Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσφυγή λόγω παραβάσεως * Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο * Κατάσταση που λαμβάνεται υπόψη * Η κατάσταση όπως παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
Περίληψη
Στο πλαίσιο προσφυγής που ασκείται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη και οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-302/95,
Eπιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις Dominique Maidani, νομικό σύμβουλο, και Laura Pignataro, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον καθηγητή Umberto Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Pier Giorgio Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Ιταλική Πρεσβεία, 5, rue Marie-Adelaide,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει, ή εν πάση περιπτώσει να κοινοποιήσει στην Επιτροπή, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (ΕΕ L 135, σ. 40), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. C. Moitinho de Almeida, πρόεδρο τμήματος, L. Sevon (εισηγητή), D. A. O. Edward, P. Jann και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Leger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Νοεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 1995, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει, ή εν πάση περιπτώσει να της κοινοποιήσει, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (ΕΕ L 135, σ. 40), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και από τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/271, τα κράτη μέλη όφειλαν να έχουν θέσει σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν προς την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 1993 και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή.
3 Η Επιτροπή δεν έλαβε καμιά κοινοποίηση σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 91/271 στην ιταλική έννομη τάξη και δεν διέθετε κανένα άλλο πληροφοριακό στοιχείο βάσει του οποίου θα μπορούσε να συμπεράνει ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της και, με έγγραφο οχλήσεως της 9ης Αυγούστου 1993, κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δύο μηνών. Με το έγγραφο αυτό διευκρίνισε ότι ακόμη και αν η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι ήδη ισχύουσες εθνικές διατάξεις ανταποκρίνονται στην οδηγία 91/271, και πάλι οφείλει να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή.
4 Η Ιταλική Δημοκρατία δεν απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως, οπότε η Επιτροπή της απηύθυνε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, την από 27 Δεκεμβρίου 1994 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 91/271 εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως.
5 Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη και η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
6 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο τομέας τον οποίο καλύπτει η οδηγία 91/271 ρυθμίζεται στην Ιταλία από τον νόμο 319, της 10ης Μαΐου 1976, περί προστασίας των υδάτων κατά της ρυπάνσεως (στο εξής: νόμος 319/76). Τα κύρια μέτρα που προβλέπει η οδηγία για την πρόληψη της μολύνσεως του περιβάλλοντος και ιδίως των υδατίνων πόρων περιέχονται ήδη σ' αυτό τον νόμο. Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται μέσω κανόνων που έχουν θεσπίσει τα διάφορα διαμερίσματα της χώρας, τα οποία έχουν νομοθετικές και διοικητικές αρμοδιότητες στον τομέα των υδάτων.
7 Ωστόσο, η Ιταλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι η πλήρης μεταφορά της οδηγίας 91/271 στην εσωτερική έννομη τάξη απαιτεί περαιτέρω προσαρμογή των εσωτερικών κανόνων, ιδίως όσον αφορά τις προδιαγραφές που καθορίζουν τα παραρτήματα της οδηγίας. Η προσαρμογή αυτή πάντως θα επιτευχθεί σύντομα με την έκδοση νομοθετικού διατάγματος.
8 Η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, εν αναμονή της οριστικής εφαρμογής της οδηγίας 91/271, κάλεσε τα διαμερίσματα της χώρας, με το υπ' αριθ. 79 νομοθετικό διάταγμα της 17ης Μαρτίου 1995 (GURI 132, της 8ης Ιουνίου 1995), να συμμορφώνονται προς τις αρχές και τα κριτήρια που προβλέπει η οδηγία για τις εκτελεστικές διατάξεις που αφορούν τις απορρίψεις των δημοσίων δικτύων αποχετεύσεως και τις απορρίψεις των αστικών εγκαταστάσεων που δεν διοχετεύονται στα δημόσια δίκτυα. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ιταλική Δημοκρατία φρονεί ότι εξεπλήρωσε, τουλάχιστον εν μέρει, την υποχρέωση της μεταφοράς της οδηγίας 91/271 στην εσωτερική έννομη τάξη και αναλαμβάνει την υποχρέωση να ολοκληρώσει τη μεταφορά.
9 Με το υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο νόμος 319/76 και το νομοθετικό διάταγμα που μνημόνευσε η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αποτελούν μέτρα μεταφοράς της οδηγίας 91/271. Συγκεκριμένα ο νόμος 319/76, όπως έχει τροποποιηθεί, απλώς διατυπώνει ορισμένους γενικούς κανόνες όσον αφορά τις απορρίψεις λυμάτων, και αφήνει στα διαμερίσματα και στις επαρχίες τη φροντίδα να θέσουν σε εφαρμογή τόσο την περαιτέρω απαιτούμενη ρύθμιση όσο και τα κριτήρια και τις γενικές αρχές που προβλέπει ο νόμος. Εξάλλου η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι δεν της έχουν κοινοποιηθεί οι κανονιστικές διατάξεις που έχουν θεσπίσει τα διαμερίσματα για την εφαρμογή του νόμου και κατά συνέπεια δεν διαθέτει κανένα στοιχείο προκειμένου να βεβαιωθεί για την τήρηση της οδηγίας από την Ιταλική Δημοκρατία.
10 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι κατά την εκπνοή της προθεσμίας που καθόρισε η οδηγία 91/271 δεν είχε λάβει τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί προς αυτή.
11 'Οσον αφορά τις προσαρμογές που επέφερε στον νόμο 319/76 το νομοθετικό διάταγμα υπ' αριθ. 79 της 17ης Μαρτίου 1995, το οποίο ορίζει ότι τα διαμερίσματα οφείλουν να συμμορφωθούν προς τις αρχές και τα κριτήρια της οδηγίας 91/271, η Ιταλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι για την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο απαιτείται η λήψη και άλλων μέτρων.
12 Εν πάση περιπτώσει, οι προσαρμογές αυτές που έγιναν το 1995 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν συντρέχει παράβαση. Πράγματι, το νομοθετικό διάταγμα υπ' αριθ. 79 της 17ης Μαρτίου 1995 εκδόθηκε μετά την παρέλευση της δίμηνης προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, η οποία, σύμφωνα με τη δικογραφία, κοινοποιήθηκε το αργότερο στις 11 Ιανουαρίου 1995.
13 Κατά πάγια νομολογία, όμως, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη και οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 20).
14 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/271, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 της εν λόγω οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
15 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θεσπίσει τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy