Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Απαγόρευση εμπορίας του άρτου που δεν είναι σύμφωνος με ορισμένους κανόνες σχετικά με τον ανώτατο βαθμό υγρασίας και την κατώτατη περιεκτικότητα σε τέφρες ή που περιέχει πίτουρο - Απαράδεκτο - Δικαιολογία - Προστασία της δημόσιας υγείας - Δεν συντρέχουν λόγοι προστασίας της δημόσιας υγείας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 30 και 36)
2 Κοινοτικό δίκαιο - Άμεσο αποτέλεσμα - Σύγκρουση μεταξύ κοινοτικού δικαίου και εθνικού νόμου - Υποχρεώσεις και εξουσίες του εκδικάζοντος την υπόθεση εθνικού δικαστηρίου - Μη εφαρμογή του εθνικού νόμου
Περίληψη
3 H εφαρμογή στα προϋόντα που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών εθνικής νομοθεσίας, η οποία απαγορεύει την εμπορία του άρτου που έχει βαθμό υγρασίας ανώτερο του 34 %, περιεκτικότητα σε τέφρες κατώτερη του 1,40 % ή που περιέχει πίτουρο, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, το οποίο μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογημένο, κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης, από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας όταν δεν έχει προβληθεί κανένα στοιχείο δυνάμενο να στηρίξει έναν τέτοιο ισχυρισμό.
4 Το εθνικό δικαστήριο, όταν του ζητείται να εφαρμόσει εθνικό νόμο ασυμβίβαστο με το άρθρο 30 της Συνθήκης, έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου αυτού, αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως να μην εφαρμόσει τον ανωτέρω νόμο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-358/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Pretura di Pordenone (Iταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Tommaso Morellato
και
Unitΰ sanitaria locale (USL) n_ 11 di Pordenone,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Sevσn, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή) και P. Jann, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ernst Rφder, Ministerialrat στο Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και τη Sabine Maass, Regierungsrδtin στο ίδιο υπουργείο,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την Catherine de Salins, υποδευθύντρια της διευθύνσεως νομικών υπηρεσιών του Υπουργείου Εξωτερικών, και τη Rιgine Loosli-Surrans, chargι de mission στην ίδια διεύθυνση,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Antonio Aresu και Paolo Stancanelli, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, καθώς και από τον Richard B. Wainwright, νομικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 18ης Οκτωβρίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Νοεμβρίου 1995, ο Pretore di Pordenone υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της ίδιας Συνθήκης.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο τριών ανακοπών που άσκησε ο Τ. Morellato, νόμιμος εκπρόσωπος της Soveda Srl (στο εξής: Soveda), κατά τριών πράξεων της Unitΰ sanitaria locale (USL) n_ 11 di Pordenone (στο εξής: USL), με τις οποίες κλήθηκε να καταβάλει ορισμένα ποσά ως διοικητικά πρόστιμα λόγω παραβάσεως του ιταλικού νόμου 580/67, της 4ης Ιουλίου 1967, περί ρυθμίσεως της μεταποιήσεως και της εμπορίας σιτηρών, αλεύρων, άρτου και ζυμαρικών (GURI αριθ. 189 της 29ης Ιουλίου 1967).
3 Η Soveda είναι ο αποκλειστικός διανομέας στην Ιταλία του κατεψυγμένου άρτου που νομίμως παρασκευάζεται και διατίθεται στο εμπόριο εντός της Γαλλίας από την εταιρία BCS, η οποία εδρεύει στην Tarascon (Γαλλία). Για τον άρτο αυτόν, εκδόθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1992 πιστοποιητικό του Διαπεριφερειακού Εργαστηρίου της Μασσαλίας, με το οποίο βεβαιώνεται ότι πρόκειται «για προϋόν καλής ποιότητας, υγιεινό και κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί ως είδος διατροφής».
4 Το 1993, η Soveda προμήθευσε διάφορες ποσότητες παρασκευασμένου από την BCS κατεψυγμένου άρτου στην υπεραγορά Iperstanda της Porcia (Iταλία).
5 Στις 26 Ιουλίου 1993, η USL διαπίστωσε ότι η Soveda είχε κατά τον τρόπο αυτόν παραβεί τον προαναφερθέντα νόμο 580/67, και τούτο για τρεις λόγους. Πρώτον, ο άρτος που εμπορευόταν η Soveda είχε βαθμό υγρασίας 38,40 % (37,50 % σε δεύτερη ανάλυση), ενώ το νόμιμο όριο που προέβλεπε το άρθρο 16 του νόμου 580/67 είχε καθοριστεί σε 34 %· δεύτερον, ο εν λόγω άρτος είχε περιεκτικότητα σε τέφρες επί ξηράς ουσίας ίση προς 1,05 % (ή 1,13 % σε δεύτερη ανάλυση), ενώ η κατώτατη νόμιμη περιεκτικότητα που προέβλεπε το άρθρο 7 του νόμου 580/67 ήταν 1,40 % και, τέλος, ο άρτος περιείχε πίτουρο, ενώ το άρθρο 18 του νόμου 580/67 δεν επέτρεπε τη χρησιμοποίηση του συστατικού αυτού.
6 Κατά συνέπεια, η USL εξέδωσε, στις 13 και 18 Ιανουαρίου 1994, τρεις πράξεις κατά του Τ. Morellato, με την εντολή να καταβάλει ορισμένα χρηματικά ποσά ως διοικητικά πρόστιμα.
7 Στις 16 Φεβρουαρίου 1994, ο ενδιαφερόμενος άσκησε ανακοπή κατά εκάστης των τριών πράξεων ενώπιον του Pretore di Pordenone, ο οποίος, εκτιμώντας ότι η ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης είναι αναγκαία για τη λύση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα αυτά η ιταλική νομοθεσία που διέπει τη μετατροπή και το εμπόριο των σιτηρών, των αλεύρων, του άρτου και των ζυμαρικών (νόμος 580 της 4ης Ιουλίου 1967), κατά το μέτρο που απαγορεύει το εμπόριο του ειδικού κατεψυγμένου άρτου ολικής αλέσεως:
- του οποίου ο βαθμός υγρασίας υπερβαίνει τα ποσοστά που προβλέπει το άρθρο 16,
- του οποίου η περιεκτικότητα σε τέφρες υπολείπεται της προβλεπομένης από το άρθρο 16, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, τρίτο εδάφιο,
- στον οποίο έχει προστεθεί πίτουρο, καθότι ειδικά αυτό το συστατικό δεν επιτρέπεται,
και πρέπει, συνεπώς, οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις να θεωρηθούν ως ποσοτικοί περιορισμοί ή μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 30;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, μπορεί το Ιταλικό Δημόσιο, υπό περιστάσεις όπως οι περιγραφόμενες, να επικαλεστεί νομίμως την εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ για την προστασία της δημόσιας υγείας;
3) Οφείλει το ιταλικό δικαστήριο να μην εφαρμόσει την ιταλική ρύθμιση;
4) Πρέπει να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ιταλικής επικράτειας του άρτου που παρασκευάζεται στη Γαλλία και περιγράφεται ανωτέρω;»
Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
8 Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν η εφαρμογή επί προϋόντων, τα οποία νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, εθνικής νομοθεσίας απαγορεύουσας την εμπορία άρτου έχοντος βαθμό υγρασίας ανώτερο του 34 %, περιεκτικότητα σε τέφρες κατώτερη του 1,40 % ή περιέχοντος πίτουρο συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό, υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, καθώς και αν το μέτρο αυτό δικαιολογείται, κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης, από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας.
9 Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, δεν υφίστανται κοινοί ή εναρμονισμένοι κανόνες διέποντες την παρασκευή και την εμπορία του άρτου. Συνεπώς, σε κάθε κράτος μέλος απόκειται να νομοθετεί εντός των ορίων του άρθρου 30 της Συνθήκης.
10 Ωστόσο, πρέπει να υπομνησθεί ότι και παλαιότερα χρειάσθηκε να ερμηνεύσει το Δικαστήριο τη διάταξη αυτή, σε σχέση με εθνικούς κανόνες περί της συνθέσεως του άρτου.
11 Συγκεκριμένα, με την απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 1981, 130/80, Kelderman (Συλλογή 1981, σ. 527, σκέψη 7), το Δικαστήρο επισήμανε ότι η επέκταση στα εισαγόμενα προϋόντα της υποχρεώσεως να περιέχουν ορισμένη ποσότητα ξηράς ουσίας μπορεί να αποκλείσει την εντός του οικείου κράτους εμπορία άρτου καταγωγής άλλων κρατών μελών. Συγκεκριμένα, η επέκταση αυτή μπορεί να καταστήσει αναγκαία μια διαφοροποίηση στην παρασκευή αναλόγως του προορισμού του άρτου και, συνεπώς, να εμποδίσει την κυκλοφορία του άρτου, όπως παράγεται νομίμως εντός του κράτους μέλους καταγωγής, αν στο κράτος αυτό δεν ισχύουν πανομοιότυπα κριτήρια παρασκευής. Το Δικαστήριο έκρινε κατά συνέπεια ότι η ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει τέτοιες προϋποθέσεις συνθέσεως του άρτου μπορεί να εμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και εμπίπει στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης.
12 Ομοίως, με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-17/93, Van der Veldt (Συλλογή 1994, σ. I-3537, σκέψη 11), το Δικαστήριο επισήμανε ότι η επέκταση στα εισαγόμενα προϋόντα της υποχρεώσεως τηρήσεως ενός ανωτάτου ορίου περιεκτικότητας σε αλάτι, υπολογιζόμενης επί ξηράς ουσίας, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της διαθέσεως στο εμπόριο, στο οικείο κράτος, άρτου και άλλων προϋόντων αρτοποιίας καταγωγής άλλων κρατών μελών. Συγκεκριμένα, αν στα κράτη αυτά δεν ισχύουν πανομοιότυπα κριτήρια παρασκευής, η επέκταση αυτή θα καταστήσει αναγκαία μια διαφοροποίηση στην παρασκευή αναλόγως του προορισμού του υπό εξέταση άρτου ή προϋόντος αρτοποιίας και, συνεπώς, θα εμποδίσει την κυκλοφορία προϋόντων που στα πιο πάνω κράτη νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εφαρμογή της νομοθεσίας κράτους μέλους, η οποία απαγορεύει την εμπορία άρτου και άλλων προϋόντων αρτοποιίας των οποίων η περιεκτικότητα σε αλάτι, υπολογιζομένη επί ξηράς ουσίας, υπερβαίνει το ανώτατο όριο του 2 %, σε προϋόντα που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
13 Οι ίδιες σκέψεις ισχύουν για την επέκταση στα εισαγόμενα προϋόντα εθνικών κανόνων που απαγορεύουν την εμπορία του άρτου που έχει βαθμό υγρασίας ανώτερο ή περιεκτικότητα σε τέφρες κατώτερη από τα ποσοστά που καθορίζουν, ή που περιέχει ορισμένα συστατικά όπως το πίτουρο. Συγκεκριμένα, η πιο πάνω επέκταση θα καταστήσει και αυτή αναγκαία μια διαφοροποίηση στην παρασκευή αναλόγως του προορισμού του άρτου και, συνεπώς, θα εμποδίσει την κυκλοφορία προϋόντων που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, συνιστώσα έτσι μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης.
14 Κατά πάγια νομολογία, μια εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 36 μόνον όταν οι εθνικές αρχές αποδεικνύουν ότι είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσοτέρων στόχων που παρατίθενται στο άρθρο αυτό, εν προκειμένω δε της προστασίας της δημοσίας υγείας, και ότι είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.
15 Όμως, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προβλήθηκε κανένα στοιχείο προς δικαιολόγηση του περιορισμού αυτού. Αντιθέτως, από την εγκύκλιο 131150/R του ιταλικού Υπουργείου Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας, της 2ας Νοεμβρίου 1992, την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο η Επιτροπή, προκύπτει ότι οι ίδιες οι ιταλικές αρχές έχουν επιτρέψει την εισαγωγή άρτου και παρεμφερών προϋόντων που πληρούν διαφορετικά κριτήρια από αυτά που προβλέπει ο ιταλικός νόμος. Συγκεκριμένα, η εγκύκλιος αυτή έχει ως εξής:
«Η εισαγωγή και διάθεση στην αγορά άρτου και παρεμφερών προϋόντων προελεύσεως των άλλων κρατών μελών της ΕΚ που πληρούν διαφορετικά κριτήρια από αυτά που τάσσει η ισχύουσα ιταλική νομοθεσία επιτρέπονται, εφόσον τα προϋόντα αυτά νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται προς πώληση εντός των ανωτέρω κρατών και είναι σύμφωνα, όσον αφορά την επισήμανση, με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος 109 της 27ης Ιανουαρίου 1992, με το οποίο μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο η οδηγία 79/112/ΕΟΚ και οι διαδοχικές τροποποιήσεις της.»
16 Κατά συνέπεια, στο πρώτο και στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η εφαρμογή στα προϋόντα που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών εθνικής νομοθεσίας, η οποία απαγορεύει την εμπορία του άρτου που έχει βαθμό υγρασίας ανώτερο του 34 %, περιεκτικότητα σε τέφρες κατώτερη του 1,40 % ή που περιέχει πίτουρο, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης, το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης, από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας.
Επί του τρίτου και του τετάρτου ερωτήματος
17 Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 30 της Συνθήκης, αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως να μην εφαρμόσει τον ασυμβίβαστο με τη διάταξη αυτή εσωτερικό νόμο.
18 Κατά πάγια νομολογία, όταν πρόκειται για διατάξεις του εθνικού δικαίου ασυμβίβαστες με το κοινοτικό δίκαιο, τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την πλήρη αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως να μην εφαρμόσουν τις ασυμβίβαστες διατάξεις του εθνικού δικαίου (απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthal, Συλλογή τόμος 1978, σ. 239).
19 Εξ αυτού προκύπτει ότι, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται ανωτέρω, ο νομίμως παρασκευαζόμενος και διατιθέμενος στο εμπόριο εντός κράτους μέλους άρτος, που έχει βαθμό υγρασίας ανώτερο του 34 %, περιεκτικότητα σε τέφρες κατώτερη του 1,40 % ή που περιέχει πίτουρο, πρέπει να μπορεί να διατεθεί στο εμπόριο και εντός της επικρατείας άλλου κράτους μέλους.
20 Συνεπώς, στο τρίτο και στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 30 της Συνθήκης, αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως να μην εφαρμόσει τον ασυμβίβαστο με τη διάταξη αυτή εσωτερικό νόμο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
21 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γερμανική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 18ης Οκτωβτίου 1995 η Pretura di Porderone, αποφαίνεται:
1) H εφαρμογή στα προϋόντα που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών εθνικής νομοθεσίας, η οποία απαγορεύει την εμπορία του άρτου που έχει βαθμό υγρασίας ανώτερο του 34 %, περιεκτικότητα σε τέφρες κατώτερη του 1,40 % ή που περιέχει πίτουρο, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό υπό την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης EK, το οποίο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, κατά το άρθρο 36 της ίδιας Συνθήκης, από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας.
2) Tο εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 30 της Συνθήκης, αποφασίζοντας αυτεπαγγέλτως να μην εφαρμόσει τον ασυμβίβαστο με τη διάταξη αυτή εσωτερικό νόμο.
Full & Egal Universal Law Academy