Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Κοινωνική ασφάλιση των διακινουμένων εργαζομένων - Οικογενειακές παροχές - Υπαγόμενος στη γερμανική νομοθεσία μισθωτός τελών σε άδεια άνευ αποδοχών - Τέκνα κατοικούντα σε άλλο κράτος μέλος - Έννοια του μισθωτού για την καταβολή οικογενειακών παροχών - Εφαρμογή των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, και στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1408/71 - Αποτελέσματα - Άρνηση χορηγήσεως των παροχών δυνάμει της εθνικής ρυθμίσεως - Επιτρέπεται - Παράρτημα Ι - Παραβίαση της Συνθήκης - Δεν συντρέχει
(Συνθήκη ΕΚ· κανονισμός 1408/71 του Συμβουλίου, άρθρο 1, στοιχ. αα, σημ. i και ii, άρθρο 73 και παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημ. ΓΓ)
2 Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Ίση μεταχείριση - Κοινωνικά πλεονεκτήματα- Οικογενειακά επιδόματα - Προϋποθέσεις κατοικίας των συντηρούμενων τέκνων - Δεν επιτρέπονται
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 48 § 2)
Περίληψη
3 Ένα πρόσωπο το οποίο κατοικεί και εργάζεται στη Γερμανία ενώ τα τέκνα του κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος και το οποίο έχει λάβει, κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη του, άδεια άνευ αποδοχών, εμπίπτει στην έννοια «μισθωτός», του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο i, του κανονισμού 1408/71, στο μέτρο που είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς.
Ωστόσο, όσον αφορά την καταβολή οικογενειακών παροχών δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού, η έννοια «μισθωτός» αφορά μόνον τους μισθωτούς που ανταποκρίνονται στον ορισμό που απορρέει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, και του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού, δηλαδή εκείνους που είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένοι στο πλαίσιο ενός από τα συστήματα που αναφέρονται στο εν λόγω παράρτημα. Πράγματι, η παροχή σε εργαζόμενο ευρισκόμενο στην κατάσταση που περιγράφηκε ανωτέρω της δυνατότητας να επικαλεστεί έναν από τους λοιπούς ορισμούς της έννοιας «μισθωτός» που προβλέπονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, προκειμένου να λάβει τις προβλεπόμενες από τη γερμανική νομοθεσία οικογενειακές παροχές, θα ισοδυναμούσε με το να αφαιρεθεί από την εν λόγω διάταξη του παραρτήματος κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
Ερμηνευόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο, το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού δεν παραβιάζει καμία διάταξη της Συνθήκης. Πράγματι, εφόσον ένας εργαζόμενος ο οποίος βρίσκεται στην κατάσταση που περιγράφηκε ανωτέρω δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό που απορρέει από τις συνδυασμένες διατάξεις που προαναφέρθηκαν και, ιδίως, δεν καλύπτεται από το παράρτημα, το αν θα του χορηγηθούν ή όχι οικογενειακές παροχές εξαρτάται από την εφαρμογή της εθνικής ρυθμίσεως και όχι της ρυθμίσεως του παραρτήματος.
Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 73 του κανονισμού δεν απονέμει, αφ' εαυτής, δικαίωμα επί των παροχών αυτών, αλλά σκοπεί, μεταξύ άλλων, να εμποδίζει ένα κράτος μέλος να εξαρτά τη χορήγηση οικογενειακών παροχών ή το ύψος τους από την προϋπόθεση της κατοικίας των μελών της οικογενείας του εργαζομένου εντός του καταβάλλοντος τις παροχές κράτους μέλους, ώστε να μην αποτρέπονται οι κοινοτικοί εργαζόμενοι από την άσκηση του δικαιώματός τους περί ελεύθερης κυκλοφορίας.
4 Το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία συνεπάγεται ότι ένας μισθωτός του οποίου τα τέκνα κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος δεν έχει δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών για τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων βρίσκεται σε άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας, ενώ οι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν στο κράτος απασχολήσεως έχουν δικαίωμα επί των παροχών αυτών.
Πράγματι, η ρύθμιση αυτή, αν δεν μπορεί να στηριχθεί σε αντικειμενικά στοιχεία ικανά να τη δικαιολογήσουν, επάγεται δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των διακινουμένων εργαζομένων, δεδομένου ότι κυρίως τα δικά τους τέκνα κατοικούν στην αλλοδαπή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-266/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundessozialgericht (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Pascual Merino Garcνa
και
Bundesanstalt fόr Arbeit,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ L 331, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, G. Hirsch, H. Ragnemalm και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Merino Garcνa, εκπροσωπούμενος από τον Angel Gonzαlez Maeztu, προϋστάμενο της υπηρεσίας κοινωνικών υποθέσεων του Γενικού Προξενείου της Ισπανίας στη Στουτγάρδη,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, και Bernd Kloke, Oberregierungsrat στο ίδιο υπουργείο,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Josι Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού επί Κοινοτικών Υποθέσεων, και την Gloria Calvo Dνaz, abogado del Estado, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
- το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από την Anna Lo Monaco και τον Stephan Marquardt, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μαρία Πατακιά, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον Horstpeter Kreppel, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην υπηρεσία αυτή,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Merino Garcνa, εκπροσωπουμένου από τον Angel Gonzαlez Maeztu, της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Ernst Rφder, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον D. Santiago Ortiz Vaamonde, abogado del Estado, του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, του Συμβουλίου, εκπροσωπουμένου από τον Guus Houttuin, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Peter Hillenkamp, νομικό σύμβουλο, κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 20ής Ιουνίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Αυγούστου 1995, το Bundessozialgericht υπέβαλε ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983 (ΕΕ L 230, σ. 6), ο οποίος τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (ΕΕ L 331, σ. 1, στο εξής: κανονισμός).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Merino Garcνa και του Bundesanstalt fόr Arbeit (ομοσπονδιακού γραφείου εργασίας) όσον αφορά την άρνηση του Bundesanstalt fόr Arbeit να χορηγήσει στον Merino Garcνa οικογενειακά επιδόματα για τον Φεβρουάριο του 1986 και τον Φεβρουάριο του 1987, μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων βρισκόταν σε άδεια άνευ αποδοχών.
Ως προς τον κανονισμό
3 Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 1, στοιχείο αα, του κανονισμού, ως «μισθωτός» και «μη μισθωτός» νοείται, αντίστοιχα, κάθε πρόσωπο:
«i) το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς·
ii) το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που καλύπτει όλους τους κατοίκους ή το σύνολο του ενεργού πληθυσμού:
- όταν οι τρόποι διαχειρίσεως ή χρηματοδοτήσεως του συστήματος αυτού επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό του ως μισθωτού ή μη μισθωτού
ή
- ελλείψει τέτοιων κριτηρίων, όταν το πρόσωπο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά άλλου κινδύνου καθοριζομένου στο παράρτημα Ι, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών ή ενός συστήματος αναφερομένου στο σημείο iii) ή, ελλείψει τέτοιου συστήματος, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, όταν το πρόσωπο αυτό ανταποκρίνεται στον ορισμό του παραρτήματος Ι·
iii) το οποίο είναι ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως οργανωμένου κατά τρόπο ενιαίο υπέρ του συνόλου του αγροτικού πληθυσμού, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται στο παράρτημα Ι·
iv) το οποίο είναι ασφαλισμένο προαιρετικά κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους στους οποίους εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός, στο πλαίσιο συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως κράτους μέλους δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών ή όλων των κατοίκων ή ορισμένων κατηγοριών κατοίκων:
- αν τούτο ασκεί μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα
ή
- αν τούτο είχε προηγουμένως ασφαλισθεί υποχρεωτικά κατά του ίδιου κινδύνου, στο πλαίσιο συστήματος δημιουργηθέντος προς όφελος των μισθωτών ή μη μισθωτών του ίδιου κράτους μέλους.»
4 Δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο κανονισμός υπόκεινται, κατ' αρχήν, στη νομοθεσία ενός μόνον κράτους μέλους.
5 Ακολούθως, το άρθρο 13, παράγραφος 2, στοιχείο αα, ορίζει ότι το πρόσωπο που ασκεί μισθωτή δραστηριότητα στο έδαφος κράτους μέλους υπόκειται στη νομοθεσία του κράτους αυτού, ακόμη κι αν κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή αν η επιχείρηση ή ο εργοδότης που το απασχολεί έχει την έδρα της ή την κατοικία του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
6 Σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού, ο μισθωτός ή μη μισθωτός που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους δικαιούται, για τα μέλη της οικογένειάς του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τις οικογενειακές παροχές που προβλέπονται από τη νομοθεσία του πρώτου κράτους, σαν να κατοικούσαν τα μέλη αυτά στο έδαφος του κράτους αυτού.
7 Το κείμενο του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, του παραρτήματος Ι του κανονισμού έχει ως εξής:
Γ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ
«Αν ο γερμανικός φορέας είναι ο αρμόδιος φορέας για τη χορήγηση οικογενειακών παροχών, σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του κανονισμού, θεωρείται, κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, του κανονισμού:
α) ως μισθωτός, πρόσωπο ασφαλισμένο υποχρεωτικά κατά του κινδύνου της ανεργίας ή πρόσωπο το οποίο λαμβάνει, σε συνάρτηση με την ασφάλιση αυτή, παροχές εις χρήμα λόγω ασθενείας ή ανάλογες παροχές·
β) ως μη μισθωτός, πρόσωπο που ασκεί μη μισθωτή δραστηριότητα και το οποίο υποχρεούται:
- να ασφαλισθεί ή να καταβάλλει εισφορές κατά του κινδύνου γήρατος σε σύστημα ασφαλίσεως μη μισθωτών
ή
- να ασφαλισθεί στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφάλισης συντάξεως.»
Ως προς την εθνική ρύθμιση
8 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, σημείο 1, του Bundeskindergeldgesetz (ομοσπονδιακού νόμου περί οικογενειακών επιδομάτων, BGBl. I, σ. 265, στο εξής: BKGG) ορίζει ότι τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους εντός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω νόμου έχουν δικαίωμα επί οικογενειακών επιδομάτων για τα τέκνα τους και για τα πρόσωπα που εξομοιούνται προς αυτά δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, του νόμου αυτού.
9 Το άρθρο 2, παράγραφος 5, του BKGG προβλέπει ότι τα τέκνα που δεν έχουν ούτε κατοικία ούτε συνήθη διαμονή εντός του πεδίου εφαρμογής του BKGG δεν λαμβάνονται υπόψη όσον αφορά τα οικογενειακά επιδόματα.
10 Δυνάμει του άρθρου 9 του BKGG, τα οικογενειακά επιδόματα καταβάλλονται από την αρχή του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου πληρούνται οι απαιτούμενες για τη χορήγησή τους προϋποθέσεις και μέχρι το τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου οι προϋποθέσεις αυτές παύουν να πληρούνται.
11 Σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, του BKGG, ο νόμος αυτός δεν θίγει τις διατάξεις των κοινοτικών κανονισμών.
12 Το άρθρο 311, παράγραφος 1, του Reichsversicherungsordnung (κώδικα περί κοινωνικών ασφαλίσεων, BGBl. Ι, σ. 799, στο εξής: RVO) προβλέπει ότι η υποχρεωτική υπαγωγή στο σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας διατηρείται για όσο χρόνο εξακολουθεί να υφίσταται η σχέση εργασίας χωρίς να καταβάλλεται αμοιβή, το πολύ όμως για τρεις εβδομάδες.
13 Δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 1, σημεία 2 και 3, του Arbeitsfφrderungsgesetz (νόμου περί της ασφαλίσεως κατά του κινδύνου ανεργίας, BGBl. Ι, σ. 582, στο εξής: AFG), οι περίοδοι για τις οποίες δεν καταβάλλεται αμοιβή δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον συνυπολογισμό των περιόδων που θεμελιώνουν δικαίωμα επί επιδόματος ανεργίας, εκτός αν καμία από τις περιόδους αυτές δεν υπερβαίνει τις τέσσερις εβδομάδες.
Το ιστορικό της διαφοράς
14 Ο Merino Garcνa είναι Ισπανός υπήκοος που κατοικεί και εργάζεται στη Γερμανία ως μισθωτός. Τα τρία τέκνα του κατοικούν στην Ισπανία.
15 Στις 19 Δεκεμβρίου 1989 ο Merino Garcνa υπέβαλε στο Bundesanstalt fόr Arbeit αίτηση να του χορηγηθούν, δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, οικογενειακά επιδόματα για τα τέκνα του, για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 1986 έως τον Δεκέμβριο του 1988, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν οι περίοδοι κατά τη διάρκεια των οποίων είχε λάβει, κατόπιν συμφωνίας με τον εργοδότη του, άδεια άνευ αποδοχών και οι οποίες είχαν διαρκέσει, αντιστοίχως, από τις 20 Ιανουαρίου έως τις 2 Μαρτίου 1986 και από τις 13 Ιανουαρίου έως τις 2 Μαρτίου 1987. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι άδειες αυτές δεν είχαν ως συνέπεια τη λήξη της σχέσεώς του εργασίας.
16 Το Bundesanstalt fόr Arbeit του χορήγησε τα αιτούμενα επιδόματα για την περίοδο αυτή, όχι όμως για τον Φεβρουάριο του 1986 και τον Φεβρουάριο του 1987 (στο εξής: επίμαχοι ημερολογιακοί μήνες). Συγκεκριμένα, κατά την άποψη του φορέα αυτού, δεδομένου ότι οι δύο επίμαχες περίοδοι αδείας άνευ αποδοχών υπερέβαιναν τις τέσσερις εβδομάδες, ο Merino Garcνa δεν μπορούσε πλέον, κατ' εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 104, παράγραφος 1, του AFG, και του μέρους Ι, σημείο ΓΓ, στοιχείο αα, του παραρτήματος Ι (στο εξής: παράρτημα), να θεωρείται ως μισθωτός υπό την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού.
17 Με δικόγραφο της 19ης Φεβρουαρίου 1990, ο Merino Garcνa άσκησε ενώπιον του Sozialgericht Mannheim προσφυγή με αίτημα να του καταβάλει το Bundesanstalt fόr Arbeit τα οικογενειακά επιδόματα για τους δύο επίμαχους ημερολογιακούς μήνες. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1992 από το Sozialgericht Mannheim και, ακολούθως, στις 21 Σεπτεμβρίου 1993, από το Landessozialgericht του Baden-Wόrttemberg.
18 Ο Merino Garcνa άσκησε τότε, στις 27 Μαου 1994, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Landessozialgericht. Στο πλαίσιο της εν λόγω αναιρέσεως, ο Merino υποστήριξε ότι είναι μισθωτός υπό την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού και ότι οι διατάξεις του παραρτήματος επάγονται δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των κοινοτικών εργαζομένων των οποίων τα τέκνα κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
19 Με τη διάταξή του περί παραπομπής, το Bundessozialgericht έκρινε ότι ο Merino Garcνa δεν είχε δικαίωμα επί οικογενειακών επιδομάτων για τους επίμαχους ημερολογιακούς μήνες ούτε δυνάμει του BKGG ούτε δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 1, στοιχείο αα, και 73 και, αφετέρου, του παραρτήματος του κανονισμού. Ωστόσο, δεδομένου ότι είχε αμφιβολίες ως προς το κύρος του εν λόγω παραρτήματος, το δικαστήριο αυτό αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1) Συνάδει το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού 1408/71 προς την Συνθήκη ΕΚ, ιδίως προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, αυτής, καθόσον συνεπάγεται ότι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν στην αλλοδαπή δεν έχουν δικαίωμα επί οικογενειακών επιδομάτων για τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας, ενώ οι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν στη Γερμανία έχουν δικαίωμα επί των εν λόγω επιδομάτων;
2) Σε περίπτωση που το παράρτημα Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού 1408/71 είναι ανίσχυρο, συνάγεται από τούτο ότι ως "μισθωτός" υπό την έννοια του άρθρου 73 του κανονισμού 1408/71 θεωρείται επίσης κάθε πρόσωπο στο οποίο χορηγείται άδεια άνευ αποδοχών, κατόπιν κοινής συμφωνίας με τον εργοδότη του, ή ισχύουν συναφώς ορισμένοι περιορισμοί, π.χ., όσον αφορά τη διάρκεια της αδείας;»
20 Με τα προδικαστικά του ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει, πρώτον, αν, όσον αφορά την καταβολή των οικογενειακών παροχών δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού, η έννοια του μισθωτού πρέπει να θεωρείται ότι αφορά μόνο τους μισθωτούς που ανταποκρίνονται στον ορισμό που απορρέει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, και του παραρτήματος. Ακολούθως, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το εν λόγω παράρτημα είναι έγκυρο υπό το φως του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Τέλος, για την περίπτωση κατά την οποία το παράρτημα είναι έγκυρο, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως που συνεπάγεται ότι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος δεν έχουν δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών για τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων βρίσκονται σε άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας, ενώ οι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν στο οικείο κράτος έχουν δικαίωμα επί των παροχών αυτών. Οι τρεις αυτές περιπτώσεις πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά.
Ως προς την ερμηνεία του παραρτήματος
21 Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού ορίζεται στο άρθρο 2 αυτού, το οποίο εντάσσεται στον τίτλο Ι, που επιγράφεται «Γενικές διατάξεις». Κατά την παράγραφο 1 της διατάξεως αυτής, ο κανονισμός έχει εφαρμογή, μεταξύ άλλων, στους «μισθωτούς ή μη μισθωτούς που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη».
22 Ο όρος «μισθωτοί» που χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, του κανονισμού. Ως «μισθωτός» νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ασφαλισμένο στο πλαίσιο ενός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο αα, συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά των κινδύνων και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή (απόφαση της 3ης Μαου 1990 στην υπόθεση C-2/89, Kits van Heijningen, Συλλογή 1990, σ. Ι-1755, σκέψη 9).
23 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ένα πρόσωπο ευρισκόμενο σε κατάσταση όμοια με αυτή του προσφεύγοντος της κυρίας δίκης εμπίπτει στην έννοια «μισθωτός», σύμφωνα ιδίως με το άρθρο 1, στοιχείο αα, σημείο i, του κανονισμού, στο μέτρο που είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς.
24 Ωστόσο, όπως έχει ήδη διευκρινίσει το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 30ής Ιανουαρίου 1997 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-4/95 και C-5/95, Stφber και Pereira (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29), η οποία αφορούσε μη μισθωτούς, από το ίδιο το κείμενο του παραρτήματος, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 1, στοιχείο αα, σημείο ii, του κανονισμού 1408/71, προκύπτει ότι δικαίωμα επί των προβλεπομένων από τη γερμανική νομοθεσία οικογενειακών επιδομάτων, δυνάμει του τίτλου ΙΙΙ, κεφάλαιο 7, του κανονισμού, έχουν μόνον οι εργαζόμενοι που είναι υποχρεωτικά ασφαλισμένοι στο πλαίσιο ενός από τα συστήματα που αναφέρονται στη διάταξη αυτή (υπ' αυτή την έννοια, βλ., επίσης, απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1996 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-245/94 και C-312/94, Hoever και Zachow, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29).
25 Η παροχή σε εργαζόμενο ευρισκόμενο σε κατάσταση όμοια με την επίμαχη στη διαφορά της κυρίας δίκης της δυνατότητας να επικαλεστεί έναν από τους λοιπούς ορισμούς της έννοιας «μισθωτός» που προβλέπονται στο άρθρο 1, στοιχείο αα, προκειμένου να λάβει τις προβλεπόμενες από τη γερμανική νομοθεσία οικογενειακές παροχές, θα ισοδυναμούσε με το να αφαιρεθεί από την εν λόγω διάταξη του παραρτήματος κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα (προαναφερθείσα απόφαση Stφber και Pereira, σκέψη 32).
26 Συνεπώς, όσον αφορά την καταβολή οικογενειακών παροχών δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού, η έννοια «μισθωτός» πρέπει να θεωρείται ότι αφορά μόνο τους μισθωτούς που ανταποκρίνονται στον ορισμό που απορρέει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, και του παραρτήματος.
Ως προς το κύρος του παραρτήματος
27 Συναφώς, επιβάλλεται κατ' αρχάς να υπομνηστεί ότι το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΚ προβλέπει τον συντονισμό και όχι την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, οι ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών και, συνακόλουθα, μεταξύ των δικαιωμάτων των προσώπων που εργάζονται στα κράτη αυτά δεν θίγονται από την εν λόγω διάταξη (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 41/84, Pinna, Συλλογή 1986, σ. 1, σκέψη 20).
28 Σκοπός του άρθρου 73 του κανονισμού είναι, μεταξύ άλλων, να μη μπορούν τα κράτη μέλη να εξαρτούν τη χορήγηση οικογενειακών παροχών ή το ύψος των παροχών αυτών από την προϋπόθεση της κατοικίας των μελών της οικογενείας του εργαζομένου εντός του καταβάλλοντος τις παροχές κράτους μέλους, ώστε να μην αποτρέπονται οι κοινοτικοί εργαζόμενοι από την άσκηση του δικαιώματός τους περί ελεύθερης κυκλοφορίας (προαναφερθείσα απόφαση Hoever και Zachow, σκέψη 34).
29 Από τη διατύπωσή της προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω διάταξη δεν απονέμει, αφ' εαυτής, δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών. Πράγματι, οι οικογενειακές παροχές χορηγούνται βάσει των εφαρμοστέων εθνικών διατάξεων, που είναι εν προκειμένω ο BKGG.
30 Επιπλέον, στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από το παράρτημα, το παράρτημα δεν συνεπάγεται την ανυπαρξία οποιουδήποτε δικαιώματος επί οικογενειακών παροχών για τους κοινοτικούς υπηκόους που εργάζονται στη Γερμανία και των οποίων τα τέκνα κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος. Συνεπώς, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 26 των προτάσεών του, αν ο προσφεύγων της κυρίας δίκης απώλεσε το δικαίωμά του επί οικογενειακών παροχών για τις δύο επίμαχες περιόδους αδείας άνευ αποδοχών, τούτο οφείλεται στην εφαρμογή των διατάξεων του BKGG, και όχι του παραρτήματος του κανονισμού.
31 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από την εξέταση αυτής της πτυχής των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του παραρτήματος.
Ως προς την ερμηνεία του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης
32 Κατά την άποψη του Merino Garcνa, δεδομένου ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 1, σημεία 2 και 3, του AFG, αυτός έχει δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών για τα τέκνα του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέρος μόνο για την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας κατέβαλλε εισφορές στην ασφάλιση κατά της ανεργίας, η διάταξη αυτή παρεμβάλλει εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία και συνεπάγεται δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
33 Συναφώς, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα διαπιστώσει ότι ο κανόνας της ίσης μεταχειρίσεως, τον οποίο θεσπίζει η εν λόγω διάταξη, απαγορεύει όχι μόνο τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως, οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα (προαναφερθείσα απόφαση Pinna, σκέψη 23).
34 Στην υπόθεση της κυρίας δίκης, δεν αναγνωρίζεται στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών για τα τέκνα του που κατοικούν στην Ισπανία, μολονότι ο BKGG επιτρέπει τη χορήγηση των παροχών αυτών σε κάθε πρόσωπο που έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος στο οποίο ισχύει ο νόμος αυτός, εφόσον τα συντηρούμενα τέκνα του έχουν επίσης την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους στο έδαφος αυτό. Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι, λόγω της σχέσεώς του εργασίας, ο ενδιαφερόμενος εξακολουθούσε να είναι ασφαλισμένος στη Γερμανία κατά του κινδύνου ασθενείας κατά τη διάρκεια των επίδικων ημερολογιακών μηνών.
35 Η άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία το άρθρο 2, παράγραφος 5, του BKGG αφορά τόσο τους Γερμανούς υπηκόους όσο και τους αλλοδαπούς των οποίων τα τέκνα δεν πληρούν την προϋπόθεση της κατοικίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη. Πράγματι, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο στη σκέψη 24 της προαναφερθείσας αποφάσεως Pinna, το πρόβλημα της κατοικίας των μελών της οικογενείας εκτός του καταβάλλοντος τις παροχές κράτους μέλους τίθεται κυρίως για τους διακινουμένους εργαζομένους (υπ' αυτήν την έννοια βλ., επίσης, την προαναφερθείσα απόφαση Stφber και Pereira, σκέψη 38).
36 Στο μέτρο που η δικογραφία της παρούσας υποθέσεως δεν περιέχει κανένα στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει αντικειμενικά την εν λόγω διαφορετική μεταχείριση, η μεταχείριση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως επαγόμενη δυσμενείς διακρίσεις και, επομένως, ως ασυμβίβαστη προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης.
37 Υπ' αυτές τις συνθήκες, στο αιτούν δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, όσον αφορά την καταβολή οικογενειακών παροχών δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού, η έννοια «μισθωτός» πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά μόνο τους μισθωτούς που ανταποκρίνονται στον ορισμό που απορρέει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, και του παραρτήματος. Επιπλέον, από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος του παραρτήματος. Ωστόσο, το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία συνεπάγεται ότι ένας μισθωτός του οποίου τα τέκνα κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος δεν έχει δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών για τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων βρίσκεται σε άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας, ενώ οι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν στο οικείο κράτος έχουν δικαίωμα επί των παροχών αυτών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική Κυβέρνηση, η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 20ής Ιουνίου 1995 το Bundessozialgericht, αποφαίνεται:
Όσον αφορά την καταβολή οικογενειακών παροχών δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 73 του κανονισμού, (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2001/83 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1983, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3427/89 του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, η έννοια του μισθωτού πρέπει να θεωρείται ότι αφορά μόνο τους μισθωτούς που ανταποκρίνονται στον ορισμό που απορρέει από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο αα, σημείο ii, και του παραρτήματος Ι, μέρος Ι, σημείο ΓΓ, του κανονισμού. Επιπλέον, από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση το κύρος του προαναφερθέντος παραρτήματος. Ωστόσο, το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή εθνικής ρυθμίσεως η οποία συνεπάγεται ότι μισθωτός του οποίου τα τέκνα κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος δεν έχει δικαίωμα επί οικογενειακών παροχών για τους πλήρεις ημερολογιακούς μήνες κατά τη διάρκεια των οποίων βρίσκεται σε άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης σχετικά διάρκειας, ενώ οι μισθωτοί των οποίων τα τέκνα κατοικούν στο οικείο κράτος έχουν δικαίωμα επί των παροχών αυτών.
Full & Egal Universal Law Academy