Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Εξέταση από την Επιτροπή - Θέσπιση πλαισίου των ενισχύσεων προς οικονομικό τομέα - Απόφαση της Επιτροπής περί αναδρομικής παρατάσεως ισχύος του κοινοτικού πλαισίου των κρατικών ενισχύσεων προς οικονομικό τομέα μετά τη λήξη ισχύος του - Υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει την έγκριση των κρατών μελών
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 93 § 1)
Περίληψη
Για να παραταθεί, αναδρομικώς από την ημερομηνία λήξεως της ισχύος του, το θεσπισθέν βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των αυτοκινήτων, η Επιτροπή υποχρεούται να λάβει την έγκριση των κρατών μελών.
Συγκεκριμένα, ελλείψει παρατάσεως, το πλαίσιο παύει να υφίσταται κατά την προβλεπομένη ημερομηνία λήξεως της ισχύος του, οπότε μια απόφαση περί παρατάσεως εκδοθείσα μετά τη λήξη της διάρκειας ισχύος της αποφάσεως της οποίας εξασφαλίζει την παράταση συνιστά τροποποίηση της υφισταμένης νομικής καταστάσεως και πρέπει να εκδίδεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που απαιτείται για την έκδοση της αποφάσεως που θέσπισε το αρχικό πλαίσιο ή αποφάσεως η οποία το τροποποιεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-292/95,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τους Alberto Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή συντονισμού νομικών και θεσμικών κοινοτικών θεμάτων, και Miguel Bravo-Ferrer Delgado, abogado del Estado, της νομικής υπηρεσίας του κράτους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard E. Servais,
προσφεύγoν,
κατά
Eπιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Gιrard Rozet, νομικό σύμβουλο, και Francisco Enrique Gonzαlez Dνaz, μέλος της Nομικής Yπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1995 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (EE 1995, C 284, σ. 3), περί παρατάσεως, αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1995, της αποφάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1992, η οποία είχε παρατείνει την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αυτοκινήτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, P. J. G. Kapteyn, G. Hirsch και R. Schintgen (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιανουαρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Σεπτεμβρίου 1995, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ, την ακύρωση της κοινοποιηθείσας με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1995 αποφάσεως της Επιτροπής περί παρατάσεως, αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1995, της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1992, η οποία είχε παρατείνει την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αυτοκινήτων. Η προσβαλλομένη απόφαση αποτέλεσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως 95/C 284/03, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (EE 1995, C 284, σ. 3).
2 Με επιστολή της 31ης Δεκεμβρίου 1988, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ισπανική Κυβέρνηση ότι, κατά τη συνεδρίασή της στις 22 Δεκεμβρίου 1988, καθόρισε τους όρους εφαρμογής του γενικού κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αυτοκινήτων, το οποίο θεσπίστηκε με την από 19 Ιουλίου 1988 απόφασή της και στηριζόταν στο άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ. Οι όροι αυτοί περιέχονταν σε συνημμένο στην επιστολή έγγραφο, το οποίο, κατά την Επιτροπή, έλαβε υπόψη τις σημαντικότερες παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι εκπρόσωποι των κρατών μελών κατά τη διάρκεια πολυμερούς συσκέψεως στις 27 Οκτωβρίου 1988. Η Επιτροπή ζήτησε από την Ισπανική Κυβέρνηση να την πληροφορήσει αν αποδεχόταν το πλαίσιο εντός προθεσμίας ενός μηνός.
3 Το πλαίσιο αποτέλεσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως 89/C 123/03, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1989, C 123, σ. 3). Η ανακοίνωση αυτή προέβλεπε, στο σημείο 2.2, ότι τα κράτη μέλη ήσαν υποχρεωμένα να κοινοποιούν διάφορες κατηγορίες ενισχύσεων και να υποβάλλουν στην Επιτροπή ετήσια έκθεση περιέχουσα πληροφοριακά στοιχεία για όλες τις χορηγηθείσες ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τις οποίες δεν υπήρχε υποχρέωση προηγουμένης κοινοποιήσεως.
4 Το σημείο 2.5 της ανακοινώσεως όριζε ότι το πλαίσιο τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1989, ότι θα ίσχυε για περίοδο δύο ετών και ότι, στο τέλος της περιόδου αυτής, η Επιτροπή θα επανεξετάσει τη χρησιμότητα και το πεδίο εφαρμογής του.
5 Εν αναμονή της αποδοχής του από όλα τα κράτη μέλη, η θέση σε εφαρμογή του πλαισίου καθυστέρησε μέχρι τα τέλη του πρώτου εξαμήνου του 1989 σε δέκα κράτη, μέχρι τον Ιανουάριο του 1990 στο Βασίλειο της Ισπανίας και μέχρι τον Μάϋο του 1990 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από έγγραφο της 5ης Φεβρουαρίου 1990, η Ισπανική Κυβέρνηση δέχθηκε την εφαρμογή του πλαισίου στο Βασίλειο της Ισπανίας από 1ης Ιανουαρίου 1990.
6 Με έγγραφο της 31ης Δεκεμβρίου 1990, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ισπανική Κυβέρνηση ότι είχε προβεί σε επανεξέταση της χρησιμότητας και του πεδίου εφαρμογής του πλαισίου και ότι, ενόψει της καταστάσεως της κοινοτικής αυτοκινητοβιομηχανίας, έκρινε αναγκαίο να προχωρήσει στην παράταση της ισχύος του.
7 Η απόφαση της Επιτροπής περί παρατάσεως της ισχύος του πλαισίου αποτέλεσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως 91/C 81/05, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1991, C 81, σ. 4).
8 Η πέμπτη παράγραφός της όριζε:
«Η Επιτροπή θα επανεξετάσει το πλαίσιο μετά την πάροδο διετίας. Εάν κριθούν απαραίτητες κάποιες τροποποιήσεις (ή ενδεχομένως η ανάκληση του πλαισίου), η Επιτροπή θα αποφασίσει σχετικά μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη.»
9 Με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 1993, η Επιτροπή υπενθύμισε κατ' αρχάς στην Ισπανική Κυβέρνηση ότι τον Δεκέμβριο του 1990 αποφάσισε να παρατείνει την ισχύ του πλαισίου χωρίς περιορισμό της διάρκειας ισχύος του, μολονότι είχε δεσμευθεί να το επανεξετάσει μετά την πάροδο διετίας και, εν ανάγκη, να το τροποποιήσει ή να το καταργήσει κατόπιν διαβουλεύσεως με τα κράτη μέλη. Κατόπιν ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβε με το από 31 Δεκεμβρίου 1990 έγγραφό της, προέβη στην επανεξέταση αυτή με τα κράτη μέλη κατά την πραγματοποιηθείσα στις 8 Δεκεμβρίου 1992 πολυμερή σύσκεψη κατά τη διάρκεια της οποίας τα κράτη μέλη εξέφρασαν κατά μεγάλη πλειοψηφία την ικανοποίησή τους για την εφαρμογή του πλαισίου και την επιθυμία τους να εξακολουθήσει να ισχύει τα προσεχή έτη. Τέλος, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ισπανική Κυβέρνηση ότι, κατόπιν αυτού, αποφάσισε στις 23 Δεκεμβρίου 1992 να μην τροποποιήσει το πλαίσιο και προσέθεσε ότι αυτό θα εξακολουθούσε να ισχύει «μέχρι την επόμενη επανεξέταση που θα οργανώσει η Επιτροπή».
10 Η απόφαση αυτή της Επιτροπής αποτέλεσε το αντικείμενο της ανακοινώσεως 93/C 36/06, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ 1993, C 36, σ. 17).
11 Θεωρώντας ότι, με την απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992, η Επιτροπή παρέτεινε επ' αόριστον την ισχύ του πλαισίου και επομένως τροποποίησε τη φύση του, χωρίς διαβούλευση με τα κράτη μέλη, χωρίς δηλαδή την έγκρισή τους, κατά παράβαση ιδίως του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το Βασίλειο της Ισπανίας, με δικόγραφο που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 5 Απριλίου 1993, ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής.
12 Με την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1995, C-135/93, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. Ι-1651), το Δικαστήριο κατ' αρχάς έκρινε ότι το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, το οποίο χρησίμευσε ως νομική βάση για τη θέσπιση του πλαισίου, επιβάλλει υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας της Επιτροπής και των κρατών μελών, από την οποία ούτε η Επιτροπή ούτε ένα κράτος μέλος μπορεί να απαλλαγεί για αόριστο χρονικό διάστημα εξαρτώμενο από τη μονομερή βούληση ενός εκ των δύο (σκέψη 24).
13 Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο διαπίστωσε στη συνέχεια ότι:
- εξαρτώντας την εφαρμογή του πλαισίου από την εκ μέρους των κρατών μελών αποδοχή του και προβλέποντας διετή διάρκεια της ισχύος του, κατά το πέρας της οποίας η Επιτροπή όφειλε να προβεί στην επανεξέταση της χρησιμότητας και του πεδίου εφαρμογής του, το αρχικό πλαίσιο ελάμβανε πλήρως υπόψη του την υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας που επιβάλλει το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη (σκέψη 26)·
- προβλέποντας νέα επανεξέταση μετά διετή εφαρμογή της αποφάσεως του 1990 περί παρατάσεως της ισχύος του πλαισίου, παρά την ελαφρώς διαφορετική διατύπωση, η Επιτροπή απέβλεπε στην παράταση της ισχύος του πλαισίου για μια νέα διετία, κατά το πέρας της οποίας θα έπρεπε να ληφθεί απόφαση για τη διατήρηση, την τροποποίηση ή την κατάργησή του (σκέψη 27)·
- η απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απλώς παρέτεινε την ισχύ του πλαισίου μέχρι την επόμενη επανεξέταση, η οποία, όπως και οι προηγούμενες, έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά το πέρας της νέας διετούς περιόδου εφαρμογής του πλαισίου (σκέψη 39).
14 Επειδή οι λόγοι που προέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας κατά της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1992 περί παρατάσεως της ισχύος του πλαισίου μέχρις ότου το όργανο αυτό οργανώσει την επανεξέτασή του στηρίζονταν στην εσφαλμένη σκέψη ότι η απόφαση αυτή είχε τροποποιήσει τη διάρκεια ισχύος του πλαισίου παρατείνοντάς την επ' αόριστον, το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή. Κρίνοντας ότι η νομική άποψη που υποστήριξε το Βασίλειο της Ισπανίας έγινε ωστόσο δεκτή κατά ένα ουσιώδες μέρος της, το Δικαστήριο αποφάσισε να φέρει κάθε διάδικος τα δικαστικά του έξοδα.
15 Την επομένη της δημοσιεύσεως της αποφάσεως αυτής, δηλαδή στις 30 Ιουνίου 1995, η Επιτροπή έστειλε στα κράτη μέλη έγγραφο με το οποίο αναγνώριζε ότι από την προαναφερθείσα απόφαση συναγόταν ότι, με την απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992, είχε παρατείνει την ισχύ του πλαισίου μόνο μέχρι την προσεχή επανεξέτασή του, δηλαδή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1994. Επίσης εξέφρασε την πρόθεσή της να υποβάλει στην προσεχή πολυμερή σύσκεψη των κρατών μελών, η οποία συγκλήθηκε στις 4 Ιουλίου 1995, σύνολο μέτρων με σκοπό, αφενός, τη θέσπιση στο μέλλον πλαισίου για τις ενισχύσεις στον τομέα των αυτοκινήτων και, αφετέρου, τη μεταβατική ρύθμιση της καταστάσεως μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1994. Στις 3 Ιουλίου 1995, η Επιτροπή έστειλε στα κράτη μέλη ανακοίνωση στα αγγλικά, η οποία θα αποτελούσε το αντικείμενο διαβουλεύσεων στο πλαίσιο της πολυμερούς συσκέψεως και έφερε τον τίτλο «Community Framework on State aids to the Motor Vehicle Industry - Follow-up to the judgment of the Court of Justice of 29 June 1995». Το κείμενο του εγγράφου αυτού στις λοιπές γλώσσες, και ιδίως το ισπανικό κείμενο, διαβιβάστηκαν στις αντιπροσωπείες κατά την έναρξη της πολυμερούς συσκέψεως της 4ης Ιουλίου 1995.
16 Με την ανακοίνωση αυτή, η Επιτροπή διαπιστώνει κατ' αρχάς ότι από την προμνησθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής προκύπτει ότι το πλαίσιο είχε παύσει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1995 και το δημιουργηθέν νομικό κενό είχε σοβαρές επιπτώσεις, τόσο πολιτικές όσο και νομικές, για την εφαρμογή από την Επιτροπή των κανόνων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων στον εξαιρετικά ευαίσθητο τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Επομένως, η Επιτροπή σκόπευε να διορθώσει την κατάσταση αυτή προτείνοντας την επανεισαγωγή του πλαισίου σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης και θεσπίζοντας μεταβατικά μέτρα εγγυώμενα τον αποτελεσματικό και συνεχή έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων που θεσπίστηκε με το πλαίσιο.
17 Με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1995, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ισπανική Κυβέρνηση ότι, χάριν του κοινοτικού συμφέροντος, είχε αποφασίσει να παρατείνει την απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992, αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1995, οπότε η εφαρμογή του πλαισίου συνεχιζόταν χωρίς διακοπή. Η Επιτροπή ανέφερε ότι η παράταση αυτή είχε προσωρινό χαρακτήρα και θα ίσχυε μόνο μέχρι το πέρας της προβλεπομένης στο άρθρο 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης διαδικασίας, την οποία είχε αποφασίσει να κινήσει συγχρόνως (ακολουθώντας κατόπιν, ενδεχομένως, διαδικασίες δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2), και μέχρι ένα έτος το πολύ, ήτοι μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1995. Η Επιτροπή ανέφερε ότι η απόφασή της δικαιολογούνταν από σημαντικό κοινοτικό συμφέρον, δηλαδή τη διατήρηση ανόθευτου ανταγωνισμού στον τομέα των αυτοκινήτων, και αποσκοπούσε στην αποφυγή αντίθετων προς το κοινό συμφέρον και ανεπανόρθωτων συνεπειών για τη δομή της αγοράς στον εν λόγω τομέα.
18 Εν συνεχεία η Επιτροπή ανέφερε ότι το μέτρο που είχε αποφασίσει αποτελούσε απλή παράταση ισχύος, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης, για περιορισμένο χρονικό διάστημα, του αρχικού πλαισίου που είχε γίνει αποδεκτό από τα κράτη μέλη. Υπενθύμιζε ότι το μέτρο αυτό είχε παρουσιαστεί στα κράτη μέλη κατά την πολυμερή σύσκεψη της 4ης Ιουλίου 1995 και ότι, κατά συνέπεια, σύμφωνα με τις απορρέουσες από τη Συνθήκη υποχρεώσεις συνεργασίας, και ιδίως από το άρθρο της 5, η απόφαση συνεπαγόταν ότι τα κράτη μέλη δεν θα χορηγούν ενισχύσεις στον τομέα των αυτοκινήτων χωρίς προηγουμένως να τις κοινοποιήσουν στην Επιτροπή ή χωρίς να αναμείνουν την τελική της απόφαση σύμφωνα με τους προβλεπομένους στο πλαίσιο κανόνες.
19 Με το ίδιο έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1995, η Επιτροπή ανέφερε τέλος τους λόγους για τους οποίους φρονούσε ότι δικαιολογούνταν η εφαρμογή της αποφάσεώς της αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1995. Κατ' αρχάς, το γεγονός ότι η προμνησθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής είχε δημοσιευθεί μετά την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να πραγματοποιηθεί η επανεξέταση του πλαισίου συνιστά εξαιρετική περίσταση, η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να δικαιολογεί την έναρξη ισχύος κοινοτικής πράξεως από ημερομηνία προγενέστερη της εκδόσεώς της. Εξάλλου, ο σκοπός της διατηρήσεως ανόθευτου ανταγωνισμού στον τομέα των αυτοκινήτων θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με τη συνεχή διατήρηση σε ισχύ των προβλεπομένων στο πλαίσιο κανόνων κοινοποιήσεως, οι οποίοι μόνοι θα μπορούσαν να αποτρέψουν τις ανεπανόρθωτες συνέπειες που θα προκαλούσε η χορήγηση ενισχύσεων χωρίς συνεκτίμηση των τομεακών επιπτώσεών τους σ' έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα στον οποίο, παρά τη σημερινή υπερικανότητα παραγωγής, υφίσταται μείζων ανάγκη επενδύσεων. Τέλος, το τεκμήριο νομιμότητας του οποίου απολαύει η απόφαση της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1992 εμπόδισε να δημιουργηθεί στους ενδιαφερομένους δικαιολογημένη εμπιστοσύνη· εξάλλου, τα κράτη μέλη και οι επιχειρήσεις θεωρούσαν μάλλον ότι το πλαίσιο ίσχυε.
20 Προς στήριξη της προσφυγής που άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει, πρώτον, ότι είναι νομικώς αδύνατον να παραταθεί η ισχύς νομικής πράξεως με ταυτόχρονη πρόβλεψη χρονικής διάρκειας ισχύος η οποία έχει λήξει.
21 Δεύτερον, επικαλείται λόγο αποτελούμενο από δύο σκέλη και αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
22 Αφενός, οι διαβουλεύσεις στις οποίες η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι έχει προβεί στο πλαίσιο της πολυμερούς συσκέψεως της 4ης Ιουλίου 1995 διεξήχθησαν υπό συνθήκες τέτοιες που δεν ικανοποιούν την υποχρέωση τακτικής και περιοδικής συνεργασίας η οποία απορρέει από τη διάταξη αυτή σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής.
23 Αφετέρου, λαμβανομένης υπόψη της λήξεως της διάρκειας ισχύος του θεσπισθέντος με την απόφαση της 23ης Δεκεμβρίου 1992 πλαισίου, όπως αυτή επικυρώθηκε με αυτή την απόφαση του Δικαστηρίου, η επαναφορά του θα είχε τον χαρακτήρα ανανεώσεως και θα έπρεπε να είχε αποφασισθεί σύμφωνα με την ισχύουσα για τη θέσπιση πλαισίου διαδικασία ως «κατάλληλο μέτρο» κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 1, το οποίο προϋποθέτει συμφωνία των κρατών μελών.
24 Τρίτον, το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί ότι οι απορρέουσες από την προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής εξαιρετικές περιστάσεις που επικαλείται η Επιτροπή είναι ικανές να δικαιολογήσουν την αναδρομική ισχύ που προσέδωσε η Επιτροπή στην προσβαλλομένη απόφαση.
25 Απαντώντας στους λόγους αυτούς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι μοναδικός σκοπός της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν να καλύψει, επειγόντως και μεταβατικώς, το νομικό κενό που δημιουργήθηκε μετά την προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, τηρουμένου του πνεύματος του άρθρου 93, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Η Επιτροπή φρονεί ότι, λόγω της επιτακτικής ανάγκης να καλυφθεί το κενό αυτό εδικαιούτο να εκδώσει την προσβαλλομένη απόφαση χωρίς να προσφύγει στην κανονική διαδικασία θεσπίσεως του πλαισίου, η οποία περιλαμβάνει την εκ μέρους της υποβολή προτάσεως, μια πολυμερή σύσκεψη με τα κράτη μέλη και τη συμφωνία τους.
26 Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει τους λόγους που έχει ήδη επικαλεστεί στην προσβαλλομένη απόφαση προκειμένου να δικαιολογήσει την αναδρομική ισχύ που της έχει προσδώσει.
27 Προκειμένου να κριθεί το βάσιμο των λόγων που επικαλείται το Βασίλειο της Ισπανίας, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των λόγων που αφορούν τη διαδικασία που ακολούθησε η Επιτροπή για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και εκείνων που επικαλείται το Βασίλειο της Ισπανίας προς άρνηση της αναδρομικής ισχύος της.
28 Μεταξύ των αφορώντων τη διαδικασία λόγων, πρέπει να εξεταστούν από κοινού ο πρώτος λόγος και το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου, με τους οποίους το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι η αναδρομική παράταση ισχύος του πλαισίου ισοδυναμεί με την επανεισαγωγή του, δηλαδή με την έκδοση νέου πλαισίου που έχει το ίδιο περιεχόμενο με εκείνο του οποίου η ισχύς έληξε, και ότι, επομένως, έπρεπε να αποφασιστεί με συμφωνία των κρατών μελών.
29 Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να γίνει δεκτή.
30 Συγκεκριμένα, ελλείψει παρατάσεως, το πλαίσιο παύει να υφίσταται κατά την προβλεπομένη ημερομηνία λήξεως της ισχύος του, οπότε μια απόφαση περί παρατάσεως εκδοθείσα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, μετά τη λήξη της διάρκειας ισχύος της αποφάσεως της οποίας εξασφαλίζει την παράταση συνιστά τροποποίηση της υφισταμένης νομικής καταστάσεως και πρέπει να εκδίδεται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία που απαιτείται για την έκδοση της αποφάσεως που θέσπισε το αρχικό πλαίσιο ή αποφάσεως η οποία το τροποποιεί.
31 Εξάλλου, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δέχθηκε ότι η απόφασή της έπρεπε κανονικά να είχε εκδοθεί σύμφωνα με τη διαδικασία θεσπίσεως νέου πλαισίου, η οποία προϋποθέτει τη συμφωνία των κρατών μελών.
32 Βεβαίως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ενόψει των εξαιρετικών περιστάσεων που δημιούργησε η προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής και ενόψει της επιτακτικής ανάγκης, αφενός, να διατηρηθεί ανόθευτος ανταγωνισμός στον τομέα των αυτοκινήτων και, αφετέρου, να αποτραπούν οι αντίθετες προς το κοινό συμφέρον και ανεπανόρθωτες συνέπειες για τη δομή της αγοράς στον εν λόγω τομέα, μπορούσε να μην τηρήσει, στην προκειμένη περίπτωση, την προϋπόθεση της συμφωνίας των κρατών μελών.
33 Πάντως, αυτές ακριβώς είναι οι σκέψεις που η Επιτροπή υποχρεούται επίσης να λαμβάνει υπόψη όταν αποφασίζει να θεσπίσει πλαίσιο σύμφωνα με την κανονικά ακολουθητέα διαδικασία η οποία προϋποθέτει, όπως και αυτή δέχεται, τη συμφωνία των κρατών μελών.
34 Υπ' αυτές τις συνθήκες, συνάγεται ότι οι εξαιρετικές περιστάσεις που επικαλείται η Επιτροπή, έστω και αν δικαιολογούν την αναδρομική ισχύ της προσβαλλομένης αποφάσεως, ωστόσο δεν την απαλλάσσουν από την υποχρέωση να λάβει την έγκριση των κρατών μελών για την έκδοση της αποφάσεως αυτής.
35 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι αντλούμενοι από την υποχρέωση της Επιτροπής να λάβει την έγκριση των κρατών μελών για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγοι είναι βάσιμοι. Επομένως, η απόφαση πρέπει να ακυρωθεί χωρίς να χρειάζεται η εξέταση των λοιπών λόγων.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την κοινοποιηθείσα με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1995 απόφαση της Επιτροπής περί παρατάσεως, αναδρομικώς από 1ης Ιανουαρίου 1995, της ισχύος της αποφάσεως της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1992, η οποία παρέτεινε την ισχύ του κοινοτικού πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των αυτοκινήτων.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy