Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Περιβάλλον - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464 - Υποχρέωση καταρτίσεως ειδικών προγραμμάτων με στόχο τη μείωση της προκαλουμένης από διάφορες επικίνδυνες ουσίες ρυπάνσεως
(Οδηγία 76/464 του Συμβουλίου, άρθρο 7, § 1)
2 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου εκ μέρους του Δικαστηρίου - Κατάσταση που πρέπει να ληφθεί υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
3 Τα κράτη μέλη οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464 να καταρτίσουν, ενόψει της πραγματοποιήσεως του επιδιωκομένου με την εν λόγω οδηγία στόχου της μειώσεως της ρυπάνσεως που προκαλούν ουσίες απαριθμούμενες στον επισυναπτόμενο σε παράρτημα της οδηγίας κατάλογο ΙΙ, να καταρτίσουν σε μια πρώτη φάση προγράμματα, καθορίζοντας, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας, ποιοτικούς στόχους. Δεδομένου ότι τα εν λόγω προγράμματα πρέπει να είναι ειδικά, γενικά προγράμματα εξυγιάνσεως, μη έχοντα ως συγκεκριμένο στόχο ουσίες απαριθμούμενες στον κατάλογο ΙΙ και μη διευκρινίζοντα τους ποιοτικούς στόχους που πρέπει να αποτελούν οδηγό για τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλούν οι εν λόγω ουσίες, δεν μπορούν να συνιστούν προγράμματα κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
4 Στα πλαίσια ασκουμένης δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης προσφυγής, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-232/95 και C-233/95,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Κοντού-Durande, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγoυσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον Παναγιώτη Μυλωνόπουλο και την Εύη Σκανδάλου, νομικούς συνεργάτες ΑΑ στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ελλάδος, 117, Val Sainte-Croix,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, μη καταρτίζοντας προγράμματα περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους και θέτοντα τα χρονικά όρια εκτελέσεώς τους με σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και του Παγασητικού κόλπου, στα πλαίσια της υποθέσεως C-233/95, από τις επικίνδυνες ουσίες του καταλόγου ΙΙ της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες εκχεόμενες στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), και μη εξαρτώντας από την έκδοση προηγουμένης αδείας ορίζουσας τα πρότυπα αποβολής τις απορρίψεις οι οποίες πραγματοποιούνται στη λίμνη Βεγορίτιδα και στον ποταμό Σούλο, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και στον Παγασητικό κόλπο, στα πλαίσια της υποθέσεως C-233/95, και οι οποίες ενδέχεται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία 76/464, ιδίως δε τα άρθρα 2, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και 7, στα πλαίσια των υποθέσεων C-232/95 και C-233/95,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, G. F. Mancini και G. Hirsch (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουνίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο χωριστά δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Ιουλίου 1995, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προσφυγές με τις οποίες ζητεί να αναγνωριστεί ότι, μη καταρτίζοντας προγράμματα περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους και θέτοντα τα χρονικά όρια εκτελέσεώς τους με σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και του Παγασητικού κόλπου, στα πλαίσια της υποθέσεως C-233/95, από τις επικίνδυνες ουσίες του καταλόγου ΙΙ της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες εκχεόμενες στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 138), και μη εξαρτώντας από την έκδοση προηγουμένης αδείας ορίζουσας τα πρότυπα αποβολής τις απορρίψεις οι οποίες πραγματοποιούνται στη λίμνη Βεγορίτιδα και στον ποταμό Σούλο, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και στον Παγασητικό κόλπο, στα πλαίσια της υποθέσεως C-233/95, και οι οποίες ενδέχεται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και την οδηγία 76/464, ιδίως δε τα άρθρα 2, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και 7, στα πλαίσια των υποθέσεων C-232/95 και C-233/95.
Η οδηγία 76/464
2 Όπως προκύπτει από την έβδομη και την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 76/464, καθώς και από το άρθρο 2 αυτής, σκοπείται, αφενός, η εξάλειψη της ρυπάνσεως του υδατίνου περιβάλλοντος που προκαλεί η απόρριψη επικινδύνων ουσιών απαριθμουμένων στον πρώτο κατάλογο, αποκαλούμενο «κατάλογος Ι», και, αφετέρου, η μείωση της ρυπάνσεως του ιδίου περιβάλλοντος που προκαλούν ουσίες απαριθμούμενες σε δεύτερο κατάλογο, αποκαλούμενο «κατάλογος ΙΙ». Αμφότεροι οι κατάλογοι επισυνάπτονται στην οδηγία 76/464.
3 Σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 1, η οδηγία 76/464 εφαρμόζεται στα εσωτερικά επιφανειακά και παράκτια ύδατα, στα ύδατα της αιγιαλίτιδας ζώνης και στα υπόγεια ύδατα.
4 Ο όρος «απόρριψη» ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο δδ, ως «η εισαγωγή εντός των προβλεπομένων στην παράγραφο 1 υδάτων των ουσιών που απαριθμούνται στους καταλόγους Ι και ΙΙ του παραρτήματος». Ο όρος «ρύπανση» περιγράφεται στο στοιχείο εε της ιδίας διατάξεως ως «η άμεση ή έμμεση απόρριψη από τον άνθρωπο ουσιών ή ενεργείας στο υδάτινο περιβάλλον, με συνέπειες που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την ανθρώπινη υγεία, να καταστρέψουν τους βιολογικούς πόρους και το υδάτινο οικοσύστημα, να παραβλάψουν την αναψυχή ή να παρεμποδίσουν άλλες νόμιμες χρήσεις των υδάτων».
5 Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 76/464, «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη της ρυπάνσεως των [κατά την έννοια του άρθρου 1] υδάτων που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες που περιλαμβάνονται στις οικογένειες και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου Ι του παραρτήματος, καθώς και για τη μείωση της ρυπάνσεως των εν λόγω υδάτων που προέρχεται από τις επικίνδυνες ουσίες που περιλαμβάνονται στις οικογένειες και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου ΙΙ του παραρτήματος, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι διατάξεις της οποίας αποτελούν μόνο το πρώτο βήμα για την επίτευξη του ως άνω στόχου».
6 Το άρθρο 7 της οδηγίας 76/464 ορίζει:
«1. Για τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων [κατά το άρθρο 1] από τις ουσίες του καταλόγου ΙΙ, τα κράτη μέλη καταρτίζουν προγράμματα, για την πραγματοποίηση των οποίων εφαρμόζουν ιδίως τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 2 και 3 μέσα.
2. Για όλες τις πραγματοποιούμενες στα [κατά το άρθρο 1] ύδατα απορρίψεις, οι οποίες δύνανται να περιέχουν ουσίες του καταλόγου ΙΙ, απαιτείται προηγούμενη άδεια της αρμοδίας αρχής του ενδιαφερομένου κράτους μέλους που καθορίζει τα πρότυπα αποβολής. Τα πρότυπα αυτά βασίζονται στους ποιοτικούς στόχους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3.
3. Τα [κατά την παράγραφο 1] προγράμματα περιλαμβάνουν ποιοτικούς στόχους για τα ύδατα, θεσπιζομένους σύμφωνα με τις τυχόν οδηγίες του Συμβουλίου.
(...)
5. Τα προγράμματα θέτουν τα χρονικά όρια πραγματοποιήσεώς τους.
(...)»
Το ελληνικό δίκαιο
7 Μεταξύ των ληφθέντων σε επίπεδο ελληνικού δικαίου μέτρων γενικής ισχύος για τη βελτίωση της ποιότητας του υδατίνου περιβάλλοντος περιλαμβάνεται, αφενός, η υπ' αριθ. Ε1β/221/1965 υγειονομική διάταξη που καθορίζει ποιοτικούς στόχους για τους υδάτινους αποδέκτες προκειμένου να διατηρηθούν οι ποιοτικοί στόχοι σε περίπτωση απορρίψεως αποβλήτων.
8 Αφετέρου, η υπ' αριθ. 46399/1352/86 κοινή υπουργική απόφαση της 27ης Ιουνίου 1986 καθόρισε νέα πρότυπα ποιότητας των υδατίνων αποδεκτών σύμφωνα με τις οδηγίες 75/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί της απαιτουμένης ποιότητας των υδάτων επιφανείας που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 80), 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108), 78/659/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1978, περί της ποιότητας των γλυκέων υδάτων που έχουν ανάγκη προστασίας ή βελτιώσεως για τη διατήρηση της ζωής των ιχθύων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 172), και 79/923/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1979, περί της απαιτουμένης ποιότητας των υδάτων για οστρακοειδή (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 230).
9 Όσον αφορά ειδικότερα τη λίμνη Βεγορίτιδα και τον εκβάλλοντα εκεί ποταμό Σούλο, αντικείμενα της υποθέσεως C-232/95, η κοινή απόφαση των νομαρχών Κοζάνης, Φλώρινας και Πέλλας υπ' αριθ. 1900, της 22ας Μαρτίου 1979, προβλέπει ως ποιοτικό στόχο ότι τα εν λόγω ύδατα πρέπει να καταστούν κατάλληλα για την κολύμβηση και τη διαβίωση των ιχθύων.
10 Με βάση ποιοτικά πρότυπα σύμφωνα προς τις οδηγίες που απαριθμούνται στην απόφαση που διαλαμβάνεται στην ανωτέρω σκέψη 8, οι ίδιοι νομάρχες εξέδωσαν την κοινή νομαρχιακή απόφαση υπ' αριθ. 10032 της 4ης Σεπτεμβρίου 1987.
11 Τέλος, η υπ' αριθ. 555 απόφαση του νομάρχη Φλώρινας, της 26ης Μαρτίου 1990, καθόρισε λεπτομερή πρότυπα αποβολής λυμάτων και αποβλήτων στη λίμνη Βεγορίτιδα.
12 Όσον αφορά τα ύδατα του Παγασητικού κόλπου, αντικείμενο της υποθέσεως C-233/95, το προεδρικό διάταγμα 177/87 θέτει τις προϋποθέσεις συνδέσεως των βιομηχανιών της μείζονος περιοχής Βόλου στο δίκτυο της ΔΕΥΑΜΒ, ήτοι της Δημοτικής Επιχειρήσεως Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Μείζονος περιοχής Βόλου. Ακολούθως, η άδεια συνδέσεως κάθε εγκαταστάσεως πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με την υπ' αριθ. 69269/5387/90 υπουργική απόφαση, η οποία ορίζει μεταξύ άλλων την απαιτούμενη ποιότητα των απορρίψεων κατά τον χρόνο χορηγήσεως της αδείας.
13 Οι προερχόμενες από το δίκτυο της ΔΕΥΑΜΒ απορρίψεις εκχέονται στον Παγασητικό κόλπο βάσει της αποφάσεως 8219 της Διευθύνσεως Υγιεινής της Νομαρχίας Μαγνησίας, της 19ης Μαου 1994, η οποία λαμβάνει υπόψη τους προβλεπομένους από την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση 69269/5387/90 περιβαλλοντικούς όρους, καθώς και της νομαρχιακής αποφάσεως υπ' αριθ. 119731 της 15ης Φεβουαρίου 1978. Οι δύο τελευταίες αυτές αποφάσεις τυγχάνουν εφαρμογής και επί των απορρίψεων των μη συνδεδεμένων βιομηχανιών της περιοχής του Βόλου.
14 Τέλος, η νομαρχιακή απόφαση υπ' αριθ. 8440, της 21ης Δεκεμβρίου 1995, εκδόθηκε βάσει των διατάξεων των κοινών υπουργικών αποφάσεων 46399/1352/86 και 18186/88· οι τελευταίες απαριθμούν λεπτομερώς τις επιτρεπόμενες χρήσεις του Παγασητικού κόλπου ως αποδέκτη και εξαγγέλλουν τα πρότυπα διαθέσεως λυμάτων και λοιπών αποβλήτων.
15 Στη συνέχεια της παρούσας αποφάσεως, οι διάφορες μελέτες, τα σχέδια και προγράμματα σχετικά με την κατάσταση του υδατίνου περιβάλλοντος των εν λόγω στασίμων και ρεόντων υδάτων, για τα οποία έγινε λόγος στη διαδικασία, μνημονεύονται μόνο στον βαθμό που καθίστανται απαραίτητα για την εξέταση των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
16 Ύστερα από τις υποβληθείσες το 1987 καταγγελίες σχετικά με τη ρύπανση της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου που εκβάλλει στη λίμνη αυτή, καθώς και τις υποβληθείσες το 1989 καταγγελίες σχετικά με τη ρύπανση των υδάτων του Παγασητικού κόλπου, η Επιτροπή ζήτησε από τις ελληνικές αρχές πληροφορίες για τα ληφθέντα, δυνάμει, μεταξύ άλλων, της οδηγίας 76/464, μέτρα.
17 Εκτιμώντας ως ανεπαρκείς τις δοθείσες στις δύο περιπτώσεις απαντήσεις, η Επιτροπή απέστειλε στην Ελληνική Δημοκρατία το από 29 Ιουνίου 1989 έγγραφο οχλήσεως, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και το από 27 Μαου 1991 έγγραφο οχλήσεως, στα πλαίσια της υποθέσεως C-233/95, καλώντας την να υποβάλει τις παρατηρήσεις της αντιστοίχως εντός προθεσμίας δύο μηνών.
18 Με έγγραφα της 26ης Σεπτεμβρίου 1989 και της 11ης Σεπτεμβρίου 1991, οι ελληνικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή τις απαντήσεις τους, επισημαίνοντας τα ληφθέντα μέτρα.
19 Εκτιμώντας ότι τα εν λόγω μέτρα δεν ήσαν σύμφωνα με την οδηγία 76/464, η Επιτροπή απηύθυνε την από 16 Οκτωβρίου 1992 αιτιολογημένη γνώμη, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και την από 16 Μαου 1994 αιτιολογημένη γνώμη, στα πλαίσια της υποθέσεως C-233/95, προς την Ελληνική Δημοκρατία, καλώντας την να λάβει εντός προθεσμίας δύο μηνών τα επιβαλλόμενα από την εν λόγω οδηγία μέτρα.
20 Με έγγραφα της 8ης Αυγούστου 1994, οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή τις απαντήσεις τους.
21 Εκτιμώντας ότι οι ανωτέρω απαντήσεις δεν ήσαν ικανοποιητικές, η Επιτροπή άσκησε τις παρούσες προσφυγές.
22 Με διάταξη της 20ής Σεπτεμβρίου 1995, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου συνένωσε τις δύο υποθέσεις για τους σκοπούς της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και για την έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί της ουσίας
23 Προς στήριξη της προσφυγής της στην υπόθεση C-232/95, η Επιτροπή διατυπώνει τρεις ισχυρισμούς, οι δύο πρώτοι των οποίων ταυτίζονται με τους δύο ισχυρισμούς στην υπόθεση C-233/95.
24 Με τον πρώτο ισχυρισμό, ο οποίος είναι πανομοιότυπος σε αμφότερες τις υποθέσεις, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464 επειδή δεν κατάρτισε προγράμματα μειώσεως της ρυπάνσεως των υδάτων της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου, στα πλαίσια της υποθέσεως C-232/95, και του Παγασητικού κόλπου, στα πλαίσια της υποθέσεως C-233/95.
25 Με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο οποίος είναι επίσης πανομοιότυπος σε αμφότερες τις υποθέσεις, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/464 επειδή δεν εξάρτησε από προηγούμενη άδεια τις απορρίψεις των αποβλήτων που προέρχονται από βιομηχανίες και άλλες εγκαταστάσεις και που ενδέχεται να περιέχουν ουσίες από τις απαριθμούμενες στον κατάλογο ΙΙ της οδηγίας 76/464.
26 Τέλος, όπως προκύπτει από την επιχειρηματολογία του κατατεθέντος στην υπόθεση C-232/95 δικογράφου της προσφυγής, μολονότι η αιτίαση αυτή δεν αποτυπώνεται στα συναφή αιτήματά της, η Επιτροπή προσάπτει επίσης στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν έλαβε τα ενδεδειγμένα κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 76/464 μέτρα προκειμένου να μειώσει τη ρύπανση των υδάτων της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου από τα αστικά απόβλητα.
27 Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, σε περίπτωση κατά την οποία, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή με τον πρώτο ισχυρισμό της, η Ελληνική Δημοκρατία δεν κατάρτισε προγράμματα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464, θα ήταν αδύνατη η, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, έκδοση αδειών.
28 Πράγματι, όπως προκύπτει ιδίως από την τελευταία αυτή διάταξη, οι εν λόγω άδειες περιλαμβάνουν πρότυπα αποβολής ισχύοντα για τις εγκεκριμένες μεμονωμένες απορρίψεις και υπολογιζόμενα με γνώμονα ποιοτικούς στόχους καθοριζομένους εκ των προτέρων με πρόγραμμα κατά την έννοια της παραγράφου 1 της ιδίας διατάξεως, με σκοπό την προστασία των εν λόγω στασίμων και ρεόντων υδάτων.
29 Επομένως, αν ο πρώτος ισχυρισμός κριθεί βάσιμος, ο δεύτερος, απορροφώμενος από τον πρώτο, καθίσταται άνευ αντικειμένου, οπότε παρέλκει η εξέτασή του.
Επί του ισχυρισμού ότι δεν καταρτίστηκαν προγράμματα κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464
Η υπόθεση C-232/95
30 Όσον αφορά τη ρύπανση του υδατίνου περιβάλλοντος της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου που εκβάλλει στη λίμνη αυτή, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία την παντελή έλλειψη προγραμμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464, και ειδικότερα ότι δεν της κοινοποίησε καν ολοκληρωμένη μελέτη σχετικά με την κατάσταση της ρυπάνσεως των υδάτων, προκειμένου να προβεί σε γενική αξιολόγηση της ποιότητάς τους ενόψει των απαριθμουμένων στον κατάλογο ΙΙ της οδηγίας 76/464 ουσιών και να καθορίσει τους ποιοτικούς στόχους για τη μείωση της ρυπάνσεως.
31 Κατά την Επιτροπή, η μελέτη αυτή έπρεπε να στηρίζεται σε αναλύσεις της ποιότητας των υδάτων αυτών. Όμως, οι ελληνικές αρχές δεν διαθέτουν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις συγκεντρώσεις των επικινδύνων ουσιών στα βιομηχανικά απόβλητα και στα αστικά λύματα που απορρίπτονται στα στάσιμα και ρέοντα ύδατα.
32 Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται κατ' αρχάς την εθνική νομοθεσία της, η οποία περιγράφηκε στις σκέψεις 7 επ. της παρούσας αποφάσεως, για να αναφερθεί στη συνέχεια σε σειρά μελετών και προγραμμάτων. Συναφώς, αναφέρεται ειδικότερα σε δύο πιστώσεις οι οποίες αποσκοπούν, στα πλαίσια «προγράμματος σχετικά με το περιβάλλον των ετών 1994-1999», αφενός, στην εφαρμογή προγράμματος αναβαθμίσεως του περιβάλλοντος στην περιοχή της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου και, αφετέρου, σε πρόγραμμα παρεμβάσεως στο ευρύτερο οικοσύστημα της λίμνης Βεγορίτιδας. Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ποιοτικής και ποσοτικής διαχειρίσεως των υδατίνων πόρων της περιοχής (αποκαλούμενο «master plan»), στο πλαίσιο του οποίου ο βαθμός επεξεργασίας των λυμάτων και τα πρότυπα αποβολής επρόκειτο να καθορισθούν επιστημονικώς.
33 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ελληνική Δημοκρατία αναφέρθηκε και στην ύπαρξη νέου προγράμματος, αποκαλουμένου «σταθερότητα του επιπέδου των υδάτων και εξυγίανση της λίμνης Βεγορίτιδας». Το πρόγραμμα αυτό επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 4 Ιουλίου 1997 και να υλοποιηθεί έως το έτος 2001.
34 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 76/464 αποσκοπεί ιδίως στη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλούν ουσίες απαριθμούμενες, λόγω της βλαβερότητάς τους, στον επισυναπτόμενο σε παράρτημα κατάλογο ΙΙ. Προς υλοποίηση του στόχου αυτού, τα κράτη μέλη οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464, να καταρτίσουν σε μια πρώτη φάση προγράμματα, καθορίζοντας, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας, ποιοτικούς στόχους.
35 Με την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-298/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. Ι-6747, σκέψεις 22 και 26), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα μεν κράτη μέλη οφείλουν να καταρτίσουν στο συγκεκριμένο πεδίο προγράμματα προς μείωση της ρυπάνσεως, αυτά δε πρέπει να είναι ειδικά. Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι ο επιδιωκόμενος με γενικά προγράμματα εξυγιάνσεως στόχος της μειώσεως της ρυπάνσεως δεν ανταποκρίνεται οπωσδήποτε στον ειδικότερο στόχο της επίδικης οδηγίας.
36 Καίτοι η Ελληνική Δημοκρατία προσκόμισε ως προγράμματα, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464, αφενός, το «πρόγραμμα σχετικά με το περιβάλλον των ετών 1994-1999» ή τμήματά του, στον βαθμό που αφορούν το υδάτινο περιβάλλον της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού που εκβάλλει στη λίμνη αυτή και, αφετέρου, το αποκαλούμενο «master plan» προαναφερθέν πρόγραμμα, πάντως, δεν απέδειξε ότι αμφότερα τα προγράμματα αφορούν ειδικά ουσίες απαριθμούμενες στον κατάλογο ΙΙ, ούτε διευκρίνισε τους ποιοτικούς στόχους που πρέπει να αποτελούν οδηγό για τη μείωση της ρυπάνσεως που προκαλούν οι εν λόγω ουσίες.
37 Επομένως, τα δύο αυτά προγράμματα δεν αποτελούν προγράμματα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την ύπαρξη νέου προγράμματος, αποκαλουμένου «σταθερότητα του επιπέδου των υδάτων και εξυγίανση της λίμνης Βεγορίτιδας», στο οποίο αναφέρθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στοχεύοντος «στην πραγματοποίηση των ποιοτικών στόχων που μνημονεύονται στην οδηγία».
38 Επιπλέον, πρέπει να διαπιστωθεί ότι ούτε το εν λόγω νέο πρόγραμμα, αυτό καθαυτό, είναι ικανό να θέσει τέρμα στην προσαπτομένη παράβαση. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1997 στην υπόθεση C-60/96, Eπιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-3827, σκέψη 15, και της 17ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-4405, σκέψη 20). Όπως δέχθηκε και η ίδια η Ελληνική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το επίδικο πρόγραμμα δεν είχε ακόμη τεθεί σε εφαρμογή κατά την εν λόγω ημερομηνία.
39 Όσον αφορά τα διάφορα νομοθετικά και κανονιστικά μέτρα τα οποία ελήφθησαν σε υπουργικό και νομαρχιακό επίπεδο και τα οποία μνημονεύονται στις σκέψεις 7 επ. της παρούσας αποφάσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρίνισε επίσης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως προγράμματα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464.
40 Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, μη καταρτίζοντας ειδικά προγράμματα προς μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων της λίμνης Βεγορίτιδας και του ποταμού Σούλου από τις απαριθμούμενες στον κατάλογο ΙΙ ουσίες, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464.
Η υπόθεση C-233/95
41 Σχετικά με το υδάτινο περιβάλλον του Παγασητικού κόλπου, η Επιτροπή εμφανίζει κατάλογο διαφόρων ουσιών ρυπαινουσών τα ύδατα αυτά και προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν κατάρτισε προγράμματα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464. Οι κοινοποιηθείσες από την Ελληνική Δημοκρατία αποφάσεις δεν ορίζουν στην πραγματικότητα όρια απορρίψεως των βιομηχανικών λυμάτων παρά για ορισμένες ουσίες και ούτε στηρίζονται σε προσδιορισμένους στο πλαίσιο συγκεκριμένων προγραμμάτων ποιοτικούς στόχους με σκοπό τη μείωση της υφισταμένης ρυπάνσεως.
42 Αφού αναφέρθηκε, κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας, στις προαναφερθείσες νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις, σε ορισμένες μελέτες σχετικά με την περιβαλλοντική κατάσταση του Παγασητικού κόλπου και στη σύνταξη ολοκληρωμένου προγράμματος το οποίο καταρτίστηκε το 1995 από ειδική ομάδα εμπειρογνωμόνων του αρμοδίου Υπουργείου, η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνώρισε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει στο Δικαστήριο συγκεκριμένα προγράμματα προς εφαρμογή των άρθρων 2 και 7 της οδηγίας 76/464.
43 Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, μη καταρτίζοντας ειδικά προγράμματα με σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων του Παγασητικού κόλπου από τις περιλαμβανόμενες στον κατάλογο ΙΙ ουσίες που αναφέρθηκαν, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/464.
Επί του ισχυρισμού ότι δεν ελήφθησαν μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 76/464
44 Στην υπόθεση C-232/95, η Επιτροπή προσάπτει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι δεν έλαβε μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 76/464 αποσκοπούντα στον έλεγχο της διοχετεύσεως των αστικών λυμάτων στον ποταμό Σούλο και στη λίμνη Βεγορίτιδα.
45 Η Ελληνική Δημοκρατία παρατηρεί, αφενός, ότι υφίσταται ήδη μονάδα πλήρους επεξεργασίας αστικών αποβλήτων στην Πτολεμαδα, ενώ κατασκευάζεται όμοια μονάδα στο Αμύνταιο και, αφετέρου, ότι, σύμφωνα με την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαου 1991, περί επεξεργασίας των αστικών λυμάτων (ΕΕ L 135, σ. 40), οι οικισμοί με πληθυσμό κάτω των 2 000 κατοίκων δεν υποχρεούνται να διαθέτουν αποχετευτικό σύστημα.
46 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας 76/464, «τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα (...) για τη μείωση της ρυπάνσεως των [κατά το άρθρο 1] υδάτων που προέρχονται από τις ουσίες (...) και τις ομάδες των ουσιών του καταλόγου ΙΙ (...) σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι διατάξεις της οποίας αποτελούν μόνο το πρώτο βήμα για την επίτευξη του ως άνω στόχου».
47 Έτσι, καίτοι το γράμμα της ανωτέρω διατάξεως δεν αποκλείει ερμηνεία υπό την έννοια ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 76/464 περιορίζει την υποχρέωση στη λήψη των προβλεπομένων από την εν λόγω οδηγία μέτρων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι εν πάση περιπτώσει η Ελληνική Κυβέρνηση ανέφερε λεπτομερώς, και χωρίς να αντικρουστεί από την Επιτροπή, ότι λειτουργούσε σταθμός καθαρισμού των αστικών λυμάτων, ενώ έτερος βρισκόταν στο στάδιο της κατασκευής· επιπλέον, κατ' εφαρμογήν της οδηγίας 91/271, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να προβλέψουν σύστημα αποχετεύσεως των αστικών λυμάτων των οικισμών με πληθυσμό κάτω των 2 000 κατοίκων.
48 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός περί παραβάσεως του άρθρου 2 της οδηγίας 76/464.
49 Ενόψει του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, μη καταρτίζοντας προγράμματα περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους και θέτοντα τα χρονικά όρια εκτελέσεώς τους με σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων της λίμνης Βεγορίτιδας και του εκβάλλοντος σε αυτήν ποταμού Σούλου, καθώς και των υδάτων του Παγασητικού κόλπου, από τις επικίνδυνες ουσίες του καταλόγου ΙΙ της οδηγίας 76/464, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και ιδίως από το άρθρο 7 αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Επειδή η καθής ηττήθη επί της ουσίας των ισχυρισμών της, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Μη καταρτίζοντας προγράμματα περιλαμβάνοντα ποιοτικούς στόχους και θέτοντα τα χρονικά όρια εκτελέσεώς τους με σκοπό τη μείωση της ρυπάνσεως των υδάτων της λίμνης Βεγορίτιδας και του εκβάλλοντος σε αυτήν ποταμού Σούλου, καθώς και των υδάτων του Παγασητικού κόλπου, από τις επικίνδυνες ουσίες του καταλόγου ΙΙ της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαου 1976, περί της ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες εκχεόμενες στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία, ιδίως δε από το άρθρο 7 αυτής.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy