Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσφυγή ακυρώσεως - Πράξεις δεκτικές προσφυγής - Έννοια - Πράξεις παράγουσες δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα - Ερμηνεία από την Επιτροπή κανονιστικών διατάξεων ισχυουσών στο πλαίσιο σχεδίων που συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως - Αποκλείονται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ)· κανονισμός (ΕΟΚ) 4254/88 του Συμβουλίου, άρθρα 9 και 12]
Περίληψη
$$Συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος.
Δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο προκειμένου περί εγγράφου που απέστειλε η Επιτροπή στις αρχές κράτους μέλους, με το οποίο απλώς υπενθυμίζει την εκ μέρους της ερμηνεία κανονιστικών διατάξεων που προβλέπουν, αντίστοιχα, την αρχή της περιφερειακής συνεργασίας και, σε περίπτωση που δεν υποβληθεί εμπρόθεσμα η αίτηση οριστικής πληρωμής, την αυτεπάγγελτη αποδέσμευση των ποσών για τα οποία αναλήφθηκε σχετική δέσμευση στο πλαίσιο χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής για ορισμένα σχέδια συγχρηματοδοτούμενα από το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως, καθόσον το έγγραφο αυτό είχε καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν παρήγαγε κανένα δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα σχετικά με τα σχέδια τα οποία αφορούσε η συνδρομή.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-308/95,
Βασίλειο των Κάτω Ξωρών, εκπροσωπούμενο από τους J. S. van den Oosterkamp και M. A. Fierstra, βοηθούς νομικούς συμβούλους στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία των Κάτω Ξωρών, 5, rue C. M. Spoo,
προσφεύγoν,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους E. Mennens, κύριο νομικό σύμβουλο, και P. Oliver, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gσmez de la Cruz, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με αίτημα την ακύρωση του από 28 Ιουλίου 1995 εγγράφου της Επιτροπής, περί εκκαθαρίσεως των σχεδίων που συγχρηματοδοτήθηκαν από το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. Hirsch, J. L. Murray (εισηγητή), H. Ragnemalm και R. Schintgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 3ης Δεκεμβρίου 1998,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 1999,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Σεπτεμβρίου 1995 το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ), την ακύρωση του από 28 Ιουλίου 1995 εγγράφου της Επιτροπής, περί εκκαθαρίσεως των σχεδίων που συγχρηματοδοτήθηκαν από το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως (στο εξής: επίδικο έγγραφο).
2 Το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των μεταξύ τους παρεμβάσεων καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 185, σ. 9), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 5), προβλέπει τα εξής:
«Μεταβατικές διατάξεις
1. Ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει τη συνέχιση των πολυετών ενεργειών [προγραμμάτων δράσεως], συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής των κοινοτικών πλαισίων στήριξης και των μορφών παρέμβασης, που έχουν εγκριθεί από το Συμβούλιο ή την Επιτροπή με βάση τη ρύθμιση για τα διαρθρωτικά ταμεία που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.
2. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση συνδρομής από τα διαρθρωτικά ταμεία για ενέργειες [προγράμματα δράσεως] που προτείνονται στο πλαίσιο της ρύθμισης που ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού εξετάζονται και εγκρίνονται από την Επιτροπή με βάση τη ρύθμιση αυτή.
3. Οι διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 4 και 5, διευκρινίζουν τις ειδικές μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που εξασφαλίζουν ότι η βοήθεια προς τα κράτη μέλη δεν θα διακόπτεται μέχρις ότου καταρτιστούν τα σχέδια και λειτουργικά προγράμματα σύμφωνα με το νέο σύστημα, και ότι η χορήγηση συνδρομής για σχέδια τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο απόφασης χορήγησης συνδρομής προ της 1ης Ιανουαρίου 1989 μπορεί να κλείσει το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1995.»
3 Το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4254/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά το Ευρωπαϋκό Κοινωνικό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΕ L 374, σ. 15), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2083/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993 (ΕΕ L 193, σ. 34, στο εξής: κανονισμός 4254/88), ορίζει τα ακόλουθα:
«Μεταβατικές διατάξεις
Τα τμήματα των ποσών που έχουν αναληφθεί [προβλεφθεί] για την παροχή συνδρομής σε σχέδια για τα οποία αποφάσισε η Επιτροπή πριν από την 1η Ιανουαρίου 1989 δυνάμει του ΕΤΠΑ και τα οποία δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο αίτησης οριστικής πληρωμής στην Επιτροπή πριν από τις 31 Μαρτίου 1995, αποδεσμεύονται αυτεπαγγέλτως από την Επιτροπή το αργότερο έως τις 30 Σεπτεμβρίου 1995, με την επιφύλαξη των σχεδίων που έχουν ανασταλεί για δικαστικούς λόγους.»
Το άρθρο 32, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1787/84 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1984, για το Ευρωπαϋκό Ταμείο Περιφερειακής Αναπτύξεως (ΕΕ L 169, σ. 1), έχει ως εξής:
«Στην περίπτωση κατά την οποία μια ενέργεια η οποία [ένα πρόγραμμα δράσεως το οποίο] αποτέλεσε αντικείμενο συνδρομής του ΕΤΠΑ δεν εκτελέσθηκε όπως είχε προβλεφθεί, ή αν δεν συντρέχουν οι όροι που προβλέπουν οι πράξεις οι οποίες τη [το] διέπουν, η συνδρομή του ΕΤΠΑ μπορεί να μειωθεί ή να καταργηθεί με απόφαση της Επιτροπής και αφού γνωμοδοτήσει η επιτροπή του ΕΤΠΑ.
Τα κράτη μέλη επιστρέφουν στην Επιτροπή το ποσό της συνδρομής που καταβλήθηκε από το ΕΤΠΑ σε όλες τις περιπτώσεις που εθνική ενίσχυση, η οποία χρησίμευσε ως βάση για τον υπολογισμό της συνδρομής του ΕΤΠΑ, έχει επιστραφεί στο κράτος μέλος από τον επενδυτή.»
4 Πρίν από την 1η Ιανουαρίου 1989 οι Κάτω Ξώρες υπέβαλαν ορισμένες αιτήσεις χορηγήσεως συνδρομής από το ΕΤΠΑ προς χρηματοδότηση ορισμένων σχεδίων υποδομής.
5 Με διάφορες χωριστές αποφάσεις η Επιτροπή δέχθηκε τις αιτήσεις αυτές, καθόσον πληρούνταν ορισμένοι όροι, ιδίως όσον αφορά τη διεξαγωγή διαγωνισμού προς ανακήρυξη του αναδόχου των σχεδίων αυτών.
6 Δεδομένου ότι οι όροι που έθεσε η Επιτροπή τηρήθηκαν, χορηγήθηκε, σε ένα πρώτο στάδιο, η συνδρομή του ΕΤΠΑ.
7 Με έγγραφο της 23ης Φεβρουαρίου 1995, υπογραφόμενο από τον Garcia-Lombardero, υπάλληλο της Γενικής Διευθύνσεως XVI, «Περιφερειακή πολιτική», η Επιτροπή πληροφόρησε το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών ότι υφίστατο ένα υπόλοιπο οφειλής για 18 σχέδια. Επέστησε εξάλλου την προσοχή των ολλανδικών αρχών επί του άρθρου 12 του κανονισμού 4254/88.
8 Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 1995, το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών απάντησε ότι οι τελικές δηλώσεις για δέκα σχέδια θα διαβιβάζονταν πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 1995. Όσον αφορά τα λοιπά σχέδια, υποστήριξε ότι, για διαφόρους λόγους, δεν μπορούσε προς στιγμήν να υποβληθεί καμία τελική δήλωση.
9 Με έγγραφο της 7ης Απριλίου 1995, υπογραφόμενο από τον Garcia-Lombardero, η Επιτροπή πληροφόρησε το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών ότι δεν ήταν δυνατή η αλλαγή της προθεσμίας της 31ης Μαρτίου 1995 περί της οποίας γίνεται λόγος στο άρθρο 12 του κανονισμού 4254/88 όσον αφορά την υποβολή των τελικών δηλώσεων. Ανέφερε επίσης ότι οι εκκρεμείς φάκελοι θα έκλειναν με βάση τα έγγραφα που είχαν περιέλθει στην Επιτροπή πριν από την 1η Απριλίου 1995.
10 Με έγγραφο της 28ης Απριλίου 1995 η Επιτροπή, παραπέμποντας στο από 7 Απριλίου 1995 έγγραφό της, ανέφερε οκτώ σχέδια για τα οποία έπρεπε να επιστραφεί το ποσό της συνδρομής του ΕΤΠΑ που είχε προηγουμένως χορηγηθεί. Επρόκειτο για τα σχέδια ΕΤΠΑ αριθ. 76.07.04.001, 84.07.03.003, 85.07.04.005, 87.07.03.001, 87.07.04.001, 87.07.04.004, 88.07.04.002 και 88.07.04.004. Το έγγραφο αυτό τροποποιήθηκε με τηλεομοιοτυπία της 4ης Μαου 1995.
11 Στη συνέχεια απεστάλησαν χρεωστικά σημειώματα στο ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών, το οποίο τα παρέλαβε στις 29 Ιουνίου 1995.
12 Με έγγραφα της 19ης Μαου και της 11ης Ιουλίου 1995 το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών εξέθεσε την απόψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, ιδίως όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 4254/88. Η άποψη της Ολλανδικής Κυβερνήσεως περί της διατάξεως αυτής συζητήθηκε επίσης στο πλαίσιο συνομιλίας που διεξήχθη στις 26 Ιουνίου 1995 μεταξύ του Υφυπουργού Οικονομικών και της αρμοδίου για την περιφερειακή πολιτική επιτρόπου, καθώς και στο πλαίσιο συνομιλίας διεξαχθείσας στις 10 Ιουλίου 1995 μεταξύ υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, αφενός, και υπαλλήλων της Επιτροπής, αφετέρου.
13 Εξάλλου, με έγγραφα της 7ης και της 19ης Ιουλίου 1995 το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών παρέσχε συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τα σχέδια ΕΤΠΑ αριθ. 76.07.04.001, 87.07.03.001 και 88.07.04.004.
14 Τέλος, με έγγραφο της 20ής Ιουλίου 1995 το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών υπενθύμισε στην Επιτροπή την αρχή της συνεργασίας με τις περιφερειακές αρχές που θέτει το άρθρο 9 του κανονισμού 4254/88.
15 Με το επίδικο έγγραφο, υπογραφόμενο από τη Wulf-Mathies, επίτροπο αρμόδια για την περιφερειακή πολιτική, η Επιτροπή πληροφόρησε τον Υφυπουργό Οικονομικών ότι επανεξέτασε το πρόβλημα το οποίο είχε εκτεθεί με το από 19 Μαου 1995 έγγραφο και ότι έλαβε υπόψη τα συμπληρωματικά στοιχεία που της είχαν υποβληθεί.
16 Ανέφερε ωστόσο ότι, για το σύνολο των περιπτώσεων για τις οποίες δεν είχε εφαρμογή η εξαίρεση που προέβλεπε το άρθρο 12 του κανονισμού 4254/88, περί αναστολής εκτελέσεως των σχεδίων για δικαστικούς λόγους, ή για τις οποίες η Επιτροπή δεν είχε δεχθεί, προ της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 12, κάποια άλλη ημερομηνία περατώσεως εκτός της 31ης Μαρτίου 1995, συνήγαγε κατ' ανάγκην ότι από τη συνέχιση της εξετάσεώς της επιβεβαιώθηκε ότι τα σχέδια αυτά έπρεπε να εκκαθαριστούν βάσει των τελευταίων αιτήσεων πληρωμής που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή στις 31 Μαρτίου 1995, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να προβεί στην εκκαθάριση των σχεδίων βάσει των αιτήσεων πληρωμής που είχαν παραληφθεί μετά από την ημερομηνία αυτή. Η Επιτροπή εξέθεσε επίσης ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 4254/88 δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω.
17 Τέλος, διευκρίνισε ότι για τα ακόλουθα τέσσερα σχέδια ήταν δυνατή η παράταση της προθεσμίας, είτε διότι τα σχέδια αυτά είχαν ανασταλεί για δικαστικούς λόγους είτε διότι η Επιτροπή είχε δεχθεί παράταση της προθεσμίας προ της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 12:
- ΕΤΠΑ αριθ. 76.07.04.001: S23 στο Kerkrade·
- ΕΤΠΑ αριθ. 87.07.03.001: Zuiderbrug Venlo·
- ΕΤΠΑ αριθ. 88.07.04.004: A2-Maastricht Airport·
- ΕΤΠΑ αριθ. 86.07.03.002: Maastricht Airport.
18 Στις 31 Ιουλίου 1995, η Ολλανδική Κυβέρνηση απέστειλε έγγραφο στην Επιτροπή για να της υπενθυμίσει ότι παράταση της προθεσμίας είχε επίσης χορηγηθεί και για το σχέδιο ΕΤΠΑ αριθ. 88.07.03.001. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε τηλεφωνικά την ακρίβεια της πληροφορίας αυτής.
19 Η προσφυγή την οποία ασκεί η Ολλανδική Κυβέρνηση στρέφεται κατά του επίδικου εγγράφου, καθόσον με αυτό η Επιτροπή αρνήθηκε να δεχθεί αναστολή ή παράταση της προθεσμίας για τα ακόλουθα σχέδια:
- ΕΤΠΑ αριθ. 80.07.03.002: Veendam-Musselkanaal (Oost-Groningen)·
- ΕΤΠΑ αριθ. 84.07.03.001: Rijksweg 7 (Groningen)·
- ΕΤΠΑ αριθ. 84.07.03.003: Wegproject S13 (Zuid-West Drenthe)·
- ΕΤΠΑ αριθ. 84.07.03.004: Weg Veendam (Groningen)·
- ΕΤΠΑ αριθ. 85.07.04.005: 5 gegroepeerde Drentse projecten·
- ΕΤΠΑ αριθ. 87.07.04.001: Wegproject Zwart 6 Zuid (Limburg)·
- ΕΤΠΑ αριθ. 87.07.04.004: Rondweg Sneek (Zuid-West Friesland)·
- ΕΤΠΑ αριθ. 88.07.04.002: Project Gelpenberg (Zuid-Oost Drenthe).
20 Προς στήριξη της προσφυγής της η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται πέντε λόγους ακυρώσεως. Προσάπτει καταρχάς στην Επιτροπή ότι ερμήνευσε κακώς το άρθρο 12 του κανονισμού 4254/88, θεωρώντας ότι η 31η Μαρτίου 1995 αποτελούσε το ύστατο χρονικό όριο για την υποβολή των τελικών δηλώσεων, μετά το οποίο δεν θα μπορούσε να δοθεί καμία παράταση. Στη συνέχεια, προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν ανέφερε δεόντως τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τις αιτήσεις οριστικής πληρωμής οι οποίες υποβλήθηκαν μετά τις 31 Μαρτίου 1995, τούτο δε για τον πρόσθετο λόγο ότι προέβη στην εκκαθάριση των σχεδίων μόλις στις 15 Ιανουαρίου και στις 16 Φεβρουαρίου 1996. Στη συνέχεια, θεωρεί ότι η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού 4254/88 παραβιάζει ορισμένες γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, ήτοι τις αρχές της κοινοτικής νομιμότητας και της περιφερειακής συνεργασίας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή, ακόμα, της αναλογικότητας. Επικουρικά, η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αγαστής συνεργασίας κατά το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 10 ΕΚ), η Επιτροπή όφειλε εν πάση περιπτώσει να θεωρήσει το από 21 Μαρτίου 1995 έγγραφο του ολλανδικού Υπουργείου Οικονομικών ως αίτηση οριστικής πληρωμής. Προσάπτει επίσης στην Επιτροπή ότι δεν τήρησε το άρθρο 32, παράγραφος 1, του κανονισμού 1787/84.
Επί του παραδεκτού
21 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Οκτωβρίου 1995, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον το επίδικο έγγραφο αποτελεί στην πραγματικότητα απλώς επιβεβαίωση ενός εγγράφου που η Επιτροπή απηύθυνε στις 7 Απριλίου 1995 προς τις ολλανδικές αρχές.
22 Με το υπόμνημα αντικρούσεως η Επιτροπή υποστήριξε, κυρίως, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι με το επίδικο έγγραφο απλώς πληροφορούνταν οι ολλανδικές αρχές περί της εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνείας του άρθρου 12 του κανονισμού 4254/88 και αναφέρονταν οι πρακτικές συνέπειες που απορρέουν αναπόφευκτα από την ερμηνεία αυτή. Κατά την Επιτροπή, επομένως, το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί χωριστή πράξη παράγουσα νέα έννομα αποτελέσματα ή έννομα αποτελέσματα διαφορετικά από εκείνα που απορρέουν από το άρθρο 12.
23 Επικουρικά, η Επιτροπή υποστηρίζει ωστόσο ότι το από 28 Ιουλίου 1995 έγγραφο αποτελεί απλώς επιβεβαιωτική πράξη, οπότε η κατ' αυτής προσφυγή είναι απαράδεκτη.
24 Αντιθέτως, η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το επίδικο έγγραφο συνιστά, όπως και εκείνο της 7ης Απριλίου 1995, απόφαση παράγουσα έννομα αποτελέσματα, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής. Κατ' αυτήν, τα δύο αυτά έγγραφα δεσμεύουν την Επιτροπή όσον αφορά την εκκαθάριση των σχεδίων, καθόσον με αυτά αναφέρει ότι δεν θα λάβει υπόψη στοιχεία τα οποία της γνωστοποιούνται μετά την 1η Απριλίου 1995.
25 Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1995 αποτελεί επιβεβαιωτική πράξη, η Ολλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι από το κείμενο του εν λόγω εγγράφου του προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή επανεξέτασε την άποψή της, λαμβάνοντας υπόψη την εκ μέρους της κυβερνήσεως αυτής ερμηνεία του άρθρου 12 του κανονισμού 4254/88, καθώς και συμπληρωματικές πληροφορίες που είχαν γνωστοποιηθεί στην Επιτροπή. Επομένως, θεωρεί ότι το επίδικο έγγραφο δεν αποτελεί επιβεβαιωτική πράξη.
26 Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος (βλ., ιδίως, τις διατάξεις της 8ης Μαρτίου 1991, C-66/91 και C-66/91 R, Emerald Meats κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1143, σκέψη 26, και της 13ης Ιουνίου 1991, C-50/90, Sunzest κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-2917, σκέψη 12).
27 Εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι απλώς μια γραπτή έκφραση γνώμης δεν συνιστά απόφαση δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, εφόσον δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα και δεν σκοπεί να παραγάγει τέτοιου είδους αποτελέσματα (βλ., ιδίως, την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1980, 133/79, Sucrimex και Westzucker κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 659, και τη διάταξη της 17ης Μαου 1989, 151/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1255, σκέψη 22).
28 Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο πρώτο μέρος του επίδικου εγγράφου, η Επιτροπή απλώς υπενθύμισε την εκ μέρους της ερμηνεία των άρθρων 9 και 12 του κανονισμού 4254/88. Στο δεύτερο μέρος του εγγράφου αυτού διαπίστωσε, αφενός, ότι, προ της ενάρξεως της ισχύος του άρθρου 12, είχε δεχθεί ένα χρονικό όριο κείμενο μετά τις 31 Μαρτίου 1995 για τα σχέδια ΕΤΠΑ αριθ. 86.07.03.002 και 88.07.04.004 και, αφετέρου, ότι για τα σχέδια αριθ. 87.07.03.001 και 76.07.04.001 ήταν δυνατή η χορήγηση αναστολής για δικαστικούς λόγους κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 4254/88.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το επίδικο έγγραφο ουδόλως μετέβαλε τη νομική κατάσταση του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών όσον αφορά τα σχέδια ΕΤΠΑ αριθ. 80.07.03.002, 84.07.03.001, 84.07.03.004, 85.07.04.005, 87.07.04.001, 87.07.04.004 και 88.07.04.002 και ότι, στην πραγματικότητα, είχε καθαρά επιβεβαιωτικό χαρακτήρα όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή ερμήνευε τα άρθρα 9 και 12 του κανονισμού 4254/88.
30 Εφόσον δεν είχε κανένα δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα όσον αφορά τα προαναφερθέντα σχέδια, το επίδικο έγγραφο δεν μπορεί να αποτελεί νομική πράξη δεκτική προσφυγής, υπό την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως.
31 Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου των Κάτω Ξωρών και αυτό ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy