Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προδικαστικά ερωτήματα - Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου - Όρια - Υποβολή, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, διαφορετικού πραγματικού πλαισίου από ό,τι με την απόφαση περί παραπομπής - Υποχρέωση του Δικαστηρίου να αποφανθεί βάσει του πραγματικού πλαισίου της αποφάσεως περί παραπομπής
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177· Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 20)
2 Κοινωνική πολιτική - Προσέγγιση των νομοθεσιών - Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη - Οδηγία 80/987 - Ευχέρεια των κρατών μελών να καθορίζουν ανώτατο όριο για την εγγύηση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών - Υποχρέωση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των συναφών εκδοθεισών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων - Περιεχόμενο - Παράβαση - Συνέπειες
(Οδηγία 80/987 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 3 και άρθρο 11)
Περίληψη
3 Δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίδικων περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας ή του κύρους κοινοτικού νομοθετήματος, βάσει πραγματικών περιστατικών που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο. Εξάλλου, μεταβολή της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο που αναθέτει στο Δικαστήριο το άρθρο 177 της Συνθήκης, καθώς και με την υποχρέωση που αυτό υπέχει να διασφαλίζει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, βάσει της διατάξεως αυτής, στα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούνται μόνο οι αποφάσεις περί παραπομπής.
4 Τα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 11 της οδηγίας 80/987, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, δεν απαγορεύουν την εφαρμογή εθνικών διατάξεων που καθορίζουν ανώτατο όριο για την εγγύηση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, όταν το κράτος μέλος παρέλειψε να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθόρισε το εν λόγω ανώτατο όριο.
Δεν προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 80/987, που επιβάλλει στα κράτη μέλη, τα οποία, όπως τους επιτρέπει το προηγούμενο εδάφιο, έχουν καθορίσει ανώτατο όριο για την εγγύηση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, την υποχρέωση να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθορίζουν το ανώτατο όριο, ότι λόγω της υποχρεώσεως αυτής μπορεί να γίνει κοινοτικός έλεγχος των επιλεγεισών από το κράτος μέλος μεθόδων ή ότι η χρησιμοποίηση της ευχέρειας των κρατών μελών να καθορίζουν ανώτατο όριο εξαρτάται από τη ρητή ή σιωπηρή συμφωνία της Επιτροπής. Εξάλλου, ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό της εξεταζομένης διατάξεως μπορεί να συναχθεί ότι η αθέτηση της υποχρεώσεως προηγουμένης κοινοποιήσεως, που βαρύνει τα κράτη μέλη, καθιστά, αυτή καθαυτή, παράνομα τα ανώτατα όρια που θεσπίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο.
Επομένως, ο σκοπός της υποχρεώσεως ανακοινώσεως του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας συνίσταται μόνο στο να γνωστοποιείται στην Επιτροπή αν τα κράτη μέλη έκαναν χρήση της ευχέρειας του προηγουμένου εδαφίου και, ενδεχομένως, κατά ποιο τρόπο.
Από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η οδηγία, προκύπτει σαφώς ότι αφορά τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής και δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα υπέρ των ιδιωτών το οποίο μπορεί να θιγεί σε περίπτωση παραβάσεως, εκ μέρους κράτους μέλους, της υποχρεώσεως προηγούμενης κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των μεθόδων σύμφωνα με τις οποίες καθορίζει το ανώτατο όριο του άρθρου 4, παράγραφος 3, της οδηγίας.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-235/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του cour d'appel de Douai (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
AGS Assedic Pas-de-Calais
και
Franηois Dumon,
Froment, εκκαθαριστή της εταιρίας Ιtablissements Pierre Gilson,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35),$
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Ragnemalm, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini (εισηγητή) και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η AGS Assedic Pas-de-Calais, εκπροσωπούμενη από τον R. Lamoril, δικηγόρο Arras,
- ο Dumon, εκπροσωπούμενος από τον B. Meurice, δικηγόρο Λίλλης,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. de Salins, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και τον C. Chavance, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στην ίδια διεύθυνση,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη M. Wolfcarius, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον H. Kreppel, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην υπηρεσία αυτή,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1995, όπως διορθώθηκε με απόφαση της 31ης Μαου 1995, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιουλίου 1995, το cour d'appel του Douai υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35, στο εξής: οδηγία).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Dumon, πρώην υπαλλήλου της εταιρίας Pierre Gilson (στο εξής: Gilson), και της AGS Assedic Pas-de-Calais, ως εκπροσώπου της ενώσεως για τη διαχείριση του συστήματος ασφαλίσεως των απαιτήσεων των μισθωτών (στο εξής: AGS), περί του ανωτάτου ορίου εγγυήσεως που εφαρμόστηκε επί των απαιτήσεών του κατά τη δικαστική εκκαθάριση της Gilson.
Το κοινοτικό δίκαιο
3 Δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, η οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητας. Η έννοια της καταστάσεως αφερεγγυότητας καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν από μια ορισμένη ημερομηνία.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίσουν την κατά το άρθρο 3 υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν ένα ανώτατο όριο στη διασφάλιση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, για να αποφευχθεί η καταβολή ποσών πέρα από τα πλαίσια της κοινωνικής σκοπιμότητας της οδηγίας. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση αυτής της ευχέρειας, ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθορίζουν το ανώτατο όριο.
6 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους προς την παρούσα οδηγία εντός προθεσμίας τριάντα έξι μηνών από της κοινοποιήσεώς της και να ενημερώσουν σχετικά αμέσως την Επιτροπή. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, τα κράτη μέλη πρέπει εξάλλου να γνωστοποιούν στο θεσμικό αυτό όργανο το κείμενο των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.
Το εθνικό δίκαιο
7 Στο γαλλικό δίκαιο, ο εργατικός κώδικας περιέχει διάφορες διατάξεις, που προϋπήρχαν της οδηγίας, οι οποίες σκοπούν να διασφαλίσουν την καταβολή των μισθών σε περίπτωση υπερημερίας της επιχειρήσεως κατόπιν δικαστικής ανασυγκροτήσεως ή δικαστικής εκκαθαρίσεως και να περιορίσουν την εγγύηση των οργανισμών που έχουν ιδρυθεί για την κάλυψη της αφερεγγυότητας των εργοδοτών (νόμος υπ' αριθ. 73-1194 της 27ης Δεκεμβρίου 1973, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με τον νόμο υπ' αριθ. 85-98 της 25ης Ιανουαρίου 1985 και τον νόμο υπ' αριθ. 75-1251 της 27ης Δεκεμβρίου 1975).
8 Σύμφωνα με το άρθρο L 143-11-1 του εργατικού κώδικα, κάθε εργοδότης έχων την ιδιότητα εμπόρου ή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο μπορεί και να μην έχει την εμπορική ιδιότητα, που απασχολεί έναν ή περισσότερους μισθωτούς πρέπει να τους διασφαλίζει έναντι του κινδύνου μη πληρωμής, σε περίπτωση διαδικασίας δικαστικής ανασυγκροτήσεως, των ποσών που τους οφείλονται σε εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας τους.
9 Το άρθρο L 143-11-4 ορίζει ότι το σύστημα ασφαλίσεως του άρθρου L 143-11-1 τίθεται σε εφαρμογή από ένωση συσταθείσα από τις πλέον αντιπροσωπευτικές εθνικές επαγγελματικές ενώσεις εργοδοτών, στην οποία έχει χορηγηθεί σχετική άδεια από τον αρμόδιο υπουργό εργασίας.
10 Η AGS, στην οποία μετέχουν το Conseil national du patronat franηais, η Confιdιration des petites et moyennes entreprises και η Confιdιration nationale de la mutualitι de la coopιration et du crιdit agricole, ιδρύθηκε προς τον σκοπό αυτό. Η σύμβαση διαχειρίσεως, συναφθείσα μεταξύ των ενώσεων αυτών και της Union nationale interprofessionnelle pour l'emploi dans l'industrie et le commerce (στο εξής: Unedic), εγκρίθηκε από το υπουργείο εργασίας. Η Unedic και οι ενώσεις για την απασχόληση στη βιομηχανία και στο εμπόριο, ονομαζόμενες «Assedics», είναι επιφορτισμένες από την AGS να καλύπτουν τις ασφαλιστικές εισφορές για τη χρηματοδότηση αυτού του συστήματος εγγυήσεως και να θέτουν στη διάθεση των συνδίκων και των δικαστικών εκκαθαριστών τα απαραίτητα κεφάλαια.
11 Δυνάμει του άρθρου L 143-11-8, η εγγύηση των οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο L 143-11-4 περιορίζεται, για κάθε είδους απαίτηση του μισθωτού, σε ποσό ή ποσά που καθορίζονται με διάταγμα, με αναφορά στο μηνιαίο ανώτατο όριο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως της ανεργίας που προβλέπεται στο βιβλίο ΙΙΙ, τίτλος V, κεφάλαιο 1, τμήμα ΙΙ, του εργατικού κώδικα.
12 Σύμφωνα με το άρθρο D 143-2 του εργατικού κώδικα, το ανώτατο ποσό της εγγυήσεως που προβλέπεται στο άρθρο L 143-11-8 του εργατικού κώδικα καθορίζεται σε δεκατρείς φορές το μηνιαίο όριο που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών ανεργίας, όταν οι αξιώσεις απορρέουν από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από ρήτρες συλλογικής συμβάσεως και γεννήθηκαν από σύμβαση εργασίας, η ημερομηνία συνάψεως της οποίας προηγείται πλέον των έξι μηνών της κηρύξασας τη δικαστική ανασυγκρότηση αποφάσεως (στο εξής: όριο 13). Το όριο αυτό που, την 1η Ιουλίου 1995, αντιστοιχούσε σε 679 120 γαλλικά φράγκα (FF) υπολογίζεται την ημερομηνία κατά την οποία η αξίωση του μισθωτού καθίσταται απαιτητή και το αργότερο κατά την ημερομηνία της δικαστικής αποφάσεως που τερματίζει τη δικαστική ανασυγκρότηση ή επιβάλλει τη δικαστική εκκαθάριση. Στις λοιπές περιπτώσεις, το ύψος της εγγυήσεως αυτής περιορίζεται στο τετραπλάσιο του μηνιαίου ορίου που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των εισφορών στο σύστημα της ασφαλίσεως ανεργίας (στο εξής: όριο 4). Την 1η Ιουλίου 1995, το ανώτατο αυτό όριο ήταν 208 960 FF.
Η διαφορά της κύριας δίκης
13 Δυνάμει συμβάσεως εργασίας συναφθείσας την 1η Απριλίου 1977, ο Dumon προσελήφθη από τη Gilson ως αποκλειστικός εμπορικός αντιπρόσωπος και πλασιέ (στο εξής: πλασιέ).
14 Με απόφαση της 22ας Αυγούστου 1989, το tribunal de commerce της Λίλλης έθεσε τη Gilson υπό δικαστική εκκαθάριση και όρισε τον Froment εκκαθαριστή. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1989, ο Dumon απολύθηκε λόγω της οικονομικής καταστάσεως της εταιρίας, με ισχύ από 8ης Δεκεμβρίου 1989.
15 Ο Dumon προσέφυγε στο conseil de prud'hommes του Tourcoing, ζητώντας, αφενός, τον καθορισμό του ακριβούς ύψους των απαιτήσεών του και, αφετέρου, τη μετακύλιση του βάρους της αποπληρωμής τους στην AGS, η οποία εκπροσωπείται από την Assedic του Pas-de-Calais. Συγκεκριμένα, ο Dumon αμφισβήτησε την απόφαση με την οποία η AGS περιόρισε την εγγύησή του στο όριο 4, ενώ ο Dumon ζητούσε το όριο 13 που προβλέπεται στο ίδιο άρθρο. Κατά την άποψη του Dumon, οι απαιτήσεις του απορρέουν, σύμφωνα με το άρθρο D 143-2, από νομοθετικές διατάξεις ή από συλλογική σύμβαση και έχουν γεννηθεί από σύμβαση εργασίας, η ημερομηνία συνάψεως της οποίας προηγείται πλέον των έξι μηνών της κηρύξασας τη δικαστική εκκαθάριση αποφάσεως.
16 Με βάση το άρθρο D 143-2 του εργατικού κώδικα, η AGS υποστήριξε ότι η απαίτηση του Dumon δεν εξαρτάται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ούτε από συλλογική σύμβαση, αλλά από σύμβαση εργασίας. Συνεπώς, έπρεπε να τύχει εφαρμογής το όριο 4.
17 Με απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1992, το conseil de prud'hommes του Tourcoing έκρινε ότι η απαίτηση του Dumon απέρρεε από νομοθετικές διατάξεις, και συγκεκριμένα από το άρθρο L 751-1 του εργατικού κώδικα το οποίο απαριθμεί τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του πλασιέ, και από συμβατικές διατάξεις, δηλαδή το άρθρο 5 της εθνικής συλλογικής συμβάσεως των πλασιέ, ούτως ώστε η προαναφερθείσα απαίτηση να είναι αντιτάξιμη κατά της AGS μέχρι του ορίου 13, και όχι του ορίου 4. Επομένως, το conseil de prud'hommes καθόρισε σε 470 522 FF την απαίτηση του Dumon έναντι της Gilson και, λαμβανομένων υπόψη των ήδη καταβληθέντων από την AGS ποσών, σε 380 840 FF το ύψος του οφειλομένου ακόμα σ' αυτόν υπολοίπου.
18 Στις 13 Μαρτίου 1992, η AGS, εκπροσωπούμενη από την Assedic του Pas-de-Calais, άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour d'appel του Douai, υποστηρίζοντας ότι εφαρμοστέο στην περίπτωση του Dumon δεν είναι το όριο 13 αλλά το 4 και ότι, λαμβανομένων υπόψη των καταβληθεισών προκαταβολών, ο εφεσίβλητος δεν έχει πλέον αξίωση κατ' αυτής.
19 Ο Dumon ζήτησε από το cour d'appel να επικυρώσει την απόφαση του conseil de prud'hommes του Tourcoing. Επικουρικώς, ο Dumon προέβαλε ότι το άρθρο D 143-2 του γαλλικού εργατικού κώδικα δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο, ως σαφές και ανεπιφύλακτο, πρέπει να έχει άμεσο αποτέλεσμα.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
20 Το cour d'appel του Douai επιβεβαίωσε την απόφαση του conseil de prud'hommes σχετικά με την ύπαρξη και το ύψος των απαιτήσεων του Dumon στη δικαστική εκκαθάριση της Gilson. Εντούτοις, επειδή το cour d'appel του Douai είχε αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία της οδηγίας σχετικά με τους περιορισμούς της εγγυήσεως που προβλέπει το εθνικό δίκαιο, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) αΕχει γενική ισχύ και δεσμευτικό περιεχόμενο το άρθρο 4 της οδηγίας 80/987 της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, και πρέπει συνεπώς να έχει άμεσο αποτέλεσμα στο εθνικό δίκαιο;
2) Ελλείψει κοινοποιήσεως προς την Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 της οδηγίας της 20ής Οκτωβρίου 1980, συμβιβάζεται το άρθρο D 143-2 του γαλλικού εργατικού κώδικα (που ορίζει ότι το ανώτατο ποσό της εγγυήσεως που προβλέπεται στο άρθρο L 143-11-8 του γαλλικού εργατικού κώδικα εργατικού δικαίου καθορίζεται σε δεκατρείς φορές το μηνιαίο ανώτατο όριο που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών στο σύστημα ασφαλίσεως ανεργίας οσάκις οι απαιτήσεις απορρέουν από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από ρήτρες συλλογικής συμβάσεως και γεννήθηκαν από σύμβαση εργασίας, η ημερομηνία συνάψεως της οποίας προηγείται πλέον των έξι μηνών της κηρύξασας την ανασυγκρότηση της επιχειρήσεως δικαστικής αποφάσεως και ότι στις άλλες περιπτώσεις το ύψος αυτής της εγγυήσεως περιορίζεται σε τέσσερις φορές το προαναφερθέν ανώτατο όριο) με την οδηγία αυτή;»
Επί του δευτέρου ερωτήματος
21 Με το δεύτερο ερώτημα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί πρώτο, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν τα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 11 της οδηγίας απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεων όπως το άρθρο D 143-2 του γαλλικού εργατικού κώδικα, το οποίο καθορίζει ανώτατο όριο για την εγγύηση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, όταν το κράτος μέλος παρέλειψε να ανακοινώσει στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθόρισε το εν λόγω ανώτατο όριο.
22 Συναφώς, επισημαίνεται προεισαγωγικώς ότι, στις υποβληθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις, η Γαλλική Κυβέρνηση ανέφερε ότι δύο εκθέσεις περί της συμμορφώσεως των εθνικών διατάξεων με την οδηγία διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή το 1984 και το 1986 μέσω της γενικής γραμματείας της διακυβερνητικής επιτροπής για τα ζητήματα οικονομικής ευρωπαϋκής συνεργασίας και της μόνιμης αντιπροσωπείας της Γαλλίας στις Ευρωπαϋκές Κοινότητες. Στα έγγραφα αυτά περιείχαν λεπτομερώς τις μεθόδους καθορισμού του γενικού ανωτάτου ορίου εγγυήσεως των μισθών που προβλέπει το γαλλικό σύστημα, με αναφορά ιδίως στις διατάξεις που περιορίζουν την εγγύηση από την AGS και διευκρινίζοντας τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθορισμού των ανωτάτων ποσών εγγυήσεως. Συγκεκριμένα, η ευχέρεια που διαθέτουν τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας αντιστοιχεί σε μηχανισμό που υφίσταται στο γαλλικό δίκαιο από το 1976 και για τον λόγο αυτό οι γαλλικές αρχές ανακοίνωσαν στην Επιτροπή μόνον τους πίνακες αντιστοιχίας μεταξύ κοινοτικών και γαλλικών διατάξεων.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Γαλλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι τηρήθηκε σαφώς η επιβαλλόμενη με την οδηγία υποχρέωση ανακοινώσεως.
24 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η γαλλική νομοθεσία χρησίμευσε ως παράδειγμα για την εκπόνηση της οδηγίας και έχει λάβει γνώση των μεθόδων καθορισμού του ανωτάτου ορίου από το 1979, με τα έγγραφα που απηύθυνε στο Συμβούλιο η γαλλική αντιπροσωπεία. Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι έλαβε εκ μέρους της Γαλλικής Δημοκρατίας τα πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της οδηγίας, μολονότι δεν έγινε επίσημη κοινοποίηση μετά την ενσωμάτωση της οδηγίας.
25 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης, που στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, κάθε εκτίμηση των επίδικων περιστατικών εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, τις αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 1978, 104/77, Oehlschlδger, Συλλογή τόμος 1978, σ. 277, σκέψη 4, και της 15ης Νοεμβρίου 1979, 36/79, Denkavit Futtermittel, Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 667, σκέψη 12). Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφαίνεται επί της ερμηνείας του κύρους κοινοτικού νομοθετήματος, βάσει πραγματικών περιστατικών που του επισημαίνονται από το εθνικό δικαστήριο (αποφάσεις της 2ας Ιουνίου 1994, C-30/93, AC-ATEL Electronics Vertriebs, Συλλογή 1994, σ. Ι-2305, σκέψη 16, και της 20ής Μαρτίου 1997, C-352/95, Phytheron International, Συλλογή 1997, σ. Ι-1729, σκέψη 11).
26 Εξάλλου, όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 14 της προαναφερθείσας αποφάσεως Phytheron International, μεταβολή της ουσίας των προδικαστικών ερωτημάτων δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο που αναθέτει στο Δικαστήριο το άρθρο 177 της Συνθήκης, καθώς και με την υποχρέωση που αυτό υπέχει να διασφαλίζει στις κυβερνήσεις των κρατών μελών και στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, βάσει της διατάξεως αυτής, στα ενδιαφερόμενα μέρη κοινοποιούνται μόνο οι αποφάσεις περί παραπομπής.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν τα νέα στοιχεία που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας είναι χρήσιμα, και μάλιστα απαραίτητα, για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
28 Όσον αφορά την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη, τα οποία, όπως τους επιτρέπει το προηγούμενο εδάφιο, έχουν καθορίσει ανώτατο όριο για την εγγύηση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, την υποχρέωση να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθορίζουν το ανώτατο όριο.
29 Εντούτοις, από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι λόγω της υποχρεώσεως ανακοινώσεως μπορεί να γίνει κοινοτικός έλεγχος των επιλεγεισών από το κράτος μέλος μεθόδων ή ότι η χρησιμοποίηση της ευχέρειας των κρατών μελών να καθορίζουν ανώτατο όριο εξαρτάται από τη ρητή ή σιωπηρή συμφωνία της Επιτροπής.
30 Εξάλλου, ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό της εξεταζομένης διατάξεως μπορεί να συναχθεί ότι η αθέτηση της υποχρεώσεως προηγουμένης κοινοποιήσεως, που βαρύνει τα κράτη μέλη, καθιστά, αυτή καθαυτή, παράνομα τα ανώτατα όρια που θεσπίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο (βλ., για ανάλογη διάταξη, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, 380/87, Enichem Base κ.λπ., Συλλογή 1989, σ. 2491, σκέψη 22).
31 Έτσι προκύπτει ότι ο σκοπός της υποχρεώσεως ανακοινώσεως του άρθρου 4, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, συνίσταται μόνο στο να γνωστοποιείται στην Επιτροπή αν τα κράτη μέλη έκαναν χρήση της ευχέρειας του προηγουμένου εδαφίου και, ενδεχομένως, κατά ποιο τρόπο.
32 Από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η οδηγία, προκύπτει σαφώς ότι αφορά τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής και δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα υπέρ των ιδιωτών το οποίο μπορεί να θιγεί σε περίπτωση παραβάσεως, εκ μέρους κράτους μέλους, της υποχρεώσεως προηγούμενης κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των μεθόδων σύμφωνα με τις οποίες καθορίζει το ανώτατο όριο του άρθρου 4, παράγραφος 3.
33 Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 11 της οδηγίας δεν απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεων όπως το άρθρο D 143-2 του γαλλικού εργατικού κώδικα, το οποίο καθορίζει ανώτατο όριο για την εγγύηση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, όταν το κράτος μέλος παρέλειψε να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθόρισε το εν λόγω ανώτατο όριο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
34 Με το πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει αν το άρθρο 4 της οδηγίας έχει γενικό και υποχρεωτικό περιεχόμενο ώστε οι ιδιώτες να μπορούν να το επικαλούνται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου.
35 Εν όψει της απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο πρώτο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1995, όπως διορθώθηκε με απόφαση της 31ης Μαου 1995, το cour d'appel de Douai, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 11 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, δεν απαγορεύουν την εφαρμογή διατάξεων που καθορίζουν ανώτατο όριο για την εγγύηση πληρωμής των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, όταν το κράτος μέλος παρέλειψε να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθόρισε το εν λόγω ανώτατο όριο.
Full & Egal Universal Law Academy