Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ΕΚΑΕ - Καθεστώς εφοδιασμού - Υποχρέωση του Οργανισμού Εφοδιασμού να διασφαλίζει τη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής - Δεν υφίσταται - Δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ της κοινοτικής παραγωγής και των εισαγομένων προϋόντων τόσο σε σχέση με τη συνήθη διαδικασία αντιπαραθέσεως προσφορών και ζητήσεων όσο και σε σχέση με την απλοποιημένη διαδικασία
(Συνθήκη ΕΚΑΕ, άρθρα 52 έως 76· κανονισμός του Οργανισμού Εφοδιασμού της ΕΚΑΕ περί καθορισμού των διαδικασιών εκτιμήσεως των προσφορών και των ζητήσεων μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών και ειδικών σχασίμων υλικών, άρθρο 5 α)
Περίληψη
Ο Οργανισμός Εφοδιασμού Ευρατόμ συστήθηκε για να διασφαλίσει, υπό τους όρους που προβλέπει το κεφάλαιο 6 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, τον τακτικό και δίκαιο εφοδιασμό όλων των καταναλωτών σε μεταλλεύματα και πυρηνικά καύσιμα.
Το κεφάλαιο αυτό δεν περιλαμβάνει, αντιθέτως, καμία διάταξη υποχρεώνουσα τον Οργανισμό να διασφαλίσει τη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής μεταλλευμάτων. Τουναντίον, εφόσον το άρθρο 60 της Συνθήκης, σχετικά με τη διαδικασία αντιπαραθέσεως προσφορών και ζητήσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στις προμήθειες κοινοτικής προελεύσεως αλλά και, σύμφωνα με την παραπομπή του άρθρου 65, επί των αιτήσεων των καταναλωτών και επί των συμβάσεων μεταξύ των καταναλωτών και του Οργανισμού, που αφορούν την προμήθεια μεταλλευμάτων προερχομένων από το εξωτερικό της Κοινότητας, καμία διάκριση δεν πρέπει να γίνει, στο πλαίσιο του συστήματος συγκεντρώσεως των προσφορών και των ζητήσεων στον Οργανισμό, ανάλογα με την καταγωγή των προϋόντων.
Ομοίως, η απλοποιημένη διαδικασία αντιπαραθέσεως των προσφορών και των ζητήσεων, όπως ρυθμίζεται στο άρθρο 5α του κανονισμού του Οργανισμού, το οποίο εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 60, έκτο εδάφιο, της Συνθήκης, εφαρμόζεται και στις προμήθειες που εισάγονται από τρίτες χώρες, δεδομένου ότι το άρθρο 65 παραπέμπει στο άρθρο 60 στο σύνολό του. Επιπλέον, η διαδικασία αυτή δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 66 της Συνθήκης, δεδομένου ότι δεν προσβάλλει το αποκλειστικό δικαίωμα του Οργανισμού να συνάπτει απ' ευθείας τις συμβάσεις, εφόσον, κατά το άρθρο 5α, στοιχεία δδ έως ηη, του κανονισμού, σ' αυτόν εναπόκειται να τις συνάψει, πράγμα το οποίο μπορεί να αρνηθεί.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-357/95 P,
Empresa Nacional de Urβnio SA (ENU), εταιρία πορτογαλικού δικαίου, με έδρα την Urgeiriηa, Nelas (Πορτογαλία), εκπροσωπούμενη από τους Joγo Mota de Campos και Joγo Luis dos Reis Mota de Campos, δικηγόρους Λισσαβώνας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joaquim Calvo Basαran, 34, boulevard Ernest Feltgen,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 15 Σεπτεμβρίου 1995 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (δεύτερο πενταμελές τμήμα) στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-458/93 και Τ-523/93, ENU κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2459) και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής, όπου ο έτερος διάδικος είναι η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Antσnio Caeiro και Jόrgen Grunwald, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, G. F. Mancini, J. L. Murray και L. Sevσn, προέδρους τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann, H. Ragnemalm και M. Wathelet (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fenelly
γραμματέας: H. A. Rόhl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 8ης Οκτωβρίου 1996,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Δεκεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Νοεμβρίου 1995, η Empresa Nacional de Urβnio SA (στο εξής: ΕΝU) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 50 του Οργανισμού (ΕΚΑΕ) του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως της 15ης Σεπτεμβρίου 1995, Τ-458/93 και Τ-523/93, ENU κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2459, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές της αναιρεσείουσας, που είχαν ως αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως 93/428/Ευρατόμ της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1993, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ (EE L 197, σ. 54, στο εξής: επίδικη απόφαση), και, αφετέρου, την αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας λόγω της παραβάσεως των διατάξεων του κεφαλαίου 6 της Συνθήκης EKAE, και καταδίκασε την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
2 Κατά το άρθρο 2, στοιχείο δδ, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η Κοινότητα οφείλει να μεριμνά για τον τακτικό και δίκαιο εφοδιασμό όλων των καταναλωτών της Κοινότητας με μεταλλεύματα και πυρηνικά καύσιμα. Η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής αποτελεί το αντικείμενο του τίτλου ΙΙ, κεφάλαιο 6 (άρθρα 52 έως 76), το οποίο θεσπίζει κοινό καθεστώς σχετικά με τον εφοδιασμό σε μεταλλεύματα, αρχικά υλικά και ειδικά σχάσιμα υλικά.
3 Το άρθρο 52, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ορίζει τα εξής: «Ο εφοδιασμός σε μεταλλεύματα, αρχικά υλικά και ειδικά σχάσιμα υλικά εξασφαλίζεται (...) βάσει της αρχής της ίσης προσβάσεως στις πηγές εφοδιασμού και διά της επιδιώξεως μιας κοινής πολιτικής εφοδιασμού». Κατά συνέπεια, «απαγορεύεται κάθε πρακτική η οποία έχει ως σκοπό την εξασφάλιση προνομιακής θέσεως σε ορισμένους καταναλωτές» (άρθρο 52, παράγραφος 2, στοιχείο αα).
4 Για την ευδόκιμη άσκηση της πολιτικής αυτής, το άρθρο 52, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της Συνθήκης ΕΚΑΕ προέβλεψε τη σύσταση Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ (στο εξής: Οργανισμός), ο οποίος έχει νομική προσωπικότητα και οικονομική αυτονομία (άρθρο 54 της ίδιας Συνθήκης).
5 Επιπλέον, το άρθρο 53 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ορίζει τα εξής:
«Ο Οργανισμός τελεί υπό τον έλεγχο της Επιτροπής, η οποία του παρέχει τις οδηγίες της, έχει δικαίωμα αρνησικυρίας επί των αποφάσεών του και διορίζει τον γενικό διευθυντή και τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή του.
Κάθε σιωπηρή ή ρητή πράξη του Οργανισμού, κατά την άσκηση του δικαιώματός του προαιρέσεως ή του αποκλειστικού του δικαιώματος να συνάπτει συμβάσεις προμηθειών, δύναται να αχθεί από τους ενδιαφερομένους ενώπιον της Επιτροπής, η οποία λαμβάνει απόφαση εντός προθεσμίας ενός μηνός.»
6 Για να εκπληρώσει την αποστολή του στον τομέα του εφοδιασμού ο Οργανισμός διαθέτει δύο νομικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 52, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, ήτοι το δικαίωμα προαιρέσεως επί της κτήσεως των μεταλλευμάτων, των αρχικών υλικών και των ειδικών σχασίμων υλικών που παράγονται στις επικράτειες των κρατών μελών, καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα να συνάπτει συμβάσεις προμηθείας μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών ή ειδικών σχασίμων υλικών που προέρχονται από κράτη εντός ή εκτός της Κοινότητας.
7 Όσον αφορά τον εφοδιασμό σε αρχικά υλικά, όπως ορίζονται στο άρθρο 197 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, που προέρχονται από την Κοινότητα, το δικαίωμα προαιρέσεως του Οργανισμού εκτείνεται επί της κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας (άρθρο 57, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της Συνθήκης ΕΚΑΕ) την οποία δύναται στη συνέχεια να μεταβιβάσει στους καταναλωτές υπό τους όρους του άρθρου 60 της ίδιας Συνθήκης.
8 Κατά το άρθρο 57, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, ο Οργανισμός ασκεί το δικαίωμά του προαιρέσεως διά της συνάψεως συμβάσεων με τους παραγωγούς οι οποίοι υποχρεούνται κατ' αρχήν να προσφέρουν στον Οργανισμό τα μεταλλεύματα, τα αρχικά υλικά ή τα ειδικά σχάσιμα υλικά τα οποία παράγουν στις επικράτειες των κρατών μελών, πριν από τη χρησιμοποίηση, μεταφορά ή εναποθήκευσή τους.
9 Το άρθρο 59, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ορίζει τα εξής:
«Αν ο Οργανισμός δεν ασκήσει το δικαίωμά του προαιρέσεως επί του συνόλου ή μέρους της παραγωγής, ο παραγωγός:
α) δύναται, είτε διά των ιδίων του μέσων είτε διά συμβάσεων έργου "φασόν" να μεταποιεί τα μεταλλεύματα, τα αρχικά υλικά ή τα ειδικά σχάσιμα υλικά, υπό τον όρο ότι θα προσφέρει στον Οργανισμό το προϋόν αυτής της μεταποιήσεως,
β) εξουσιοδοτείται με απόφαση της Επιτροπής, να προωθεί εκτός της Κοινότητας τη διαθέσιμη παραγωγή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εφαρμόζει ευνοϋκότερους όρους σε σύγκριση με την προσφορά που έγινε προηγουμένως προς τον Οργανισμό» (υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που αφορούν τα ειδικά σχάσιμα υλικά).
10 Το άρθρο 60, το οποίο οργανώνει τη διαδικασία αντιπαραθέσεως προσφορών και ζητήσεων όσον αφορά την προμήθεια μεταλλευμάτων, ορίζει τα εξής:
«Οι καταναλωτές γνωστοποιούν περιοδικώς στον Οργανισμό τις ανάγκες τους σε προμήθειες, προσδιορίζοντας τις ποσότητες, τον φυσικό και χημικό χαρακτήρα, τους τόπους προελεύσεως, τις χρήσεις, την κλιμάκωση των παραδόσεων και τους όρους των τιμών, που θα αποτελέσουν τις ρήτρες και τους όρους της συμβάσεως προμηθείας, την οποία επιθυμούν να συνάψουν.
Ομοίως οι παραγωγοί γνωστοποιούν στον Οργανισμό τις προσφορές, τις οποίες είναι σε θέση να κάνουν με όλες τις αναγκαίες προδιαγραφές και ιδίως τη διάρκεια των συμβάσεων που επιτρέπουν την κατάρτιση των προγραμμάτων παραγωγής τους. Η διάρκεια αυτών των συμβάσεων δεν δύνανται να υπερβαίνει τα δέκα έτη, εκτός αν συναινεί η Επιτροπή.
Ο Οργανισμός ενημερώνει όλους τους καταναλωτές επί των προσφορών και του όγκου των αιτήσεων που έχει λάβει και τους καλεί να δώσουν τις παραγγελίες τους εντός ορισμένης προθεσμίας.
Όταν συγκεντρώνει το σύνολο των παραγγελιών αυτών ο Οργανισμός γνωστοποιεί τους όρους, υπό τους οποίους δύναται να τις ικανοποιήσει.
Αν ο Οργανισμός δεν δύνανται να ικανοποιήσει πλήρως όλες τις παραγγελίες που έχει λάβει, κατανέμει τις προμήθειες κατ' αναλογία προς τις παραγγελίες που αντιστοιχούν σε κάθε προσφορά με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 68 και 69.
Οι τρόποι για την αντιπαράθεση προσφορών και ζητήσεων καθορίζονται με κανονισμό του Οργανισμού που υπόκειται σε έγκριση της Επιτροπής.»
11 Το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ ορίζει τα εξής:
«Ο Οργανισμός υποχρεούται να ικανοποιεί όλες τις παραγγελίες, εκτός αν υφίστανται νομικά ή πραγματικά εμπόδια που αντιτίθενται στην εκτέλεσή τους».
12 Ο εφοδιασμός σε μεταλλεύματα, αρχικά υλικά και σχάσιμα υλικά μη προερχόμενα από την Κοινότητα ρυθμίζεται κυρίως από το άρθρο 64 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, το οποίο παρέχει στον Οργανισμό «το αποκλειστικό δικαίωμα, πλην εξαιρέσεων που προβλέπονται από την παρούσα Συνθήκη, να συνάπτει συμφωνίες ή συμβάσεις».
13 Κατά το άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η διαδικασία αντιπαραθέσεως των προσφορών και των ζητήσεων που ρυθμίζεται στο άρθρο 60 εφαρμόζεται «επί των αιτήσεων των καταναλωτών και επί των συμβάσεων μεταξύ των καταναλωτών και του Οργανισμού, που αφορούν την προμήθεια μεταλλευμάτων (...) προερχομένων από το εξωτερικό της Κοινότητος» (πρώτο εδάφιο). «Εντούτοις, ο Οργανισμός δύναται να καθορίζει τη γεωγραφική προέλευση των προμηθειών, εφόσον εξασφαλίζει στον καταναλωτή όρους τουλάχιστον εξίσου ευνοϋκούς προς αυτούς που διατυπώνονται στην παραγγελία» (δεύτερο εδάφιο).
14 Το άρθρο 66, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ θεσπίζει γενική εξαίρεση από το αποκλειστικό δικαίωμα του Οργανισμού να συνάπτει συμβάσεις:
«Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερόμενων καταναλωτών, ότι ο Οργανισμός δεν είναι σε θέση να παραδώσει εντός ευλόγου προθεσμίας το σύνολο ή μέρος των προμηθειών που έχουν παραγγελθεί ή ότι δύναται να το πραγματοποιήσει μόνο με καταχρηστικές τιμές, οι καταναλωτές έχουν το δικαίωμα να συνάπτουν απευθείας συμβάσεις περί προμηθειών εξωκοινοτικής προελεύσεως, εφόσον οι συμβάσεις αυτές ανταποκρίνονται ουσιωδώς στις ανάγκες που διετυπώθησαν στην παραγγελία τους.»
15 Στις 5 Μαου 1960 ο Οργανισμός εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 60, έκτο εδάφιο, της Συνθήκης, κανονισμό περί καθορισμού των διαδικασιών εκτιμήσεως των προσφορών και των ζητήσεων μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών και ειδικών σχασίμων υλικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 35, στο εξής: κανονισμός).
16 Ο κανονισμός θεσπίζει απλοποιημένες διαδικασίες αντιπαραθέσεως των προσφορών και των ζητήσεων μεταλλευμάτων. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5, πρώτο εδάφιο, ορίζει τα εξής:
«Αν η Επιτροπή διαπιστώσει για ένα συγκεκριμένο προϋόν, ιδίως κατόπιν πρωτοβουλίας του Οργανισμού και μετά από ακρόαση της συμβουλευτικής επιτροπής, ότι η κατάσταση της αγοράς χαρακτηρίζεται εκ του ότι η προσφορά υπερβαίνει εμφανώς τη ζήτηση, δύναται με κατάλληλη οδηγία να καλέσει τον Οργανισμό να εφαρμόσει την απλοποιημένη διαδικασία (...).»
17 Κατά την απλοποιημένη αυτή διαδικασία, οι καταναλωτές και οι παραγωγοί δύνανται να διαπραγματεύονται απ' ευθείας και να υπογράφουν συμβάσεις προμηθείας, αφού ο Οργανισμός καθορίσει τους γενικούς όρους τους οποίους πρέπει να πληρούν οι συμβάσεις αυτές. Οι συμβάσεις αυτές κοινοποιούνται στη συνέχεια στον Οργανισμό και θεωρούνται ότι συνήφθησαν από αυτόν, αν δεν διαβιβασθεί αντίρρηση του Οργανισμού προς τους ενδιαφερομένους εντός προθεσμίας οκτώ ημερών από της λήψεως των συμβάσεων.
18 Πρέπει πάντως να υπογραμμισθεί ότι η διαδικασία αυτή δεν εφαρμόζεται επί των συμβάσεων προμηθείας που αφορούν τα ειδικά σχάσιμα υλικά (άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο).
19 Το άρθρο 5α του κανονισμού, που προστέθηκε με τον κανονισμό του Οργανισμού της 15ης Ιουλίου 1975 (ΕΕ ειδ. έκδ. 12/001, σ. 91), προβλέπει μια νέα απλοποιημένη διαδικασία, η οποία, ενώ εξασφαλίζει στον Οργανισμό πλήρη γνώση της αγοράς (στοιχείο ββ), εξουσιοδοτεί τους καταναλωτές «να απευθύνονται απ' ευθείας στους παραγωγούς και να διαπραγματεύονται ελεύθερα με τον παραγωγό της εκλογής τους τη σύμβαση προμηθείας» (στοιχείο αα).
20 Εντούτοις, το άρθρο 5α, στοιχεία δδ, ζζ και ηη, του κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει τα εξής:
«δ) Προκειμένου να συναφθεί η σύμβαση υποβάλλεται στον Οργανισμό προς υπογραφή εντός δέκα εργασίμων ημερών.
ζ) Ο Οργανισμός πρέπει να αποφασίσει είτε να συνάψει τη σύμβαση, είτε να αρνηθεί τη σύναψή της, εντός δέκα εργασίμων ημερών από τη λήψη της συμβάσεως.
η) Η άρνηση προς σύναψη της συμβάσεως κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους με αιτιολογημένη απόφαση. Η απόφαση αυτή δύναται να παραπεμφθεί στην Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου VIII, παράγραφος 3, του καταστατικού του Οργανισμού εφοδιασμού.»
Τα πραγματικά περιστατικά
21 Από τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (σκέψεις 1 έως 17) προκύπτουν τα εξής:
- Η ENU είναι μια εταιρία η οποία ασχολείται με την παραγωγή συμπυκνωμένου ουρανίου στο πορτογαλικό έδαφος. Μικρός παραγωγός σε κοινοτικό επίπεδο, παράγει ποσότητες της τάξεως των 200 τόνων ουρανίου ετησίως (ήτοι το 1,5 % της καταναλώσεως φυσικού ουρανίου εντός της Κοινότητας), αλλά θα είχε τη δυνατότητα να αυξήσει τη δραστηριότητά της διά της εκμεταλλεύσεως ενός νέου κοιτάσματος στη Niza (Πορτογαλία).
- Ελλείψει βιομηχανικού πυρηνικού αντιδραστήρα στην Πορτογαλία, η ENU είναι υποχρεωμένη να εξάγει το σύνολο της παραγωγής της. Συνήψε προς τούτο πολυετή σύμβαση με την Ιlectricitι de France (στο εξής: EDF) η οποία κάλυπτε περίπου τα τρία τέταρτα της παραγωγής της σε ουράνιο. Οι ιδιαίτερα χαμηλές τιμές που ίσχυσαν για τις συμβάσεις αγοράς τοις μετρητοίς με άμεση παράδοση (ήτοι στην αγορά που καλείται spot), οι οποίες δεν καλύπτουν ούτε τα έξοδα παραγωγής της, και η απόφαση της EDF να μη συνάπτει πλέον πολυετείς συμβάσεις προκάλεσαν τη σώρευση αποθεμάτων ουρανίου (ανερχομένων κατά τις προβλέψεις της στους 350 τόνους το 1990) και σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, οι οποίες έθεσαν σε σοβαρό κίνδυνο τα σχέδιά της για την εκμετάλλευση του νέου κοιτάσματος της Niza.
- Κατ' εφαρμογήν του κεφαλαίου 6 της Συνθήκης η ENU ζήτησε από τον Οργανισμό, με έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 1987, και με εκ νέου έγγραφο της 10ης Οκτωβρίου 1988, να ασκήσει το προβλεπόμενο στο άρθρο 57 της Συνθήκης δικαίωμά του προαιρέσεως επί των 350 τόνων του συμπυκνωμένου ουρανίου. Επέστησε επίσης την προσοχή της Γενικής Διευθύνσεως Ενεργείας της Επιτροπής στην κατάστασή της.
- Η Επιτροπή απήντησε με έγγραφο της 8ης Νοεμβρίου 1988, με το οποίο αναγνώριζε ότι το πρόβλημα που έθετε η ENU ήταν σημαντικό και ότι θα αντιμετωπιζόταν με τη δέουσα προσοχή, θέση την οποία η Επιτροπή έλαβε εκ νέου με έγγραφο της 14ης Νοεμβρίου 1988, σε απάντηση αιτήσεως του Υφυπουργού Ενεργείας της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως.
- Κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας και μετά από συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε με τον Οργανισμό, η ENU, ελλείψει νεοτέρων, ζήτησε εκ νέου από τον Οργανισμό να ενεργήσει σύμφωνα με τους κανόνες της Συνθήκης και διαβίβασε αντίγραφο του εγγράφου αυτού στην Επιτροπή, επισημαίνοντας ότι η διάθεση του αποθέματός της αποτελούσε προϋπόθεση για την εξασφάλιση της επιβιώσεως της επιχειρήσεως. Με έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1989, ο επίτροπος Cardoso e Cunha πληροφόρησε την ENU ότι συμμεριζόταν την άποψή της ότι η πολιτική εφοδιασμού του Οργανισμού έπρεπε στο εξής να περιλάβει ειδικό πρόγραμμα, που να παρέχει τη δυνατότητα αντιμετωπίσεως περιπτώσεων όπως η εν προκειμένω και κάλεσε τον Οργανισμό να υποβάλει προτάσεις προς την κατεύθυνση αυτή.
- Κατόπιν της προσκλήσεως αυτής, ο Οργανισμός εκπόνησε «προσχέδιο πρακτικών λύσεων για το σκέλος "πορτογαλικό ουράνιο" της πολιτικής εφοδιασμού (ειδικό πρόγραμμα)» και πραγματοποίησε επαφές με τους κοινοτικούς καταναλωτές για να τους πείσει να δεχθούν το πρόγραμμα αυτό (το οποίο συνίστατο στην κατανομή του ουρανίου μεταξύ των εταιριών παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος βάσει κριτηρίου κατανομής και σε τιμή η οποία θα είναι η τιμή κόστους του παραγωγού αυξημένη κατά 10 %, εξυπακουομένου ότι το σύστημα δεν θα εφαρμόζεται, όταν η τιμή της αγοράς θα υπερβαίνει την αναφερθείσα τιμή). Τα διαβήματα του Οργανισμού δεν είχαν αρχικώς επιτυχία.
- Η ENU ζήτησε ρητώς από την Επιτροπή, με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1990, σύμφωνα με τα άρθρα 53, δεύτερο εδάφιο, και 148 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, να διατάξει τον Οργανισμό να αποκαταστήσει την ομαλή λειτουργία των προβλεπομένων στο κεφάλαιο 6 μηχανισμών, επιβάλλοντας του την εφαρμογή του «ειδικού προγράμματος».
- Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε θέση, η ENU άσκησε, στις 3 Απριλίου 1991, προσφυγή κατά παραλείψεως, δυνάμει του άρθρου 148 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
- Με την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1993, υπόθεση C-107/91, ΕΝU κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-599), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή παρέλειψε, κατά παράβαση του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως της ΕΝU, που είχε ως αντικείμενο να υποχρεώσει η Επιτροπή τον Οργανισμό να ασκήσει το δικαίωμά του προαιρέσεως επί της παραγωγής πορτογαλικού ουρανίου.
- Προς εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση με την οποία απέρριψε το σύνολο των αιτημάτων που διατύπωσε η ENU με την από 21 Δεκεμβρίου 1990 καταγγελία της.
- Με δικόγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, η ENU ζήτησε από το Πρωτοδικείο την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
- Εν τω μεταξύ, στις 20 Οκτωβρίου 1992, η ENU άσκησε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστη λόγω της προβαλλομένης παραβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής των διατάξεων του κεφαλαίου 6 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Το Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση αυτή ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατ' εφαρμογή της αποφάσεως 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΞ, ΕΟΚ, Ευρατόμ περί ιδρύσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 144, σ. 21).
- Με διάταξη της 16ης Δεκεμβρίου 1994 το Πρωτοδικείο διέταξε τη συνεκδίκαση των δύο αυτών ενδίκων βοηθημάτων.
- Ξάρη στις προσπάθειες που κατέβαλε ο Οργανισμός, η ENU πώλησε τελικώς, το 1993 και το 1994, περίπου 250 τόνους ουρανίου σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την τιμή στην οποία είχε δεχθεί να προσφέρει το ουράνιό της στο πλαίσιο του «ειδικού προγράμματος».
Η απόφαση του Πρωτοδικείου
22 Από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι η ENU προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου δύο κατηγορίες λόγων προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως.
- Αφενός, η ENU προσήψε στην Επιτροπή ότι παρανόμως αρνήθηκε να υποχρεώσει τον Οργανισμό να ασκήσει το δικαίωμά του προαιρέσεως και το αποκλειστικό του δικαίωμα να συνάψει τις συμβάσεις προμηθείας προκειμένου να εξασφαλιστεί η διάθεση του ουρανίου που παράγει: η αναιρεσείουσα θεωρούσε ότι η Συνθήκη επιβάλλει εν προκειμένω την εξασφάλιση της διαθέσεως της παραγωγής της, η οποία προσφερόταν πράγματι σε μη καταχρηστική τιμή· αμφισβητούσε ειδικότερα το νομότυπο της απλοποιημένης διαδικασίας αντιπαραθέσεως προσφορών και ζητήσεων μεταλλευμάτων που θεσπίζει το άρθρο 5α του κανονισμού (βλ. σκέψεις 21 έως 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Αφετέρου η αναιρεσείουσα προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν διέταξε τον Οργανισμό να εφαρμόσει το «ειδικό πρόγραμμα» της πολιτικής του εφοδιασμού, όσον αφορά το πορτογαλικό ουράνιο, το οποίο εντούτοις είχε εγκριθεί από τον Επίτροπο Cardoso e Cunha με το από 8 Δεκεμβρίου 1989 έγγραφο που απηύθυνε στην ENU (βλ. σκέψεις 75 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
23 Ως προς τον πρώτο λόγο το Πρωτοδικείο απάντησε κατ' ουσίαν τα εξής:
- Έκρινε ότι η αποστολή του Οργανισμού περιορίζεται στο να μεριμνά για τον τακτικό και δίκαιο εφοδιασμό όλων των καταναλωτών της Κοινότητας και ότι η προστασία των συμφερόντων των παραγωγών μπορεί να επιδιωχθεί μόνο σε σχέση με τις απαιτήσεις που αφορούν την ασφάλεια του εφοδιασμού. Επομένως, κατά το Πρωτοδικείο, το καθεστώς εφοδιασμού δεν διασφαλίζει την προτιμησιακή διάθεση της κοινοτικής παραγωγής μεταλλευμάτων (σκέψεις 59 και 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Το Πρωτοδικείο δέχθηκε, στη συνέχεια, ότι, σε αντίθεση προς τα υποστηριζόμενα από την ENU,
«το κριτήριο των "καταχρηστικών" τιμών, που ειδικώς προβλέπει το άρθρο 66, οριοθετώντας το πεδίο εφαρμογής μιας κατ' εξαίρεση διαδικασίας, δεν μπορεί να ερμηνευθεί, στο πλαίσιο της Συνθήκης, υπό την έννοια ότι αποσκοπεί επίσης στη διασφάλιση της προτιμήσεως των κοινοτικών προϋόντων σ' αυτό τούτο το πλαίσιο της συνήθους διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 60» (σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Κατά το Πρωτοδικείο, ο Οργανισμός δεν θα μπορούσε να εμποδίσει εισαγωγές μεταλλευμάτων σε τιμές χαμηλότερες των τιμών που ζήτησαν οι κοινοτικοί παραγωγοί, παρά μόνον εάν οι εισαγωγές αυτές εγκυμονούσαν κίνδυνο για την πραγμάτωση των σκοπών της Συνθήκης. Εκτός από τις περιπτώσεις αυτές, οι τιμές προκύπτουν από την αντιπαράθεση προσφορών και ζητήσεων, όπως προβλέπεται από το άρθρο 60 της Συνθήκης ή 5α του κανονισμού, χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση του Οργανισμού (σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Επομένως, ο Οργανισμός δεν υποχρεούται να ευνοεί τη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής, καθόσον το καθεστώς εφοδιασμού που καθιερώνει η Συνθήκη δεν κατοχυρώνει την αρχή της κοινοτικής προτιμήσεως υπέρ των παραγωγών (σκέψεις 61, 62 και 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Αν ο Οργανισμός αποφάσιζε εντούτοις να παρέμβει υπέρ των παραγωγών της Κοινότητας και, προς τον σκοπό αυτό, να εμποδίσει μια εισαγωγή, θα μπορούσε να το πράξει μόνον αν η τιμή που ζητούν οι παραγωγοί αυτοί είναι ισοδύναμη ή κατώτερη της τιμής που κοινοποιήθηκε στον Οργανισμό ή αν οι προσφορές τους συνεπάγονται για τον καταναλωτή πλεονεκτήματα τα οποία μπορούν να αντισταθμίσουν ενδεχόμενη διαφορά τιμής (σκέψη 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε καμία ειδική περίσταση, ικανή να αποτελέσει νομικό εμπόδιο για τον εφοδιασμό των κοινοτικών καταναλωτών με μεταλλεύματα εξωκοινοτικής προελεύσεως (σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Προκειμένου περί της νομιμότητας της απλοποιημένης διαδικασίας αντιπαραθέσεως προσφορών και ζητήσεων, που καθιερώνει το άρθρο 5α του κανονισμού, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το επιχείρημα της ENU ότι ο Οργανισμός ασκεί το δικαίωμά του προαιρέσεως και το αποκλειστικό του δικαίωμα να συνάπτει τις συμβάσεις προμηθείας μεταλλευμάτων κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζει τη διάθεση του ουρανίου που παράγει ήταν αλυσιτελές, εφόσον είναι σαφές ότι η άρνηση της Επιτροπής να ικανοποιήσει το αίτημα της ENU δεν ήταν πλημμελής ενόψει του συστήματος εφοδιασμού που καθιερώνει η Συνθήκη (σκέψεις 71 και 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Εν πάση περιπτώσει, η θέσπιση της διαδικασίας αυτής εξηγείται, κατά το Πρωτοδικείο, από την εξέλιξη της συγκυρίας, η οποία χαρακτηρίζεται από υπερβολική προσφορά σε σχέση με τη ζήτηση, καθιστώντας αναποτελεσματική τη συγκέντρωση αυτή και δεν στερεί τον Οργανισμό από τα αποκλειστικά του δικαιώματα, τα οποία, «πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τους κανόνες της οικονομίας της αγοράς» (σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
24 Ως προς τον δεύτερο λόγο, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
- Ξαρακτήρισε το από 8 Δεκεμβρίου 1989 έγγραφο του Cardoso e Cunha ως «ανακοίνωση πολιτικού χαρακτήρα», που δεν συνιστά οδηγία της Επιτροπής απευθυνομένη στον Οργανισμό και δεν περιλαμβάνει ούτε δέσμευση ούτε κανένα στοιχείο ικανό να δημιουργήσει δικαιολογημένα προσδοκία ως προς το ότι «το ειδικό πρόγραμμα» θα τεθεί υποχρεωτικά σε εφαρμογή (σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Επιπλέον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η τιμή την οποία η ENU ισχυριζόταν ότι ήταν έτοιμη να δεχθεί βάσει του «ειδικού προγράμματος» ήταν αισθητώς υψηλότερη από τις τιμές που συνομολογήθηκαν, κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, με τις πολυετείς συμβάσεις που συνήφθησαν μεταξύ των καταναλωτών της Κοινότητας και των προμηθευτών και γνωστοποιήθηκαν στο Πρωτοδικείο εμπιστευτικώς από την Επιτροπή. Επομένως, κατά το Πρωτοδικείο, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να αξιώσει την υποχρεωτική εφαρμογή του «ειδικού προγράμματος», ελλείψει ειδικών περιστάσεων ικανών να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από το καθεστώς εφοδιασμού που καθιερώνει το κεφάλαιο 6 της Συνθήκης (σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
- Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι τιμές που προτείνει η ENU αποδεικνύονταν τουλάχιστον εξίσου ευνοϋκές με τις τιμές της αγοράς, ο Οργανισμός διέθετε εν πάση περιπτώσει διακριτική ευχέρεια, την οποία δεν υπερέβη στην υπό κρίση υπόθεση (σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
25 Ελλείψει παράνομης συμπεριφοράς δυναμένης να καταλογισθεί στην Επιτροπή, το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως της ENU (σκέψεις 89 έως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
Επί της απορρίψεως της προσφυγής ακυρώσεως
26 Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους κατά της απορρίψεως της προσφυγής ακυρώσεως.
27 Πρώτον, η ENU προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι αλλοίωσε το αντικείμενο της προσφυγής της.
28 Δεύτερον, η ENU προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν εξέτασε το κύρος των απλοποιημένων διαδικασιών που θέσπισαν τα άρθρα 5 και 5α του κανονισμού.
29 Τρίτον, η ENU προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν δέχθηκε, στη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου 1989 που της είχε απευθύνει ο Cardoso e Cunha αντανακλούσε μια δέσμευση που ανέλαβε η Επιτροπή, ικανή να θεμελιώσει βάσιμες προσδοκίες της αναιρεσείουσας.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
30 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται, πρώτον, την ύπαρξη νομικής πλάνης κατά τον καθορισμό του αντικειμένου της προσφυγής. Ισχυρίζεται ότι, στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στο αίτημα της ENU σχετικά με τη διασφάλιση της διαθέσεως του ουρανίου που παράγει και, στη σκέψη 72 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο «μόνο ζήτημα» από το οποίο εξαρτάται, κατά το Πρωτοδικείο, η λύση της διαφοράς, ήτοι το «αν οι διατάξεις της Συνθήκης μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι υποχρεώνουν τον Οργανισμό και/ή την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη διάθεση του φυσικού ουρανίου που προσφέρει η ENU».
31 Η αναιρεσείουσα όμως υποστηρίζει ότι περιορίστηκε να ζητήσει την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως η οποία απέρριψε τα αιτήματά της που συνίσταντο στο να υποχρεωθεί ο Οργανισμός, αφενός, να αποκαταστήσει την εύρυθμη λειτουργία των μηχανισμών του κεφαλαίου 6 της Συνθήκης και, αφετέρου, να εφαρμόσει το «ειδικό πρόγραμμα» το οποίο θα είχε καταστήσει δυνατή την άμεση λύση του προβλήματος της διαθέσεως του ουρανίου της ENU. Επομένως, κατά την αναιρεσείουσα, για να αποφανθεί επί της προσφυγής ακυρώσεως το Πρωτοδικείο δεν όφειλε να εξετάσει αν το σύστημα της Συνθήκης εξασφαλίζει «τη διάθεση του ουρανίου που παράγει» (σκέψεις 54 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ούτε «αν οι διατάξεις της Συνθήκης μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι υποχρεώνουν τον Οργανισμό και/ή την Επιτροπή να εξασφαλίσει τη διάθεση του φυσικού ουρανίου που προσφέρει η ENU» (σκέψη 72). Το Πρωτοδικείο όφειλε απλώς να εξετάσει αν οι κοινοτικοί παραγωγοί, οι καταναλωτές, ο Οργανισμός, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή είχαν πράγματι εφαρμόσει τις διατάξεις της Συνθήκης. Κατά την αναιρεσείουσα, η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν μπορούσε παρά να είναι αρνητική.
32 Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι το Πρωτοδικείο διευκρίνισε το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως στη σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής:
«Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της προαναφερθείσας αποφάσεως, καθόσον απορρίπτει τα αιτήματα που είχε υποβάλει με το προπαρατεθέν έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1990 (...), βάσει του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα της πωλήσεως του ουρανίου που παράγει. Για την εξέταση της παρούσας προσφυγής τα αιτήματα αυτά μπορούν να ταξινομηθούν κατά τον ακόλουθο τρόπο. Προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι ο Οργανισμός ασκεί το δικαίωμα προαιρέσεως επί της παραγωγής αυτής και το αποκλειστικό του δικαίωμα να συνάπτει συμβάσεις προμηθείας μεταλλευμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης, η ΕΝU κάλεσε, κατ' ουσίαν, την Επιτροπή, αφενός, να διατάξει τον Οργανισμό να αποκαταστήσει την εύρυθμη λειτουργία των οριζομένων από τη Συνθήκη στο πλαίσιο του κεφαλαίου VΙ μηχανισμών και, αφετέρου, να τερματίσει, δυνάμει των ιδίων αυτών διατάξεων, τον ελεύθερο εφοδιασμό των κοινοτικών καταναλωτών από χώρες εκτός της Κοινότητας, ενώ η παραγωγή της ΕΝU είναι διαθέσιμη σε μη καταχρηστική τιμή (...). Εξάλλου, για να λυθεί το επείγον πρόβλημα της διαθέσεως των αποθεμάτων ουρανίου, η ενδιαφερομένη ζήτησε από την Επιτροπή να διατάξει τον Οργανισμό να εφαρμόσει "το ειδικό πρόγραμμα" της πολιτικής εφοδιασμού που αφορά το πορτογαλικό ουράνιο (...)».
33 Η εν λόγω περιγραφή του αντικειμένου της προσφυγής, η οποία περιλαμβάνεται εν μέρει και στη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αντιστοιχεί απολύτως στο αίτημα που υπέβαλε η ENU ενώπιον του Πρωτοδικείου.
34 Πράγματι, η ασκηθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή αποσκοπούσε στην ακύρωση της εκ μέρους της Επιτροπής απορρίψεως των αιτημάτων που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα δυνάμει του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Επομένως, το αντικείμενό της πρέπει να εκτιμηθεί σε συνάρτηση με τη φύση των εν λόγω αιτημάτων στα οποία η Επιτροπή απήντησε με την επίδικη απόφαση.
35 Είναι όμως σαφές, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1993, ENU κατά Επιτροπής, ότι η απόφαση, την έκδοση της οποίας ζήτησε αρχικά η ENU, βάσει του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, έπρεπε να έχει ως αντικείμενο την επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος που η ENU είχε υποβάλει στον Οργανισμό και την Επιτροπή (σκέψη 16), ήτοι τις δυσκολίες διαθέσεως των αποθεμάτων ουρανίου της ENU. Ομοίως, στο μέτρο που ζητήθηκε ρητώς από την Επιτροπή να διατάξει, μεταξύ άλλων, τον Οργανισμό να εφαρμόσει «ειδικό πρόγραμμα» για την άμεση επίλυση του προβλήματος διαθέσεως του ουρανίου της ENU, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι με το έγγραφο που η αναιρεσείουσα απηύθυνε στην Επιτροπή στις 21 Δεκεμβρίου 1990 ήχθη ενώπιον της Επιτροπής η σιωπηρή αρνητική πράξη του Οργανισμού να ασκήσει το δικαίωμά του προαιρέσεως επί της παραγωγής ουρανίου της αναιρεσείουσας (ίδια απόφαση, σκέψη 34).
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο ουδόλως αλλοίωσε το αντικείμενο της προσφυγής της οποίας επελήφθη, εξετάζοντας συγκεκριμένα το ζήτημα της διαθέσεως των αποθεμάτων ουρανίου της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του ζητήματος αν ο Οργανισμός και η Επιτροπή εφάρμοσαν νομοτύπως το κεφάλαιο 6 της Συνθήκης.
37 Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
38 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν αναγνώρισε την ακυρότητα των άρθρων 5 και 5α του κανονισμού, έναντι των κανόνων της Συνθήκης, περιοριζόμενο να δεχθεί απλώς, στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η απλοποιημένη διαδικασία αντιπαραθέσεως των προσφορών και των ζητήσεων εξηγείται από την εξέλιξη της συγκυρίας, λαμβανομένου ταυτοχρόνως υπόψη του σκοπού της συγκεντρωτικής διαδικασίας του άρθρου 60 της Συνθήκης και, γενικότερα, του συστήματος εφοδιασμού που θεσπίζει το κεφάλαιο 6 της Συνθήκης. Κατά την αναιρεσείουσα όμως, μπορούν να διατυπωθούν πολλές αιτιάσεις κατά της εν λόγω απλοποιημένης διαδικασίας.
39 Κατ' αρχάς, ούτε ο Οργανισμός ούτε η Επιτροπή μπορούν, κατά την αναιρεσείουσα, δυνάμει του άρθρου 60 της Συνθήκης, να θεσπίζουν διαφορετική διαδικασία από τη διαδικασία που καθορίζει το κεφάλαιο 6, εξουσιοδοτώντας ειδικότερα, κατά παράβαση του άρθρου 66 της Συνθήκης, τους καταναλωτές να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συμβάσεις με οποιονδήποτε παραγωγό, ανεξαρτήτως του αν είναι κοινοτικός ή όχι (βλ. άρθρο 5α του κανονισμού). Στο Συμβούλιο εναπόκειται, ενδεχομένως, να αποφασίσει, δυνάμει του άρθρου 76 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, τις προσαρμογές του ζητήματος εφοδιασμού στην εξέλιξη των συνθηκών.
40 Στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η απλοποιημένη διαδικασία στερεί τον τομέα της παραγωγής κάθε προστασίας, καθόσον παρέχει στους καταναλωτές την ευχέρεια να εφοδιάζονται εκτός Κοινότητας, δημιουργώντας κατά τον τρόπο αυτό προβλήματα στη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής. Το άρθρο 66, όμως, της Συνθήκης επιτρέπει τις εισαγωγές από τρίτες χώρες μόνο ανάλογα με την περίπτωση και υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει, ακριβώς για να μη δημιουργήσει πρόβλημα στη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής, εφόσον η παραγωγή αυτή είναι διαθέσιμη σε μη καταχρηστική τιμή.
41 Τέλος, καθόσον η απλοποιημένη διαδικασία ευνοεί, όπως προκύπτει από τη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την τήρηση του απορρήτου ως προς τις τιμές και εμποδίζει κατά τον τρόπο αυτό τους επιχειρηματίες να λάβουν γνώση των όντως ισχυουσών τιμών, θίγει το σύστημα διαμορφώσεως των τιμών που απορρέει από τους κανόνες της αγοράς στους οποίους στηρίζεται το σύστημα αντιπαραθέσεως των προσφορών και των ζητήσεων που καθιερώνει το άρθρο 60 της Συνθήκης προς το συμφέρον τόσο των καταναλωτών όσον και των παραγωγών.
42 Πρέπει να τονισθεί ότι, στη σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής:
«η άρνηση της Επιτροπής να ικανοποιήσει το αίτημα της προσφεύγουσας να ασκήσει ο Οργανισμός το δικαίωμά του προαιρέσεως και το αποκλειστικό του δικαίωμα να συνάπτει τις συμβάσεις προμηθείας μεταλλευμάτων κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίσει τη διάθεση του ουρανίου που παράγει η προσφεύγουσα δεν είναι πλημμελής από πλευράς του συστήματος εφοδιασμού που καθιερώνει η Συνθήκη»
και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές,
«δεν χρειάζεται να ληφθεί απόφαση ως προς τη νομιμότητα της απλουστευμένης διαδικασίας αντιπαραθέσεως των προσφορών και των ζητήσεων που καθιερώνει το άρθρο 5α του κανονισμού».
43 Η ανάλυση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ορθή. Όπως τονίσθηκε στη σκέψη 34 της παρούσας αποφάσεως, η προσφυγή που άσκησε η ENU ενώπιον του Πρωτοδικείου είχε ως αντικείμενο την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως περί απορρίψεως των αιτημάτων τα οποία η αναιρεσείουσα υπέβαλε στο όργανο αυτό, δυνάμει του άρθρου 53, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, προκειμένου να επιλυθεί το πρόβλημα διαθέσεως του ουρανίου που παράγει. Εφόσον είναι δεδομένο ότι, εν πάση περιπτώσει, οι μηχανισμοί του κεφαλαίου 6 της Συνθήκης δεν επέβαλλαν ούτε στον Οργανισμό ούτε στην Επιτροπή, ενόψει των συνθηκών της υπό κρίση υποθέσεως, την υποχρέωση να εξασφαλίσουν τη διάθεση της παραγωγής αυτής, δεν είναι ανάγκη να κριθεί, επιπλέον, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας όσον αφορά τον προβαλλόμενο παράνομο χαρακτήρα της απλοποιημένης διαδικασίας που καθιερώνει το άρθρο 5α του κανονισμού.
44 Υπό τις συνθήκες αυτές, ανεξαρτήτως των τρόπων αντιπαραθέσεως των προσφορών και ζητήσεων που καθορίζει ο κανονισμός, οι αιτιάσεις που διατύπωσε η αναιρεσείουσα, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως συνέπεια τον εκ προοιμίου έλεγχο του αν το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι οι μηχανισμοί που θεσπίζει το κεφάλαιο 6 της Συνθήκης δεν υποχρεώνουν τον Οργανισμό να εξασφαλίσει τη διάθεση της παραγωγής ουρανίου της ENU και, κατά συνέπεια, την Επιτροπή να διατάξει τον Οργανισμό να εξασφαλίσει τη διάθεση της παραγωγής αυτής.
45 Συναφώς, επιβάλλεται να τονισθεί, όπως ορθώς έπραξε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η σύσταση του Οργανισμού αποσκοπούσε στη διασφάλιση, υπό τους όρους που προβλέπει το άρθρο 6, ενός από τους ουσιώδεις στόχους την επίτευξη των οποίων η Συνθήκη αναθέτει στην Κοινότητα με το άρθρο 2, στοιχείο δδ, ήτοι το τακτικό και δίκαιο εφοδιασμό όλων των καταναλωτών της Κοινότητας σε μεταλλεύματα και πυρηνικά καύσιμα.
46 Διαπιστώνεται κατ' ανάγκη, όπως προκύπτει από τα σημεία 44 και επ. των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, ότι καμία διάταξη του καθεστώτος εφοδιασμού που καθιερώνει το κεφάλαιο 6, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, δεν εξασφαλίζει τη διάθεση της κοινοτικής παραγωγής μεταλλευμάτων. Αντιθέτως, όπως ορθώς παρατήρησε το Πρωτοδικείο,
«στο πλαίσιο του συστήματος συγκεντρώσεως στον Οργανισμό της προσφοράς των κοινοτικών παραγωγών και των αιτήσεων των καταναλωτών της Κοινότητας, σκοπός του οποίου είναι να του παράσχει τη δυνατότητα εξασφαλίσεως ομαλού και δίκαιου εφοδιασμού όλων των καταναλωτών, δεν γίνεται καμία διάκριση αναλόγως της καταγωγής των προϋόντων» (σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως),
εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 65, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, το άρθρο 60, που αφορά τη διαδικασία αντιπαραθέσεως των προσφορών και των ζητήσεων, εφαρμόζεται επί των αιτήσεων των καταναλωτών και επί των συμβάσεων μεταξύ των καταναλωτών και του Οργανισμού, που αφορούν την προμήθεια μεταλλευμάτων προερχομένων από το εξωτερικό της Κοινότητας.
47 Επιπλέον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 69 της αποφάσεώς του, την έλλειψη οποιασδήποτε ιδιαίτερης περιστάσεως ικανής να θεμελιώσει την προσβολή ή την ύπαρξη κινδύνου προσβολής του θεμελιώδους σκοπού του τακτικού και δίκαιου εφοδιασμού σε μεταλλεύματα και πυρηνικά καύσιμα.
48 Υπό τις συνθήκες αυτές, καμία διάταξη του κεφαλαίου 6 δεν υποχρεώνει τον Οργανισμό να διασφαλίσει τη διάθεση της παραγωγής ουρανίου της ENU. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εξέλιξη της συγκυρίας από της ιδρύσεως της Κοινότητας χαρακτηρίζεται από υπερβολική προσφορά σε σχέση με τη ζήτηση.
49 Εξάλλου, το επιχείρημα της ENU ότι το άρθρο 66 της Συνθήκης επιτρέπει τις εισαγωγές από το εξωτερικό της Κοινότητας μόνον εφόσον η κοινοτική παραγωγή είναι ανεπαρκής ή οι τιμές που εφαρμόζουν οι κοινοτικοί παραγωγοί είναι καταχρηστικές στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 66. Πράγματι, επιβάλλεται η παρατήρηση, την οποία διατύπωσε και το Πρωτοδικείο στη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 66 αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόβλεψη, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει, παρεκκλίσεως από το αποκλειστικό δικαίωμα του Οργανισμού να συνάπτει απευθείας συμβάσεις περί προμηθειών εξωκοινοτικής προελεύσεως.
50 Πρέπει να προστεθεί ότι η απλοποιημένη διαδικασία όπως ρυθμίζεται στο άρθρο 5α του κανονισμού εφαρμόζεται όχι μόνο στις προμήθειες κοινοτικής προελεύσεως αλλά και στις προμήθειες που προέρχονται από τρίτες χώρες, σύμφωνα με το άρθρο 65 της Συνθήκης, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 60 στο σύνολό του, το έκτο εδάφιο του οποίου συνιστά τη νομική βάση του κανονισμού. Επιπλέον, η διαδικασία αυτή δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 66 της Συνθήκης δεδομένου ότι δεν προσβάλλει το αποκλειστικό δικαίωμα του Οργανισμού να συνάπτει απ' ευθείας τις συμβάσεις, εφόσον, κατά το άρθρο 5α, στοιχεία δδ έως ηη, του κανονισμού, σ' αυτόν εναπόκειται να τις συνάψει, πράγμα το οποίο μπορεί να αρνηθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι περιττό να ελεγχθεί, για την εφαρμογή του άρθρου 5α του κανονισμού, αν πρέπει να πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις που μνημονεύονται στο άρθρο 66 της Συνθήκης, όταν οι επίμαχες προμήθειες είναι εξωκοινοτικής προελεύσεως.
51 Εν πάση περιπτώσει, από τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου ως προς τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι ο Οργανισμός είχε πράγματι εξουσιοδοτήσει οποιονδήποτε καταναλωτή της Κοινότητας να συνάψει απ' ευθείας σύμβαση προμηθείας μεταλλευμάτων προερχομένων από το εξωτερικό της Κοινότητας χωρίς παρέμβαση του Οργανισμού, κατά παράβαση του άρθρου 66 της Συνθήκης.
52 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
53 Η αναιρεσείουσα φρονεί, σε αντίθεση προς το Πρωτοδικείο, ότι το έγγραφο που της απηύθυνε στις 8 Δεκεμβρίου 1989 ο Cardoso e Cunha αντανακλούσε μια δέσμευση της Επιτροπής έναντι της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως και του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου να εξεύρει ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα της διαθέσεως του ουρανίου που παράγει η ENU και μπορούσε να θεμελιώσει δικαιολογημένες προσδοκίες της αναιρεσείουσας.
54 Το Πρωτοδικείο επισήμανε, στη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το επίδικο έγγραφο «περιορίζεται να εκθέσει τις σκέψεις που μελετά το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του όσον αφορά τη δράση του Οργανισμού». Επιπλέον, στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο έκρινε «ότι τα έγγραφα που επικαλείται η ΕΝU, τα οποία προέρχονται από τον Οργανισμό, την Επιτροπή ή το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής, δεν περιέχουν ούτε δέσμευση ως προς την υποχρεωτική θέση σε εφαρμογή του "ειδικού προγράμματος" ούτε άλλο στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τέτοια προσδοκία εκ μέρους της ενδιαφερομένης. Τουναντίον, από τη δικογραφία, και ειδικότερα από τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας, προκύπτει σαφώς ότι η προσφεύγουσα δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς τον καθαρώς προτρεπτικό χαρακτήρα του "ειδικού προγράμματος"».
55 Αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι, βάσει των πραγματικών διαπιστώσεων, τις οποίες το Δικαστήριο δεν μπορεί να θέσει εν αμφιβόλω στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, ορθώς το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι το έγγραφο του Cardoso e Cunha δεν συνιστούσε δέσμευση της Επιτροπής ικανή να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στον αποδέκτη του.
56 Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της απορρίψεως της αγωγής αποζημιώσεως
57 Επειδή όλοι οι λόγοι που προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά της εκ μέρους του Πρωτοδικείου απορρίψεως της αγωγής αποζημιώσεως απορρίφθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Πρωτοδικείο ορθώς κατέληξε, στη σκέψη 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει πλημμελείας ως προς τη συμπεριφορά του Οργανισμού που αποτέλεσε αντικείμενο αιτιάσεων και της αρνήσεως της Επιτροπής να ικανοποιήσει τα αιτήματα της ENU, η αγωγή αποζημιώσεως έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
58 Επειδή κανένας λόγος δεν είναι βάσιμος, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
59 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy