Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας - Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Δικαιώματα των Τούρκων υπηκόων - Προϋπόθεση της προηγουμένης ασκήσεως νόμιμης εργασίας - Έννοια - Εργασία που ασκήθηκε υπό την κάλυψη δολίως αποκτηθείσας άδειας διαμονής - Αποκλείεται
(Απόφαση 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας, άρθρο 6 § 1)
Περίληψη
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας έχει την έννοια ότι δεν πληροί την προϋπόθεση της νόμιμης εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής, που προβλέπει η διάταξη αυτή, ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος άσκησε την εργασία αυτή υπό την κάλυψη άδειας διαμονής που του χορηγήθηκε κατόπιν δολίας συμπεριφοράς, για την οποία και καταδικάστηκε.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-285/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberverwaltungsgericht Berlin (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Suat Kol
και
Land Berlin,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την προώθηση της συνδέσεως, που εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως το οποίο έχει συσταθεί με τη Συμφωνία συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, G. Hirsch, H. Ragnemalm και R. Schintgen (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. B. Elmer
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- o S. Kol, εκπροσωπούμενος από τον C. Rosenkranz, δικηγόρο Βερολίνου,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ε. Rφder, Ministerialrat στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομίας, επικουρούμενο από τον Κ. Hailbronner, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κοστάντζας,
- η Ισπανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Α. J. Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή κοινοτικού, νομικού και θεσμικού συντονισμού, και την R. Silva de Lapuerta, abogado del Estado, της νομικής υπηρεσίας του κράτους,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις C. de Salins και A. de Bourgoing, υποδιευθύντρια και chargι de mission, αντιστοίχως, στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από την E. Sharpston, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Hillenkamp, νομικό σύμβουλο, και P. van Nuffel, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Γερμανικής, της Ισπανικής, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 11ης Αυγούστου 1995, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Αυγούστου 1995, το Oberverwaltungsgericht Berlin υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την προώθηση της συνδέσεως (στο εξής: απόφαση 1/80). Το Συμβούλιο Συνδέσεως συστάθηκε με τη Συμφωνία συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, που υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην νΑγκυρα, από την Τουρκία, αφενός, και από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα, αφετέρου, και η οποία, συνήφθη, εγκρίθηκε και κυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του S. Kol, Τούρκου υπηκόου, και του Land Berlin σχετικά με απόφαση περί απελάσεως από το γερμανικό έδαφος.
3 Από τη δικογραφία της κύριας δίκης προκύπτει ότι ο Kol εισήλθε στη Γερμανία στις 15 Φεβρουαρίου 1988 και, στις 9 Μαου του ίδιου έτους, νυμφεύθηκε Γερμανίδα υπήκοο.
4 Οι γερμανικές αρχές υποψιάστηκαν ότι πρόκειται για εικονικό γάμο και χορήγησαν αρχικά στον ενδιαφερόμενο βεβαίωση για το ότι κατέθεσε αίτηση άδειας διαμονής και στη συνέχεια άδεια διαμονής περιορισμένης χρονικής ισχύος που όμως παρατάθηκε κατ' επανάληψη.
5 Στις 2 Μαου 1991, ο Kol, αφού δήλωσε από κοινού με τη σύζυγό του ότι έχουν κοινό νοικοκυριό και κατοικούν μαζί στη συζυγική οικία, έλαβε άδεια διαμονής στη Γερμανία απεριόριστης διάρκειας.
6 Η δήλωση αυτή όμως αποδείχθηκε ψευδής. Στην πραγματικότητα, η σύζυγος του Kol είχε ήδη ασκήσει αγωγή διαζυγίου τον Απρίλιο του 1990 και οι σύζυγοι είχαν διακόψει τη συμβίωσή τους αρκετό καιρό πριν από τη δήλωσή τους της 2ας Μαου 1991. Ο γάμος λύθηκε με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1992.
7 Με απόφαση του Amtsgericht Berlin Tiergarten της 29ης Νοεμβρίου 1993, ο Kol καταδικάστηκε σε πρόστιμο για ψευδή δήλωση με σκοπό την απόκτηση άδειας διαμονής. Η σύζυγός του καταδικάστηκε ως συνεργός.
8 Ο Kol απέδειξε ότι εργάστηκε στη Γερμανία από τις 3 Απριλίου 1989 μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1989 καθώς και στις 7 Φεβρουαρίου 1990 σε έναν πρώτο εργοδότη, και από τις 15 Ιουνίου 1990 μέχρι τις 6 Ιουλίου 1993, από τις 6 Σεπτεμβρίου 1993 μέχρι τις 8 Φεβρουαρίου 1994 καθώς και από τις 24 Μαρτίου 1994 και εντεύθεν σε δεύτερο εργοδότη.
9 Στις 7 Ιουλίου 1994 το Landeseinwohneramt Berlin διέταξε την άμεση απέλαση του Kol. Το μέτρο αυτό αιτιολογήθηκε με λόγους γενικής προλήψεως και συγκεκριμένα προς αποθάρρυνση άλλων αλλοδαπών να προβούν σε ψευδείς δηλώσεις προκειμένου να λάβουν άδεια διαμονής.
10 ςΟταν το Verwaltungsgericht Berlin απέρριψε, με διάταξη της 12ης Μαου 1995, την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Kol κατά της προαναφερθείσας απόφασης, ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στο Oberverwaltungsgericht Berlin.
11 Προς στήριξη της εφέσεώς του ο Kol υποστήριξε ότι οι περίοδοι εργασίας που συμπλήρωσε στη Γερμανία του δίνουν δικαίωμα διαμονής στο κράτος αυτό, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 και ότι η απέλαση, που αιτιολογείται αποκλειστικά για λόγους γενικής προλήψεως, δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής.
12 Το Oberverwaltungsgericht Berlin έκρινε μεν ότι η απέλαση υπήρξε νόμιμη κατά το γερμανικό δίκαιο, διερωτήθηκε όμως μήπως οι διατάξεις των άρθρων 6, παράγραφος 1, και 14, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 υπαγορεύουν ευνοϋκότερη για τον Kol λύση.
13 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, το οποίο ανήκει στο κεφάλαιο ΙΙ (Κοινωνικές διατάξεις), τμήμα 1 (Ζητήματα αφορώντα την απασχόληση και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων), της αποφάσεως 1/80, έχει ως εξής:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, περί ελεύθερης προσβάσεως στην απασχόληση των μελών της οικογενείας του, Τούρκος εργαζόμενος που απασχολείται νομιμως στην αγορά εργασίας κράτους μέλους:
- έχει, εντός του κράτους αυτού, μετά από ένα έτος νόμιμης εργασίας, δικαίωμα ανανεώσεως της αδείας εργασίας στον ίδιο εργοδότη, εφόσον ήδη εργάζεται·
- έχει, εντός του κράτους αυτού, μετά από τρία έτη νόμιμης απασχολήσεως και υπό την επιφύλαξη της προτεραιότητας που πρέπει να παρέχεται στους εργαζομένους των κρατών μελών της Κοινότητας, το δικαίωμα να ανταποκρίνεται σε πρόταση απασχολήσεως, στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και σε εργοδότη της επιλογής του, νομίμως διατυπούμενη και καταχωρούμενη στις υπηρεσίες απασχολήσεως του εν λόγω κράτους μέλους·
- έχει, εντός του κράτους αυτού, μετά από τέσσερα έτη νόμιμης απασχολήσεως, ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε μισθωτή δραστηριότητα της επιλογής του.»
14 Εξάλλου, το άρθρο 14, παράγραφος 1, που υπάγεται στο ίδιο τμήμα του κεφαλαίου ΙΙ της αποφάσεως 1/80, ορίζει:
«Οι διατάξεις του παρόντος τμήματος εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που υπαγορεύονται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.»
15 Το Oberverwaltungsgericht Berlin διερωτήθηκε πάντως ως προς την ερμηνεία των όρων «νόμιμη εργασία» και «περιορισμοί που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως και δημοσίας ασφαλείας», που χρησιμοποιούνται στις δύο αυτές διατάξεις. Συγκεκριμένα διερωτήθηκε αν μπορούν να χαρακτηριστούν ως νόμιμες κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80 οι περίοδοι απασχολήσεως που συμπλήρωσε ο Kol μετά την ψευδή δήλωση της 2ας Μαου 1991. Διερωτήθηκε επίσης αν οι αρχές που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, υπηκόων ενός κράτους μέλους, βάσει των οποίων, για τη λήψη μέτρου απομακρύνσεως από την επικράτεια μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνον η ατομική συμπεριφορά του συγκεκριμένου προσώπου, ενώ η ύπαρξη καταδικαστικών αποφάσεων δεν δικαιολογεί αφ' εαυτής το μέτρο αυτό, ισχύουν και για τους Τούρκους διακινουμένους εργαζομένους.
16 Εκτιμώντας ότι για την επίλυση της διαφοράς απαιτείται ερμηνεία των προαναφερθεισών διατάξεων, το Oberverwaltungsgericht ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει οι περίοδοι απασχολήσεως που συμπλήρωσε Τούρκος εργαζόμενος σε κράτος μέλος, βάσει άδειας διαμονής η χορήγηση της οποίας προκλήθηκε κατόπιν αξιόποινης εκ προθέσεως εξαπατήσεως, να αναγνωριστούν ως περίοδοι νόμιμης απασχολήσεως κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Συμβιβάζεται με το άρθρο 14, παράγραφος 1, της ανωτέρω αποφάσεως η δι' απελάσεως διακοπή της διαμονής αυτού του εργαζομένου που αιτιολογείται αποκλειστικά και μόνο με λόγους γενικής προλήψεως προς αποθάρρυνση άλλων αλλοδαπών;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
17 Πρέπει να σημειωθεί προκαταρκτικώς ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία της κύρια δίκης, ο Kol καταδικάστηκε για ψευδή δήλωση στην οποία προέβη προκειμένου να λάβει άδεια διαμονής στη Γερμανία.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι με το πρώτο ερώτημα ερωτάται στην ουσία αν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι πληροί την προϋπόθεση της νόμιμης εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος άσκησε την εργασία αυτή υπό την κάλυψη αδείας διαμονής που έλαβε κατόπιν εξαπατήσεως για την οποία και καταδικάστηκε.
19 Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, πρέπει να διαπιστωθεί εξ αρχής ότι, όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, στις 2 Μαου 1991, όταν ο Kol προέβη στην ανακριβή δήλωση, προκειμένου να λάβει άδεια διαμονής απεριόριστης διάρκειας στη Γερμανία, δεν είχε συμπληρώσει ένα έτος νόμιμης εργασίας στον ίδιο εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 1/80. Πράγματι, οι δύο περίοδοι εργασίας των εννέα μηνών περίπου, αφενός, και των δεκάμισι μηνών, αφετέρου, που είχε συμπληρώσει μέχρι τότε ο εκκαλών της κύριας δίκης στο κράτος μέλος υποδοχής συμπληρώθηκαν στην υπηρεσία δύο διαφορετικών εργοδοτών· όπως όμως προκύπτει από την απόφαση της 29ης Μαου 1997, C-386/95, Eker (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή), το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, προϋποθέτει την αδιάλειπτη, επί ένα έτος, νόμιμη εργασία στην υπηρεσία ενός και του αυτού εργοδότη.
20 Κατά συνέπεια, ο Kol δεν μπορεί να επικαλεστεί τα δικαιώματα που παρέχει το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, παρά μόνον αν οι περίοδοι εργασίας που συμπλήρωσε μετά τις 2 Μαου 1991 μπορούν να χαρακτηριστούν ως περίοδοι νόμιμης εργασίας κατά την έννοια της διάταξης αυτής.
21 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince, Συλλογή 1990, σ. Ι-3461, σκέψη 30· της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-237/91, Kus, Συλλογή 1992, σ. Ι-6781, σκέψεις 12 και 22, και της 6ης Ιουνίου 1995, C-434/93, Bozkurt, Συλλογή 1995, σ. Ι-1475, σκέψη 26), ο νόμιμος χαρακτήρας της απασχολήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, προϋποθέτει μια σταθερή και όχι πρόσκαιρη κατάσταση στην αγορά εργασίας ενός κράτους μέλους και ότι υπάρχει προς τούτο μη αμφισβητούμενο δικαίωμα διαμονής.
22 Με την προαναφερθείσα απόφαση Sevince, σκέψη 31, το Δικαστήριο έκρινε ότι ένας Τούρκος εργαζόμενος δεν βρισκόταν σε κατάσταση σταθερή και όχι πρόσκαιρη στην αγορά εργασίας ενός κράτους μέλους κατά την περίοδο κατά την οποία ίσχυε υπέρ αυτού το ανασταλτικό αποτέλεσμα που συνεπάγεται η προσφυγή, την οποία είχε ασκήσει κατά της αποφάσεως με την οποία οι αρχές αρνήθηκαν να του χορηγήσουν άδεια διαμονής και του επετράπη προσωρινώς, μέχρι πέρατος της σχετικής δίκης, να διαμένει στο εν λόγω κράτος μέλος και να εργάζεται.
23 Ομοίως, με την προαναφερθείσα απόφαση Kus, τo Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή ο Τούρκος εργαζόμενος στον οποίο αναγνωρίστηκε μεν δικαίωμα διαμονής, πλην όμως βάσει εθνικής ρυθμίσεως που επιτρέπει τη διαμονή στη χώρα υποδοχής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χορηγήσεως της άδειας διαμονής (σκέψη 18), με το σκεπτικό ότι είχε απλώς χορηγηθεί στον ενδιαφερόμενο το δικαίωμα να διαμένει και να εργάζεται στη χώρα αυτή προσωρινώς, εν αναμονή οριστικής αποφάσεως επί του ενδεχομένου δικαιώματός του διαμονής (σκέψη 13).
24 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν νόμιμες, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, οι περίοδοι εργασίας που συμπλήρωσε ο ενδιαφερόμενος εφόσον δεν είχε αποδειχθεί οριστικά ότι, κατά την περίοδο αυτή, είχε νομίμως το δικαίωμα διαμονής, ειδάλλως, η δικαστική απόφαση που του αρνείται οριστικά το δικαίωμα αυτό θα καθίστατο κενή περιεχομένου και θα μπορούσε ο ενδιαφερόμενος να αποκτήσει τα δικαιώματα που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, κατά τη διάρκεια περιόδου κατά την οποία δεν πληρούσε τις σχετικές προϋποθέσεις (προπαρατεθείσα απόφαση Kus, σκέψη 16).
25 Η ίδια ερμηνεία, όμως, ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση όπου, όπως στην κύρια δίκη, ο Τούρκος διακινούμενος εργαζόμενος έλαβε μεν άδεια διαμονής απεριόριστης διάρκειας στο κράτος μέλος υποδοχής, πλην όμως μόνον κατόπιν ψευδών δηλώσεων και καταδικάστηκε προς τούτο αμετάκλητα για απάτη.
26 Πράγματι, οι περίοδοι εργασίας που ο εργαζόμενος συμπλήρωσε αφού έλαβε άδεια διαμονής, που του χορηγήθηκε λόγω δολίας συμπεριφοράς, για την οποία και καταδικάστηκε, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νόμιμες κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, διότι ο Τούρκος υπήκοος δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της άδειας αυτής, η οποία, επομένως, μπορούσε να ανακληθεί μετά τη διαπίστωση της απάτης.
27 Κατά συνέπεια, οι περίοδοι εργασίας που συμπλήρωσε ο Τούρκος υπήκοος υπό την κάλυψη άδειας διαμονής την οποία έλαβε υπό αυτές τις συνθήκες δεν στηρίζονται σε σταθερή κατάσταση, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ότι εμφανίζουν το στοιχείο του προσκαίρου λόγω του ότι, κατά τις περιόδους αυτές, ο ενδιαφερόμενος δεν είχε νομίμως δικαίωμα διαμονής.
28 Εξάλλου, η άσκηση εργασίας υπό την κάλυψη άδειας διαμονής που χορηγήθηκε κατόπιν δολίας συμπεριφοράς, η οποία, όπως στην κύρια υπόθεση, οδήγησε σε ποινική καταδίκη, αποκλείεται να γεννήσει υπέρ του Τούρκου εργαζομένου δικαιώματα ή να θεμελιώσει υπέρ αυτού δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
29 Βάσει των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80 έχει την έννοια ότι δεν πληροί την προϋπόθεση της νόμιμης εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής, που προβλέπει η διάταξη αυτή, ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος άσκησε την εργασία αυτή υπό την κάλυψη άδειας διαμονής που του χορηγήθηκε κατόπιν δολίας συμπεριφοράς, για την οποία και καταδικάστηκε.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
30 Το παραπέμπον δικαστήριο υπέβαλε το δεύτερο ερώτημα μόνο για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο.
31 Δεδομένου ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα δόθηκε αρνητική απάντηση, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική, η Ισπανική, η Γαλλική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 11ης Αυγούστου 1995 το Oberverwaltungsgericht Berlin, αποφαίνεται:
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της αποφάσεως 1/80, της 19ης Σεπτεμβρίου 1980, για την προώθηση της συνδέσεως, που εξέδωσε το Συμβούλιο Συνδέσεως που έχει συσταθεί με τη Συμφωνία συνδέσεως μεταξύ της της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, έχει την έννοια ότι δεν πληροί την προϋπόθεση της νόμιμης εργασίας στο κράτος μέλος υποδοχής, που προβλέπει η διάταξη αυτή, ο Τούρκος εργαζόμενος ο οποίος άσκησε την εργασία αυτή υπό την κάλυψη άδειας διαμονής που του χορηγήθηκε κατόπιν δολίας συμπεριφοράς, για την οποία και καταδικάστηκε.
Full & Egal Universal Law Academy