας, για την επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής εισφορών στο πλαίσιο της ρυθμίσεως "το παλαιό για το καινούριο" μια απλώς θεωρητική καταλληλότητα σκάφους για εσωτερική ναυσιπλοα, υπό την έννοια ότι το σκάφος μόνο κατόπιν χρονοβόρας, περίπλοκης και, επομένως, οικονομικώς μη πραγματοποιήσιμης μετατροπής μπορεί να καταστεί κατάλληλο για την εσωτερική ναυσιπλοα ή υπό την έννοια ότι η χρησιμοποίηση του σκάφους για μεταφορές στην εσωτερική ναυσιπλοα θα είναι από οικονομικής απόψεως μη αποδοτική, λόγω του ότι το σκάφος δεν έχει σχεδιασθεί ή εξοπλισθεί για την εσωτερική ναυσιπλοα;
4) Μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη, ενόψει του αντικειμένου, του γενικού σκοπού και των ειδικών στόχων του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας, η απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, της 6ης Μαου 1993, που αφορά το mts Smaragd, καθόσον επιβάλλει υποχρέωση εφάπαξ εισφοράς στο πλαίσιο του κανόνα "το παλαιό για το καινούριο" σε σκάφος το οποίο έχει ειδικά σχεδιασθεί, ναυπηγηθεί και εξοπλισθεί ως σκάφος ανεφοδιασμού, με αποκλειστικό προορισμό τον εφοδιασμό ποντοπόρων πλοίων με καύσιμα, και το οποίο δεν είναι ειδικά κατάλληλο ούτε προορίζεται για μεταφορές καυσίμων για λογαριασμό τρίτων, ή ακόμη και για ίδιο λογαριασμό, στις εσωτερικές πλωτές οδούς και επομένως δεν επιφέρει αύξηση της ολικής ή καθαρής χωρητικότητας εσωτερικής ναυσιπλοας;
5) Συνιστά ενδεχομένως παράβαση της απαγορεύσεως των διακρίσεων η εφαρμογή από την Επιτροπή του κριτηρίου της τεχνικής καταλληλότητας αντί εκείνου της πραγματικής χρησιμοποιήσεως του σκάφους καθόσον, σύμφωνα με το εφαρμοζόμενο από την Επιτροπή κριτήριο για τα σκάφη που χρησιμοποιούνται στο Βέλγιο, τις Κάτω Ξώρες, το Λουξεμβούργο, τη Γερμανία και τη Γαλλία, οφείλεται εφάπαξ εισφορά σε ορισμένες περιπτώσεις καίτοι το πλοίο δεν χρησιμοποιείται πράγματι για την εσωτερική ναυσιπλοα και, επομένως, δεν συμβάλλει στην αύξηση της χωρητικότητας εσωτερικής ναυσιπλοας, ενώ η εφάπαξ εισφορά επί της δρομολογήσεως σκάφους εντός των άλλων κρατών μελών οφείλεται μόνον όταν αυτό δικαιολογείται από την πραγματική χρησιμοποίηση του σκάφους (επί του δικτύου αλληλοσυνδεόμενων πλωτών οδών της Κοινότητας);»
15 Πρέπει κατ' αρχάς να τονιστεί ότι η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, ή τουλάχιστον σε ορισμένα από αυτά, καθόσον με αυτά αμφισβητείται, αμέσως ή εμμέσως, το κύρος της από 6 Μαου 1993 αποφάσεώς της. Ο ιδιοκτήτης όμως ενός σκάφους που προορίζεται για την εσωτερική ναυσιπλοα, του οποίου η αίτηση εξαιρέσεως βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού απορρίφθηκε από την Επιτροπή, δεν δικαιούται πλέον να αμφισβητήσει το κύρος της απορρίψεως αυτής στα πλαίσια προσφυγής κατά εθνικού μέτρου εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής, εφόσον η προβλεπόμενη στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ προθεσμία για να ζητηθεί η ακύρωσή της έχει παρέλθει. Η Επιτροπή παραθέτει, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf (Συλλογή 1994, σ. Ι-833).
16 Η Wiljo αμφισβητεί την άποψη αυτή. Υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι αρμόδιες για τη διαχείριση του ταμείου είναι κυρίως οι εθνικές αρχές, ευλόγως μπορούσε να υποθέσει ότι ήταν δυνατή η προσβολή της αποφάσεως της Επιτροπής στα πλαίσια της ένδικης διαδικασίας που κίνησε κατά των αρχών αυτών ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Τούτο δε, κατά μείζονα λόγο, καθόσον η Επιτροπή είχε αναφέρει, στο από 6 Μαου 1993 έγγραφό της, ότι θα διαβίβαζε αντίγραφο της αποφάσεως στις βελγικές αρχές.
17 Συναφώς, η Wiljo παραπέμπει στην απόφαση της 21ης Μαου 1987, 133/85, 134/85, 135/85 και 136/85, Rau Lebensmittelwerke κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 2289), στην οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η δυνατότητα ασκήσεως, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, ευθείας προσφυγής κατ' αποφάσεως κοινοτικού οργάνου δεν αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως, ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, προσφυγής κατά πράξεως εθνικής αρχής εκδοθείσας σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, προσφυγής στηριζομένης στην έλλειψη νομιμότητας της εν λόγω αποφάσεως.
18 Τέλος, η Wiljo επισημαίνει ότι η προπαρατεθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf εκδόθηκε μετά την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαου 1993.
19 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά πάγια νομολογία, απόφαση των κοινοτικών οργάνων η οποία δεν προσβλήθηκε από τον αποδέκτη της εντός της προθεσμίας του άρθρου 173 της Συνθήκης καθίσταται απρόσβλητη έναντι αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1965, 20/65, Collotti κατά Δικαστηρίου, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 171· της 12ης Οκτωβρίου 1978, 156/77, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή τόμος 1978, σ. 587, και της 10ης Ιουνίου 1993, C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1993, σ. Ι-3131, σκέψεις 9 και 10). Η νομολογία αυτή στηρίζεται κυρίως στο σκεπτικό ότι οι προθεσμίες για την άσκηση προσφυγής αποσκοπούν στην προστασία της ασφαλείας δικαίου, αποτρέποντας την επ' αόριστον αμφισβήτηση των κοινοτικών πράξεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα.
20 Το Δικαστήριο υπενθύμισε τη νομολογία αυτή, που έχει εφαρμογή στους αποδέκτες αποφάσεως όπως η Wiljo, με την προπαρατεθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf, όπου διαπίστωσε ότι η συναχθείσα από την εν λόγω νομολογία αρχή μπορούσε επίσης, υπό ορισμένες περιστάσεις, να εφαρμοστεί στον δικαιούχο κρατικής ενισχύσεως που αποτέλεσε αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία απευθύνθηκε ευθέως μόνο προς το κράτος μέλος στο οποίο ήταν εγκατεστημένος ο εν λόγω δικαιούχος.
21 Το Δικαστήριο έκρινε συνεπώς ότι ο δικαιούχος ενισχύσεως δεν μπορεί να επικαλεστεί το ανίσχυρο αποφάσεως - απευθυνθείσας από την Επιτροπή σε κράτος μέλος και κοινοποιηθείσας από το κράτος αυτό στον δικαιούχο - με την οποία κλήθηκε το εν λόγω κράτος μέλος να αναζητήσει την καταβληθείσα ενίσχυση από τον δικαιούχο αυτό, στο πλαίσιο ένδικης διαδικασίας κινηθείσας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά της αποφάσεως εκτελέσεως που εξέδωσαν οι αρχές του κράτους αυτού, εφόσον ο δικαιούχος της ενισχύσεως παρέλειψε να ζητήσει την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης και εφόσον μπορούσε αναμφίβολα να το πράξει. Το Δικαστήριο θεώρησε πράγματι ότι ενδεχόμενη υιοθέτηση της αντίθετης λύσης θα ισοδυναμούσε με αναγνώριση, υπέρ του δικαιούχου της ενισχύσεως, της ευχέρειας να παρακάμψει το απρόσβλητο της αποφάσεως με το οποίο, δυνάμει της αρχής της ασφαλείας δικαίου, πρέπει να περιβάλλεται μια απόφαση μετά την εκπνοή της προθεσμίας του άρθρου 173.
22 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από την προπαρατεθείσα απόφαση Rau Lebensmittelwerke κ.λπ., αρκεί να υπενθυμιστεί ότι το Δικαστήριο απέρριψε ήδη το επιχείρημα αυτό στην προπαρατεθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf, σκέψη 20, για τον λόγο ότι, στην πρώτη υπόθεση, προέκυψε από την έκθεση ακροατηρίου ότι οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης είχαν ασκήσει, η κάθε μία χωριστά, ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή ακυρώσεως κατά της επίμαχης αποφάσεως και, επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε αποφανθεί, αλλά ούτε όφειλε να αποφανθεί με την εν λόγω απόφασή του, επί των συνεπειών της απωλείας του δικαιώματος λόγω παρελεύσεως των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής.
23 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού παρέχει αποκλειστικά στην Επιτροπή την εξουσία εξαιρέσεως των εξειδικευμένων σκαφών, ότι η Wiljo ζήτησε από την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση βάσει της διατάξεως αυτής, ότι η Wiljo δεν ζήτησε, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, την ακύρωση της απευθυνθείσας σ' αυτήν αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαου 1993, μολονότι αναμφίβολα μπορούσε να το πράξει, και ότι άσκησε, αντιθέτως, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου προσφυγή με την οποία βάλλει κατά της εφαρμογής της αποφάσεως της Επιτροπής εκ μέρους των βελγικών αρχών.
24 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, βάσει της αρχής της ασφαλείας δικαίου, το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαου 1993, η οποία απευθύνθηκε στη Wiljo και σύμφωνα με την οποία το mts Smaragd δεν αποτελεί εξειδικευμένο σκάφος κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν τα προδικαστικά ερωτήματα αποσκοπούν αποκλειστικά στο να παράσχουν στο εθνικό δικαστήριο τη δυνατότητα να επιλύσει το ζήτημα του κύρους της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαου 1993 ή αφορούν επίσης την ερμηνεία των διατάξεων που οριοθετούν το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.
26 Συναφώς, η Wiljo υποστηρίζει ότι τουλάχιστον το πρώτο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να νοηθούν ως αφορώντα την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού και όχι το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής. Κατ' αυτήν, ένα σκάφος όπως το mts Smaragd δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, οπότε η απόφαση με την οποία οι βελγικές αρχές αξίωσαν την καταβολή της ειδικής εισφοράς στο ταμείο διαλύσεως πλοίων είναι αντίθετη προς τον κανονισμό αυτό. Η εν λόγω αμφισβήτηση της νομιμότητας της αποφάσεως των βελγικών αρχών πρέπει να κριθεί από τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία μπορούν προς τούτο να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού.
27 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 14 και 15 των προτάσεών του, όλα τα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να νοηθούν ως αφορώντα αποκλειστικά, αμέσως ή εμμέσως, το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής της 6ης Μαου 1993.
28 Πράγματι, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, η Wiljo ισχυρίστηκε ενώπιον του Rechtbank van koophandel, αφενός, ότι το Smaragd χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τον ανεφοδιασμό ποντοπόρων πλοίων και δεν μπορεί να συγκριθεί με τα συνήθη δεξαμενόπλοια, οπότε η απόφαση της Επιτροπής δεν συνάδει με τους γενικούς στόχους του κανονισμού, και, αφετέρου, ότι η εν λόγω απόφαση δεν περιέχει κατάλληλη τεχνική ανάλυση των χαρακτηριστικών και του εξοπλισμού του σκάφους. Είναι επομένως σαφές ότι η Wiljo αμφισβητεί, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, το κύρος της αποφάσεως της Επιτροπής ισχυριζόμενη ότι αντίκειται στον κανονισμό. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από την προσφυγή που άσκησε η Wiljo ενώπιον του Rechtbank van koophandel, στην οποία αναφέρει ρητώς το άρθρο 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού και καταλήγει ότι, για τους προαναφερθέντες λόγους, η απόφαση της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη.
29 Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι με τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, τα οποία ταυτίζονται με τα ζητήματα που έθεσε η Wiljo με την προσφυγή της, σκοπείται στην πραγματικότητα να παρασχεθεί στο δικαστήριο αυτό η δυνατότητα να εκτιμήσει το βάσιμο της απόψεως αυτής και να κρίνει αν είναι έγκυρη η διαπίστωση που περιέχεται στην απόφαση της Επιτροπής ότι το mts Smaragd δεν πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να θεωρηθεί εξειδικευμένο σκάφος κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, η τροποποίηση της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων όπως πρότεινε η Wiljo δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο που αναθέτει στο Δικαστήριο το άρθρο 177 της Συνθήκης, καθώς και με την υποχρέωση που αυτό υπέχει να διασφαλίζει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, βάσει της διατάξεως αυτής, στα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούνται μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6, και τη διάταξη της 19ης Ιουλίου 1996, C-191/96, Modesti, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 5).
31 Επομένως, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από απόφαση της Επιτροπής που απευθύνεται στον ιδιοκτήτη σκάφους και σύμφωνα με την οποία το σκάφος αυτό δεν αποτελεί εξειδικευμένο σκάφος κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού, εφόσον ο αποδέκτης δεν άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής βάσει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 6ης Ιουνίου 1995 το Rechtbank van koophandel te Antwerpen, αποφαίνεται:
Το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από απόφαση της Επιτροπής που απευθύνεται στον ιδιοκτήτη σκάφους και σύμφωνα με την οποία το σκάφος αυτό δεν αποτελεί εξειδικευμένο σκάφος κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1101/89 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1989, σχετικά με τη διαρθρωτική εξυγίανση της εσωτερικής ναυσιπλοας, εφόσον ο αποδέκτης δεν άσκησε εμπροθέσμως προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής βάσει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ.
Full & Egal Universal Law Academy