Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσχώρηση νέων κρατών μελών στις Κοινότητες * Ισπανία * Πορτογαλία * Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία * Δικαίωμα ευρεσιτεχνίας * Φαρμακευτικά προϊόντα * Δικαίωμα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν να εμποδίζει κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου την εισαγωγή και την εμπορία των προϊόντων που διατέθηκαν στο εμπόριο εντός της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του * Ημερομηνίες λήξεως των αντιστοίχων μεταβατικών περιόδων
(Πράξη Προσχωρήσεως του 1985, άρθρα 47 και 209)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων * Βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία * Δικαίωμα ευρεσιτεχνίας * Προστασία * Όρια * Αρχές που διατυπώθηκαν με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 187/80 * Κατοχυρωνόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός κράτους μέλους φαρμακευτικό προϊόν το οποίο διατέθηκε από τον κάτοχο του διπλώματος για πρώτη φορά στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους μετά την προσχώρησή του στις Κοινότητες αλλά πριν από την εισαγωγή στο κράτος αυτό της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν * Νομοθεσία του κράτους μέλους που απένειμε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας χορηγούσα στον κάτοχο του διπλώματος αυτού το δικαίωμα να αντιτάσσεται στην εισαγωγή από τρίτον του προϊόντος αυτού στο κράτος αυτό * Απαράδεκτο * Δικαιολογία αντλουμένη από τη νομική υποχρέωση του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας να διαθέσει το προϊόν στο εμπόριο εντός του κράτους μέλους εξαγωγής * Παραδεκτό * Δικαιολογία αντλουμένη από ηθική υποχρέωση εφοδιασμού της αγοράς του εν λόγω κράτους μέλους ή από τον έλεγχο των τιμών που επιβάλλεται στο κράτος αυτό * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 30 και 36)
Περίληψη
1. Οι μεταβατικές περίοδοι που προβλέπονται από τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, κατά τα οποία ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν μπορεί, μέχρι το τέλος του τρίτου έτους μετά την εισαγωγή στα νέα αυτά κράτη μέλη της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόντα αυτού του είδους, να επικαλεστεί το δικαίωμα που του απονέμει το δίπλωμα αυτό για να εμποδίσει την εισαγωγή και την εμπορία φαρμακευτικών προϊόντων που έχουν διατεθεί στο εμπόριο είτε στην Ισπανία είτε στην Πορτογαλία από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του, έληξαν αντιστοίχως, για το Βασίλειο της Ισπανίας, στις 6 Οκτωβρίου 1995 και, για την Πορτογαλική Δημοκρατία, στις 31 Δεκεμβρίου 1994.
Συγκεκριμένα, τα προαναφερθέντα άρθρα, εφόσον εισάγουν εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, πρέπει να τυγχάνουν στενής ερμηνείας, η οποία οδηγεί εν προκειμένω στο συμπέρασμα ότι η μεταβατική περίοδος έληξε το νωρίτερο δυνατόν, δηλαδή ακριβώς τρία έτη μετά την εισαγωγή της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και όχι τρία έτη μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους εντός του οποίου εισήχθη η δυνατότητα αυτή. Πάντως, η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας εισήχθη στις 7 Οκτωβρίου 1992 στην Ισπανία και την 1η Ιανουαρίου 1992 στην Πορτογαλία.
2. Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης κωλύουν την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία απονέμει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν το δικαίωμα να αντιταχθεί στην εκ μέρους τρίτου εισαγωγή του προϊόντος αυτού από άλλο κράτος μέλος, όταν ο κάτοχος του διπλώματος διέθεσε το προϊόν για πρώτη φορά στο εμπόριο εντός του κράτους αυτού μετά την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αλλά κατά τον χρόνο που το προϊόν δεν μπορούσε να προστατευθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο κράτος αυτό, εκτός αν ο κάτοχος του διπλώματος μπορέσει να αποδείξει ότι υπέχει την πραγματική και ενεστώσα νομική υποχρέωση να διαθέτει το προϊόν αυτό στο εμπόριο εντός του εν λόγω κράτους μέλους.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, 187/80, Merck, της οποίας ούτε η συλλογιστική ούτε οι αρχές που διατυπώνει στον τομέα της παράλληλης εισαγωγής προϊόντων που κατοχυρώνονται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση από τις μεταγενέστερες νομοθετικές εξελίξεις, στο πλαίσιο των οποίων γενικοποιήθηκε η δυνατότητα αποκτήσεως σε εθνικό επίπεδο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν και χορηγήθηκε, σε επίπεδο κοινοτικού δικαίου, ενισχυμένη προστασία στους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα, η ουσία του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας έγκειται στη χορήγηση στον εφευρέτη του αποκλειστικού δικαιώματος να θέσει πρώτος σε κυκλοφορία το προϊόν. Το δικαίωμα αυτό, με το να επιφυλάσσει στον εφευρέτη το μονοπώλιο εκμεταλλεύσεως του προϊόντος του, του παρέχει τη δυνατότητα να ανταμειφθεί για τη δημιουργική του προσπάθεια χωρίς εντούτοις να του εγγυάται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την ανταμοιβή αυτή. Στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας απόκειται να αποφασίσει, έχοντας πλήρη επίγνωση όλων των παραμέτρων, κάτω από ποιες συνθήκες θα διαθέσει το προϊόν του στο εμπόριο και να επιλέξει να το διοχετεύσει σε κράτος μέλος όπου δεν υφίσταται κατά νόμο προστασία της ευρεσιτεχνίας για το εν λόγω προϊόν, αλλά άπαξ γίνει η επιλογή αυτή οφείλει να αποδεχθεί τις σχετικές συνέπειες όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία του προϊόντος στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, θεμελιώδη αρχή που αποτελεί μέρος των νομικών και οικονομικών δεδομένων που ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας οφείλει να λάβει υπόψη προκειμένου να καθορίσει τον τρόπο ασκήσεως του αποκλειστικού του δικαιώματος.
Μόνον αν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι νομικώς αναγκασμένος, είτε βάσει του εθνικού είτε βάσει του κοινοτικού δικαίου, να διαθέτει τα προϊόντα του στο εμπόριο εντός κράτους μέλους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός συγκατατέθηκε για τη διάθεση των προϊόντων στο εμπόριο υπό την έννοια της αποφάσεως Merck και, συνεπώς, δικαιούται να αντιταχθεί στην εισαγωγή και την εμπορία των προϊόντων αυτών στο κράτος όπου προστατεύεται το προϊόν.
Αντιθέτως, η εξαίρεση αυτή από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας θεωρεί ότι έχει ηθική υποχρέωση να ικανοποιεί τη ζήτηση που εκδηλώνεται για το προϊόν του σε ένα κράτος μέλος, ακόμη και όταν το κράτος αυτό δεν αναγνωρίζει τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φάρμακα, καθότι μια τέτοια υποχρέωση είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή και να διακριθεί από θεωρήσεις εμπορικής φύσεως. Η πιο πάνω εξαίρεση δεν μπορεί ούτε να δικαιολογηθεί από το ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν μπόρεσε να αποφασίσει ελεύθερα για την τιμή διαθέσεως του προϊόντος του στο εμπόριο λόγω ελέγχου των τιμών από τις δημόσιες αρχές, καθόσον οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούνται ενδεχομένως στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών από τους ελέγχους αυτούς πρέπει να αντιμετωπίζονται με μέτρα θεσπιζόμενα από τα κοινοτικά όργανα και όχι με μονομερή εθνικά μέτρα ασυμβίβαστα με τους κανόνες περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-267/95 και C-268/95,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του High Court of Justice, Chancery Division, Patents Court (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Merck & Co. Inc.,
Merck Sharp & Dohme Ltd,
Merck Sharp & Dohme International Services BV
και
Primecrown Ltd,
Ketan Himatlal Mehta,
Bharat Himatlal Mehta,
Necessity Supplies Ltd,
και μεταξύ
Beecham Group plc
και
Europharm of Worthing Ltd,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 47 και 209 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23), καθώς και των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. L. Murray και L. Sevon, προέδρους τμήματος, K. N. Κακούρη, C. Gulmann (εισηγητή), D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και H. Ragnemalm, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
* οι Merck & Co. Inc., Merck Sharp & Dohme Ltd και Merck Sharp & Dohme International Services BV, εκπροσωπούμενες από τους Romano Subiotto, solicitor, Dirk Vandermeersch, δικηγόρο Βρυξελλών, και Mario Siragusa, δικηγόρο Ρώμης,
* η Beecham Group plc, εκπροσωπούμενη από τους David Kitchin, QC, και Justin Turner, barrister, ενεργούντες κατ' εντολήν των Mark Hodgson, Tony Woodgate, Ciaran Walker και Lyndall Squire, solicitors,
* οι Primecrown Ltd, Ketan Himatlal Mehta, Bharat Himatlal Mehta και Necessity Supplies Ltd, εκπροσωπούμενες από τους Martin Howe και Nicholas Shea, barristers, ενεργούντες κατ' εντολήν των R. R. Sanghvi & Co., solicitors,
* η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τη Lindsey Nicoll, του Treasury Solicitor' s Department, επικουρούμενη από τους Geoffrey Hobbs, QC, και Michael Silverleaf, barrister,
* η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Jan Devadder, διευθυντή διοικήσεως στη Νομική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών,
* η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, την Κυριακή Γρηγορίου, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και τη Λυδία Πνευματικού, ειδική επιστημονική συνεργάτιδα στην Ειδική Υπηρεσία Κοινοτικών Διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών,
* η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή κοινοτικού νομικού και θεσμικού συντονισμού, και τη Rosario Silva de Lapuerta, abogado del Estado, της Νομικής Υπηρεσίας του Κράτους,
* η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato,
* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Richard Wainwright, κύριο νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Merck & Co. Inc., Merck Sharp & Dohme Ltd και Merck Sharp & Dohme International Services BV, εκπροσωπουμένων από τους Romano Subiotto και Mario Siragusa, των Primecrown Ltd, Ketan Himatlal Mehta, Bharat Himatlal Mehta και Necessity Supplies Ltd, εκπροσωπουμένων από τους Martin Howe και Nicholas Shea, της Beecham Group plc, εκπροσωπουμένης από τον David Kitchin, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από τη Lindsey Nicoll και τον Gerald Barling, QC, της Δανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Peter Biering, προϊστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Βασίλειο Κοντόλαιμο, της Ισπανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την Gloria Calvo Diaz, abogado del Estado, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Philippe Martinet, γραμματέα εξωτερικών υποθέσεων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Oscar Fiumara, της Σουηδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης απόους Erik Brattgaard και Staffan Sandstroem, departementsraad στη διεύθυνση εξωτερικού εμπορίου του Υπουργείου Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον Richard Wainwright, κατά τη συνεδρίαση της 13ης Μαρτίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Ιουνίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δύο διατάξεις της 13ης Ιουλίου 1995, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 8 και 9 Αυγούστου 1995, αντιστοίχως στις υποθέσεις C-267/95 και C-268/95, το High Court of Justice, Chancery Division, Patents Court, υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 47 και 209 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 302, σ. 23, στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως), καθώς και των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο αγωγών που ασκήθηκαν, στην υπόθεση C-267/95, από τις Merck & Co. Inc., Merck Sharp & Dohme Ltd και Merck Sharp & Dohme International Services BV (στο εξής: Merck) κατά των Primecrown Ltd, Ketan Himatlal Mehta, Bharat Himatlal Mehta και Necessity Supplies Ltd (στο εξής: Primecrown) και, στην υπόθεση C-268/95, από την Beecham Group plc (στο εξής: Beecham) κατά της Europharm of Worthing Ltd (στο εξής: Europharm).
3 H Merck διατείνεται ότι η Primecrown παραβίασε τα βρετανικά διπλώματά της ευρεσιτεχνίας σχετικά με ένα φάρμακο κατά της υπερτάσεως, το οποίο διατίθεται στο εμπόριο υπό το σήμα Innovace στο Ηνωμένο Βασίλειο και Renitec αλλού, με ένα φάρμακο συνταγογραφούμενο για τη θεραπεία του προστάτη, το οποίο διατίθεται στο εμπόριο υπό το σήμα Proscar, και με ένα φάρμακο κατά του γλαυκώματος, το οποίο διατίθεται στο εμπόριο υπό το σήμα Timoptol. Προβάλλει κατά της Primecrown την αιτίαση ότι προέβη σε παράλληλες εισαγωγές των προϊόντων αυτών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το Renitec και το Proscar εισάγονταν από την Ισπανία, ενώ το Timoptol εισαγόταν από την Πορτογαλία.
4 H Beecham άσκησε κατά της Europharm αγωγή λόγω παραβιάσεως των βρετανικών διπλωμάτων της ευρεσιτεχνίας που καλύπτουν ένα αντιβιοτικό καλούμενο Augmentin στο Ηνωμένο Βασίλειο και Augmentine στην Ισπανία. H Beecham προβάλλει κατά της Europharm την αιτίαση ότι εισήγαγε το προϊόν αυτό από την Ισπανία στο Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές άδεια εισαγωγής που θα της επέτρεπε να εισαγάγει μεγαλύτερες ποσότητες του προϊόντος αυτού.
5 Η Μerck και η Beecham φρονούν ότι δικαιούνται να αντιταχθούν στις παράλληλες εισαγωγές ενός φαρμάκου για το οποίο κατέχουν δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, όταν, όπως εν προκειμένω, οι εισαγωγές αυτές προέρχονται από κράτος μέλος στο οποίο το προϊόν τους διατέθηκε στο εμπόριο, αλλά χωρίς να υφίστατο εκεί δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το προϊόν αυτό.
6 Οι Ρrimecrown και Εuropharm παραπέμπουν στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης και, ιδίως, στην αρχή της αναλώσεως των δικαιωμάτων όπως αυτή ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, 187/80, Merck (Συλλογή 1981, σ. 2063, στο εξής: απόφαση Merck). Από την απόφαση αυτή συνάγουν ότι, μετά τη λήξη των μεταβατικών περιόδων που προβλέπονται στα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως, δικαιούνται να εισάγουν από την Ισπανία και την Πορτογαλία τα εν λόγω προϊόντα, τα οποία έχουν διατεθεί εκεί στο εμπόριο από τους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή με τη συγκατάθεσή τους.
7 Με την απόφαση Merck, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία του σχετικά με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης, κατά την οποία ο κάτοχος δικαιώματος βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας προστατευομένου από τη νομοθεσία κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλεστεί τη νομοθεσία αυτή για να αντιταχθεί στην εισαγωγή προϊόντος που διοχετεύθηκε νομίμως στην αγορά άλλου κράτους μέλους από αυτόν τούτο τον κάτοχο του εν λόγω δικαιώματος ή με τη συγκατάθεσή του, και έκρινε ότι η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή και όταν η διάθεση του προϊόντος στο εμπόριο έγινε από τον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή με τη συγκατάθεσή του σε κράτος μέλος όπου δεν υφίστατο δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το προϊόν αυτό.
8 Το άρθρο 42 της Πράξεως Προσχωρήσεως, το οποίο αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας, και το άρθρο 202 της ίδιας Πράξεως, το οποίο αφορά την Πορτογαλική Δημοκρατία, καταργούν από 1ης Ιανουαρίου 1986, με σιωπηρή αναφορά στα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης, τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και των εξαγωγών καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που υφίσταντο μεταξύ της Κοινότητας και των δύο αυτών νέων κρατών μελών.
9 Τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως προβλέπουν στην ουσία, το ένα για την Ισπανία και το άλλο για την Πορτογαλία, ότι, κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 42 και 202 της ίδιας Πράξεως, ο κανόνας που απορρέει από την απόφαση Merck δεν θα έχει εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων κατά τη διάρκεια ορισμένης μεταβατικής περιόδου.
10 Πράγματι, τα άρθρα 47 και 209 προβλέπουν στο πρώτο τους εδάφιο ότι ο κάτοχος ή ο εξ αυτού έλκων δικαίωμα επί διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόν χημικό, φαρμακευτικό ή φυτοϋγειονομικό, το οποίο κατατέθηκε σε κράτος μέλος σε εποχή κατά την οποία δεν μπορούσε να ληφθεί στην Ισπανία ή την Πορτογαλία δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για το ίδιο προϊόν, μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα που απορρέει από το δίπλωμα αυτό για να εμποδίσει την εισαγωγή και την εμπορία του προϊόντος αυτού στο ή στα παρόντα κράτη μέλη όπου υφίσταται δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που προστατεύει το εν λόγω προϊόν, ακόμη και αν το προϊόν αυτό διατέθηκε για πρώτη φορά στο εμπόριο στην Ισπανία ή στην Πορτογαλία από αυτόν τούτον τον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή με τη συγκατάθεσή του.
11 Κατά το δεύτερο εδάφιο των δύο προαναφερθέντων άρθρων, μπορεί να γίνει επίκληση των δικαιωμάτων αυτών μέχρι το τέλος του τρίτου έτους μετά την εισαγωγή, αντιστοίχως από την Ισπανία και την Πορτογαλία, της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά.
12 Τα προσαρτημένα στην Πράξη Προσχωρήσεως Πρωτόκολλα αριθ. 8 και 19 επιβάλλουν στο Βασίλειο της Ισπανίας και την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταστήσουν τη νομοθεσία τους για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας συμβιβάσιμη με το επίπεδο προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας στην Κοινότητα. Προς τούτο, προβλέπουν ότι τα δύο αυτά κράτη πρέπει να προσχωρήσουν στη Σύμβαση του Μονάχου της 5ης Οκτωβρίου 1973 για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και να εισαγάγουν, εντός ορισμένης προθεσμίας, τη δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα εισήχθη στις 7 Οκτωβρίου 1992 στην Ισπανία και την 1η Ιανουαρίου 1992 στην Πορτογαλία.
13 Στη διάταξη περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι οι διαφορές στις κύριες δίκες ανέκυψαν από το ότι οι κάτοχοι των εν λόγω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας δεν τυγχάνουν, και ουδέποτε θα μπορούσαν να τύχουν, προστασίας της ευρεσιτεχνίας τους για τα σχετικά φάρμακα στην Ισπανία και την Πορτογαλία, από το ότι οι τιμές σε αυτά τα κράτη μέλη είναι κατώτερες των τιμών που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή 'Ενωση και από το ότι τα φάρμακα που οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας πωλούν στους χονδρεμπόρους επανεξάγονται αμέσως αντί να διοχετευθούν στους Ισπανούς ή Πορτογάλους καταναλωτές.
14 Το εθνικό δικαστήριο εκτιμά ότι στις κύριες δίκες εγείρονται δύο χωριστά ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, ήτοι, πρώτον, το ζήτημα της διάρκειας του προβλεπομένου από την Πράξη Προσχωρήσεως μεταβατικού καθεστώτος και, δεύτερον, το ζήτημα αν η αρχή της αναλώσεως του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, όπως διατυπώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Merck, πρέπει να επανεξεταστεί ενόψει των ειδικών περιστάσεων οι οποίες εκτίθενται στη διάταξη περί παραπομπής.
15 Υπό τις συνθήκες αυτές, το High Court αποφάσισε να αναστείλει τις διαδικασίες και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Πρέπει οι διατάξεις του άρθρου 47 της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι έχουν εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων
1.1. που εισάγονται από την Ισπανία ή
1.2. που διατέθηκαν για πρώτη φορά στο εμπόριο στην Ισπανία
μέχρι
α) τις 7 Οκτωβρίου 1995 ή
β) τις 31 Δεκεμβρίου 1995 ή
γ) τις 7 Οκτωβρίου 1996 ή
δ) τις 31 Δεκεμβρίου 1996 ή
ε) το τέλος του τρίτου έτους αφότου εισήχθη στην Ισπανία η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν, το οποίο προστατεύεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και για το οποίο δεν υφίστατο προηγουμένως δυνατότητα προστασίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία;
Ποια από τις ημερομηνίες αυτές ισχύει όσον αφορά τις ανωτέρω πράξεις;
2) Πρέπει οι διατάξεις και τα αποτελέσματα του άρθρου 209 της Συνθήκης Προσχωρήσεως της Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι έχουν εφαρμογή επί των φαρμακευτικών προϊόντων
2.1. που εισάγονται από την Πορτογαλία ή
2.2. που διατέθηκαν για πρώτη φορά στο εμπόριο στην Πορτογαλία
μέχρι
α) την 1η Ιανουαρίου 1995 ή
β) τις 31 Δεκεμβρίου 1995 ή
γ) την 1η Ιουνίου 1998 ή
δ) τις 31 Δεκεμβρίου 1998 ή
ε) το τέλος του τρίτου έτους αφότου εισήχθη στην Πορτογαλία η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν, το οποίο προστατεύεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και για το οποίο δεν υφίστατο προηγουμένως δυνατότητα προστασίας με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στην Πορτογαλία;
Ποια από τις ημερομηνίες αυτές ισχύει όσον αφορά τις ανωτέρω πράξεις;
3) Μετά τη λήξη της ισχύος του άρθρου 47 (ή/και του άρθρου 209 αντιστοίχως), εάν υποτεθεί ότι:
3.1. μια επιχείρηση είναι κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας (στο εξής: κάτοχος) εντός ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κράτους μέλους) για ένα φαρμακευτικό προϊόν,
3.2. το φαρμακευτικό προϊόν διατέθηκε αρχικώς στο εμπόριο σε μια χώρα από τον κάτοχο μετά την προσχώρηση της χώρας αυτής στην ΕΚ, αλλά κατά χρόνο όπου το φαρμακευτικό προϊόν δεν μπορούσε να προστατευθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για προϊόν εντός της χώρας αυτής,
3.3. ένας τρίτος εισάγει το φαρμακευτικό προϊόν από τη χώρα αυτή στο κράτος μέλος,
3.4. η νομοθεσία περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας του κράτους μέλους παρέχει στον κάτοχο το δικαίωμα να προσφεύγει δικαστικώς για να εμποδίζει την εισαγωγή του φαρμακευτικού προϊόντος από τη χώρα αυτή,
απαγορεύουν οι κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που περιέχονται στη Συνθήκη ΕΚ την άσκηση από τον κάτοχο του δικαιώματος το οποίο διαλαμβάνεται στην παράγραφο 3.4 ανωτέρω, ιδίως αν:
α) ο κάτοχος είχε και εξακολουθεί να έχει νομική ή/και ηθική υποχρέωση να διαθέτει στο εμπόριο και να εξακολουθήσει να διαθέτει στο εμπόριο το φαρμακευτικό προϊόν εντός της χώρας αυτής ή/και
β) η νομοθεσία της εν λόγω χώρας ή/και η νομοθεσία της ΕΚ πράγματι επιβάλλουν στον κάτοχο, από τη στιγμή που το φαρμακευτικό προϊόν διατίθεται στο εμπόριο εντός της χώρας αυτής, να προμηθεύει και να εξακολουθήσει να προμηθεύει επαρκείς ποσότητες για την ικανοποίηση των αναγκών των εντοπίων ασθενών ή/και
γ) η νομοθεσία της χώρας αυτής παρέχει το δικαίωμα στις αρμόδιες αρχές, και αυτές το ασκούν, να καθορίζουν την τιμή πωλήσεως του φαρμακευτικού προϊόντος εντός της χώρας αυτής και η νομοθεσία απαγορεύει την πώληση του φαρμακευτικού προϊόντος σε οποιαδήποτε άλλη τιμή ή/και
δ) η τιμή του φαρμακευτικού προϊόντος εντός της χώρας αυτής έχει καθοριστεί από τις αρμόδιες αρχές σε τέτοιο επίπεδο ώστε να προβλέπονται σημαντικές εξαγωγές του φαρμακευτικού προϊόντος από τη χώρα αυτή προς το κράτος μέλος με αποτέλεσμα να επέλθει σημαντική διάβρωση της οικονομικής αξίας του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και να υπονομευθούν σε μεγάλο βαθμό τα σχέδια του κατόχου για έρευνα και ανάπτυξη νέων φαρμακευτικών προϊόντων, πράγμα που αντίκειται στη λογική που στηρίζει την πρόσφατη θέσπιση από το Συμβούλιο ΕΚ του συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας;"
16 Mε διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Σεπτεμβρίου 1995, διατάχθηκε η ένωση και συνεκδίκαση των υποθέσεων C-267/95 και C-268/95 για τη διευκόλυνση της γραπτής και της προφορικής διαδικασίας και για την έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
17 Με τα δύο πρώτα ερωτήματά του, τα οποία προσήκει να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να προσδιορίσει τις ημερομηνίες κατά τις οποίες έληξαν οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως μεταβατικές περίοδοι.
18 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά κάθε μία από τις διατάξεις αυτές, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν μπορεί, μέχρι το τέλος του τρίτου έτους μετά την εισαγωγή από το Βασίλειο της Ισπανίας και από την Πορτογαλική Δημοκρατία της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόντα αυτού του είδους, να επικαλεστεί το δικαίωμα που του απονέμει το δίπλωμα αυτό για να εμποδίσει την εισαγωγή και την εμπορία φαρμακευτικών προϊόντων που έχουν διατεθεί στο εμπόριο στην Ισπανία και την Πορτογαλία από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του. Η δυνατότητα αυτή εισήχθη στην Ισπανία στις 7 Οκτωβρίου 1992 και στην Πορτογαλία την 1η Ιανουαρίου 1992.
19 'Οσον αφορά τις διάφορες ημερομηνίες λήξεως του μεταβατικού καθεστώτος που παρατίθενται στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, για τους λόγους που εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 181 έως 194 των προτάσεών του, μόνο δύο ημερομηνίες ανά κράτος μπορούν λογικά να θεωρηθούν ως ημερομηνίες λήξεως του τρίτου έτους μετά την εισαγωγή της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα, ήτοι η 6η Οκτωβρίου και 31η Δεκεμβρίου 1995 για το Βασίλειο της Ισπανίας και η 31η Δεκεμβρίου 1994 και 31η Δεκεμβρίου 1995 για την Πορτογαλική Δημοκρατία.
20 Η επιλογή μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών για κάθε ένα από τα δύο πιο πάνω κράτη μέλη εξαρτάται από το ζήτημα αν η μεταβατική περίοδος έληξε ακριβώς τρία έτη από της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα, δηλαδή στις 6 Οκτωβρίου 1995 για την Ισπανία και στις 31 Δεκεμβρίου 1994 για την Πορτογαλία, ή έληξε στο τέλος του τρίτου ημερολογιακού έτους που παρήλθε μετά την ημερομηνία εισαγωγής της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ήτοι στις 31 Δεκεμβρίου 1995 για τα δύο αυτά κράτη.
21 'Οπως και να έχουν τα πράγματα, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί με βάση μόνο το περιεχόμενο των άρθρων 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως ("jusqu' a la fin de la troisieme annee apres", "indtil udgangen af det tredje aar efter", "bis zum Ende des dritten Jahres nachdem", "μέχρι το τέλος του τρίτου έτους από", "hasta el final del tercer ano despues", "until the end of the third year after", "alla fine del terzo anno succesivo", "tot het einde van het derde jaar", "ate tres anos apos"). Πράγματι, έστω και αν, στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις του κειμένου, οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν συνηγορούν υπέρ της πρώτης λύσεως, αντιθέτως, σε άλλες αποδόσεις, οι όροι αυτοί ευνοούν τη δεύτερη λύση.
22 Συνεπώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη άλλα στοιχεία ερμηνείας, ιδίως δε η εν γένει οικονομία και ο σκοπός της ρυθμίσεως της οποίας μέρος αποτελούν οι επίμαχες διατάξεις.
23 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως εισάγουν εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και ότι, κατά πάγια νομολογία, οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενώς (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-191/90, Generics και Harris Pharmaceuticals, Συλλογή 1992, σ. I-5335, σκέψη 41).
24 Συνεπώς, οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι μεταβατικές περίοδοι να λήγουν κατά την ημερομηνία που εξασφαλίζει το νωρίτερο, στον σχετικό τομέα, την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην Ισπανία και στην Πορτογαλία.
25 Κατά συνέπεια, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι προβλεπόμενες στα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως μεταβατικές περίοδοι έληξαν, για το Βασίλειο της Ισπανίας, στις 6 Οκτωβρίου 1995 και, για την Πορτογαλική Δημοκρατία, στις 31 Δεκεμβρίου 1994.
Επί του τρίτου ερωτήματος
26 Με το τρίτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης κωλύουν την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία απονέμει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν το δικαίωμα να αντιτάσσεται στην εκ μέρους τρίτου εισαγωγή του προϊόντος αυτού από άλλο κράτος μέλος, όταν ο κάτοχος του διπλώματος έχει διαθέσει το προϊόν αυτό για πρώτη φορά στο εμπόριο στο κράτος αυτό μετά την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αλλά κατά χρόνο που το προϊόν δεν μπορούσε να προστατευθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε αυτό το κράτος. Συναφώς, το εθνικό δικαστήριο εκθέτει ορισμένες ειδικές περιστάσεις και ερωτά ποια σημασία πρέπει να τους δοθεί.
27 'Ετσι, το High Court ζητεί ουσιαστικώς να πληροφορηθεί, κυρίως, αν πρέπει να επανεξεταστεί η νομολογία που διαμορφώθηκε με την απόφαση Merck και, επικουρικώς, αν, ενόψει των ανωτέρω ειδικών περιστάσεων, πρέπει να περιοριστεί η έκταση εφαρμογής της νομολογίας αυτής.
28 Κατά τη Merck και την Beecham, σοβαροί λόγοι συνηγορούν υπέρ της ανατροπής της νομολογίας Merck. Υποστηρίζουν, κατ' αρχάς, ότι από την εποχή που εκδόθηκε η απόφαση Merck η κατάσταση των πραγμάτων έχει μεταβληθεί σημαντικά. Πράγματι, όταν το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση αυτή, η δυνατότητα αποκτήσεως στην Ευρώπη διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα αποτελούσε μάλλον την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Τώρα, τα προϊόντα αυτά μπορούν να προστατευθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας σε όλες τις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, εκτός της Ισλανδίας. Ομοίως, τα κοινοτικά όργανα έχουν υπογραμμίσει τη σημασία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στον φαρμακευτικό τομέα, ιδίως με την έκδοση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1768/92 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φάρμακα (ΕΕ L 182, σ. 1). Στη συνέχεια, η Merck και η Beecham επικαλούνται τις σοβαρές και αύξουσες οικονομικές συνέπειες που θα απέρρεαν από τη διατήρηση της νομολογίας Merck οι οποίες θα μείωναν αισθητώς την αξία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που χορηγούνται εντός της Κοινότητας. Τέλος, υποστηρίζουν ότι, αφενός, το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να αναλωθεί μόνον όταν το σχετικό προϊόν έχει διατεθεί στο εμπόριο υπό την προστασία διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ότι, αφετέρου, η απόφαση Merck είναι ασυμβίβαστη με την επακολουθήσασα νομολογία του Δικαστηρίου.
29 Πρέπει κατ' αρχάς να υπομνηστεί η συλλογιστική που ακολούθησε το Δικαστήριο στην απόφαση Merck.
30 Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο παρέπεμψε στην απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 15/74, Sterling Drug (Συλλογή τόμος 1974, σ. 451), όπου είχε διαπιστώσει, στις σκέψεις 8 και 9, ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης, ενώ εισάγει εξαίρεση, για λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, από μία από τις θεμελιώδεις αρχές της κοινής αγοράς, εντούτοις δέχεται την εξαίρεση αυτή μόνο στο μέτρο που αυτή δικαιολογείται για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο της ιδιοκτησίας αυτής, το οποίο, προκειμένου περί των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, συνίσταται ειδικά στη διασφάλιση υπέρ του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, για να ανταμειφθεί η δημιουργική προσπάθεια του εφευρέτη, τόσο του αποκλειστικού δικαιώματος χρησιμοποιήσεως μιας εφευρέσεως για την κατασκευή και την πρώτη θέση σε κυκλοφορία βιομηχανικών προϊόντων, είτε απ' ευθείας είτε μέσω της χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως σε τρίτους, όσο και του δικαιώματος εναντιώσεως σε οποιαδήποτε παραποίηση.
31 Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διευκρίνισε, στις σκέψεις 9 και 10 της αποφάσεως Merck, ότι από τον ορισμό του ειδικού αντικειμένου του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας απορρέει ότι η ουσία του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας έγκειται στη χορήγηση στον εφευρέτη του αποκλειστικού δικαιώματος να θέσει πρώτος σε κυκλοφορία το προϊόν και ότι αυτό το δικαίωμα πρώτης θέσεως σε κυκλοφορία, με το να επιφυλάσσει στον εφευρέτη το μονοπώλιο εκμεταλλεύσεως του προϊόντος του, του παρέχει τη δυνατότητα να ανταμειφθεί για τη δημιουργική του προσπάθεια χωρίς εντούτοις να του εγγυάται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες την ανταμοιβή αυτή.
32 Τέλος, το Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 11 και 13 της αποφάσεως Merck, ότι στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας απόκειται να αποφασίσει, έχοντας πλήρη επίγνωση όλων των παραμέτρων, κάτω από ποιες συνθήκες θα διαθέσει το προϊόν του στο εμπόριο, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να το διοχετεύσει σε κράτος μέλος όπου δεν υφίσταται κατά νόμο προστασία της ευρεσιτεχνίας για το εν λόγω προϊόν. Αν αποφασίσει να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, οφείλει τότε να αποδεχθεί τις συνέπειες της επιλογής του όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία του προϊόντος στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, θεμελιώδη αρχή που αποτελεί μέρος των νομικών και οικονομικών δεδομένων που ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας οφείλει να λάβει υπόψη προκειμένου να καθορίσει τον τρόπο ασκήσεως του αποκλειστικού του δικαιώματος. Υπό τις συνθήκες αυτές, το να επιτραπεί στον εφευρέτη να επικαλεστεί το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που κατέχει στο πρώτο κράτος μέλος για να αντιταχθεί στην εισαγωγή του προϊόντος που διέθεσε ελεύθερα στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος όπου δεν υφίστατο δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το προϊόν αυτό θα συνεπήγετο στεγανοποίηση των εθνικών αγορών αντίθετη προς τους στόχους της Συνθήκης.
33 Πρέπει να επισημανθεί ότι, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν υπέρ της επανεξετάσεως της νομολογίας Merck δεν είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη συλλογιστική του Δικαστηρίου που αποτελεί το βάθρο της νομολογίας αυτής.
34 Είναι αλήθεια ότι, όπως υπογραμμίζουν η Merck και η Beecham, η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα έχει καταστεί πλέον ο κανόνας. Ωστόσο, από την εξέλιξη αυτή δεν προκύπτει ότι το σκεπτικό επί του οποίου στηρίζεται η νομολογία Merck είναι σήμερα ξεπερασμένο.
35 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τα επιχειρήματα που αντλούνται τόσο από τις προσπάθειες των κοινοτικών οργάνων να παρασχεθεί ενισχυμένη προστασία στους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα όσο και από τις συνέπειες που θα είχε η διατήρηση της νομολογίας αυτής επί των ερευνητικών και αναπτυξιακών προσπαθειών της φαρμακοβιομηχανίας.
36 Πράγματι, δεν αμφισβητείται, όπως ακριβώς και κατά την εποχή της εκδόσεως της αποφάσεως Merck, ότι, αν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορούσε να απαγορεύσει την εισαγωγή προστατευομένων προϊόντων τα οποία έχουν διατεθεί απ' αυτόν ή με τη συγκατάθεσή του στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος, θα είχε τη δυνατότητα να στεγανοποιήσει τις εθνικές αγορές και να περιορίσει κατά τον τρόπο αυτόν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Ομοίως, είναι εξίσου αληθές ότι, αν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποφασίσει, έχοντας πλήρη επίγνωση όλων των παραμέτρων, να διαθέσει ένα προϊόν στο εμπόριο σε κράτος μέλος όπου δεν υφίσταται δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το προϊόν αυτό, οφείλει να αποδεχθεί τις συνέπειες της επιλογής του όσον αφορά τη δυνατότητα να γίνουν παράλληλες εισαγωγές.
37 Από τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στις παρούσες υποθέσεις δεν αποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση όταν συμβίβασε κατά τον τρόπο αυτόν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας με την αρχή της προστασίας τω δικαιωμάτων των κατόχων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, ακόμη και αν από τον συμβιβασμό αυτόν προκύπτει ότι το δικαίωμα εναντιώσεως στην εισαγωγή ενός προϊόντος μπορεί να αναλωθεί με τη διάθεση στο εμπόριο σε κράτος μέλος στο οποίο δεν υφίσταται δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για το προϊόν αυτό.
38 Πρέπει συναφώς να υπομνηστεί ότι ακριβώς υπό το πρίσμα της αποφάσεως Merck θεσπίστηκαν τα προβλεπόμενα στα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως μεταβατικά μέτρα. Παρ' όλον ότι τα κράτη μέλη θεώρησαν αναγκαίο να μεταθέσουν, για μακρά περίοδο, τα αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής, εντούτοις προέβλεψαν την πλήρη εφαρμογή, μετά τη λήξη του μεταβατικού καθεστώτος, των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης, όπως ερμηνεύονται από την ανωτέρω απόφαση, επί του εμπορίου μεταξύ της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, αφενός, και των παλαιών κρατών μελών, αφετέρου.
39 Επί πλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι καταστάσεις τις οποίες αφορά η απόφαση Merck οδηγούνται σε εξαφάνιση, καθότι η δυνατότητα αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα εισήχθη σε όλα τα κράτη μέλη και καθότι, αν κατά την προσχώρηση νέων κρατών στην Κοινότητα ανακύψουν τέτοιες καταστάσεις, τα κράτη μέλη θα μπορούν να θεσπίσουν τα μέτρα που θα θεωρηθούν αναγκαία, όπως συνέβη κατά την προσχώρηση του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.
40 Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Merck και της Beecham ότι η επακολουθήσασα την απόφαση Merck νομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως οι αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1985, 19/84, Pharmon (Συλλογή 1985, σ. 2281), και της 17ης Μαΐου 1988, 158/86, Warner Brothers και Μetronome Video (Συλλογή 1988, σ. 2605), μπορεί να τύχει επικλήσεως προς στήριξη της απόψεώς τους.
41 Πράγματι, σε αντίθεση με αυτό που προβλήθηκε, από την προαναφερθείσα απόφαση Pharmon προκύπτει ότι το Δικαστήριο επιβεβαίωσε τις αρχές που τέθηκαν με την απόφαση Merck. Στην προαναφερθείσα απόφαση Pharmon, το Δικαστήριο τόνισε τη σημασία της συγκαταθέσεως του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τη θέση του σχετικού προϊόντος σε κυκλοφορία. Στη σκέψη 25 έκρινε ότι, όταν οι αρχές κράτους μέλους χορηγούν σε τρίτον υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως επιτρέποντάς του να προβαίνει σε πράξεις κατασκευής και εμπορίας που ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας θα είχε κανονικά την εξουσία να απαγορεύσει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για τις πράξεις αυτές και, συνεπώς, αυτός μπορεί να αντιταχθεί στην εισαγωγή του προϊόντος που κατεσκεύασε ο λαβών την υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως.
42 'Οσο για την προαναφερθείσα απόφαση Warner Brothers και Metronome Video, πρέπει να υπομνηστεί ότι, στην υπόθεση εκείνη, σε αντίθεση με τις παρούσες υποθέσεις, επίμαχη ήταν η νομοθεσία του κράτους εισαγωγής η οποία επέτρεπε στον δημιουργό μουσικού ή κινηματογραφικού έργου όχι μόνο να ελέγχει την πρώτη πώληση, αλλά και να αντιτάσσεται στην εκμίσθωση βιντεοκασετών του έργου αυτού επί όσο χρονικό διάστημα δεν είχε δώσει ειδική προς τούτο άδεια. Στην απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο θεώρησε ότι, λαμβανομένου υπόψη του ότι υφίστατο ειδική αγορά εκμισθώσεων χωριστή από την αγορά πωλήσεων, το ειδικό αυτό δικαίωμα θα καθίστατο κενό περιεχομένου αν ο έχων το δικαίωμα του δημιουργού επί του έργου δεν είχε τη δυνατότητα να επιτρέπει τις εκμισθώσεις, ακόμη και όσον αφορά βιντεοκασέτες που είχαν ήδη τεθεί με τη συγκατάθεσή του σε κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος, του οποίου η νομοθεσία επέτρεπε στον δημιουργό να ελέγχει την πρώτη πώληση, χωρίς να του παρέχει τη δυνατότητα να απαγορεύει την εκμίσθωση.
43 Δεδομένου ότι κανένα από τα μέχρι τώρα εξετασθέντα επιχειρήματα υπέρ της επανεξετάσεως της νομολογίας Merck δεν έγινε δεκτό, πρέπει να εξεταστεί αν, ενόψει των ειδικών περιστάσεων που εξέθεσε το εθνικό δικαστήριο, πρέπει να περιοριστεί η έκταση εφαρμογής της νομολογίας αυτής.
44 Το ζήτημα έγκειται, πρώτον, στο αν η νομολογία Merck έχει εφαρμογή και στην περίπτωση που ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας έχει νομική ή ηθική υποχρέωση να διαθέσει ή να συνεχίσει να διαθέτει το προϊόν στο εμπόριο εντός του κράτους εξαγωγής. Στο πλαίσιο αυτό, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί η σημασία που πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι η νομοθεσία του κράτους αυτού ή η κοινοτική νομοθεσία απαιτούν, άπαξ το προϊόν διατεθεί στο εμπόριο εντός του κράτους αυτού, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας να προμηθεύει και να συνεχίσει να προμηθεύει επαρκείς ποσότητες προς ικανοποίηση των αναγκών των εντοπίων ασθενών.
45 Δεύτερον, τίθεται το ζήτημα αν η νομολογία Merck έχει εφαρμογή όταν η νομοθεσία του κράτους εξαγωγής όχι μόνον παρέχει στις αρχές του κράτους αυτού την εξουσία, την οποία ασκούν, να καθορίζουν την τιμή πωλήσεως του προϊόντος, αλλά απαγορεύει και την πώληση του εν λόγω προϊόντος σε οποιαδήποτε άλλη τιμή. Στο πλαίσιο αυτό, το εθνικό δικαστήριο ερωτά ποια σημασία μπορεί να έχει το γεγονός ότι οι αρχές αυτές καθόρισαν την τιμή του προϊόντος σε ένα επίπεδο τέτοιο ώστε να μπορούν να προβλεφθούν μαζικές εξαγωγές του προϊόντος αυτού προς το κράτος μέλος εισαγωγής.
46 Η Merck και η Beecham υποστηρίζουν μεταξύ άλλων ότι, στις περιπτώσεις που εκθέτει η διάταξη περί παραπομπής, η ευχέρειά τους να αποφασίζουν ελεύθερα κάτω από ποιες συνθήκες θα διαθέτουν τα προϊόντα τους στο εμπόριο εκμηδενίζεται ή περιορίζεται σημαντικά. Από την προαναφερθείσα απόφαση Pharmon προκύπτει ότι, εν προκειμένω, ο κανόνας που απορρέει από τη νομολογία Merck δεν έχει εφαρμογή.
47 Κατ' αρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, καίτοι η επιβολή ελέγχων των τιμών συνιστά όντως παράγοντα που είναι ικανός, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να νοθεύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών, εντούτοις το περιστατικό αυτό δεν μπορεί να δικαιολογήσει παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Πράγματι, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι οι στρεβλώσεις που προκαλούνται από τη διαφορετική ρύθμιση περί τιμών σ' ένα κράτος μέλος πρέπει να αντιμετωπίζονται με μέτρα θεσπιζόμενα από τις κοινοτικές αρχές και όχι με τη θέσπιση από άλλο κράτος μέλος μέτρων ασυμβίβαστων με τους κανόνες περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (βλ. τις αποφάσεις της 31ης Οκτωβρίου 1974, 16/74, Winthrop, Συλλογή τόμος 1974, σ. 479, σκέψη 17, της 20ής Ιανουαρίου 1981, 55/80 και 57/80, Musik-Vertrieb membran και K-tel International, Συλλογή 1981, σ. 147, σκέψη 24, και της 11ης Ιουλίου 1996, C-427/93, C-429/93 και C-436/93, Bristol-Myers Squibb κ.λπ., δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46).
48 Στη συνέχεια, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα μέχρι ποίου σημείου έχει εφαρμογή ο κανόνας που απορρέει από τη νομολογία Merck όταν οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έχουν τη νομική υποχρέωση να διαθέτουν τα προϊόντα τους στο εμπόριο εντός του κράτους εξαγωγής.
49 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί, αφενός, ότι, με την απόφαση Merck, το Δικαστήριο υπογράμμισε τη σημασία του γεγονότος ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποφάσισε ελεύθερα και με πλήρη επίγνωση όλων των παραμέτρων να διαθέσει το προϊόν του στο εμπόριο και, αφετέρου, ότι από την προαναφερθείσα απόφαση Pharmon απορρέει ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο οποίος έχει στερηθεί της εξουσίας του να αποφασίσει ελεύθερα κάτω από ποιες συνθήκες θα διαθέσει τα προϊόντα του στο εμπόριο στο κράτος εξαγωγής, μπορεί να αντιταχθεί στην εισαγωγή και την εμπορία των προϊόντων αυτών στο κράτος όπου ισχύει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
50 Επομένως, στο μέτρο που ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι νομικώς αναγκασμένος, είτε βάσει του εθνικού είτε βάσει του κοινοτικού δικαίου, να διαθέτει τα προϊόντα του στο εμπόριο εντός κράτους μέλους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτός συγκατατέθηκε για τη διάθεση των προϊόντων στο εμπόριο υπό την έννοια της αποφάσεως Merck και, συνεπώς, δικαιούται να αντιταχθεί στην εισαγωγή και την εμπορία των προϊόντων αυτών στο κράτος όπου προστατεύεται το προϊόν.
51 Στον κάτοχο του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας απόκειται να αποδείξει, ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που εκδικάζει το αίτημα απαγορεύσεως της εισαγωγής, ότι υφίσταται νομική υποχρέωση διαθέσεως των προϊόντων στο εμπόριο εντός του κράτους εξαγωγής. Συναφώς, πρέπει να αποδείξει, παραδείγματος χάριν μέσω αποφάσεων των αρμοδίων εθνικών ή κοινοτικών αρχών ή δικαστηρίων, ότι η υποχρέωση είναι πραγματική και ενεστώσα.
52 Πρέπει να παρατηρηθεί, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 152 και 153 των προτάσεών του, ότι, κατά τα πληροφοριακά στοιχεία που γνωστοποιήθηκαν στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν υφίστανται καθόλου τέτοιες υποχρεώσεις όσον αφορά τις επίμαχες εισαγωγές.
53 Τέλος, ως προς το επιχείρημα ότι ηθικές υποχρέωσεις μπορούν να αναγκάσουν τους κατόχους διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας να εφοδιάζουν τα κράτη μέλη με φάρμακα εκεί όπου αυτά είναι αναγκαία, ακόμη και αν δεν μπορούν να προστατευθούν στα κράτη αυτά με διπλώματα ευρεσιτεχνίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ελλείψει οποιασδήποτε νομικής υποχρεώσεως, τέτοιες θεωρήσεις δεν μπορούν να οριοθετήσουν ικανοποιητικώς τις καταστάσεις εντός των οποίων ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας στερείται της εξουσίας του να αποφασίσει ελεύθερα κάτω από ποιες συνθήκες θα διαθέσει το προϊόν του στο εμπόριο. Εν πάση περιπτώσει, εντός του παρόντος πλαισίου, οι θεωρήσεις αυτές είναι όντως δύσκολο να γίνουν αντιληπτές και να διακριθούν από θεωρήσεις εμπορικής φύσεως. Συνεπώς, σε τέτοιες ηθικές υποχρεώσεις δεν μπορεί να στηριχθεί παρέκκλιση από τον απορρέοντα από την απόφαση Merck κανόνα περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
54 Ενόψει των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης κωλύουν την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία απονέμει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν το δικαίωμα να αντιταχθεί στην εκ μέρους τρίτου εισαγωγή του προϊόντος αυτού από άλλο κράτος μέλος, όταν ο κάτοχος του διπλώματος διέθεσε το προϊόν για πρώτη φορά στο εμπόριο εντός του κράτους αυτού μετά την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αλλά κατά τον χρόνο που το προϊόν δεν μπορούσε να προστατευθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο κράτος αυτό, εκτός αν ο κάτοχος του διπλώματος μπορέσει να αποδείξει ότι υπέχει την πραγματική και ενεστώσα νομική υποχρέωση να διαθέτει το προϊόν αυτό στο εμπόριο εντός του εν λόγω κράτους μέλους.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Βελγική, η Δανική, η Ελληνική, η Ισπανική, η Γαλλική, η Ιταλική και η Σουηδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διατάξεις της 13ης Ιουλίου 1995, το High Court of Justice, Chancery Division, Patents Court, αποφαίνεται:
1) Οι προβλεπόμενες στα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως για τους όρους προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών μεταβατικές περίοδοι έληξαν, για το Βασίλειο της Ισπανίας, στις 6 Οκτωβρίου 1995 και, για την Πορτογαλική Δημοκρατία, στις 31 Δεκεμβρίου 1994.
2) Tα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης EK κωλύουν την εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας η οποία απονέμει στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν το δικαίωμα να αντιταχθεί στην εκ μέρους τρίτου εισαγωγή του προϊόντος αυτού από άλλο κράτος μέλος, όταν ο κάτοχος του διπλώματος διέθεσε το προϊόν για πρώτη φορά στο εμπόριο εντός του κράτους αυτού μετά την προσχώρησή του στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, αλλά κατά τον χρόνο που το προϊόν δεν μπορούσε να προστατευθεί με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στο κράτος αυτό, εκτός αν ο κάτοχος του διπλώματος μπορέσει να αποδείξει ότι υπέχει την πραγματική και ενεστώσα νομική υποχρέωση να διαθέτει το προϊόν αυτό στο εμπόριο εντός του εν λόγω κράτους μέλους.
Full & Egal Universal Law Academy