Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα - αΑρθρο 37 της Συνθήκης - Αντικείμενο - Συγκερασμός των επιταγών της κοινής αγοράς με το συμφέρον των κρατών μελών να διατηρούν ορισμένα μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα - Υποχρέωση διαρρυθμίσεως των μονοπωλίων κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 37)
2 Κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα - αΑρθρο 37 της Συνθήκης - Κρατικό μονοπώλιο λιανικής πωλήσεως οινοπνευματοδών ποτών - Μονοπώλιο χαρακτηριζόμενο από κριτήρια και μεθόδους επιλογής των προϋόντων, από δίκτυο λιανικής πωλήσεως και τρόπους προωθήσεως των προϋόντων που δεν εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις ή δεν είναι ικανοί να ζημιώσουν νομικά ή πραγματικά τα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη ποτά - Επιτρεπτό
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 37)
3 Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών επιφυλασσόμενη υπέρ των κατόχων αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου - Εμπόδια στην εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών προερχομένων από τα άλλα κράτη μέλη - Αιτιολόγηση - Προστασία της δημοσίας υγείας - Δεν συντρέχει
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 30 και 36)
Περίληψη
4 Το άρθρο 37 της Συνθήκης έχει ως αντικείμενο τον συγκερασμό της δυνατότητας των κρατών μελών να διατηρούν ορισμένα μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα, ως όργανα επιτεύξεως στόχων δημοσίου συμφέροντος, με τις απαιτήσεις της εγκαθιδρύσεως και της λειτουργίας της κοινής αγοράς. Στοχεύει στην κατάργηση των εμποδίων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με την εξαίρεση, πάντως, των περιοριστικών αποτελεσμάτων επί του εμπορίου που είναι σύμφυτα με την ύπαρξη των επιδίκων μονοπωλίων.
νΕτσι, το άρθρο αυτό απαιτεί η οργάνωση και λειτουργία του μονοπωλίου να διαρρυθμίζονται έτσι ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οπότε να μη βλάπτεται ούτε νομικά ούτε πραγματικά το εμπόριο των προερχομένων από τα άλλα κράτη μέλη προϋόντων σε σχέση με το εμπόριο των εγχωρίων προϋόντων και να μη νοθεύεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών.
5 Το άρθρο 37 της Συνθήκης δεν απαγορεύει εθνικές διατάξεις περί της διαρρυθμίσεως κρατικού μονοπωλίου λιανικής πωλήσεως των οινοπνευματωδών ποτών, όπως είναι τα κριτήρια ή οι μέθοδοι επιλογής των προϋόντων εκ μέρους του μονοπωλίου, οι κανόνες περί της εγκαταστάσεως των σημείων λιανικής πωλήσεως ή περί της προωθήσεως των πωλουμένων από το μονοπώλιο προϋόντων, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν εισάγουν δυσμενή διάκριση, ούτε είναι ικανές να ζημιώσουν πραγματικά ή νομικά τα εισαγόμενα από τα άλλα κράτη μέλη ποτά.
6 Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης απαγορεύουν εθνικές διατάξεις επιφυλάσσουσες την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών υπέρ των επιχειρηματιών που είναι κάτοχοι αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου, εφόσον, αφενός, το ανωτέρω σύστημα εγκρίσεως συνιστά εμπόδιο κατά την εισαγωγή των οινοπνευματωδών ποτών που προέρχονται από τα λοιπά κράτη μέλη στον βαθμό που συνεπάγεται για τα εν λόγω ποτά πρόσθετα έξοδα, όπως το κόστος μεσολαβήσεως, το συνδεόμενο με την απόσβεση των τελών και φόρων που απαιτούνται για τη χορήγηση της αδείας κόστος, ή το κόστος που συνδέεται με την υποχρέωση του επιχειρηματία να διαθέτει χώρους αποθηκεύσεως στο εθνικό έδαφος, αφετέρου, δεν αποδεικνύεται ότι το σύστημα αδειών που εγκαθιδρύθηκε με τις εν λόγω εθνικές διατάξεις, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις που άπτονται των ευχερειών αποθηκεύσεως και των τελών και φόρων σημαντικού ύψους που απαιτούνται από τους κατόχους αδείας, είναι ανάλογο του επιδιωκομένου στόχου περί δημοσίας υγείας ούτε ότι ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα περιορίζοντα λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-189/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landskrona tingsrδtt (Σουηδία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Harry Franzιn,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 37 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, C. Gulmann, H. Ragnemalm, M. Wathelet, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet (εισηγητή), G. Hirsch, P. Jann, και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο H. Franzιn, εκπροσωπούμενος από τους Per Lφfqvist, Lennart Lindstrφm και Carl Michael von Quitzow, δικηγόρους Στοκχόλμης,
- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη Lotty Nordling, rδttschef στο τμήμα εξωτερικού εμπορίου του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδιευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και από τον Jean-Marc Belorgey, chargι de mission στο ίδιο υπουργείο,
- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Esa Paasivirta, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Νορβηγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Didrik Tψnseth, advokat στο Υπουργείο Εξωτερικών,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Richard Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο, και τον Jean-Francis Pasquier, δημόσιο υπάλληλο αποσπασμένο στη Νομική Υπηρεσία,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του H. Franzιn, εκπροσωπουμένου από τους Per Lφfqvist, Lennart Lindstrφm και Carl Michael von Quitzow, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την Lotty Nordling και τον Erik Brattgεrd, departmentsrεd στο τμήμα εξωτερικού εμπορίου του Υπουργείου Εξωτερικών, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τους Holger Rotkirch, πρέσβη, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, Esa Paasivirta και Tuula Pynnδ, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Νορβηγικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Didrik Tψnseth, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Knut Simonsson, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Jean-Francis Pasquier, κατά τη συνεδρίαση της 19ης Νοεμβρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 14ης Ιουνίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιουνίου 1995, το Landskrona tingsrδtt υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα αφορώντα την ερμηνεία των άρθρων 30 και 37 της Συνθήκης.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικών διώξεων κατά του H. Franzιn για παράβαση του alkohollag 1994:1738 της 16ης Δεκεμβρίου 1994 (σουηδικού νόμου περί οινοπνεύματος, στο εξής: νόμος περί οινοπνεύματος).
Ο νόμος περί οινοπνεύματος
3 Ο νόμος περί οινοπνεύματος, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1995, ρυθμίζει τα της παραγωγής και του εμπορίου των οινοπνευματωδών ποτών στη Σουηδία. Σκοπεί στον περιορισμό της καταναλώσεως των εν λόγω ποτών, ιδίως όσων έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα, προκειμένου να μειωθούν οι ολέθριες συνέπειές της επί της υγείας των ανθρώπων.
4 Κατά τον νόμο, ως «οινοπνευματώδη ποτά» νοούνται τα ποτά, ο κατ' όγκον αλκοομετρικός τίτλος των οποίων υπερβαίνει το 2,25 %. Μεταξύ τους καταλέγονται ο «οίνος» (ποτό που έχει υποστεί ζύμωση με βάση τα σταφύλια ή άλλα φρούτα, ο κατ' όγκον αλκοομετρικός τίτλος των οποίων είναι κατώτερος του 22 %), η «μπύρα» (ποτό που έχει υποστεί ζύμωση με βάση τη βύνη, ο κατ' όγκον αλκοομετρικός τίτλος του οποίου κυμαίνεται μεταξύ 2,25 % και 3,5 %), η «ενισχυμένη μπύρα» (ποτό που έχει υποστεί ζύμωση με βάση τη βύνη, ο κατ' όγκον αλκοομετρικός τίτλος του οποίου υπερβαίνει το 3,5 %) και τα «οινοπνευματώδη» (οινοπνευματώδη ποτά πλην του οίνου, της μπύρας ή της ενισχυμένης μπύρας).
5 Κατά τον νόμο περί οινοπνεύματος, η παραγωγή οινοπνευματωδών ποτών εξαρτάται από την κατοχή «αδείας παραγωγής», ενώ το χονδρικό εμπόριο των οινοπνευματωδών ποτών, του οίνου και της ενισχυμένης μπύρας εξαρτώνται από την κατοχή «αδείας χονδρικού εμπορίου». Πάντως, επιτρέπεται στους κατόχους των αδειών παραγωγής να επιδίδονται στο χονδρικό εμπόριο των αντιστοίχων προϋόντων.
6 Ο νόμος εξαρτά επίσης την εισαγωγή στη Σουηδία οίνου, ενισχυμένης μπύρας ή οινοπνευματωδών ποτών από την κατοχή αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου.
7 Η άδεια χορηγείται από την Alkoholinspektion (επιθεώρηση οινοπνεύματος) με βάση αίτηση συνοδευόμενη από τα δικαιολογητικά που καθορίζονται με πράξη της επιθεωρήσεως. Η εν λόγω πράξη διευκρινίζει ότι, όσον αφορά τους αλλοδαπούς αιτούντες, πρέπει να απαιτείται η υποβολή των εγγράφων που οι τελευταίοι μπορούν εύλογα να λάβουν από τις εθνικές αρχές τους.
8 Η υποβολή της σχετικής αιτήσεως υπόκειται στην πληρωμή παγίου τέλους, το ύψος του οποίου ανερχόταν, κατά τον χρόνο των επιδίκων πραγματικών περιστατικών, σε 25 000 σουηδικές κορόνες (SKR). Κατά τη μη διαψευσθείσα συναφώς εκδοχή του H. Franzιn, το τέλος αυτό δεν επιστρέφεται σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως χορηγήσεως αδείας.
9 Η επιθεώρηση οινοπνεύματος οφείλει να προβαίνει σε αντικειμενική και μη εισάγουσα δυσμενείς διακρίσεις αξιολόγηση της αιτήσεως, λαμβάνοντας υπόψη την ατομική και οικονομική κατάσταση του αιτούντος, καθώς και όλα τα στοιχεία που ενέχουν σημασία για τη χορήγηση της αδείας, όπως είναι οι επαγγελματικές γνώσεις του αιτούντος, ιδίως όσον αφορά την εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση επί του εμπορίου οινοπνεύματος στη Σουηδία, ή η ικανότητά του να τηρεί τις διατάξεις της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϋόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους καταναλώσεως (ΕΕ L 76, σ. 1). Επίσης, η επιθεώρηση οφείλει να ελέγχει την ικανότητα του αιτούντος να τηρεί τη νομοθεσία και να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, ιδίως σε συνάρτηση με τη χρηματοδοτική ικανότητα και τυχόν ποινική καταδίκη του.
10 Ο αιτών οφείλει να αποδείξει ότι διαθέτει επαρκείς αποθηκευτικούς χώρους ώστε να επιδίδεται στη δραστηριότητά του. Η επιθεώρηση οινοπνεύματος εκτιμά, ανά περίπτωση, τις απαιτούμενες από τον αιτούντα ικανότητες από απόψεως τύπου και προσανατολισμού της δραστηριότητάς του. Ειδικότερα, η δυνατότητα αποθηκεύσεως δεν απαιτείται από τους επιχειρηματίες που εφοδιάζουν απευθείας με ποτά τους ευρισκομένους επί του εθνικού εδάφους αγοραστές.
11 Επίσης, ο αιτών οφείλει να παράσχει εγγυήσεις, ιδίως τραπεζικές, όσον αφορά την καταβολή των ειδικών φόρων καταναλώσεως που θα κληθεί ενδεχομένως να καταβάλει ως υπόχρεος λόγω της ιδιότητάς του ως αποθηκευτή ή αποδέκτη του εμπορεύματος, κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας οδηγίας 92/12.
12 Τέλος, ο κάτοχος αδείας οφείλει να καταβάλλει ετησίως τέλος για την επιτήρηση των εγκαταστάσεών του, οι συντελεστές του οποίου καθορίζονται από το Δημόσιο. Κατά τον χρόνο των επιδίκων πραγματικών περιστατικών, ο βασικός συντελεστής κυμαινόταν μεταξύ 10 000 και 323 750 SKR, ανάλογα με τα ποτά και τις παραγόμενες ή διατιθέμενες στο εμπόριο ποσότητες.
13 Σε απάντηση των γραπτών ερωτήσεων του Δικαστηρίου, η Σουηδική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι ο νόμος περί οινοπνεύματος δεν απαιτούσε από τον αιτούντα να κατοικεί στη Σουηδία, όπως ανέφερε ρητώς μια απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1995. Κατά την προφορική διαδικασία, επιβεβαίωσε τις διευκρινίσεις της επί του σημείου αυτού.
14 Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1996 είχαν εκδοθεί 223 άδειες παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου.
15 Ο νόμος περί οινοπνεύματος αναθέτει σε εταιρία του Δημοσίου, συσταθείσα ειδικά για τον σκοπό αυτό, τη διασφάλιση της λιανικής πωλήσεως του οίνου, της ενισχυμένης μπύρας και των οινοπνευματωδών ποτών. Πρόκειται για την εταιρία Systembolaget Aktiebolag (στο εξής: Systembolaget), ανώνυμη εταιρία ανήκουσα εξ ολοκλήρου στο Σουηδικό Δημόσιο.
16 Η δραστηριότητα, η εκμετάλλευση και οι λεπτομέρειες ελέγχου της εταιρίας καθορίζονται σε σύμβαση συναφθείσα με το Δημόσιο.
17 Επιπλέον, ο νόμος περί οινοπνεύματος εξαρτά την απευθείας πώληση του οίνου, της ενισχυμένης μπύρας και των οινοπνευματωδών ποτών από την κατοχή «αδείας πρατηρίου ποτών».
18 Οι κάτοχοι αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου μπορούν να πωλούν ποτά μόνον στην επιφορτισμένη με τη λιανική πώλησή τους εταιρία, στους λοιπούς κατόχους αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου ή στους κατόχους αδείας πρατηρίου ποτών. Η ίδια η εταιρία λιανικής πωλήσεως επιτρέπεται να ζητεί άδειες για τη χονδρική πώληση οινοπνευματωδών ποτών στους κατόχους αδείας πρατηρίων ποτών.
19 Η άνευ εγκρίσεως, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, πώληση οινοπνευματωδών ποτών τιμωρείται ποινικώς.
20 Τέλος, ο lag med vissa bestδmmelser om marknadsfφring av alkoholdrycker 1978:763 (νόμος περί της θεσπίσεως διαφόρων μέτρων σε θέματα εμπορίας των οινοπνευματωδών ποτών), χωρίς να απαγορεύει την εν γένει διαφήμιση των οινοπνευματωδών ποτών, απαγορεύει τα μέτρα που ενθαρρύνουν την κατανάλωσή τους, όπως είναι τα επίμονα ή πιεστικά μέτρα προωθήσεως και η κατ' οίκον αναζήτηση πελατών, καθώς και τα διαφημιστικά μηνύματα στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση, στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Πάντως, επιτρέπεται η προώθηση των οινοπνευματωδών ποτών με έντυπα που διατίθενται στο κοινό στα σημεία πωλήσεως, ιδίως εκείνα του Systembolaget, καθώς και στα μεταφορικά μέσα που επιτρέπεται να σερβίρουν οινοπνευματώδη. Ο νόμος δεν απαγορεύει περαιτέρω την αναφορά των οινοπνευματωδών ποτών στα άρθρα του Τύπου, ιδίως τα θεματικά αφιερώματα των ημερησίων εφημερίδων ή των περιοδικών στον οίνο και στα οινοπνευματώδη ποτά.
Οι κανόνες λειτουργίας του Systembolaget
21 Η σύμβαση μεταξύ της Systembolaget και του Σουηδικού Δημοσίου, η οποία άρχισε να ισχύει από 1ης Ιανουαρίου 1995, προβλέπει ιδίως ότι η εν λόγω εταιρία οφείλει:
- να ασκεί τη δραστηριότητά της κατά τρόπον ώστε να προλαμβάνονται, στο μέτρο του δυνατού, οι βλαβερές, από δημοσίας, κοινωνικής και ιατρικής απόψεως, συνέπειες της καταναλώσεως οινοπνευματωδών ποτών·
- να επιλέγει τα προϋόντα που διαθέτει στο εμπόριο με βάση τις ιδιότητές τους, τις αρνητικές επιπτώσεις τους επί της υγείας του ανθρώπου, τη ζήτηση των καταναλωτών ή παραμέτρους εμπορικής ή ηθικής τάξεως·
- να ενημερώνει εγγράφως κάθε προμηθευτή επί των λόγων που την οδήγησαν στην απόφαση να μην εμπορεύεται ή να μην εμπορεύεται πλέον ένα προϋόν και να τον πληροφορεί επί των μέσων που διαθέτει να προσφύγει κατά της σχετικής αποφάσεώς της·
- να εκδίδει μέτρα εμπορίας και πληροφορήσεως αμερόληπτα και ανεξάρτητα της καταγωγής των ποτών·
- να καταβάλλει προσπάθειες ώστε οι καταναλωτές να λαμβάνουν γνώση των νέων ποτών που διαθέτει στο εμπόριο, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τους περιορισμούς του νόμου περί οινοπνεύματος·
- να καθορίζει, σύμφωνα με αντικειμενικά και ανεξάρτητα από την καταγωγή των ποτών κριτήρια, τα περιθώρια κέρδους της·
- να ασκεί κατά τρόπο ορθολογιστικό τη δραστηριότητά της, να διασφαλίζει ποιοτική εξυπηρέτηση και να καθορίζει τις τιμές της κατά τρόπον ώστε να καλύπτει τα έξοδά της, να εξασφαλίζει υπέρ του Δημοσίου εύλογη απόδοση του κεφαλαίου της και να αποφεύγει αδικαιολόγητη αύξηση της τιμής των ποτών·
- να ιδρύει ή να καταργεί τα σημεία πωλήσεών της με γνώμονα τις διαχειριστικές ανάγκες της, τις υπηρεσίες που καλείται να παράσχει και την πολιτική σε θέματα οινοπνευματωδών, επιτρέποντας παράλληλα σε κάθε δήμο ή κοινότητα να διαθέτει σημείο πωλήσεως ύστερα από σχετική αίτηση και μεριμνώντας ώστε στις κατοικημένες περιοχές που δεν διαθέτουν σημείο πωλήσεως η πώληση να μπορεί να πραγματοποιείται δι' αλληλογραφίας κατόπιν απλής αιτήσεως και με έξοδα που βαρύνουν τη Systembolaget·
- να αποφασίζει για τις ώρες λειτουργίας των σημείων πωλήσεως σύμφωνα με τις οδηγίες του Σουηδικού Κοινοβουλίου.
22 Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η Systembolaget διαθέτει 384 «μικροκαταστήματα» σε όλη τη σουηδική επικράτεια. Επιπλέον, είναι δυνατή η παραγγελία και παράδοση των πωλουμένων από τη Systembolaget προϋόντων σε περίπου 550 σημεία πωλήσεως εντός αγροτικών περιοχών (πρατήρια τροφίμων, σημεία πωλήσεως εφημερίδων ή καπνού, σταθμοί αυτοκινήτων) ή στα πλαίσια 56 λεωφορειακών γραμμών και 45 εξόδων των αγροτικών ταχυδρομικών διανομέων.
23 Σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανονισμούς της εταιρίας, τα εμπορευόμενα από τη Systembolaget ποτά (2 454 προϋόντα τον μήνα Οκτώβριο 1995) κατανέμονται σε «συσκευασμένα σύνολα συνδυασμού ποτών». Το αποκαλούμενο «βασικό» συσκευασμένο σύνολο περιλαμβάνει ποτά που εμπίπτουν στις κατηγορίες των κατώτερων ή μέσων τιμών που διατίθενται καθόλη τη διάρκεια του έτους σε όλα τα σημεία πωλήσεως (1 288 προϋόντα κατά τον μήνα Οκτώβριο 1995). Το αποκαλούμενο «ευκαιριακό» συσκευασμένο σύνολο περιλαμβάνει ποτά που διατίθενται περιοριστικώς, ιδίως κατά τη διάρκεια ενός τμήματος μόνον του έτους, όπως συμβαίνει με τους οίνους εξαιρετικής εσοδείας συγκεκριμένου έτους και με τα εποχιακά ποτά (930 προϋόντα κατά τον μήνα Οκτώβριο 1995). Το αποκαλούμενο «προς δοκιμή» συσκευασμένο σύνολο περιλαμβάνει ποτά που προτείνονται δοκιμαστικώς σε ορισμένα «μικροκαταστήματα», προκειμένου να ενταχθούν στο «βασικό» συσκευασμένο σύνολο (236 προϋόντα τον μήνα Οκτώβριο 1995). Το αποκαλούμενο «κατόπιν παραγγελίας» συσκευασμένο σύνολο περιλαμβάνει τα προϋόντα που η Systembolaget δεν διαθέτει σε απόθεμα αλλά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο παραγγελίας. Επιπλέον, η Systembolaget εισάγει ποτά κατόπιν αιτήσεως και με έξοδα των πελατών της (αποκαλούμενες «ιδιωτικές» εισαγωγές).
24 Τα ποτά των τριών πρώτων κατηγοριών συνόλων εμφαίνονται σε ενιαίο τιμοκατάλογο δημοσιευόμενο πολλές φορές ετησίως και διατιθέμενο στα «μικροκαταστήματα» και στα σημεία πωλήσεως της Systembolaget ή κατόπιν συνδρομής. Τα «κατόπιν παραγγελίας» προϋόντα περιλαμβάνονται σε ειδικό κατάλογο, ο οποίος διατίθεται κατόπιν αιτήσεως στα «μικροκαταστήματα». Τα νέα προϋόντα που εμπορεύεται η Systembolaget αποτελούν αντικείμενο συστηματικής παρουσιάσεως στη μηνιαία επιθεώρηση πληροφοριών που εκδίδει το μονοπώλιο, διατίθεται στα «μικροκαταστήματα» και στα σημεία πωλήσεώς του και απευθύνεται στους συνδρομητές και στα εστιατόρια, αλλά και στους δημοσιογράφους του γραπτού Τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων που είναι ειδικευμένοι στην κριτική παρουσίαση των οίνων και οινοπνευματωδών. Επιπλέον, εκτίθενται στις βιτρίνες των «μικροκαταστημάτων» του μονοπωλίου.
25 Η Systembolaget καταρτίζει ετήσιο χρονοδιάγραμμα αγορών των προϋόντων της που αναθεωρείται κάθε τρίμηνο. Η εταιρία καλεί τους κατόχους αδείας παραγωγής και χονδρικού εμπορίου να υποβάλουν προσφορές. Οι προσφορές αυτές υπόκεινται σε μια πρώτη επιλογή από τις υπηρεσίες της με βάση οικονομικά ή εμπορικά κριτήρια, όπως είναι η ανταγωνιστικότητα της τιμής του προϋόντος ή το εμπορικό ιστορικό του, στη συνέχεια δε με γευστική δοκιμασία «στα τυφλά». Τα επιλεγέντα προϋόντα περιλαμβάνονται στο «βασικό» ή στο «ευκαιριακό» συσκευασμένο σύνολο. Τα μη επιλεγέντα προϋόντα μπορούν, κατόπιν αιτήσεως του προμηθευτή, να συμπεριληφθούν στο «προς δοκιμή» συσκευασμένο σύνολο, κατόπιν επιλογής με βάση νέα γευστική δοκιμασία διενεργούμενη από ομάδα καταναλωτών. Κατ' αρχήν, τα ποτά εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στο «βασικό» συσκευασμένο σύνολο μόνον αν οι πωλήσεις τους εγγίζουν προκαθορισμένες ποσότητες και μερίδια αγοράς.
26 Όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η Systembolaget διέθεσε στο εμπόριο 185,2 εκατομμύρια λίτρα οινοπνευματωδών ποτών από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο 1995 (45,2 % καταγωγής Σουηδίας και 41,8 % από τα άλλα κράτη μέλη) και 176,9 εκατομμύρια λίτρα οινοπνευματωδών ποτών από τον Ιανουάριο έως τον Σεπτέμβριο 1996 (45,1 % καταγωγής Σουηδίας και 40,6 % από τα άλλα κράτη μέλη). Κατά τους πρώτους οκτώ μήνες του 1996, η Systembolaget έλαβε 12 576 προσφορές, από τις οποίες 10 711 από τα κράτη μέλη της Κοινότητας (227 από τη Σουηδία και 10 484 από τα άλλα κράτη μέλη), έλεγξε 7 417 από αυτές, από τις οποίες 6 325 προερχόμενες από την Κοινότητα (149 από τη Σουηδία και 6 176 από τα άλλα κράτη μέλη), και επέλεξε 908, από τις οποίες οι 704 προέρχονται από την Κοινότητα (85 από τη Σουηδία και 619 από τα άλλα κράτη μέλη).
Το ιστορικό της κυρίας δίκης και η διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
27 Ο H. Franzιn διώκεται ποινικώς ενώπιον του Landskrona tingsrδtt επειδή μεταξύ άλλων πώλησε την 1η Ιανουαρίου 1995 εκ προθέσεως και χωρίς να διαθέτει σχετική έγκριση τον οίνο που αγόρασε από τη Systembolaget ή εισήγαγε από τη Δανία.
28 Ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι, δεδομένου ότι ο νόμος περί οινοπνεύματος αντίκειται προς τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης, ουδέν έγκλημα μπορεί να του προσαφθεί.
29 Διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς την απάντησή του επί της εν λόγω επιχειρηματολογίας, το Landskrona tingsrδtt ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Ερωτάται αν συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης της Ρώμης ένα προβλεπόμενο από τον νόμο μονοπώλιο, όπως είναι αυτό της Systembolaget.
2) Ερωτάται αν ένα προβλεπόμενο από τον νόμο μονοπώλιο, όπως είναι αυτό της Systembolaget, παραβιάζει το άρθρο 37 της Συνθήκης της Ρώμης και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν το μονοπώλιο αυτό πρέπει να καταργηθεί ή αν υπάρχει δυνατότητα διαρρυθμίσεως.
3) Ερωτάται αν, σε περίπτωση κατά την οποία ένα προβλεπόμενο από τον νόμο μονοπώλιο, όπως είναι αυτό της Systembolaget, πρέπει να θεωρηθεί ότι παραβιάζει το άρθρο 37, υφίσταται περίοδος προσαρμογής ή αν αντίθετα η εταιρία θα έπρεπε να έχει ήδη διαλυθεί από 1ης Ιανουαρίου 1995 ή η διαρρύθμιση να έχει ήδη επέλθει κατά την ως άνω ημερομηνία».
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
30 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, ο εθνικός δικαστής ερωτά σε ποιο βαθμό τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης απαγορεύουν εθνικές διατάξεις σχετικές με την οργάνωση κρατικού μονοπωλίου στο λιανικό εμπόριο των οινοπνευματωδών ποτών, όπως είναι τα παρατιθέμενα στη διάταξη περί παραπομπής.
31 Μολονότι τα ανωτέρω ερωτήματα ωθούν το Δικαστήριο να εξετάσει τους εφαρμοζομένους επί του επιδίκου στα πλαίσια της διαφοράς της κυρίας δίκης μονοπωλίου κανόνες δικαίου, οι κανόνες αυτοί δεν άπτονται του ερωτήματος αν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις η συμπεριφορά των αρμοδίων για τη διαχείριση του μονοπωλίου αρχών ενέχει ενδεχομένως χαρακτήρα εισάγοντα δυσμενή διάκριση έναντι ιδίως των προμηθευτών των άλλων κρατών μελών.
32 Ο H. Franzιn υποστηρίζει ότι τα άρθρα 30 και 37 της Συνθήκης απαγορεύουν τις σχετικές διατάξεις. Κατά την άποψή του, η οργάνωση μονοπωλίου λιανικής πωλήσεως, όπως είναι αυτό που ισχύει σήμερα στη Σουηδία, εμποδίζει πολλαπλώς την εισαγωγή των οινοπνευματωδών ποτών στη Σουηδία και παρέχει στη Systembolaget τη δυνατότητα να δίδει το προβάδισμα στην εμπορία των εγχωρίων προϋόντων. Ισχυρίζεται συναφώς ότι τα παραγόμενα σε άλλα κράτη μέλη προϋόντα μπορούν να πωλούνται στη Σουηδία μόνο εφόσον εισάγονται από κάτοχο αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου και εφόσον επιλέγονται με βάση περιοριστικά και αυθαίρετα κριτήρια οριζόμενα από τη Systembolaget. Προσθέτει ότι τα εν λόγω ποτά μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο μόνον μέσω περιορισμένου δικτύου πωλήσεως και ότι δεν μπορούν να τύχουν άλλης προωθήσεως πέραν εκείνης που αναλαμβάνει η Systembolaget. Ο H. Franzιn υποστηρίζει επίσης ότι η εφαρμοστέα επί του μονοπωλίου κανονιστική ρύθμιση δεν εμπίπτει στην κατηγορία της νομοθεσίας που περιορίζει ή απαγορεύει ορισμένες μορφές πωλήσεως κατά την έννοια της αποφάσεως της 24ης Νοεμβρίου 1993 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. Ι-6097), και της αποφάσεως της 29ης Ιουνίου 1995 στην υπόθεση C-391/92, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1995, σ. Ι-1621), ιδίως επειδή αφορά τη δραστηριότητα επιχειρήσεως μη υφισταμένης οποιονδήποτε ανταγωνισμό και όχι τη δραστηριότητα επιχειρήσεων εμπιπτουσών στους κανόνες του ανταγωνισμού.
33 Η Γαλλική, Φινλανδική, Σουηδική και Νορβηγική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, υποστηρίζουν ότι ούτε το άρθρο 30 ούτε το άρθρο 37 της Συνθήκης απαγορεύουν εθνικές διατάξεις όπως είναι αυτές στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο. Ισχυρίζονται, αφενός, ότι το άρθρο 37 δεν επιτάσσει την κατάργηση των μονοπωλίων λιανικής πωλήσεως, αλλ' απλώς τη διαρρύθμισή τους κατά τρόπον ώστε να μην περιλαμβάνουν κανόνες εισάγοντες δυσμενή διάκριση ανάλογα με την καταγωγή των προϋόντων ή την ιθαγένεια των επιχειρηματιών. Κατ' αυτές, το επίδικο στα πλαίσια της διαφοράς της κυρίας δίκης μονοπώλιο πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Αφετέρου, φρονούν ότι οι εφαρμοζόμενοι επί του εν λόγω μονοπωλίου κανόνες δεν εμποδίζουν άμεσα ή έμμεσα το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Συγκεκριμένα, κατ' αυτές, οι εν λόγω κανόνες περιορίζουν ή απαγορεύουν ορισμένες μορφές πωλήσεως και επηρεάζουν με τον ίδιο τρόπο την εμπορία των εγχωρίων και των εισαγομένων προϋόντων.
34 Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής και από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου αφορούν όχι μόνον τις εθνικές διατάξεις σχετικά με την ύπαρξη και τη λειτουργία του μονοπωλίου, αλλά, γενικότερα, τις διατάξεις οι οποίες, μολονότι δεν διέπουν τη λειτουργία του μονοπωλίου, επιδρούν πάντως ευθέως επ' αυτού, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των κανόνων σχετικά με τις άδειες παραγωγής και χονδρικού εμπορίου.
35 Ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, πρέπει να εξεταστούν οι κανόνες που αφορούν την ύπαρξη και τη λειτουργία του μονοπωλίου υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 37 της Συνθήκης, εφαρμοστέων ειδικά κατά την άσκηση, από κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, των δικαιωμάτων του αποκλειστικότητας (απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 91/75, Miritz, Συλλογή τόμος 1976, σ. 113, σκέψη 5· απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 120/78, Rewe-Zentral, γνωστή ως «Cassis de Dijon», Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, σκέψη 7, και απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 91/78, Hansen, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 515, σκέψεις 9 και 10).
36 Αντίθετα, η επίπτωση επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου των λοιπών διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, οι οποίες μπορούν να αποσπαστούν από το πλαίσιο λειτουργίας του μονοπωλίου αν και έχουν επίπτωση επ' αυτού, πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 30 της Συνθήκης (βλ. συναφώς προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Miritz, σκέψη 5, προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Cassis de Dijon, σκέψη 7, και απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 86/78, Peureux, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 481, σκέψη 35).
Όσον αφορά τους κανόνες σχετικά με την ύπαρξη και τη λειτουργία του μονοπωλίου
37 Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 37 και από τη θέση του στο σύστημα της Συνθήκης, η ανωτέρω διάταξη αποβλέπει στην εξασφάλιση της τηρήσεως του θεμελιώδους κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων σε ολόκληρη την κοινή αγορά, ιδίως με την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και στην κατ' αυτόν τον τρόπο διατήρηση κανονικών συνθηκών ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών, στην περίπτωση που, σε κάποιο από τα κράτη αυτά, ένα συγκεκριμένο προϋόν υπόκειται σε κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 59/75, Manghera κ.λπ., Συλλογή τόμος 1976, σ. 27, σκέψη 9, προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Hansen, σκέψη 8, απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983 στην υπόθεση 78/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, σ. 1955, σκέψη 11, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. Ι-4747, σκέψη 42, και απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1995 στην υπόθεση C-387/93, Banchero, Συλλογή 1995, σ. Ι-4663, σκέψη 27, στο εξής: απόφαση Banchero II).
38 Πάντως, το Δικαστήριο διευκρίνισε επανειλημμένα ότι το εν λόγω άρθρο δεν επιβάλλει την ολοκληρωτική κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα, αλλ' επιτάσσει τη διαρρύθμισή τους κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών (προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Manghera κ.λπ., σκέψη 5· προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Hansen, σκέψη 8· προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 11, και προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Banchero II, σκέψη 27).
39 Πράγματι, το άρθρο 37 της Συνθήκης έχει ως αντικείμενο τον συγκερασμό της δυνατότητας των κρατών μελών να διατηρούν ορισμένα μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα, ως όργανα επιτεύξεως στόχων δημοσίου συμφέροντος, με τις απαιτήσεις της εγκαθιδρύσεως και της λειτουργίας της κοινής αγοράς. Στοχεύει στην κατάργηση των εμποδίων της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με την εξαίρεση, πάντως, των περιοριστικών αποτελεσμάτων επί του εμπορίου που είναι σύμφυτα με την ύπαρξη των επιδίκων μονοπωλίων.
40 Έτσι, το άρθρο 37 απαιτεί η οργάνωση και λειτουργία του μονοπωλίου να διαρρυθμίζονται έτσι ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οπότε να μη βλάπτεται ούτε νομικά ούτε πραγματικά το εμπόριο των προερχομένων από τα άλλα κράτη μέλη προϋόντων σε σχέση με το εμπόριο των εγχωρίων προϋόντων και να μη νοθεύεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών (βλ. προς την κατεύθυνση αυτή την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 11).
41 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, σκοπώντας την προστασία της δημοσίας υγείας από τα κακά του οινοπνεύματος, ένα κρατικό μονοπώλιο λιανικής πωλήσεως των οινοπνευματωδών ποτών, όπως είναι αυτό που έχει ανατεθεί στη Systembolaget, επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος.
42 Κατόπιν αυτού, πρέπει να ελεγχθεί αν μονοπώλιο αυτού του είδους είναι διαρρυθμισμένο κατά τρόπον ώστε να ανταποκρίνεται στις υπομνησθείσες στις σκέψεις 39 και 40 της παρούσας αποφάσεως προϋποθέσεις.
Το σύστημα επιλογής των προϋόντων από το μονοπώλιο
43 Ο H. Franzιn υποστηρίζει ότι τα ποτά επιλέγονται και εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στα συσκευασμένα σύνολα της Systembolaget δυνάμει όχι μόνο περιοριστικών αλλά και αυθαιρέτων και μη δυναμένων να ελεγχθούν κριτηρίων.
44 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί, κατ' αρχάς, ότι η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ του Δημοσίου και της Systembolaget επιβάλλει στη δεύτερη την υποχρέωση να επιλέγει τα προϋόντα που εμπορεύεται με βάση τις ιδιότητές τους, την έλλειψη αρνητικών επιπτώσεων επί της ανθρώπινης υγείας, τη ζήτηση των καταναλωτών ή παραμέτρους εμπορικής ή ηθικής τάξεως, ήτοι με βάση κριτήρια ανεξάρτητα από την καταγωγή των προϋόντων.
45 Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί αν τα κριτήρια και οι μέθοδοι επιλογής της Systembolaget εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις ή μπορούν να ζημιώνουν τα εισαγόμενα προϋόντα.
46 Επί του σημείου αυτού, προκύπτει, πρώτον, από τα στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση του Δικαστηρίου, ότι το χρονοδιάγραμμα αγορών που ακολουθεί το μονοπώλιο κατά την εκστρατεία του των προσκλήσεων υποβολής προσφορών στηρίζεται στη δυνάμενη να προβλεφθεί εξέλιξη της ζητήσεως των καταναλωτών. Άλλωστε, κατά την επεξεργασία του, ζητείται συναφώς η γνώμη των οργανώσεων των παραγωγών, εισαγωγέων και καταναλωτών.
47 Δεύτερον, οι προσκλήσεις της Systembolaget για την υποβολή προσφορών αφορούν όλους τους κατόχους αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου και όλα τα είδη ποτών, ανεξαρτήτως καταγωγής.
48 Τρίτον, οι προσφορές επιλέγονται από τη Systembolaget με βάση αμιγώς εμπορικά κριτήρια [ανταγωνιστική τιμή του προϋόντος, εμπορικό ιστορικό τους (...)] ή και ποιοτικά (γευστική δοκιμή στα τυφλά), μη δυνάμενα να ευνοήσουν τα εγχώρια προϋόντα.
49 Γεγονός είναι ότι τα επιλεγόμενα ποτά εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στο «βασικό» συσκευασμένο σύνολο της Systembolaget μόνον αν οι πωλήσεις τους υπερβαίνουν ορισμένη ποσότητα και ορισμένο μερίδιο αγοράς. Πάντως, η ανωτέρω επιταγή, αν και μπορεί να έχει ως συνέπεια το να θέτει σε μειονεκτική θέση τους μικροπαραγωγούς, δεν είναι ικανή αφ' εαυτής να ευνοεί άμεσα ή έμμεσα τα εγχώρια προϋόντα. Εν πάση περιπτώσει, παρίσταται ως δικαιολογημένη τόσον υπό το φως της ελευθερίας επιλογής που διαθέτει το μονοπώλιο στα πλαίσια της εμπορικής πολιτικής του όσο και από τις συμφυείς προς τη διαχείρισή του επιταγές. Πράγματι, σκοπεί την εξασφάλιση της προμήθειας ποικιλίας οινοπνευματωδών ποτών σε όλα τα σημεία πωλήσεως του μονοπωλίου επί συγκεκριμένη περίοδο εντός των ορίων που συμβιβάζονται με την αποδοτική διαχείρισή του. Επιπλέον, δεν αφορά τα προϋόντα των οποίων οι ποσότητες είναι εκ φύσεως περιορισμένες, όπως συμβαίνει με τα εξαιρετικής εσοδείας συγκεκριμένου έτους ποτά ή με τα εποχιακά ποτά που περιλαμβάνονται στο «ευκαιριακό» συσκευασμένο σύνολο.
50 Τέταρτον, οι επιχειρηματίες διαθέτουν άλλες δυνατότητες προκειμένου να εμπορευτούν τα προϋόντα τους μέσω του μονοπωλίου. Έτσι, εκείνοι των οποίων οι προσφορές δεν επελέγησαν από τη Systembolaget μπορούν να αξιώσουν να υποστούν τα προϋόντα τους δεύτερη ποιοτική δοκιμασία ενώπιον ομάδας καταναλωτών και να αποτελέσουν, ενδεχομένως, αντικείμενο εμπορίας τους εκ μέρους του μονοπωλίου, δοκιμαστικώς, επί συγκεκριμένη περίοδο. Τα προϋόντα τα οποία δεν επελέγησαν από τη Systembolaget και πληρούν τις αντικειμενικές προϋποθέσεις που καθορίζει το σημείο 4 της συμβάσεως μεταξύ του Δημοσίου και της Systembolaget, μπορούν να περιληφθούν στο «κατόπιν παραγγελίας» συσκευασμένο σύνολο και να πωληθούν ύστερα από αίτηση του πελάτη. Τέλος, η Systembolaget είναι υποχρεωμένη να εισαγάγει οποιοδήποτε οινοπνευματώδες ποτό ύστερα από αίτηση και με έξοδα του καταναλωτή.
51 Πέμπτον, οι επιχειρηματίες νομιμοποιούνται να λάβουν γνώση των λόγων στους οποίους στηρίζονται οι ληφθείσες από το μονοπώλιο αποφάσεις όσον αφορά την επιλογή των ποτών και τη διατήρησή τους στον κατάλογο του «βασικού» συσκευασμένου συνόλου, έχουν δε τη δυνατότητα να τις προσβάλουν ενώπιον επιτροπής η οποία παρέχει όλα τα εχέγγυα ανεξαρτησίας.
52 Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που περιήλθαν σε γνώση του Δικαστηρίου, τα κριτήρια ή οι μέθοδοι επιλογής της Systembolaget δεν φαίνονται να εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις ούτε μπορούν να ζημιώνουν τα εισαγόμενα προϋόντα.
Το δίκτυο πωλήσεων του μονοπωλίου
53 Ο H. Franzιn ισχυρίζεται ότι το δίκτυο πωλήσεων της Systembolaget είναι περιορισμένο και δεν καλύπτει όλο το φάσμα των διαθεσίμων ποτών, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες πωλήσεως.
54 Γεγονός είναι ότι ένα μονοπώλιο, όπως αυτό της Systembolaget, διαθέτει απλώς περιορισμένο αριθμό «μικροκαταστημάτων». Πάντως, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ο αριθμός των σημείων πωλήσεως δεν είναι τόσον περιορισμένος ώστε να θέτει σε κίνδυνο τον εφοδιασμό των καταναλωτών σε εγχώρια ή εισαγόμενα οινοπνευματώδη ποτά.
55 Κατ' αρχάς, σύμφωνα με τη σύμβαση που συνήψε με το Δημόσιο, η Systembolaget οφείλει να ιδρύει και να καταργεί τα σημεία πωλήσεών της με γνώμονα τις διαχειριστικές ανάγκες, τη ζήτηση των καταναλωτών και τις ανάγκες της πολιτικής περί οινοπνεύματος, και να φροντίζει ώστε κάθε δήμος ή κοινότητα που το επιθυμεί να μπορεί να διαθέτει σημείο πωλήσεων και κάθε σημείο της επικρατείας να εξυπηρετείται τουλάχιστον μέσω παραδόσεων.
56 Ακολούθως, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο, προβλέπεται η δυνατότητα παραγγελίας και παραδόσεως των οινοπνευματωδών ποτών εντός των 384 «μικροκαταστημάτων» του μονοπωλίου, εντός 550 περίπου σημείων πωλήσεων, καθώς και στα πλαίσια 56 λεωφορειακών γραμμών και 45 εξόδων των αγροτικών ταχυδρομικών διανομέων. Επιπλέον, τουλάχιστον σε 259 από τους 288 δήμους/κοινότητες της χώρας λειτουργεί ένα «μικροκατάστημα», ενώ η Systembolaget προβλέπει ότι το έτος 1998 κάθε δήμος/κοινότητα θα διαθέτει τουλάχιστον ένα «μικροκατάστημα».
57 Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το σύστημα λιανικής πωλήσεως της Systembolaget είναι ατελές, οι σχετικές ατέλειες δεν ζημιώνουν περισσότερο την πώληση των οινοπνευματωδών ποτών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη σε σχέση με τα παραγόμενα στο εθνικό έδαφος οινοπνευματώδη ποτά (βλ. mutatis mutandis, επ' ευκαιρία του άρθρου 30 της Συνθήκης, την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Banchero II, σκέψη 40).
Η προώθηση των οινοπνευματωδών ποτών
58 Ο H. Franzιn υποστηρίζει επίσης ότι το καθεστώς προωθήσεως των οινοπνευματωδών ποτών ευνοεί την εμπορία των ποτών που παράγονται στο εθνικό έδαφος. Ισχυρίζεται ότι η προώθηση των οινοπνευματωδών ποτών συνίσταται απλώς και μόνο στην πληροφόρηση επί των προϋόντων, η οποία, άλλωστε, διαφέρει ανάλογα με το αν πρόκειται για προϋόντα του «βασικού» συσκευασμένου συνόλου ή για προϋόντα του «κατόπιν παραγγελίας» συσκευασμένου συνόλου, ότι η προώθηση αυτή ανήκει αποκλειστικά στο μονοπώλιο, πέραν κάθε ελέγχου εκ μέρους των προμηθευτών, στους οποίους απαγορεύεται περαιτέρω να προβούν σε διαβήματα προς τους υπευθύνους των «μικροκαταστημάτων».
59 Επί του σημείου αυτού, πρέπει να υπογραμμιστεί, κατ' αρχάς, ότι οι περιορισμένες δυνατότητες προωθήσεως στο κοινό των οινοπνευματωδών ποτών είναι σύμφυτες με την ύπαρξη ενός και μόνον επιχειρηματία στην αγορά της λιανικής πωλήσεως των ποτών αυτών.
60 Ακολούθως, οι κανόνες του μονοπωλίου δεν απαγορεύουν στους παραγωγούς ή στους εισαγωγείς να προωθούν τα προϋόντα τους απευθυνόμενοι στο μονοπώλιο. Καίτοι οι προμηθευτές δεν έχουν τη δυνατότητα προωθήσεως απευθυνόμενοι ευθέως στους υπευθύνους των «μικροκαταστημάτων» του μονοπωλίου, η σχετική απαγόρευση οφείλεται προφανώς στην ανησυχία που εξέφρασαν ορισμένοι προμηθευτές, ιδίως προς το Konkurrensverket (σουηδικό γραφείο επιφορτισμένο με θέματα ανταγωνισμού), για τη διασφάλιση απόλυτης ισότητας ως προς τους όρους προωθήσεως των προϋόντων.
61 Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η προώθηση στο κοινό των οινοπνευματωδών ποτών υπόκειται, εντός του συγκεκριμένου κράτους μέλους, σε μεγάλο περιορισμό, η επαρκής αιτιολόγηση του οποίου δεν θίγεται από το εθνικό δικαστήριο ούτε αμφισβητείται από τον H. Franzιn. Ειδικότερα, ο περιορισμός αυτός έγκειται στην απαγόρευση της διαφημίσεως ραδιοφωνικώς, τηλεοπτικώς, καθώς και μέσω όλων των εφημερίδων ή περιοδικών, ήτοι στην απαγόρευση των μέσων που είθισται να χρησιμοποιούν οι παραγωγοί για την προώθηση στο κοινό των προϋόντων τους. Πάντως, η διαφήμιση των επιλεγμένων από τη Systembolaget ποτών επιτρέπεται στα έντυπα που διατίθενται στους χώρους πωλήσεων. Επιπλέον, οποιοδήποτε οινοπνευματώδες ποτό μπορεί να αναφέρεται σε αρθρογραφία διά του Τύπου.
62 Στο πλαίσιο αυτό, η συναφθείσα μεταξύ του Σουηδικού Δημοσίου και της Systembolaget σύμβαση υποχρεώνει τη δεύτερη να θεσπίζει μέτρα εμπορίας και διαφημίσεως, σύμφωνα με αντικειμενικά και ανεξάρτητα από την καταγωγή των ποτών κριτήρια και να καταβάλλει προσπάθειες ώστε οι καταναλωτές να λαμβάνουν γνώση των νέων ποτών που διαθέτει στο εμπόριο, σεβόμενη παράλληλα τους περιορισμούς του νόμου περί οινοπνεύματος.
63 Μολονότι αληθεύει ότι η προώθηση των οινοπνευματωδών ποτών που ανέλαβε το μονοπώλιο διενεργείται, κατά βάση, υπό μορφή παρουσιάσεως των προϋόντων, αυτός ο τρόπος προωθήσεως ανταποκρίνεται προφανώς στις δεσμεύσεις που μόλις υπομνήστηκαν. Πάντως, πρέπει να τονιστεί ότι τα νέα προϋόντα παρουσιάζονται συστηματικά είτε μέσω της μηνιαίας επιθεωρήσεως που διανέμει το μονοπώλιο, είτε μέσω των δημοσιογράφων του γραπτού Τύπου και των ραδιοτηλεοπτικών μέσων που είναι ειδικευμένοι στην κριτική ανάλυση των οίνων και οινοπνευματωδών, είτε, τέλος, δι' εκθέσεως στα «μικροκαταστήματα» του μονοπωλίου.
64 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι ο τρόπος προωθήσεως που επέλεξε το μονοπώλιο εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την καταγωγή των προϋόντων και δεν μπορεί αφεαυτού να ζημιώνει νομικά ή πραγματικά τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη ποτά έναντι εκείνων που παράγονται στο εθνικό έδαφος.
65 Μολονότι αληθεύει ότι τα ποτά του συσκευασμένου «κατόπιν παραγγελίας» συνόλου εμφαίνονται στον ειδικό τιμοκατάλογο που διανέμεται στον καταναλωτή κατόπιν αιτήσεώς του, η διαφορετική αυτή μεταχείριση, επίσης άσχετη προς την καταγωγή των προϋόντων, δικαιολογείται από το γεγονός ότι η Systembolaget δεν διαθέτει αποθέματα των ποτών αυτών, τα οποία, συνακόλουθα δεν βρίσκονται σε κατάσταση συγκρίσιμη προς εκείνη των ποτών που περιλαμβάνονται μεταξύ των λοιπών συσκευασμένων συνόλων της Systembolaget.
66 Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο, προκύπτει ότι ένα μονοπώλιο λιανικής πωλήσεως, όπως είναι το επίδικο στα πλαίσια της διαφοράς της κυρίας δίκης, πληροί τις προϋποθέσεις συμβατότητας προς το άρθρο 37 της Συνθήκης, όπως αυτές προαναφέρθηκαν στις σκέψεις 39 και 40 της παρούσας αποφάσεως.
Όσον αφορά τις λοιπές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που έχουν επίπτωση επί της λειτουργίας του μονοπωλίου
67 Όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα που αντηλλάγησαν τόσον ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου, εξυπακούεται ότι τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν περαιτέρω τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, οι οποίες, μολονότι δεν ρυθμίζουν, ούτως ειπείν, τη λειτουργία του μονοπωλίου, έχουν εν τούτοις άμεση επίπτωση επ' αυτής. Οι ανωτέρω διατάξεις πρέπει να εξεταστούν υπό το φως του άρθρου 30 της Συνθήκης.
68 Επί του σημείου αυτού, ο H. Franzιn ισχυρίζεται ότι το μονοπώλιο μπορεί να εφοδιάζεται μόνον από τους κατόχους αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου, η χορήγηση της οποίας υπόκειται σε αυστηρούς όρους, και ότι η υποχρέωση αυτή εμποδίζει οπωσδήποτε την εισαγωγή των προερχομένων από τα λοιπά κράτη μέλη προϋόντων.
69 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε εμπορική κανονιστική ρύθμιση δυνάμενη να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται ως μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974 στην υπόθεση 8/74, Dassonville, Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
70 Σ' ένα εθνικό σύστημα, όπως είναι το επίδικο στα πλαίσια της διαφοράς της κυρίας δίκης, οι εισαγωγές οινοπνευματωδών ποτών επιφυλάσσονται αποκλειστικά υπέρ των κατόχων αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου, ήτοι υπέρ των επιχειρηματιών που πληρούν τις αυστηρές προϋποθέσεις χορηγήσεως των αδειών αυτών. Πράγματι, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία, οι εν λόγω επιχειρηματίες οφείλουν να παρέχουν επαρκή προσωπικά και οικονομικά εχέγγυα για να ασκούν τις οικείες δραστηριότητες, ιδίως δε επαγγελματικές γνώσεις, χρηματοδοτική ικανότητα και ευχέρειες αποθηκεύσεως ανταποκρινόμενες στις ανάγκες της ασκουμένης δραστηριότητας. Επιπλέον, η υποβολή αιτήσεως υπόκειται σε πάγιο τέλος σημαντικού ύψους (25 000 SKR), το οποίο δεν επιστρέφεται σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως. Τέλος, για την κατοχή της αδείας απαιτείται η καταβολή ετησίου φόρου επιτηρήσεως, επίσης σημαντικού ύψους (μεταξύ 10 000 και 323 750 SKR για τα βασικά ποσά ανάλογα με το είδος των ποτών και τις παραγόμενες ή διατιθέμενες στο εμπόριο ποσότητες).
71 Το ανωτέρω σύστημα εγκρίσεως συνιστά εμπόδιο κατά την εισαγωγή των οινοπνευματωδών ποτών που προέρχονται από τα λοιπά κράτη μέλη στον βαθμό που συνεπάγεται για τα εν λόγω ποτά πρόσθετα έξοδα, όπως το κόστος μεσολαβήσεως, το συνδεόμενο με την απόσβεση των τελών και φόρων που απαιτούνται για τη χορήγηση της αδείας κόστος ή το κόστος που συνδέεται με την υποχρέωση του επιχειρηματία να διαθέτει χώρους αποθηκεύσεως στο σουηδικό έδαφος.
72 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η ίδια η Σουηδική Κυβέρνηση, ο αριθμός των χορηγηθεισών αδειών είναι σχετικά μικρός (ανερχόταν σε 223 τον Οκτώβριο 1996) και οι κάτοχοί τους είναι, σχεδόν στο σύνολό τους, επιχειρηματίες εγκατεστημένοι στη Σουηδία.
73 Επομένως, εθνική νομοθεσία όπως η επίδικη στο πλαίσιο της κυρίας δίκης αντίκειται στο άρθρο 30 της Συνθήκης.
74 Πάντως, η Σουηδική Κυβέρνηση, επικαλούμενη το άρθρο 36 της Συνθήκης, ισχυρίζεται ότι η νομοθεσία της δικαιολογείται από λόγους αναγομένους στην προστασία της υγείας των ανθρώπων.
75 Γεγονός είναι ότι μέτρα αντικείμενα στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ μπορούν να δικαιολογηθούν με βάση το άρθρο 36 αυτής. Προς τούτο, όμως, πρέπει, σύμφωνα με πάγια νομολογία (προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Cassis de Dijon, απόφαση της 6ης Ιουλίου 1995 στην υπόθεση C-470/93, Mars, Συλλογή 1995, σ. Ι-1923, σκέψη 15, απόφαση της 26ης Ιουνίου 1997 στην υπόθεση C-368/95, Familiapress, Συλλογή 1997, σ. Ι-3689, σκέψη 19, και απόφαση της 9ης Ιουλίου 1997 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-34/95, C-35/95 και C-36/95, De Agostini και TV-Shop, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 45), οι επίδικες εθνικές διατάξεις να είναι ανάλογες προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και ο σκοπός αυτός να μη μπορεί να επιτευχθεί με μέτρα περιορίζοντα λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
76 Εν προκειμένω, καίτοι η προστασία της υγείας των ανθρώπων από τις βλαβερές συνέπειες του οινοπνεύματος, την οποία επικαλείται η Σουηδική Κυβέρνηση, καταλέγεται αναμφισβήτητα μεταξύ των λόγων που μπορούν να δικαιολογήσουν παρεκκλίσεις από το άρθρο 30 της Συνθήκης (βλ. προς την κατεύθυνση αυτή την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-1/90 και C-176/90, Aragonesa de Publicidad Exterior και Publivνa, Συλλογή 1991, σ. Ι-4151, σκέψη 13), η ίδια Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι το σύστημα αδειών που εγκαθιδρύθηκε με τον νόμο περί οινοπνεύματος, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις που άπτονται των ευχερειών αποθηκεύσεως και των τελών και φόρων σημαντικού ύψους που απαιτούνται από τους κατόχους αδείας, είναι ανάλογο του επιδιωκομένου στόχου περί δημοσίας υγείας ούτε ότι ο στόχος αυτός δεν μπορούσε να επιτευχθεί με μέτρα περιορίζοντα λιγότερο το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
77 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης απαγορεύουν εθνικές διατάξεις επιφυλάσσουσες την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών στους επιχειρηματίες που είναι κάτοχοι αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου, υπό προϋποθέσεις όπως οι προβλεπόμενες στη σουηδική νομοθεσία.
Όσον αφορά την παραβίαση του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ και των οδηγιών σε θέματα προμηθειών του Δημοσίου
78 Ο H. Franzιn υποστηρίζει επίσης με τις παρατηρήσεις του ότι ορισμένες διατάξεις του νόμου περί οινοπνεύματος αντίκεινται στο άρθρο 52 της Συνθήκης, καθώς και στις κοινοτικές οδηγίες σχετικά με τις προμήθειες του Δημοσίου.
79 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με την κατανομή των αρμοδιοτήτων που καθιερώνει το άρθρο 177 της Συνθήκης στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων, εναπόκειται αποκλειστικά στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει το αντικείμενο των ερωτημάτων που προτίθεται να υποβάλει στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν δύναται, κατόπιν αιτήματος ενός εκ των διαδίκων της διαφοράς στην κύρια δίκη, να εξετάσει ερωτήματα που δεν του υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο. Σε περίπτωση κατά την οποία, ενόψει της εξελίξεως της διαφοράς, το εθνικό δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να λάβει συμπληρωματικά στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, σ' αυτό εναπόκειται να απευθυνθεί εκ νέου στο Δικαστήριο (απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985 στην υπόθεση 311/84, CBEM, Συλλογή 1985, σ. 3261, σκέψη 10, απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 1990 στην υπόθεση C-337/88, SAFA, Συλλογή 1990, σ. Ι-1, σκέψη 20, και απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1990 στην υπόθεση C-196/89, Nespoli και Crippa, Συλλογή 1990, σ. Ι-3647, σκέψη 23).
80 Υπό τις συνθήκες αυτές, η απάντηση επί των δύο πρώτων ερωτημάτων είναι ότι το άρθρο 37 της Συνθήκης δεν απαγορεύει εθνικές διατάξεις αφορώσες την ύπαρξη και λειτουργία κρατικού μονοπωλίου λιανικής πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών όπως είναι οι αναφερόμενες στη διάταξη περί παραπομπής διατάξεις. Αντίθετα, τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης απαγορεύουν εθνικές διατάξεις επιφυλάσσουσες την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών υπέρ των επιχειρηματιών που είναι κάτοχοι αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου, υπό συνθήκες όπως είναι αυτές που προβλέπει η σουηδική νομοθεσία.
Επί του τρίτου ερωτήματος
81 Το τρίτο ερώτημα υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έκρινε ότι το άρθρο 37 απαγορεύει εθνικές διατάξεις αφορώσες την οργάνωση κρατικού μονοπωλίου λιανικής πωλήσεως των οινοπνευματωδών ποτών όπως είναι οι αναφερόμενες στη διάταξη περί παραπομπής.
82 Ενόψει της απαντήσεως επί των δύο πρώτων ερωτημάτων, παρέλκει η απάντηση επί του ερωτήματος αυτού.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
83 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Σουηδική, Γαλλική, Φινλανδική και Νορβηγική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κυρίας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 14ης Ιουνίου 1995 το Landskrona tingsrδtt, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΚ δεν απαγορεύει εθνικές διατάξεις αφορώσες την ύπαρξη και λειτουργία κρατικού μονοπωλίου λιανικής πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών όπως είναι οι αναφερόμενες στη διάταξη περί παραπομπής διατάξεις.
2) Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ απαγορεύουν εθνικές διατάξεις επιφυλάσσουσες την εισαγωγή οινοπνευματωδών ποτών υπέρ των επιχειρηματιών που είναι κάτοχοι αδείας παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου, υπό συνθήκες όπως είναι αυτές που προβλέπει η σουηδική νομοθεσία.
Full & Egal Universal Law Academy