Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία - Δικαίωμα επί σήματος - Προϋόν που έχει τεθεί σε κυκλοφορία εντός κράτους μέλους από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συναίνεσή του - Επανατοποθέτηση από τρίτον της ετικέτας που φέρει το σήμα - Παρεμπόδιση από τον δικαιούχο - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 36)
Περίληψη
Το άρθρο 36 έχει την έννοια ότι, ακόμη και αν αποτελεί εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να επικαλείται το δικαίωμά του αυτό για να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί και στη συνέχεια να επαναθέτει ή να αντικαθιστά τις ετικέτες που φέρουν το εν λόγω σήμα, και οι οποίες έχουν τοποθετηθεί από τον ίδιο επί των προϋόντων τα οποία διέθεσε στην κοινοτική αγορά, εκτός εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- αν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο, με σκοπό να εμποδίζει την εμπορία των προϋόντων επί των οποίων έχουν επικολληθεί νέες ετικέτες με το εν λόγω σήμα, θα συνέτεινε στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν η αφαίρεση και η επανατοποθέτηση των ετικετών πραγματοποιείται προκειμένου να καταργηθούν οι αριθμοί αναγνωρίσεως που ο δικαιούχος έχει θέσει επί των προϋόντων για να του παρέχουν τη δυνατότητα να παρακολουθεί τη διαδρομή τους και τούτο με τον σκοπό να εμποδίζει τους μεταπωλητές να προμηθεύουν τα πρόσωπα που επιδίδονται στην παράλληλη εμπορία. Εν τούτοις, όταν οι αριθμοί αναγνωρίσεως έχουν αναγραφεί προκειμένου να τηρηθεί προβλεπόμενη από τον νόμο υποχρέωση ή για την πραγματοποίηση άλλων σημαντικών και θεμιτών από πλευράς κοινοτικού δικαίου σκοπών, το γεγονός ότι ο δικαιούχος του σήματος επικαλείται το δικαίωμά του αυτό για να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί και στη συνέχεια να επανατοποθετεί ή αντικαθιστά τις ετικέτες που φέρουν το εν λόγω σήμα ώστε να εξαλείψει τους αριθμούς αυτούς δεν συντείνει στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών·
- αν αποδεικνύεται ότι η επικόλληση νέων ετικετών δεν αλλοιώνει την αρχική κατάσταση του προϋόντος·
- αν η παρουσίαση του προϋόντος επί του οποίου έχει επικολληθεί νέα ετικέτα δεν μπορεί να βλάψει τη φήμη του σήματος και τη φήμη του δικαιούχου του, και
- αν το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην επικόλληση νέων ετικετών ειδοποιεί τον δικαιούχο του σήματος περί της επικολλήσεως αυτής πριν από τη διάθεση προς πώληση των προϋόντων επί των οποίων έχουν επικολληθεί νέες ετικέτες.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-349/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Frits Loendersloot, ενεργούντος υπό την εμπορική επωνυμία «F. Loendersloot Internationale Expeditie»,
και
George Ballantine & Son Ltd κ.λπ.,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, C. Gulmann (εισηγητή), H. Ragnemalm, M. Wathelet, προέδρους τμήματος, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, J. L. Murray, D. A. O. Edward, G. Hirsch, P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: D. Louterman-Hubeau, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο Frits Loendersloot, ενεργών υπό την εμπορική επωνυμία F. Loendersloot Internationale Expeditie, εκπροσωπούμενος από τον G. van der Wal, δικηγόρο Ξάγης,
- οι George Ballantine & Son Ltd κ.λπ., εκπροσωπούμενες από τον W. A. Hoyng, δικηγόρο Eindhoven,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον S. Braviner, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενo από τον Michael Silverleaf, barrister,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον H. van Lier, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Frits Loendersloot, ενεργούντος υπό την εμπορική επωνυμία F. Loendersloot Internationale Expeditie, εκπροσωπουμένου από τον G. van der Wal, των George Ballantine & Son Ltd κ.λπ., εκπροσωπουμένων από τον W. A. Hoyng, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένου από την L. Nicoll, του Treasury Solicitor's Department, επικουρούμενη από τον M. Silverleaf, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον H. van Lier, κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιανουαρίου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 3ης Νοεμβρίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Νοεμβρίου 1995, το Hoge Raad der Nederlanden υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 36 της ιδίας Συνθήκης.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Frits Loendersloot, ενεργούντος υπό την εμπορική επωνυμία F. Loendersloot Internationale Expeditie (στο εξής: Loendersloot), κατοίκου Κάτω Ξωρών, και των George Ballantine & Son Ltd, καθώς και δεκατεσσάρων άλλων εταιριών εγκατεστημένων στη Σκωτία ή στην Αγγλία (στο εξής: Ballantine κ.λπ.).
3 Οι Ballantine κ.λπ. παράγουν και εμπορεύονται οινοπνευματώδη ποτά, κυρίως ουίσκι. Τα προϋόντα τους απολαύουν μεγάλης φήμης και πωλούνται σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου.
4 Τα ποτά αυτά διατίθενται στο εμπόριο μέσα σε φιάλες επί των οποίων οι παραγωγοί επιθέτουν ετικέτες με το σήμα καθενός εξ αυτών, το οποίο τίθεται επίσης και στις συσκευασίες των φιαλών. Εξάλλου, οι Ballantine κ.λπ. αναγράφουν αριθμούς αναγνωρίσεως επί των ετικετών ή σε κάποιο άλλο μέρος επί των φιαλών καθώς και επί των συσκευασιών.
5 Ο Loendersloot είναι εταιρία μεταφορών και αποθηκεύσεως. Μεταξύ των πελατών του, περιλαμβάνονται επιχειρηματίες που ασχολούνται με τη λεγόμενη «παράλληλη» εμπορία. Οι επιχειρηματίες αυτοί αγοράζουν τα προϋόντα των Ballantine κ.λπ. σε χώρες όπου οι τιμές είναι σχετικά χαμηλές για να τα μεταπωλήσουν σε χώρες όπου οι τιμές είναι υψηλότερες.
6 Κατά τη διάρκεια του 1990, οι Ballantine κ.λπ. ενήγαγαν τον Loendersloot ενώπιον του Arrondissementsrechtbank te Breda, ζητώντας να του απαγορευθεί η διενέργεια ορισμένων πράξεων που προσβάλλουν τα δικαιώματά τους επί του σήματος ή επειδή είναι παράνομες για άλλους λόγους, και συγκεκριμένα
- η αφαίρεση των ετικετών που φέρουν το σήμα τους και η επανατοποθέτησή τους, με επικόλληση είτε των αρχικών ετικετών είτε απομιμήσεων των ετικετών αυτών,
- η αφαίρεση των αριθμών αναγνωρίσεως που αναγράφονται πάνω στις ή κάτω από τις αρχικές ετικέτες, καθώς και επί των συσκευασιών των φιαλών,
- η αφαίρεση της λέξεως αγγλικής λέξεως pure και του ονόματος του εγκεκριμένου από τις Ballantine κ.λπ. εισαγωγέα που αναγράφεται στις αρχικές ετικέτες και, ενδεχομένως, η αντικατάσταση του ονόματος αυτού με το όνομα άλλου προσώπου, και
- η εξαγωγή των ούτως μετασκευασμένων φιαλών σε εμπόρους εγκατεστημένους στη Γαλλία, στην Ισπανία, στην Αγγλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στην Ιαπωνία.
7 Ο Loendersloot υποστήριξε ότι, αν υποτεθεί ότι τέλεσε αυτές τις πράξεις, αυτές δεν συνιστούν παραποίηση του σήματος αλλ' ούτε είναι παράνομες για άλλους λόγους. Ο Loendersloot επισήμανε μεταξύ άλλων ότι οι πράξεις αυτές είναι απαραίτητες για την παράλληλη εμπορία των επιδίκων προϋόντων σε ορισμένες αγορές.
8 Το Arrondissementsrechtbank te Breda έκρινε ότι η αφαίρεση των αριθμών αναγνωρίσεως συνιστούσε παράνομη πράξη για λόγους που δεν συνδέονται με το δικαίωμα επί του σήματος και απαγόρευσε στον Loendersloot να τους αφαιρεί από τις φιάλες και τις συσκευασίες καθώς και να εξάγει τα ούτως μετασκευασθέντα προϋόντα. Το Arrondissementsrechtbank te Breda έκρινε επίσης ότι η αφαίρεση των σημάτων που έχουν τεθεί επί των φιαλών και επί των συσκευασιών και η επανατοποθέτησή τους στοιχειοθετούν πράξεις αντίθετες προς το δικαίωμα επί του σήματος, οπότε υποχρέωσε τις Ballantine κ.λπ. να προσκομίσουν αποδείξεις σχετικά με τα προβαλλόμενα από αυτές δικαιώματα επί του σήματος.
9 Ο Loendersloot άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Gerechtshof te 's-Hertogenbosch. Οι Ballantine κ.λπ. άσκησαν αντέφεση.
10 Το Gerechtshof ακύρωσε την απόφαση του Arrondissementsrechtbank όσον αφορά τις απαγορεύσεις αφαιρέσεως των αριθμών αναγνωρίσεως και εξαγωγής των εν λόγω προϋόντων. Πάντως, ως προς το θέμα της φερομένης προσβολής των δικαιωμάτων επί του σήματος, το Gerechtshof έκρινε ότι το Arrondissementsrechtbank είχε ορθώς αποφανθεί ότι η αφαίρεση και η επανατοποθέτηση του σήματος από τρίτον συνιστούν απαγορευμένη χρήση του σήματος αυτού. Το Gerechtshof απέρριψε το επιχείρημα του Loendersloot ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ αντίκεινται στην επιβολή της απαγορεύσεως που ζητούν οι Ballantine κ.λπ., κρίνοντας ότι το αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου του σήματος να τοποθετεί το εν λόγω σήμα αποτελεί μέρος του ειδικού περιεχομένου των σημάτων.
11 Ο Loendersloot άσκησε αναίρεση ενώπιον του Hoge Raad. Αναίρεση άσκησαν και οι Ballantine κ.λπ. Ο Loendersloot υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι το αναγνωριζόμενο στον δικαιούχο του σήματος δικαίωμα, δυνάμει της εθνικής του νομοθεσίας, να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί το σήμα του δικαιούχου και να το επανατοποθετεί δεν αποτελεί μέρος του ειδικού περιεχομένου του δικαιώματος επί του σήματος και οι Ballantine κ.λπ. ασκούν τα δικαιώματά τους επί του σήματος για να μπορούν να διατηρήσουν σύστημα αριθμών αναγνωρίσεως που έχει ως μοναδικό σκοπό την πάταξη της παράλληλης εμπορίας, οι λεπτομέρειες εφαρμογής της οποίας δεν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο.
12 Οι Ballantine κ.λπ. υποστήριξαν ότι το αποκλειστικό δικαίωμα που επικαλέστηκαν αποτελεί μέρος του ειδικού περιεχομένου του δικαιώματος επί του σήματος και οι αριθμοί αναγνωρίσεως δεν επιδιώκουν παρά θεμιτούς σκοπούς, όπως την απόσυρση των ελαττωματικών προϋόντων και την πάταξη της παραποιήσεως.
13 Με την απόφαση περί παραπομπής, το Hoge Raad έκρινε ότι η αφαίρεση και η επανατοποθέτηση σήματος από τρίτον, χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του σήματος, απαγορεύονται από το οικείο εθνικό δίκαιο. Το Hoge Raad, επειδή έκρινε ότι δεν μπορεί να αποφανθεί επί των επιχειρημάτων σχετικά με το άρθρο 36 της Συνθήκης χωρίς να υποβάλει προηγουμένως στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Περιλαμβάνεται στο ειδικό περιεχόμενο του δικαιώματος επί του σήματος η εξουσία που αντλεί από το εθνικό του δίκαιο ο δικαιούχος του σήματος, ως προς τα οινοπνευματώδη ποτά που παρασκευάζει, να απαγορεύει σε τρίτον να αφαιρεί από τις φιάλες και τις συσκευασίες φιαλών που έχει διαθέσει στο εμπόριο εντός της Κοινότητας ο δικαιούχος του σήματος τις ετικέτες με το εν λόγω σήμα και στη συνέχεια να επιθέτει εκ νέου τις ετικέτες αυτές ή να τις αντικαθιστά με παρόμοιες, χωρίς να αλλοιώνει την αρχική κατάσταση του προϋόντος;
2) Θα διέφερε εν προκειμένω η απάντηση - καθόσον πρόκειται για αντικατάσταση ετικετών με άλλες παρόμοιες - αν ο τρίτος παρέλειπε την αναγραφόμενη στις αρχικές ετικέτες ένδειξη pure και/ή το όνομα του εισαγωγέα και ενδεχομένως αντικαθιστούσε το όνομα αυτό με το όνομα άλλου προσώπου;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, λαμβανομένου όμως υπόψη ότι ο δικαιούχος του σήματος επωφελείται από την κατά το ερώτημα αυτό εξουσία του να εμποδίζει τον τρίτο να αφαιρεί τις ενδείξεις αναγνωρίσεως που έχει επιθέσει ο δικαιούχος του σήματος πάνω στις ή κάτω από τις ετικέτες και οι οποίες παρέχουν στον δικαιούχο του σήματος τη δυνατότητα να διαπιστώνει κενά στο σύστημα οργανώσεως των πωλήσεών του και κατ' αυτόν τον τρόπο να καταπολεμά την παράλληλη εμπορία των προϋόντων του, πρέπει η κατ' αυτόν τον τρόπο άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος να θεωρηθεί ότι αποτελεί "συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών" που αποσκοπεί στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών;
4) Πόσο θα διέφερε η απάντηση στο τρίτο ερώτημα αν ο δικαιούχος του σήματος είτε είχε επιθέσει αυτές τις ενδείξεις αναγνωρίσεως βάσει προβλεπόμενης από τον νόμο υποχρεώσεως ή χωρίς να υπέχει σχετική υποχρέωση, αλλά, εν πάση περιπτώσει, με σκοπό να έχει τη δυνατότητα product recall (απόσυρσης του προϋόντος) και/ή να μπορεί να περιορίζει αυτός την ευθύνη που υπέχει ως προς το προϋόν και/ή να πατάσσει την παραποίηση είτε επιδίωκε αποκλειστικά να πατάξει την παράλληλη εμπορία;»
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
14 Εισαγωγικώς, επισημαίνεται ότι το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τα ερωτήματά του στηριζόμενο στα ακόλουθα τρία στοιχεία:
- καταρχάς, η αφαίρεση και επανατοποθέτηση ή αντικατάσταση των σημάτων των Ballantine κ.λπ. συνιστούν προσβολές του δικαιώματός τους επί του σήματος βάσει της εθνικής νομοθεσίας·
- στη συνέχεια, οι απαγορεύσεις που οι Ballantine κ.λπ. ζητούν να επιβληθούν δημιουργούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, που είναι καταρχήν αντίθετα στους συναφείς κανόνες της Συνθήκης, και
- τέλος, τέτοια εμπόδια επιτρέπονται σύμφωνα με το άρθρο 36 της Συνθήκης, εάν δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, με την επιφύλαξη ότι δεν αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
15 Όσον αφορά το δεύτερο από τα στοιχεία αυτά, οι Ballantine κ.λπ. αμφισβητούν ότι οι αιτηθείσες απαγορεύσεις συνιστούν εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, εφόσον τίποτα δεν εμποδίζει τον Loendersloot να εξάγει προς τα άλλα κράτη μέλη τα επίδικα προϋόντα στην αρχική τους κατάσταση.
16 Συναφώς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στην παράγραφο 25 των προτάσεών του, δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η εκτίμηση του εθνικού δικαστηρίου ότι οι απαγορεύσεις που ζητούν οι Ballantine κ.λπ. συνιστούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών την οποία κατοχυρώνουν τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης ΕΚ.
17 Όσον αφορά το τρίτο στοιχείο, επισημάνθηκε ότι η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα δεν πρέπει να δοθεί στο πλαίσιο του άρθρου 36 της Συνθήκης, αλλά των διατάξεων της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), η οποία έπρεπε να μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992.
18 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί αν, ενόψει των εθνικών κανόνων που εφαρμόζονται σε απαγορεύσεις όπως αυτές που ζητήθηκαν στην κύρια δίκη, η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί πρέπει να λυθεί στο πλαίσιο του άρθρου 36 της Συνθήκης ή της οδηγίας 89/104 η οποία, στο άρθρο 7, ρυθμίζει το ζήτημα της αναλώσεως του δικαιώματος επί του σήματος όσον αφορά τα προϋόντα που τίθενται στο εμπόριο εντός της Κοινότητας. Πάντως, επισημαίνεται ότι το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής, όπως ακριβώς το άρθρο 36 της Συνθήκης, σκοπεί να συμβιβάσει τα θεμελιώδη συμφέροντα αφενός της προστασίας των δικαιωμάτων επί του σήματος και αφετέρου της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς, οπότε οι δύο αυτές διατάξεις, δεδομένου ότι σκοπούν στην επίτευξη του ιδίου αποτελέσματος, πρέπει να ερμηνεύονται με τον ίδιο τρόπο (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1996, C-427/93, C-429/93 και C-436/93, Bristol-Myers Squibb κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-3457, σκέψη 40· C-71/94, C-72/94 και C-73/94, Eurim Pharm, Συλλογή 1996, σ. Ι-3603, σκέψη 27, και C-232/94, ΜΡΑ Pharma, Συλλογή 1996, σ. Ι-3671, σκέψη 13).
Τα προδικαστικά ερωτήματα
19 Με τα τέσσερα ερωτήματα που ενδείκνυται να εξεταστούν από κοινού, το εθνικό δικαστήριο ρωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι, ακόμη και αν αποτελεί εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, ο δικαιούχος σήματος μπορεί να επικαλείται το δικαίωμά του επί του σήματος για να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί και στη συνέχεια να επανατοποθετεί ή να αντικαθιστά τις ετικέτες που φέρουν το εν λόγω σήμα και έχουν τεθεί από τον ίδιο τον δικαιούχο επί των προϋόντων τα οποία διέθεσε στην κοινοτική αγορά, μη αλλοιουμένης της αρχικής καταστάσεως των προϋόντων.
20 Συγκεκριμένα, τα ερωτήματα αφορούν καταστάσεις όπου η επικόλληση νέων ετικετών λαμβάνει χώρα προκειμένου
- να αφαιρεθούν οι αριθμοί αναγνωρίσεως που έχει θέσει ο δικαιούχος του σήματος πάνω στις ή κάτω από τις ετικέτες και επί της συσκευασίας των φιαλών και
- να αφαιρεθεί η αγγλική λέξη pure καθώς και το όνομα του εγκεκριμένου εισαγωγέα που αναγράφεται επί των ετικετών και, ενδεχομένως, να αντικατασταθεί το όνομα αυτού με το όνομα άλλου προσώπου.
Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της σημασίας του γεγονότος ότι, αφενός, ο δικαιούχος του σήματος ασκεί το δικαίωμά του για να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί τους αριθμούς αναγνωρίσεως που επιτρέπουν στον δικαιούχο να διαπιστώνει ενδεχόμενα κενά στο σύστημα οργανώσεως των πωλήσεών του και να πατάσσει με τον τρόπο αυτό την παράλληλη εμπορία και ότι, αφετέρου, οι αριθμοί αναγνωρίσεως εξυπηρετούν άλλους σκοπούς, ιδίως την τήρηση προβλεπόμενης από τον νόμο υποχρεώσεως ή τη δυνατότητα αποσύρσεως του προϋόντος, τον περιορισμό της ευθύνης του παραγωγού ή ακόμα την πάταξη της παραποιήσεως.
Επί της νομολογίας του Δικαστηρίου
21 Για να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 36 επιτρέπει παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς μόνο στο μέτρο που δικαιολογούνται από την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό περιεχόμενο αυτής της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
22 Όσον αφορά το δικαίωμα επί του σήματος, το Δικαστήριο έχει πει ότι τούτο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού που σκοπεί να εγκαθιδρύσει η Συνθήκη. Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι σε θέση να προσελκύουν την πελατεία με την ποιότητα των προϋόντων τους ή των υπηρεσιών τους, πράγμα που είναι δυνατό μόνο χάρη στην ύπαρξη διακριτικών γνωρισμάτων που εξατομικεύουν τα προϋόντα και τις υπηρεσίες αυτές. Για να μπορεί το σήμα να επιτελεί τη λειτουργία αυτή, πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι όλα τα προϋόντα επί των οποίων έχει τεθεί έχουν κατασκευαστεί υπό τον έλεγχο μιας μόνον επιχειρήσεως, η οποία έχει την ευθύνη για την ποιότητά τους (βλ. μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, Hag, Συλλογή 1990, σ. Ι-3711, σκέψη 13, στο εξής: απόφαση Ηαg ΙΙ, και Bristol-Myers Squibb κ.λπ., προαναφερθείσα, σκέψη 43). Κατά συνέπεια, το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος συνίσταται κυρίως στην παροχή στον δικαιούχο του σήματος του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσεως του σήματος για την πρώτη θέση σε κυκλοφορία του προϋόντος και, επομένως, στην προστασία του κατά των ανταγωνιστών που θα ήθελαν να εκμεταλλευθούν τη θέση και τη φήμη του σήματος, πωλώντας προϋόντα επί των οποίων έχει τεθεί παρανόμως το εν λόγω σήμα (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Μαου 1978, 102/77, Hoffmann-La Roche, Συλλογή τόμος 1978, σ. 351, σκέψη 7· προαναφερθείσες αποφάσεις Hag II, σκέψη 14, και Bristol-Myers Squibb κ.λπ, σκέψη 44).
23 Από τα προαναφερθέντα συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δικαιούχος σήματος προστατευομένου από τη νομοθεσία κράτους μέλους δεν μπορεί να επικαλείται τη νομοθεσία αυτή για να αντιτίθεται στην εισαγωγή ή την εμπορία προϋόντος το οποίο διατίθεται νομίμως στην αγορά άλλου κράτους μέλους από τον ίδιο ή με τη συναίνεσή του (βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψη 45). Πράγματι, το αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος δεν έγκειται στο να επιτρέπει στους δικαιούχους να στεγανοποιούν τις εθνικές αγορές και να υποβοηθεί έτσι τη διατήρηση των διαφορών που είναι δυνατό να υφίστανται μεταξύ των τιμών στα διάφορα κράτη μέλη (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψη 46).
24 Συγκεκριμένα, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν το αποκλειστικό δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο του σήματος περιλαμβάνει τη δυνατότητά του να αντιτάσσεται στη χρησιμοποίηση του σήματος από τον τρίτον που έχει ανασυσκευάσει το προϋόν, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η ουσιώδης λειτουργία του σήματος, που έγκειται στο ότι παρέχει στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την εγγύηση ότι το φέρον το σήμα προϋόν έχει συγκεκριμένη προέλευση, καθόσον του δίνει τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως, το εν λόγω προϋόν από τα προϋόντα άλλης προελεύσεως. Η εν λόγω εγγύηση προελεύσεως συνεπάγεται ότι ο καταναλωτής ή ο τελικός χρήστης μπορεί να είναι βέβαιος ότι το πωλούμενο προϋόν που φέρει σήμα δεν αποτέλεσε, σε προγενέστερο στάδιο εμπορίας, αντικείμενο παρεμβάσεως τρίτου μη εξουσιοδοτημένου από τον δικαιούχο του σήματος, η οποία αλλοίωσε την αρχική του κατάσταση (προαναφερθείσες αποφάσεις Hoffmann-La Roche, σκέψη 7, και Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψη 47).
25 Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο του σήματος να αντιτίθεται σε κάθε χρησιμοποίηση του εν λόγω σήματος ικανή να νοθεύσει την εγγύηση προελεύσεως, όπως διασαφηνίστηκε η εγγύηση αυτή ανωτέρω, ανάγεται στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος, η προστασία του οποίου μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (αποφάσεις Hoffmann-La Roche, προαναφερθείσα, σκέψη 7, της 3ης Δεκεμβρίου 1981, 1/81, Pfizer, Συλλογή 1981, σ. 2913, σκέψη 9, και Bristol-Myers Squibb κ.λπ., προαναφερθείσα σκέψη 48).
26 Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στο πλαίσιο διαφορών σχετικά με την ανασυσκευασία φαρμακευτικών προϋόντων για τον σκοπό της παράλληλης εμπορίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι καταρχήν ο δικαιούχος του σήματος μπορεί νομίμως να αντιτίθεται στη μεταγενέστερη εμπορία φαρμακευτικού προϋόντος όταν ο εισαγωγέας ανασυσκεύασε το προϋόν και εναπόθεσε σ' αυτό σήμα (βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση Hoffmann-La Roche, σκέψη 8, και, όσον αφορά το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 89/104, την προαναφερθείσα απόφαση Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψη 50).
27 Αντίθετα προς αυτά που ισχυρίζεται η Loendersloot, η νομολογία αυτή ισχύει και σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, το φέρον το σήμα προϋόν αποτέλεσε, εν προκειμένω, αντικείμενο παρεμβάσεως, την οποία ενήργησε τρίτος χωρίς την εξουσιοδότηση του δικαιούχου του σήματος, η οποία μπορεί να αλλοιώσει την προσφερόμενη από το σήμα εγγύηση προελεύσεως.
28 Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Hoffmann-La Roche, σκέψη 10· απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978, 3/78, Centrafarm, Συλλογή τόμος 1978, σ. 56, σκέψεις 21 και 22, και την προαναφερθείσα απόφαση Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψεις 49 και 50), το άρθρο 36 δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του σήματος να αντιτίθεται στην επανατοποθέτηση του σήματος εφόσον το ούτως ασκούμενο δικαίωμά του επί του σήματος συντείνει στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών και η επανατοποθέτηση του σήματος γίνεται κατά τέτοιον τρόπο ώστε δεν θίγονται τα νόμιμα συμφέροντα του δικαιούχου του σήματος. Η προστασία των νομίμων αυτών συμφερόντων συνεπάγεται μεταξύ άλλων ότι δεν αλλοιώνεται η αρχική κατάσταση του περιλαμβανομένου στη συσκευασία προϋόντος και η επανατοποθέτηση του σήματος δεν γίνεται κατά τρόπο που μπορεί να θίξει τη φήμη του σήματος και του δικαιούχου του σήματος.
29 Επομένως, δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να επικαλείται το δικαίωμα αυτό για να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί και στη συνέχεια να επαναθέτει ή να αντικαθιστά τις ετικέτες που φέρουν το σήμα του, εκτός
- αν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο, με σκοπό να εμποδίζει την εμπορία των προϋόντων επί των οποίων έχουν επικολληθεί νέες ετικέτες με το εν λόγω σήμα, θα συνέτεινε στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών,
- αν αποδεικνύεται ότι η επικόλληση νέων ετικετών δεν αλλοιώνει την αρχική κατάσταση του προϋόντος και
- αν η παρουσίαση του προϋόντος επί του οποίου έχει επικολληθεί νέα ετικέτα δεν μπορεί να βλάψει τη φήμη του σήματος ή τη φήμη του δικαιούχου του.
30 Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αυτός που ανασυσκευάζει φαρμακευτικά προϋόντα πρέπει να ειδοποιήσει τον δικαιούχο του σήματος για την ανασυσκευασία, να του παραδώσει, αν ο δικαιούχος το απαιτήσει, δείγμα του ανασυσκευασμένου προϋόντος και να αναφέρει στο ανασυσκευασμένο προϋόν ποιος είναι υπεύθυνος της ανασυσκευασίας (βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση Bristol-Myers Squibb κ.λπ.).
31 Συνεπώς, οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να εξετασθούν ενόψει των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως.
32 Όσον αφορά την αρχική κατάσταση του προϋόντος, παρατηρείται ότι από τη διατύπωση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ότι, κατά το εθνικό δικαστήριο, η επίδικη επικόλληση νέων ετικετών δεν αλλοιώνει την αρχική κατάσταση του προϋόντος.
33 Όσον αφορά την προστασία της φήμης του σήματος, επισημαίνεται ότι ο τρίτος ο οποίος προβαίνει στην επικόλληση νέων ετικετών επί του προϋόντος πρέπει να μεριμνά ώστε να μη θίγεται από την ακατάλληλη παρουσίαση του προϋόντος επί του οποίου έχει επικολληθεί η νέα ετικέτα η φήμη του σήματος - και συνεπώς η φήμη του δικαιούχου του (βλ., μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψεις 75 και 76). Το εθνικό δικαστήριο, για να κρίνει αν τούτο συμβαίνει εν προκειμένω, πρέπει, μεταξύ άλλων, να λάβει υπόψη το συμφέρον των Ballantine κ.λπ. για την προστασία της εικόνας των προϋόντων τους ως προϋόντων πολυτελείας και τη μεγάλη φήμη που απολαύουν.
34 Από τον φάκελο της υποθέσεως προκύπτει ότι η διαφορά επικεντρώνεται καταρχήν στην εφαρμογή της προϋποθέσεως σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο, η οποία συντείνει στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών.
35 Συναφώς, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψη 52, το Δικαστήριο έκρινε ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο, με σκοπό να απαγορευθεί η εμπορία υπ' αυτό το σήμα των προϋόντων που έχουν ανασυσκευασθεί από τρίτον, θα συνέτεινε στη στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως στην περίπτωση που ο δικαιούχος διαθέτει στην αγορά διαφόρων κρατών μελών το ίδιο φαρμακευτικό προϋόν σε διαφορετικές συσκευασίες, το δε προϋόν, με τη μορφή που διατίθεται από τον δικαιούχο του σήματος στην αγορά ενός κράτους μέλους, δεν μπορεί να εισαχθεί και να διατεθεί στην αγορά άλλου κράτους μέλους από παράλληλο εισαγωγέα.
36 Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε, στις σκέψεις 56 και 57 της αποφάσεως αυτής, ότι η εξουσία του δικαιούχου σήματος να αντιτάσσεται στην εμπορία των ανασυσκευασμένων προϋόντων, εφόσον φέρουν το σήμα αυτό, πρέπει να περιορίζεται μόνο στο μέτρο που η ανασυσκευσία στην οποία έχει προβεί ο εισαγωγέας είναι αναγκαία για τη διάθεση του προϋόντος στην αγορά του κράτους μέλους εισαγωγής. Αντιθέτως, δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται ότι ο δικαιούχος του σήματος επιδίωξε εσκεμμένα να στεγανοποιήσει τις αγορές μεταξύ των κρατών μελών.
37 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, ο Loendersloot ισχυρίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο με σκοπό να εμποδίζει τον Loendersloot να προβαίνει στην επίδικη επικόλληση νέων ετικετών συντείνει στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών των κρατών μελών για να διατηρεί τις διαφορές τιμών που δεν δικαιολογούνται από τις διαφορές του πραγματικού κόστους. Σύμφωνα με τον Loendersloot, η επικόλληση νέων ετικετών είναι αναγκαία για δύο λόγους. Καταρχάς, επειδή είναι απαραίτητη για να μπορούν να αφαιρούνται οι αριθμοί αναγνωρίσεως που έχουν τεθεί επί των φιαλών από τις Ballantine κ.λπ., πράγμα το οποίο είναι αναγκαίο για να διαφυλάσσεται η ανωνυμία των μεταπωλητών που μετέχουν στην παράλληλη εμπορία. Ξωρίς την ανωνυμία αυτή, ο Loendersloot δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να προμηθεύεται από τους δικαιούχους των Ballantine κ.λπ., οι οποίοι φοβούνται την επιβολή κυρώσεων εκ μέρους των παραγωγών εάν οι παραγωγοί αυτοί γνωρίζουν την ταυτότητα των μεταπωλητών που μετέχουν στις παράλληλες πωλήσεις. Στη συνέχεια, η επικόλληση νέων ετικετών είναι αναγκαία για να μπορεί να αφαιρείται η λέξη pure ή να τροποποιούνται οι ενδείξεις του εισαγωγέα προκειμένου να καθίσταται δυνατή η εμπορία του προϋόντος στη χώρα προορισμού.
38 Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, στα οποία εναπόκειται να κρίνουν αν η επικόλληση νέων ετικετών είναι αναγκαία για να αποφεύγεται η τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών, διαφέρει σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση υπόθεση και σε περιπτώσεις σχετικές με την ανασυσκευασία των φαρμακευτικών προϋόντων. Πράγματι, στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να εξετάζουν αν στις αγορές των δικών τους κρατών επικρατούν συνθήκες που καθιστούν αντικειμενικώς αναγκαία την ανασυσκευασία. Αντιθέτως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να κρίνει αν η επικόλληση νέων ετικετών είναι αναγκαία, αφενός, για την προστασία των πηγών προμηθείας της παράλληλης εμπορίας και, αφετέρου, για να μπορούν τα προϋόντα να διατίθενται στο εμπόριο στις διάφορες αγορές των κρατών μελών για τις οποίες προορίζονται.
Επί της αφαιρέσεως των αριθμών αναγνωρίσεως
39 Όσον αφορά την αφαίρεση και την επανατοποθέτηση ή αντικατάσταση των ετικετών για τον σκοπό εξαλείψεως των αριθμών αναγνωρίσεως, οι Ballantine κ.λπ. επισημαίνουν ότι η εξάλειψη αυτή ουδόλως είναι αναγκαία για να μπορούν τα επίδικα προϋόντα να διατίθενται στο εμπόριο στις αγορές των διαφόρων κρατών μελών σύμφωνα με τους εκεί ισχύοντες κανόνες.
40 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, μολονότι η παρατήρηση αυτή είναι καθαυτή ορθή, η αφαίρεση των αριθμών αναγνωρίσεως μπορεί να αποδειχθεί αναγκαία, όπως επισήμανε ο Loendersloot, για να αποφεύγεται η τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών, που προκαλείται από τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι μετέχοντες στην παράλληλη εμπορία να προμηθεύονται από τους διανομείς των Ballantine κ.λπ., οι οποίοι φοβούνται τις επιβαλλόμενες από τους παραγωγούς κυρώσεις σε περίπτωση πωλήσεων στα πρόσωπα αυτά. Πράγματι, ακόμη και αν, όπως επισήμαναν οι Ballantine κ.λπ., τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους των παραγωγών συνιστά παράβαση των σχετικών με τον ανταγωνισμό κανόνων της Συνθήκης, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι οι αριθμοί αναγνωρίσεως έχουν τεθεί επί των προϋόντων από τους παραγωγούς για να τους παρέχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τη διαδρομή των προϋόντων τους, και τούτο με τον σκοπό να εμποδίζουν τους μεταπωλητές τους να προμηθεύουν τα πρόσωπα που επιδίδονται στην παράλληλη εμπορία.
41 Πάντως, πρέπει επίσης να αναγνωρισθεί ότι, για τους παραγωγούς, η αναγραφή των αριθμών αναγνωρίσεως μπορεί να είναι αναγκαία για την τήρηση προβλεπομένης εκ του νόμου υποχρεώσεως, ιδίως της απορρέουσας από την οδηγία 89/396/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, σχετικά με τις ενδείξεις ή τα σήματα που επιτρέπουν την αναγνώριση της παρτίδας στην οποία ανήκει ένα τρόφιμο (ΕΕ L 186, σ. 21), ή για την πραγματοποίηση άλλων σημαντικών και θεμιτών από πλευράς κοινοτικού δικαίου σκοπών όπως η απόσυρση των ελαττωματικών προϋόντων και η πάταξη της παραποιήσεως.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όταν οι αριθμοί αναγνωρίσεως έχουν τεθεί για να εξυπηρετήσουν σκοπούς όπως οι αναφερόμενοι στην προηγηθείσα σκέψη, το γεγονός ότι ο δικαιούχος του σήματος επικαλείται το δικαίωμά του αυτό για να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί και στη συνέχεια να επανατοποθετεί ή αντικαθιστά τις ετικέτες που φέρουν το εν λόγω σήμα ώστε να εξαλείψει τους αριθμούς αυτούς δεν συντείνει στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν μπορούν να περιορίζονται τα δικαιώματα που ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να επικαλείται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης.
43 Όσον αφορά την περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι, αφενός, οι αριθμοί αναγνωρίσεως έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση θεμιτών από πλευράς κοινοτικού δικαίου σκοπών, αλλ' ότι, αφετέρου, οι αριθμοί αυτοί χρησιμοποιούνται επίσης από τον δικαιούχο του σήματος για να του επιτρέπουν να διαπιστώνει κενά στο σύστημα οργανώσεως των πωλήσεών του και να πατάσσει κατά τον τρόπο αυτό την παράλληλη εμπορία των προϋόντων του, οι μετέχοντες στην παράλληλη εμπορία μπορούν να προστατευθούν από τις πράξεις αυτές στο πλαίσιο των σχετικών με τον ανταγωνισμό κανόνων της Συνθήκης.
Ως προς την αφαίρεση της λέξεως pure και του ονόματος του εισαγωγέα από τις ετικέτες
44 Ο Loendersloot υποστηρίζει ότι το συμφέρον των πελατών του να αφαιρούν τη λέξη pure και το όνομα του εισαγωγέα που αναγράφεται στις ετικέτες και, ενδεχομένως, να το αντικαθιστούν με το όνομα του παράλληλου εισαγωγέα συνδέεται με τις ισχύουσες στη χώρα προορισμού διατάξεις σε θέματα επικολλήσεως ετικετών. Με τις πράξεις αυτές, ο Loendersloot απλώς καθιστά το προϋόν εμπορεύσιμο στις επίδικες αγορές. Συναφώς, ο Loendersloot παρατηρεί ότι ορισμένες χώρες απαγορεύουν τη χρησιμοποίηση της λέξεως pure και μπορεί να είναι αναγκαία η αφαίρεση του ονόματος του επισήμου εισαγωγέα που αναγράφεται στην ετικέτα ή η αντικατάστασή του με το όνομα του παράλληλου εισαγωγέα για να τηρούνται οι κανόνες της χώρας προορισμού του προϋόντος, ακόμη κι αν οι κανόνες αυτοί έχουν εναρμονισθεί στην Κοινότητα με την οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/24, σ. 33).
45 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος των Ballantine κ.λπ. προκειμένου να εμποδίζουν την επικόλληση νέων ετικετών για τους σκοπούς που επικαλέστηκε ο Loendersloot συντείνει πράγματι στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών στο μέτρο που αποδεικνύεται ότι η ένδειξη της αγγλικής λέξεως pure και του ονόματος του εγκεκριμένου εισαγωγέα που αναγράφονται στις αρχικές ετικέτες εμποδίζει την εμπορία των εν λόγω προϋόντων στην αγορά του κράτους μέλους προορισμού, διότι δεν τηρούνται οι ισχύοντες στο κράτος αυτό κανόνες περί επικολλήσεως ετικετών. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η επικόλληση νέων ετικετών είναι αναγκαία για την εμπορία του προϋόντος στο κράτος αυτό.
46 Πάντως, επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι το πρόσωπο που προβαίνει στην επικόλληση νέων ετικετών πρέπει να χρησιμοποιεί μέσα που καθιστούν πραγματοποιήσιμη την παράλληλη εμπορία, αλλοιώνοντας το δυνατόν λιγότερο το ειδικό περιεχόμενο του δικαιώματος επί του σήματος. Έτσι, όταν οι αναγραφόμενες επί των αρχικών ετικετών ενδείξεις συνάδουν μεν με τους ισχύοντες στο κράτος μέλος προορισμού κανόνες περί επικολλήσεως ετικετών, οι κανόνες δε αυτοί απαιτούν συμπληρωματικές πληροφορίες, δεν είναι απαραίτητο να αφαιρούνται και να επανατίθενται ή να αντικαθίστανται οι αρχικές ετικέτες, εφόσον μπορεί να αρκεί η τοποθέτηση επί των εν λόγω φιαλών ενός απλού αυτοκόλλητου στο οποίο αναγράφονται οι συμπληρωματικές πληροφορίες.
Επί των λοιπών προϋποθέσεων που πρέπει ενδεχομένως να πληρούνται
47 Τέλος, πρέπει να εξεταστούν οι λοιπές επιβαλλόμενες από τη νομολογία του Δικαστηρίου προϋποθέσεις σχετικά με την ανασυσκευασία των φαρμακευτικών προϋόντων, οι οποίες προαναφέρθηκαν στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, δηλαδή ότι ο προβαίνων στην ανασυσκευασία πρέπει να ειδοποιήσει τον δικαιούχο του σήματος για την ανασυσκευασία, να του παραδώσει, αν ο δικαιούχος το απαιτήσει, δείγμα του ανασυσκευασμένου προϋόντος και να αναγράψει στο ανασυσκευασμένο προϋόν ποιος είναι υπεύθυνος της ανασυσκευασίας. Οι Ballantine κ.λπ. ισχυρίστηκαν ότι, σε περίπτωση, όπως η υπόθεση της κύριας δίκης, που το κοινοτικό δίκαιο περιορίζει το δικαίωμά τους, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες περί σημάτων, να αντιτίθενται στην επανατοποθέτηση των σημάτων, πρέπει να ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις. Αντιθέτως, ο Loendersloot φρονεί ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις ισχύουν μόνο για την ανασυσκευασία των φαρμακευτικών προϋόντων.
48 Συναφώς, παρατηρείται ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η επιβολή των προϋποθέσεων αυτών στον προβαίνοντα στην ανασυσκευασία δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι επιταγές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων συνεπάγονται ότι αναγνωρίζεται στον προβαίνοντα στην ανασυσκευασία ορισμένη δυνατότητα την οποία, υπό κανονικές συνθήκες, έχει μόνον ο δικαιούχος του σήματος (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Bristol-Myers Squibb κ.λπ., σκέψη 68). Πάντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι και οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις θεσπίστηκαν λαμβανομένων υπόψη των νομίμων συμφέροντων του δικαιούχου του σήματος σε σχέση με τις ιδιαιτερότητες του τομέα των φαρμακευτικών προϋόντων.
49 Αντιθέτως, σε περίπτωση όπως η επίδικη στη διαφορά της κύριας δίκης και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της πράξεως του προβαίνοντος στην επικόλληση νέων ετικετών, τα συμφέροντα του δικαιούχου του σήματος, ιδίως δε το συμφέρον του να μπορεί να πατάσσει την παραποίηση, λαμβάνονται επαρκώς υπόψη αν ο προβαίνων στην επικόλληση νέων ετικετών ειδοποιεί τον δικαιούχο πριν από τη διάθεση προς πώληση των προϋόντων επί των οποίων έχουν επικολληθεί νέες ετικέτες.
50 Ενόψει των προεκτεθέντων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης έχει την έννοια ότι, ακόμη και αν αποτελεί εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να επικαλείται το δικαίωμά του αυτό για να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί και στη συνέχεια να επαναθέτει ή να αντικαθιστά τις ετικέτες που φέρουν το εν λόγω σήμα και οι οποίες έχουν τοποθετηθεί από τον ίδιο επί των προϋόντων τα οποία διέθεσε στην κοινοτική αγορά, εκτός
- αν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο, με σκοπό να εμποδίζει την εμπορία των προϋόντων επί των οποίων έχουν επικολληθεί νέες ετικέτες με το εν λόγω σήμα, θα συνέτεινε στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών·
- αν αποδεικνύεται ότι η επικόλληση νέων ετικετών δεν αλλοιώνει την αρχική κατάσταση του προϋόντος·
- αν η παρουσίαση του προϋόντος επί του οποίου έχει επικολληθεί νέα ετικέτα δεν μπορεί να βλάψει τη φήμη του σήματος και τη φήμη του δικαιούχου του, και
- αν το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην επικόλληση νέων ετικετών ειδοποιεί τον δικαιούχο του σήματος περί της επικολλήσεως αυτής πριν από τη διάθεση προς πώληση των προϋόντων επί των οποίων έχουν επικολληθεί νέες ετικέτες.
51 Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν, λαμβάνοντας υπόψη τα προπαρατεθέντα στοιχεία, οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
52 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 3ης Νοεμβρίου 1995 το Hoge Raad der Nederlanden, αποφαίνεται:
Το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι, ακόμη και αν αποτελεί εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να επικαλείται το δικαίωμά του αυτό για να εμποδίζει τρίτον να αφαιρεί και στη συνέχεια να επαναθέτει ή να αντικαθιστά τις ετικέτες που φέρουν το εν λόγω σήμα και οι οποίες έχουν τοποθετηθεί από τον ίδιο επί των προϋόντων τα οποία διέθεσε στην κοινοτική αγορά, εκτός
- αν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος από τον δικαιούχο, με σκοπό να εμποδίζει την εμπορία των προϋόντων επί των οποίων έχουν επικολληθεί νέες ετικέτες με το εν λόγω σήμα, θα συνέτεινε στην τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών μεταξύ των κρατών μελών·
- αν αποδεικνύεται ότι η επικόλληση νέων ετικετών δεν αλλοιώνει την αρχική κατάσταση του προϋόντος·
- αν η παρουσίαση του προϋόντος επί του οποίου έχει επικολληθεί νέα ετικέτα δεν μπορεί να βλάψει τη φήμη του σήματος και τη φήμη του δικαιούχου του, και
- αν το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην επικόλληση νέων ετικετών ειδοποιεί τον δικαιούχο του σήματος περί της επικολλήσεως αυτής πριν από τη διάθεση προς πώληση των προϋόντων επί των οποίων έχουν επικολληθεί νέες ετικέτες.
Full & Egal Universal Law Academy