Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Πράξεις των οργάνων - Αιτιολογία - Υποχρέωση - Περιεχόμενο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 190)
2 Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Γενικό καθεστώς ενισχύσεων εγκεκριμένο από την Επιτροπή - Ατομική ενίσχυση εμφανιζομένη ως εντασσομένη στο πλαίσιο της εγκρίσεως - Εξέταση από την Επιτροπή - Εκτίμηση κατά προτεραιότητα με γνώμονα την εγκριτική απόφαση και μόνον επικουρικώς με γνώμονα το άρθρο 92 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 92 και 93)
3 Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Απαγορεύονται - Παρεκκλίσεις - Ενισχύσεις δυνάμενες να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά - Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής - Αναφορά στο κοινοτικό πλαίσιο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 92 § 3)
4 Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Απόρριψη - Νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών - Παραδεκτό
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α· Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 51, εδ. 1)
Περίληψη
5 Ναι μεν είναι αλήθεια ότι από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης αιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία, η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε τη βαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του, ωστόσο, δεν απαιτείται να διευκρινίζει η αιτιολογία όλα τα καίρια πραγματικά ή νομικά στοιχεία. Πράγματι, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενό της, αλλά και με το πλαίσιό της, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα.
6 Η Επιτροπή, όταν αντιμετωπίζει ατομική ενίσχυση η οποία υποστηρίζεται ότι χορηγήθηκε στο πλαίσιο ήδη εγκεκριμένου καθεστώτος, δεν μπορεί ευθύς εξ αρχής να εξετάσει αν αυτή είναι σύμφωνη με τη Συνθήκη. Πρέπει αρχικώς να περιοριστεί, πριν κινήσει οποιαδήποτε διαδικασία, να ελέγξει αν η ενίσχυση καλύπτεται από το γενικό καθεστώς και πληροί τις τεθείσες με την απόφαση περί εγκρίσεως του καθεστώτος αυτού προϋποθέσεις. Αν δεν ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή θα μπορεί, κατά την εξέταση κάθε ατομικής ενισχύσεως, να αναθεωρήσει την απόφασή της περί εγκρίσεως του καθεστώτος ενισχύσεων, η οποία προϋπέθετε ήδη εξέταση του συμβιβαστού με το άρθρο 92 της Συνθήκης. Οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου θα βρίσκονταν τότε σε κίνδυνο τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τους επιχειρηματίες, εφόσον ατομικές ενισχύσεις που είναι απολύτως σύμφωνες με την απόφαση περί εγκρίσεως του καθεστώτος ενισχύσεων θα ήταν δυνατόν ανά πάσα στιγμή να επανεξεταστούν από την Επιτροπή.
7 Όσον αφορά τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, η διακριτική εξουσία που έχει απονεμηθεί στην Επιτροπή πρέπει να ασκείται εντός κοινοτικού πλαισίου, όπως και το συμβιβαστό της ενισχύσεως με τη Συνθήκη πρέπει να εκτιμάται σε κοινοτικό πλαίσιο.
8 Ναι μεν είναι αλήθεια ότι η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση κανόνων δικαίου κατ' αποκλεισμόν οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, όμως, όταν το Πρωτοδικείο δεν έχει μόνον εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, αλλά έχει προβεί και στον χαρακτηρισμό τους, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει το βάσιμο του σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-278/95 P,
Siemens SA, εκπροσωπούμενη από τους Michel Waelbroeck, Jules Stuyck και Olivier Speltdoorn, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Marc Loesch, 11, rue Goethe,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 8 Ιουνίου 1995 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) στην υπόθεση T-459/93, Siemens κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1675), και με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jean-Paul Keppenne, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και στη συνέχεια από τον Gιrard Rozet, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. L. Murray, πρόεδρο τμήματος, P. J. G. Kapteyn και H. Ragnemalm (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Μ. Β. Elmer
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 7ης Νοεμβρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Αυγούστου 1995, η Siemens SA άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 8 Ιουνίου 1995 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-459/93, Siemens κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1675, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της αναιρεσείουσας, αντικείμενο της οποίας ήταν η ακύρωση των άρθρων 1, στοιχείο γγ, και 2 της αποφάσεως 92/483/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 1992, περί ενισχύσεως που χορηγήθηκε από την Περιφερειακή Αρχή των Βρυξελλών (Βέλγιο) υπέρ των δραστηριοτήτων της Siemens SA στους τομείς της επεξεργασίας δεδομένων και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 288, σ. 25, στο εξής: επίδικη απόφαση).
2 Η επίδικη απόφαση αφορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την Περιφερειακή Αρχή των Βρυξελλών μεταξύ Νοεμβρίου 1985 και Ιανουαρίου 1988, κατ' εφαρμογήν του βελγικού νόμου της 17ης Ιουλίου 1959 «περί θεσπίσεως και συντονισμού μέτρων για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως και τη δημιουργία νέων βιομηχανιών» (στο εξής: νόμος του 1959). Με την απόφασή της, η Επιτροπή διαπίστωσε το ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά μέρους των ενισχύσεων αυτών και διέταξε το Βασίλειο του Βελγίου να μη καταβάλει το ποσό των 28 694 000 βελγικών φράγκων (BRF) και να αναζητήσει εντόκως από την αναιρεσείουσα το ποσό των 227 751 000 BFR.
3 Από τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (σκέψεις 3 έως 5) προκύπτει:
- Ο νόμος του 1959 θεσπίζει ένα καθεστώς γενικών ενισχύσεων για τις μνημονευόμενες στο οικείο άρθρο 1, στοιχείο a, πράξεις που «συμβάλλουν άμεσα στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή ή τον εκσυγχρονισμό βιομηχανικών ή βιοτεχνικών επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως του αν οι πράξεις αυτές διενεργούνται από τις ίδιες τις εν λόγω επιχειρήσεις ή από άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές ανταποκρίνονται στο γενικό οικονομικό συμφέρον». Το άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου διευκρινίζει ότι είναι δυνατή η χορήγηση επιδοτήσεων προς τα προς τούτο εγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου αυτά να μπορούν να χορηγούν για τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 δάνεια με μειωμένο επιτόκιο, υπό την προϋπόθεση ότι τα δάνεια αυτά θα χρησιμοποιηθούν για έναν από τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται ιδίως η απ' ευθείας χρηματοδότηση επενδύσεων σε οικοδομημένα ή μη οικοδομημένα ακίνητα και σε εξοπλισμό ή υλικά απαραίτητα για την υλοποίηση των εν λόγω πράξεων.
- Με την απόφαση 75/397/ΕΟΚ, της 17ης Ιουνίου 1975, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγούνται από τη Βελγική Κυβέρνηση κατ' εφαρμογήν του βελγικού νόμου της 17ης Ιουλίου 1959 περί θεσπίσεως και συντονισμού μέτρων για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως και τη δημιουργία νέων βιομηχανιών (JO L 177, σ. 13, στο εξής: απόφαση 75/397), η Επιτροπή έκρινε ότι το εν λόγω καθεστώς γενικών ενισχύσεων ήταν ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά. Ωστόσο, με το άρθρο 1 της αποφάσεως, η Επιτροπή θεώρησε ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και δεν χρειάζεται, επομένως, να κοινοποιούνται εκ των προτέρων, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ, οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει του γενικού καθεστώτος και οι οποίες εντάσσονται σε πρόγραμμα τομεακού ή περιφερειακού χαρακτήρα το οποίο έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή ή οι οποίες δεν είναι σημαντικές. Τα όρια πέραν των οποίων οι ενισχύσεις είναι σημαντικές και πρέπει να κοινοποιούνται καθορίζονται από το άρθρο 2 της αποφάσεως 75/397 και από το έγγραφο SG (79) D10478 της 14ης Σεπτεμβρίου 1979 που απηύθυνε η Επιτροπή στα κράτη μέλη σχετικά με την «ανακοίνωση των περιπτώσεων εφαρμογής των καθεστώτων γενικών ενισχύσεων για επενδύσεις».
- Όσον αφορά τη μορφή των ενισχύσεων, ο νόμος του 1959 προβλέπει μεταξύ άλλων επιδοτήσεις επιτοκίου για τα δάνεια που χορηγούνται από τα εγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα. Εξάλλου, το άρθρο 176 του νόμου της 22ας Δεκεμβρίου 1977, σχετικά με τις προτάσεις επί του προϋπολογισμού 1977-1978 (στο εξής: νόμος του 1977), επιτρέπει, σε συνδυασμό με το βασιλικό διάταγμα της 24ης Ιανουαρίου 1978 (στο εξής: βασιλικό διάταγμα του 1978), τη χορήγηση μη αναζητησίμων πριμοδοτήσεων κεφαλαίου ποσού ισοδυνάμου προς τις επιδοτήσεις επιτοκίου όταν οι πράξεις που προβλέπονται από το άρθρο 1 του νόμου του 1959 χρηματοδοτούνται από ίδια κεφάλαια της επιχειρήσεως. Με έγγραφο που απέστειλε στις βελγικές αρχές στις 25 Μαου 1978, η Επιτροπή ενέκρινε τα μέτρα αυτά. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι χορηγούμενες ενισχύσεις συνιστούν μη αναζητήσιμες πριμοδοτήσεις κεφαλαίου.
4 Όσο για την επίδικη απόφαση, το Πρωτοδικείο σημείωσε, στις σκέψεις 6 έως 13:
- Με έγγραφο της 18ης Ιουλίου 1991, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, κατόπιν δημοσιεύσεως στον βελγικό Τύπο της πληροφορίας ότι το βελγικό Ελεγκτικό Συνέδριο είχε εκφράσει αντιρρήσεις ως προς τη νομιμότητα των επιμάχων ενισχύσεων. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις των βελγικών αρχών, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
- Η απόφαση αυτή, η οποία αφορά διάφορα μέτρα ενισχύσεως, διακρίνει επτά κατηγορίες πράξεων για τις οποίες χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις αυτές, ήτοι την εκμίσθωση εξοπλισμού στους πελάτες, την αγορά εξοπλισμού για εσωτερική χρήση, τις δαπάνες αναπτύξεως λογισμικού, τις δαπάνες εκπαιδεύσεως, την αγορά κτιρίου, τις διαφημιστικές εκστρατείες και τις έρευνες αγοράς.
- Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις που προορίζονταν για την αγορά εξοπλισμού για εσωτερική χρήση χορηγήθηκαν νομίμως, καθόσον, αφενός, οι δαπάνες αυτές αντιστοιχούν στις τυπικές επενδύσεις που είναι επιλέξιμες για χορήγηση ενισχύσεως δυνάμει του νόμου του 1959 και, αφετέρου, το συνολικό ποσό των επενδύσεων αυτών απαρτίζεται από ανεξάρτητα μεμονωμένα προγράμματα, τα οποία δεν υπερβαίνουν τα όρια κοινοποιήσεως που καθορίστηκαν με το έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 1979 προς τα κράτη μέλη.
- Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες εκπαιδεύσεως, οι διαφημιστικές εκστρατείες και οι έρευνες αγοράς δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των κατηγοριών που είναι επιλέξιμες κατά τον νόμο του 1959 για τη χορήγηση ενισχύσεων και ότι η χορήγηση των συναφών ενισχύσεων αποτελεί παρέμβαση ad hoc η οποία έπρεπε να της έχει ανακοινωθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις για δαπάνες εκπαιδεύσεως εμπίπτουν στην εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον αποσκοπούν στη διευκόλυνση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων και δεν αλλοιώνουν κατά τρόπο επιζήμιο τους όρους ανταγωνισμού.
- Τέλος, οι δαπάνες για την εκμίσθωση εξοπλισμού στους πελάτες δεν πληρούν, κατά την Επιτροπή, τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 1 και 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959 και έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή, καθόσον δεν συμβάλλουν στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή ή τον εκσυγχρονισμό της διαρθρώσεως της Siemens. Επί πλέον, οι ενισχύσεις για τη χρηματοδότηση των πράξεων αυτών δεν αποτελούν ούτε ενισχύσεις υπέρ των πελάτιδων επιχειρήσεων, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις αυτές καταβάλλουν το πλήρες μίσθωμα το οποίο ορίζεται ελεύθερα από τη Siemens. Συνεπώς, οι ενισχύσεις αυτές έχουν τον χαρακτήρα μόνιμης συνδρομής στη λειτουργία της εν λόγω εταιρίας. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, ακόμη και αν ο νόμος του 1959 είχε εφαρμογή στις τελευταίες αυτές επιδοτήσεις, οι επιδοτήσεις αυτές έπρεπε να έχουν κοινοποιηθεί, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης, λόγω υπερβάσεως των ορίων που καθορίστηκαν με το έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 1979 προς τα κράτη μέλη.
- Η Επιτροπή θεωρεί, εξάλλου, ότι για τις ενισχύσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως 75/397 δεν μπορεί να ισχύσει καμία παρέκκλιση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 92 της Συνθήκης. Αφενός, η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον οι ενισχύσεις δεν επιδιώκουν τους σκοπούς που αναφέρονται σ' αυτή τη διάταξη της Συνθήκης. Αφετέρου, οι επίμαχες ενισχύσεις δεν αποσκοπούν στην ανάπτυξη ορισμένων τομέων ή ορισμένων περιοχών και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία αα και γγ της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου. Ομοίως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχουν, κατά την Επιτροπή, εφαρμογή οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο στοιχείο ββ της ίδιας παραγράφου, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν αποβλέπουν στην προώθηση σημαντικών σχεδίων κοινού ενδιαφέροντος ή στην εξάλειψη σοβαρής διαταραχής της βελγικής οικονομίας.
- Βάσει των σκέψεων αυτών, η Επιτροπή, στο άρθρο 1 της αποφάσεως, αποφάσισε:
«Από τη συνολική υπό εξέταση ενίσχυση ύψους 335 980 000 BFR με τη μορφή επιδοτήσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν από την Κυβέρνηση της Περιφέρειας των Βρυξελλών στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων που έχει θεσπιστεί με τον νόμο περί οικονομικής ανάπτυξης της 17ης Ιουλίου 1959, για δαπάνες της Siemens συνολικού ύψους 2 647 294 000 BFR:
(...)
γ) η ενίσχυση ύψους 256 445 000 BFR για δαπάνες σε εξοπλισμό που διατίθεται σε πελάτες με χρηματοδοτική μίσθωση, σε διαφημιστικές εκστρατείες και έρευνες αγοράς έχει χορηγηθεί παράνομα κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης και, μετά από σχετική αξιολόγηση, θεωρείται ότι δεν ανταποκρίνεται σε καμία από τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την εφαρμογή μιας εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 92, παράγραφοι 2 και 3, παρεκκλίσεων· κατά συνέπεια, η ενίσχυση αυτή δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1 [της Συνθήκης].»
- Με το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή απαγόρευσε στην Κυβέρνηση της Περιφερείας των Βρυξελλών να προβεί στην καταβολή των ενισχύσεων που εγκρίθηκαν παρανόμως και δεν έχουν ακόμα καταβληθεί και υποχρέωσε την εν λόγω κυβέρνηση να αναζητήσει τα ποσά που καταβλήθηκαν για τις ενισχύσεις που κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και, ιδίως, εκείνες που αφορούν τους τόκους υπερημερίας επί των απαιτήσεων του Δημοσίου. Κατά την επίδικη απόφαση, τα ποσά αυτά είναι τοκοφόρα από την ημερομηνία χορηγήσεως των παρανόμων ενισχύσεων.
5 Η Siemens ζήτησε ενώπιον του Πρωτοδικείου την ακύρωση του άρθρου 1, στοιχείο γγ, και, επικουρικώς, του άρθρου 2 της επίδικης αποφάσεως.
6 Το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή της Siemens και την καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα.
7 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Siemens ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει τα άρθρα 1, στοιχείο γγ, και 2 της επίδικης αποφάσεως και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
8 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τη Siemens στα δικαστικά έξοδα.
9 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Siemens προβάλλει τέσσερις λόγους, ισχυριζόμενη ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη ή ότι τα συμπεράσματά του δεν ασκούν επιρροή από νομικής απόψεως, καθότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι:
- η επίδικη απόφαση περιέχει αιτιολογία επαρκή και προσήκουσα·
- αν οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από τις βελγικές αρχές στο πλαίσιο του γενικού καθεστώτος που θέσπισε ο νόμος του 1959 δεν προορίζονταν για επενδύσεις υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως επιτρεπόμενες από την απόφαση 75/397 και το έγγραφο της 25ης Μαου 1978, οπότε έπρεπε να κοινοποιηθούν κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης·
- οι υπό εξέταση πράξεις δεν αποτελούν επενδυτικές πράξεις υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου, ενώ το Πρωτοδικείο έπρεπε να εξετάσει αν πράγματι εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του νόμου του 1959·
- οι αντιρρήσεις της Siemens ως προς την υπέρβαση των ορίων κοινοποιήσεως είναι άνευ αντικειμένου, «εφόσον κρίθηκε ότι οι επίδικες ενισχύσεις, λόγω της φύσεώς τους ως ενισχύσεων λειτουργίας της επιχειρήσεως, δεν καλύπτονταν από την έγκριση του γενικού καθεστώτος, η οποία παρασχέθηκε με την απόφαση 75/397 και το έγγραφο της 25ης Μαου 1978».
Επί της αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως
10 Το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η Επιτροπή εξέθεσε τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία ενόψει της οικονομίας της αποφάσεως» και εντεύθεν συμπέρανε, στη σκέψη 35, ότι «η απόφαση δεν είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί».
11 Η Siemens ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραγνωρίζοντας κανόνες δικαίου δεν διαπίστωσε την έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά, αφενός, τις ενισχύσεις σχετικά με δαπάνες για την εκπόνηση μελετών προωθήσεως των πωλήσεων και για έρευνες αγοράς και, αφετέρου, την φερόμενη υπέρβαση των ορίων κοινοποιήσεως.
12 Πρώτον, όσον αφορά τις ενισχύσεις σχετικά με δαπάνες για την εκπόνηση μελετών προωθήσεως των πωλήσεων και για έρευνες αγοράς, η Siemens ισχυρίζεται ότι η μοναδική διαπίστωση στην επίδικη απόφαση ως προς το ότι οι δαπάνες «δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των κατηγοριών που είναι επιλέξιμες για τη χορήγηση ενισχύσεων στο πλαίσιο του νόμου οικονομικής ανάπτυξης» αλλά ανήκουν «στην κατηγορία των ενισχύσεων λειτουργίας, δεδομένου ότι (...) περιλαμβάνονται στο τυπικό γενικό κόστος λειτουργίας μιας επιχείρησης για τις κανονικές δραστηριότητές της», δεν επέτρεψε στα μέρη να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους, στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του και στα κράτη μέλη, όπως και σε κάθε ενδιαφερόμενο, να γνωρίσουν κάτω από ποιες συνθήκες η Επιτροπή εφάρμοσε τη Συνθήκη. Επί πλέον, η Επιτροπή δεν εξήγησε, με την επίδικη απόφαση, τους λόγους για τους οποίους οι ενισχύσεις λειτουργίας, υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου 1959.
13 Δεύτερον, όσον αφορά τις δαπάνες για την αγορά εξοπλισμού προς εκμίσθωση, η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει ότι όλες οι σχετικές αιτήσεις ενισχύσεως είχαν καταστεί αντικείμενο τεχνητής κατατμήσεως και ότι, αν δεν είχαν γίνει τέτοιες κατατμήσεις, θα είχε σημειωθεί, σε όλες τις περιπτώσεις, υπέρβαση των ορίων κοινοποιήσεως.
14 Κατά την Επιτροπή, η αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως παρέσχε στη Siemens τη δυνατότητα να γνωρίσει πλήρως τη συλλογιστική της Επιτροπής, δηλαδή το ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι, όσον αφορά τις ενισχύσεις που καλύπτουν το σύνηθες κόστος εκμεταλλεύσεως της αποδέκτριας επιχειρήσεως, οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να υπαχθούν σε καμία από τις επιλέξιμες κατηγορίες που προβλέπει η βελγική νομοθεσία όπως έχει εγκριθεί από την Επιτροπή.
15 Η Επιτροπή προβάλλει επίσης ότι η έννοια των «επιλεξίμων κατηγοριών» είναι διαυγέστατη στο πλαίσιο του καθεστώτος του νόμου του 1959 και του βασιλικού διατάγματος του 1978. Για να τύχει μια επιχείρηση των προβλεπομένων από τον νόμο του 1959 ενισχύσεων υπό τη μορφή μειωμένων επιτοκίων, πρέπει αυτές να υπάγονται σε μία από τις επιλέξιμες κατηγορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου αυτού. Με το βασιλικό διάταγμα του 1978 οι βελγικές αρχές δεν έκαναν τίποτε άλλο παρά να διευρύνουν τους τρόπους κατά τους οποίους μπορούν να χορηγηθούν οι ενισχύσεις αυτές. Κατά την Επιτροπή, είναι σαφές ότι η Siemens κατανόησε τη συλλογιστική, καθότι αμφισβήτησε, με το δικόγραφο της προσφυγής της, ότι το άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959 έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
16 Πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι το Πρωτοδικείο, παραπέμποντας στην απόφασή του της 24ης Ιανουαρίου 1992, Τ-44/90, La Cinq κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-1), έκρινε, στη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει θέση επί όλων των επιχειρημάτων που προβάλλουν ενώπιον αυτής οι ενδιαφερόμενοι και ότι αρκεί να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία ενόψει της οικονομίας της αποφάσεως.
17 Ναι μεν είναι αλήθεια ότι από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΚ αιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία, η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε τη βαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του, ωστόσο, δεν απαιτείται να διευκρινίζει η αιτιολογία όλα τα καίρια πραγματικά ή νομικά στοιχεία. Πράγματι, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενό της, αλλά και με το πλαίσιό της, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-881, σκέψη 29).
18 Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον εκθέτει, αφενός, ότι οι επίμαχες ενισχύσεις αποτελούν ενισχύσεις λειτουργίας εφόσον αντιστοιχούν σε αυτά ταύτα τα γενικά έξοδα εκμεταλλεύσεως στα οποία υποβάλλεται μια επιχείρηση στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων της και, αφετέρου, ότι οι ενισχύσεις για την αγορά εξοπλισμού προς εκμίθσωση είχαν κατατμηθεί σε πλείστες αιτήσεις, ενώ, λόγω της ομοιογενείας των εξόδων και του γεγονότος ότι αυτά πραγματοποιήθηκαν συγχρόνως, οι ανωτέρω αιτήσεις έπρεπε να τύχουν συνολικής αντιμετωπίσεως από την Περιφερειακή Αρχή των Βρυξελλών, ως ενιαίο πρόγραμμα εξόδων. Πράγματι, η παρατεθείσα αιτιολογία παρέσχε επαρκώς στη Siemens τη δυνατότητα να γνωρίσει επί ποίων βάσεων στηρίζεται η απόφαση.
19 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Επί της φύσεως των ενισχύσεων που καλύπτονται από τις εγκριτικές αποφάσεις της Επιτροπής
20 Το Πρωτοδικείο εκτίμησε, στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι επίδικες διατάξεις επέτρεπαν τη χορήγηση ενισχύσεων για άλλους σκοπούς πέραν των επενδύσεων. Προς τούτο, οι εθνικές διατάξεις που διέπουν το εγκεκριμένο γενικό καθεστώς πρέπει να ερμηνευθούν με γνώμονα τους συναφείς κοινοτικούς κανόνες. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος του 1959 και το άρθρο 176 του νόμου του 1977, το οποίο εφαρμόστηκε με το βασιλικό διάταγμα του 1978, πρέπει να ερμηνευθούν συμφώνως προς το περιεχόμενο της αποφάσεως 75/397 και του εγγράφου της 25ης Μαου 1978 καθώς και προς τις συναφείς διατάξεις της Συνθήκης».
21 Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, στη σκέψη 46, ότι, στο οικείο άρθρο 3, στοιχείο a, ο νόμος του 1959 διευκρινίζει ότι οι ενισχύσεις προορίζονται αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση επενδυτικών πράξεων, ότι η Επιτροπή θεώρησε, με την απόφαση 75/397, ότι το καθεστώς που θεσπίστηκε από τον νόμο του 1959 είναι ένα σύστημα χορηγήσεως «ενισχύσεων για επενδύσεις τις οποίες οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν για (...) διαφόρους σκοπούς» (σ. 13 της αποφάσεως 75/397) και ότι, με το από 25 Μαου 1978 έγγραφό της το οποίο είχε ως αντικείμενο το βασιλικό διάταγμα του 1978, η Επιτροπή επέτρεψε τις ενισχύσεις αυτές που χορηγούνται για «επενδυτικές πράξεις», τηρουμένης της «διαδικασίας ελέγχου» που προβλέπεται από την απόφαση 75/397 (σ. 2 του εγγράφου).
22 Το Πρωτοδικείο εκτίμησε κατ' αρχάς, στη σκέψη 47, ότι, «αν οι ενισχύσεις που χορηγούνται από τις βελγικές αρχές στο πλαίσιο του εν λόγω γενικού καθεστώτος δεν προορίζονται για επενδύσεις, δεν ισχύουν ως προς αυτές οι εγκρίσεις της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, οι ενισχύσεις αυτές πρέπει να κοινοποιούνται κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης».
23 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε, στη σκέψη 48, ότι «οι ενισχύσεις που αποβλέπουν στο να απαλλάξουν μια επιχείρηση από τις δαπάνες στις οποίες θα έπρεπε η ίδια να υποβληθεί στο πλαίσιο της τρέχουσας διαχειρίσεως των συνήθων δραστηριοτήτων της δεν εμπίπτουν καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής του προμνησθέντος άρθρου 92, παράγραφος 3, και, συνεπώς, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν επιτραπεί με την απόφαση 75/397 και το έγγραφο της 25ης Μαου 1978».
24 Τέλος, το Πρωτοδικείο απέρριψε, στη σκέψη 49, το επιχείρημα που άντλησε η Siemens από το ότι, στο πλαίσιο του βασιλικού διατάγματος του 1978, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959, το οποίο απαριθμεί τις επενδυτικές πράξεις που μπορούν να τύχουν γενικών ενισχύσεων.
25 Κατά τη Siemens, η Επιτροπή δεν ενέκρινε το θεσπισθέν από τον νόμο του 1959 γενικό καθεστώς ενισχύσεων με την επιφύλαξη ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού πρέπει να αποτελούν ενισχύσεις για επενδύσεις υπό την έννοια που έχει ο τελευταίος αυτός όρος στο κοινοτικό δίκαιο. Αντιθέτως, με την απόφασή της 75/397, η Επιτροπή ενέκρινε άνευ όρων τις επί μέρους μη σημαντικές περιπτώσεις εφαρμογής του γενικού καθεστώτος ενισχύσεων που θέσπισε ο νόμος του 1959. Ακόμη και για τις ενισχύσεις που υπερβαίνουν τα όρια κοινοποιήσεως, η Επιτροπή περιορίστηκε να απαιτήσει την προηγούμενη κοινοποίησή τους, χωρίς να διατυπώσει εκ των προτέρων δυσμενή άποψη έναντι οποιασδήποτε κατηγορίας ενισχύσεων.
26 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο, αντί να εξετάσει αν οι επίμαχες ενισχύσεις αποτελούν ενισχύσεις για επενδύσεις, θα έπρεπε να εξακριβώσει αν οι τελευταίες εμπίπτουν στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του νόμου του 1959, όπως αυτός ερμηνεύεται στο βελγικό δίκαιο και έχει εγκριθεί από την Επιτροπή.
27 Η Siemens ισχυρίζεται ότι, αν ευσταθεί ότι οι εθνικές διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των κοινοτικών κανόνων, η Επιτροπή έχει ήδη αποφανθεί, με την απόφασή της 75/397, ακριβώς επί του πεδίου εφαρμογής του νόμου του 1959, με κριτήριο τους επί του θέματος κοινοτικούς κανόνες όπως είχαν τότε. Στη συνέχεια, οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επιτάσσουν να μη μπορεί πλέον η Επιτροπή να αποστεί της ερμηνείας αυτής.
28 Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι το Πρωτοδικείο ορθώς ανέλυσε το πεδίο εφαρμογής του βελγικού καθεστώτος υπό το πρίσμα των εγκριτικών αποφάσεων της Επιτροπής. Η μέθοδος αυτή είναι η μοναδική που διατηρεί συνοχή στην εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
29 Κατά την Επιτροπή, το ότι το βελγικό καθεστώς του 1959 και η τροποποίησή του το 1978 αποτελούν καθεστώς ενισχύσεων για επενδύσεις προκύπτει τόσο από τους κανόνες του καθεστώτος αυτού όσο και από το περιεχόμενο των αποφάσεων της Επιτροπής. Για να είναι επιλέξιμες με γνώμονα το βασιλικό διάταγμα του 1978, οι προς χρηματοδότηση πράξεις πρέπει να αποβλέπουν τουλάχιστον σε έναν από τους σκοπούς που παρατίθενται στο άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959, δηλαδή να αποτελούν πράξεις επενδύσεως είτε σε υλικά είτε σε άυλα αγαθά.
30 Όσο για τις αποφάσεις της, η Επιτροπή εκθέτει ότι η απόφαση 75/397 περιγράφει το βελγικό καθεστώς: «βάσει του ανωτέρω νόμου, η Βελγική Κυβέρνηση δύναται να χορηγεί ορισμένα πλεονεκτήματα υπέρ των επενδύσεων που οι επιχειρήσεις πραγματοποιούν για τους διαφόρους αυτούς σκοπούς». Το άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως, η οποία επιβάλλει την προηγούμενη ανακοίνωση των σημαντικών περιπτώσεων, αναφέρει τις «περιπτώσεις όπου η επένδυση φθάνει ή υπερβαίνει το ποσό των 2 εκατομμυρίων λογιστικών μονάδων» και τις «περιπτώσεις όπου η ένταση των ενισχύσεων σε καθαρό ισοδύναμο επιχορηγήσεως φθάνει ή υπερβαίνει το 15 % σε σχέση με το ύψος της επενδύσεως». Το από 25 Μαου 1978 έγγραφο της Επιτροπής, με το οποίο εγκρίθηκε η τροποποίηση του 1978, αφορά «επενδυτικές πράξεις» και αναφέρει ρητώς ότι οι επιλέξιμες πράξεις είναι πανομοιότυτες με αυτές που παραθέτει ο νόμος του 1959. Επί πλέον, το βελγικό καθεστώς αποτελεί αντικείμενο του από 14 Σεπτεμβρίου 1979 εγγράφου της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη σχετικά με την «ανακοίνωση των περιπτώσεων εφαρμογής των καθεστώτων γενικών ενισχύσεων για επενδύσεις».
31 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως επισήμανε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-4635, σκέψη 24), η Επιτροπή, όταν αντιμετωπίζει ατομική ενίσχυση η οποία υποστηρίζεται ότι χορηγήθηκε στο πλαίσιο ήδη εγκεκριμένου καθεστώτος, δεν μπορεί ευθύς εξ αρχής να εξετάσει αν αυτή είναι σύμφωνη με τη Συνθήκη. Πρέπει αρχικώς να περιοριστεί, πριν κινήσει οποιαδήποτε διαδικασία, να ελέγξει αν η ενίσχυση καλύπτεται από το γενικό καθεστώς και πληροί τις τεθείσες με την απόφαση περί εγκρίσεως του καθεστώτος αυτού προϋποθέσεις. Αν δεν ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή θα μπορεί, κατά την εξέταση κάθε ατομικής ενισχύσεως, να αναθεωρήσει την απόφασή της περί εγκρίσεως του καθεστώτος ενισχύσεων, η οποία προϋπέθετε ήδη εξέταση του συμβιβαστού με το άρθρο 92 της Συνθήκης. Οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφαλείας δικαίου θα βρίσκονταν τότε σε κίνδυνο τόσο για τα κράτη μέλη όσο και για τους επιχειρηματίες, εφόσον ατομικές ενισχύσεις που είναι απολύτως σύμφωνες με την απόφαση περί εγκρίσεως του καθεστώτος ενισχύσεων θα ήταν δυνατόν ανά πάσα στιγμή να επανεξεταστούν από την Επιτροπή.
32 Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο εξέτασε αν οι επίμαχες ενισχύσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του βελγικού γενικού καθεστώτος όπως έχει εγκριθεί από την Επιτροπή.
33 Το γενικό καθεστώς εγκρίθηκε από την Επιτροπή με την απόφαση 75/397 και, όσον αφορά τις τροποποιήσεις που εισάγει το βασιλικό διάταγμα του 1978, με το έγγραφο της 25ης Μαου 1978. Από το κείμενο της αποφάσεως 75/397 προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή θεώρησε τον νόμο του 1959 ως γενικό καθεστώς ενισχύσεων για επενδύσεις και το ενέκρινε εν μέρει ως τέτοιο. Το ίδιο ισχύει για το έγγραφο της 25ης Μαου 1978, στο οποίο γίνεται λόγος για «επενδυτικές πράξεις» και σημειώνεται ότι επιλέξιμες πράξεις είναι αυτές που αφορά ο νόμος του 1959.
34 Μένει να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η Siemens, κακώς το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι η έννοια της επενδύσεως που έλαβε υπόψη η Επιτροπή κατά την έγκριση του βελγικού γενικού καθεστώτος είναι αυτή που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο.
35 Όσον αφορά τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η διακριτική εξουσία που έχει απονεμηθεί στην Επιτροπή πρέπει να ασκείται εντός κοινοτικού πλαισίου, όπως και το συμβιβαστό της ενισχύσεως με τη Συνθήκη πρέπει να εκτιμάται σε κοινοτικό πλαίσιο (βλ. την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13, σκέψεις 24 και 26).
36 Τίποτε δεν επιτρέπει το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή, εγκρίνοντας το βελγικό γενικό καθεστώς, εφάρμοσε μια έννοια περί επενδύσεως διαφορετική από αυτήν του κοινοτικού δικαίου.
37 Συγκεκριμένα, όσον αφορά το περιεχόμενο της εννοίας της επενδύσεως κατά το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 7 των προτάσεών του, η Επιτροπή έχει δημοσιοποιήσει, με ανακοίνωση της 21ης Δεκεμβρίου 1978 περί των καθεστώτων περιφερειακών ενισχύσεων (JO 1979, C 31, σ. 9), δηλαδή έξι χρόνια πριν από τη χορήγηση των πρώτων επιμάχων ενισχύσεων, τις αρχές που προτίθεται να εφαρμόζει, βάσει των εξουσιών που της έχουν απονεμηθεί από τα άρθρα 92 επ. της Συνθήκης, επί των καθεστώτων περιφερειακών ενισχύσεων που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν εντός των περιφερειών της Κοινότητας. Επομένως, αρκεί η διαπίστωση ότι, στην ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή, με το να διακρίνει τις ενισχύσεις για επενδύσεις από τις ενισχύσεις λειτουργίας, διατύπωσε, ως ζήτημα αρχής, επιφυλάξεις ως προς το συμβιβαστό των δεύτερων με την κοινή αγορά.
38 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Επί της φύσεως των επιμάχων πράξεων
39 Συναφώς, το Πρωτοδικείο εκτίμησε, στη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι έπρεπε να εξεταστεί αν οι επίμαχες ενισχύσεις προορίζονταν για τη χρηματοδότηση επενδύσεων, εξέταση η οποία συνεπαγόταν εκτιμήσεις που έπρεπε να γίνουν σε κοινοτικό πλαίσιο.
40 Όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για διαφημιστικές εκστρατείες και για έρευνες αγοράς, το Πρωτοδικείο τόνισε, στη σκέψη 55, ότι «οι ενισχύσεις αυτές προορίζονταν για την εμπορία των προϋόντων Siemens, η οποία αποτελεί τρέχουσα δραστηριότητα της εν λόγω επιχειρήσεως. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ενισχύσεις επενδύσεων καλυπτόμενες από την απόφαση της Επιτροπής της 25ης Μαου 1978 με την οποία επετράπη η χορήγηση πριμοδοτήσεων κεφαλαίου στις ενισχύσεις επενδύσεων».
41 Όσο για τις ενισχύσεις που προορίζονταν για την πράξη αγοράς εξοπλισμού προς εκμίσθωση, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 57, ότι η πράξη αυτή «δεν συνεπάγεται καμία τεχνική ή διαρθρωτική μεταβολή και δεν ευνοεί κανενός είδους ανάπτυξη της Siemens πέραν της οικονομικής. (...) οι ενισχύσεις αυτές επέτρεψαν, πράγματι, στη Siemens να προσφέρει επί ένα ορισμένο χρονικό διάστημα στους πελάτες τεχνητώς ευνοϋκούς όρους και να αυξήσει αδικαιολογήτως το περιθώριο κέρδους της». Τέλος, το Πρωτοδικείο εκτίμησε, στη σκέψη 58, ότι η Siemens «δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι οι επίδικες ενισχύσεις συμβάλλουν στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή ή τον εκσυγχρονισμό των τρίτων επιχειρήσεων στις οποίες εκμισθώνεται ο εξοπλισμός και ότι, συνεπώς, εμπίπτουν στο γενικό καθεστώς των επιτρεπομένων ενισχύσεων. Πράγματι, οι επιχειρήσεις αυτές καταβάλλουν ένα μίσθωμα καθοριζόμενο ελεύθερα από τη Siemens, που παραμένει, συνεπώς, η μόνη αποδέκτρια των εν λόγω ενισχύσεων, οι οποίες της επιτρέπουν να μειώνει το εφαρμοζόμενο μίσθωμα και να νοθεύει κατά τον τρόπο αυτό τον ανταγωνισμό με τις άλλες ανταγωνίστριες επιχειρήσεις».
Επί του παραδεκτού
42 H Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο λόγος αναιρέσεως που αφορά τη φύση των επιμάχων πράξεων είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν αμφισβητείται η γενομένη από το Πρωτοδικείο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών. Το Πρωτοδικείο, αφού εξέτασε τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των επιμάχων ενισχύσεων, έκρινε ότι αυτές αποτελούν ενισχύσεις λειτουργίας της αποδέκτριας επιχειρήσεως. Η κατά τα ανωτέρω εξέταση των πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
43 Η Siemens αντέταξε ότι προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, αφενός, εφάρμοσε ένα εσφαλμένο κριτήριο, δηλαδή τις ενισχύσεις για επενδύσεις υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου, και, αφετέρου, εξήγαγε από τη διαπίστωση ότι η Siemens καθόριζε ελεύθερα το μίσθωμα για τον σχετικό εξοπλισμό το συμπέρασμα ότι η Siemens παρέμεινε ο μοναδικός αποδέκτης των ενισχύσεων.
44 Πρέπει να επισημανθεί ότι, ναι μεν είναι αλήθεια ότι η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους που αφορούν την παράβαση κανόνων δικαίου κατ' αποκλεισμόν οποιασδήποτε εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών, όμως, όταν το Πρωτοδικείο δεν έχει μόνον εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά, αλλά έχει προβεί και στον χαρακτηρισμό τους, το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει το βάσιμο αυτού του λόγου αναιρέσεως (βλ. τη διάταξη της 11ης Ιουλίου 1996, C-325/94 Ρ, An Taisce και WWF UK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-3727, σκέψεις 28 και 30).
45 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο, αφού εξέτασε τα πραγματικά περιστατικά, διαπίστωσε ότι οι επίμαχες ενισχύσεις, λόγω της φύσεώς τους, δεν εμπίπτουν στο γενικό καθεστώς ενισχύσεων που έχει εγκριθεί από την Επιτροπή. Συνεπώς, ο χαρακτηρισμός αυτός μπορεί να καταστεί αντικείμενο εξετάσεως από το Δικαστήριο.
46 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο προβληθείς λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
Επί της ουσίας
47 Η Siemens φρονεί, πρώτον, ότι οι ενισχύσεις για τα έξοδα εκπονήσεως μελετών προωθήσεως των πωλήσεων και για έρευνες αγοράς εμπίπτουν όντως στον νόμο του 1959, καθόσον τα έξοδα για τις πράξεις αυτές αποτελούν επενδύσεις σε άυλα αγαθά. Το άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959 αναφέρει ρητώς, μεταξύ των σκοπών που πρέπει να επιδιώκουν οι επιδοτούμενες πράξεις, «την απ' ευθείας χρηματοδότηση επενδύσεων σε άυλα αγαθά, όπως οι μελέτες οργανώσεως και η έρευνα σχετικά με πρότυπα, νέα προϋόντα και νέες μεθόδους παρασκευής».
48 Επί πλέον, σε ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών της 2ας Φεβρουαρίου 1977 διευκρινιζόταν ότι, μεταξύ των περιπτώσεων όπου μπορεί να χορηγηθεί κατ' εφαρμογήν της νομοθεσίας περί οικονομικής αναπτύξεως ενίσχυση για επενδύσεις σε άυλα αγαθά, περιλαμβάνονται «οι έρευνες αγοράς, οι μελέτες για τη βελτίωση της διαφημίσεως, οι μελέτες που προηγούνται του "λανσαρίσματος" προϋόντων κατά το άνοιγμα καταστημάτων (...) οι μελέτες δημοσκοπήσεως και προοπτικής».
49 Δεύτερον, όσον αφορά τις ενισχύσεις που προορίζονται για τις πράξεις αγοράς εξοπλισμού προς εκμίσθωση, ωσαύτως εμπίπτουν στο γενικό καθεστώς ενισχύσεων που εγκρίθηκε με την απόφαση 75/397. Μεταξύ των σκοπών που απαριθμούνται στο άρθρο 3, στοιχείο a, του νόμου του 1959 περιλαμβάνεται «η απ' ευθείας χρηματοδότηση των αναγκαίων για τις ανωτέρω πράξεις επενδύσεων (...) σε εξοπλισμό ή υλικά».
50 Επί πλέον, βάσει του νόμου του 1959 μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση σε επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα συμβάλλουσα στη δημιουργία, την επέκταση, τη μετατροπή ή τον εκσυγχρονισμό της επιχειρήσεως αυτής ή άλλης επιχειρήσεως.
51 Το ότι οι ενισχύσεις καταβλήθηκαν στη Siemens ουδόλως συνεπάγεται ότι η Siemens ήταν ο μοναδικός αποδέκτης των ενισχύσεων. Οι τρίτες επιχειρήσεις που μισθώνουν τον εξοπλισμό άντλησαν και αυτές, και μάλιστα κυρίως, όφελος από τις εν λόγω ενισχύσεις. Οι ως άνω επιχειρήσεις μπορούσαν κάλλιστα να αγοράσουν τον εξοπλισμό αυτόν απ' ευθείας από τη Siemens ή άλλη επιχείρηση που προμηθεύει εξοπλισμό αυτού του είδους και να ζητήσουν από τις βελγικές αρχές να τύχουν ενισχύσεως στο πλαίσιο του νόμου του 1959. Το ότι επέλεξαν να μισθώσουν τον εξοπλισμό της Siemens οφείλεται στο ότι οι όροι που τους προσέφερε η Siemens ήταν τουλάχιστον εξίσου ευνοϋκοί, οπότε ωφελήθηκαν από την ενίσχυση που χορηγήθηκε στη Siemens.
52 Η Επιτροπή ισχυρίστηκε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι επίμαχες ενισχύσεις πρέπει να εκτιμηθούν με κριτήριο τα συγκεκριμένα αποτελέσματά τους. Από την εξέταση αυτή προκύπτει ότι οι ενισχύσεις δεν υπάγονται σε καμία από τις επιλέξιμες κατηγορίες.
53 Επιβάλλεται πρωτίστως η διαπίστωση ότι, για τους λόγους που παρατίθενται στις σκέψεις 35 έως 37 της παρούσας αποφάσεως, οι ενισχύσεις, για να εμπίπτουν στο εγκεκριμένο γενικό καθεστώς, πρέπει να θεωρηθούν ως προοριζόμενες για επενδύσεις, υπό την έννοια που έχει ο όρος αυτός στο κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, μια επεξηγηματική ανακοίνωση που προέρχεται από εθνική αρχή δεν μπορεί να προσδιορίσει την έκταση του εγκεκριμένου γενικού καθεστώτος.
54 Στη συνέχεια, από τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι ενισχύσεις για διαφημιστικές εκστρατείες και έρευνες αγοράς προορίζονταν να συμβάλουν στην εμπορία και προώθηση των νέων προϋόντων της Siemens και στη διατήρηση, αν όχι στην αύξηση, του μεριδίου αγοράς της Siemens στο Βέλγιο στον τομέα της μηχανοργανώσεως γραφείου. Ως προς τις ενισχύσεις που προορίζονταν για την πράξη αγοράς εξοπλισμού προς εκμίσθωση, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 56, ότι από τα δικαιολογητικά που επισυνάφθηκαν στις αιτήσεις ενισχύσεως προκύπτει ότι η ίδια η Siemens εξομοιώνει την εν λόγω πράξη με «κλασική πώληση» και αναφέρει ότι, «χάρη σ' αυτή τη μέθοδο πωλήσεως», η εταιρία «μπόρεσε να βελτιώσει σημαντικά τη θέση [της] στην αγορά στον τομέα της πληροφορικής και της μηχανοργανώσεως γραφείου».
55 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το σύνολο των επιμάχων ενισχύσεων προορίζονταν για την εμπορία των προϋόντων της Siemens, η οποία είναι μία από τις συνήθεις δραστηριότητές της. Κατά συνέπεια, δεν επρόκειτο περί ενισχύσεων επενδύσεως ούτε για τη Siemens ούτε, όσον αφορά την πράξη αγοράς εξοπλισμού προς εκμίσθωση, για τρίτες επιχειρήσεις.
56 Συνεπώς, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Επί της υπερβάσεως των ορίων
57 Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αντιρρήσεις της Siemens «καθίστανται άνευ αντικειμένου. Πράγματι, εφόσον κρίθηκε ότι οι επίδικες ενισχύσεις, λόγω της φύσεώς τους ως ενισχύσεων λειτουργίας της επιχειρήσεως, δεν καλύπτονταν από την έγκριση του γενικού καθεστώτος, η οποία παρασχέθηκε με την απόφαση 75/397 και το έγγραφο της 25ης Μαου 1978, δεν υφίσταται πλέον λόγος να εξεταστεί αν τηρήθηκαν οι όροι των αποφάσεων αυτών, όπως ο όρος που αφορά τα όρια της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως».
58 Η Siemens ισχυρίζεται ότι, εφόσον μια ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ως εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του νόμου του 1959 ακόμη και αν μπορούσε να χαρακτηριστεί κατά το κοινοτικό δίκαιο ως ενίσχυση λειτουργίας, το Πρωτοδικείο, μη εξετάζοντας το ζήτημα της φερόμενης υπερβάσεως των ορίων κοινοποιήσεως, υπέπεσε σε νομική πλάνη.
59 Η Επιτροπή φρονεί ότι το Πρωτοδικείο, έχοντας διαπιστώσει ότι το εγκεκριμένο καθεστώς δεν επιτρέπει τη χρηματοδότηση ενισχύσεων λειτουργίας, ορθώς εξακρίβωσε τη φύση των επιμάχων ενισχύσεων και, έχοντας διαπιστώσει ότι πρόκειται περί ενισχύσεων λειτουργίας, μπόρεσε να καταλήξει στο ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος. Συνεπώς, πρόκειται περί ενισχύσεων ad hoc, οι οποίες έπρεπε να κοινοποιηθούν. Το ζήτημα της υπερβάσεως των ορίων κοινοποιήσεως είναι άνευ αντικειμένου, καθότι τα όρια αυτά αφορούν μόνον τις περιπτώσεις εφαρμογής υφισταμένων καθεστώτων ενισχύσεων.
60 Συναφώς, αρκεί να σημειωθεί ότι το Πρωτοδικείο, έχοντας διαπιστώσει ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εγκεκριμένου καθεστώτος, ορθώς δεν εξέτασε το ζήτημα της υπερβάσεως των ορίων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου Κανονισμού έχει εφαρμογή επί της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο αναίρεση κατ' αποφάσεως του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Εφόσον η Siemens ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τη Siemens SA στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy