Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου της προσφυγής από το Δικαστήριο - Κατάσταση που λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 169)
2 Πράξεις των οργάνων - Οδηγίες - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Μεταφορά οδηγίας χωρίς νομοθετική πράξη - Ανεπίτρεπτο σε περίπτωση κατά την οποία επιβάλλεται ρητώς η υποχρέωση παραπομπής στην οδηγία
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 189, εδ. 3)
Περίληψη
3 Στο πλαίσιο της ασκουμένης δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης προσφυγής, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
4 Οσάκις προβλέπεται ρητώς από οδηγία η υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε οι περί μεταφοράς διατάξεις της οδηγίας να παραπέμπουν σ' αυτήν ή να συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους, είναι αναγκαία η θέσπιση σαφούς πράξεως περί μεταφοράς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-360/95,
Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, νομικό σύμβουλο, και την Blanca Vilα Costa, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένη στη Νομική Υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Ισπανίας, εκπροσωπουμένου από τον Alberto Josι Navarro Gonzαlez, γενικό διευθυντή νομικού και θεσμικού κοινοτικού συντονισμού, και την Rosario Silva de Lapuerta, abogado del Estado, της υπηρεσίας κοινοτικών διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6 Boulevard E. Servais,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ διότι δεν θέσπισε ούτε έθεσε σε ισχύ εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/371/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991, σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την πρωτασφάλιση, εκτός από την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 205, σ. 48), ή, επικουρικώς, διότι δεν ενημέρωσε την Επιτροπή επί των εν λόγω διατάξεων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, M. Wathelet, J. C. Moitinho de Almeida (εισηγητή), P. Jann και L. Sevσn, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. La Pergola
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 15ης Μαου 1997,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιουνίου 1997,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Νοεμβρίου 1995, η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ διότι δεν θέσπισε ούτε έθεσε σε ισχύ εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/371/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 1991, σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την πρωτασφάλιση, εκτός από την ασφάλιση ζωής (ΕΕ L 205, σ. 48, στο εξής: οδηγία), ή, επικουρικώς, διότι δεν ενημέρωσε την Επιτροπή επί των εν λόγω διατάξεων.
2 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη τροποποιούν τις εθνικές διατάξεις τους βάσει της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας (στο εξής: συμφωνία) εντός προθεσμίας είκοσι τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση της οδηγίας και ενημερώνουν πάραυτα την Επιτροπή.
3 Δεδομένου ότι δεν έλαβε κοινοποίηση τυχόν διατάξεων που θέσπισε το Βασίλειο της Ισπανίας προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία, η Επιτροπή τού απηύθυνε στις 5 Οκτωβρίου 1993 έγγραφο οχλήσεως, καλώντας το να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών.
4 Μη έχοντας λάβει καμία κοινοποίηση από την οποία θα μπορούσε να συναγάγει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας συμμορφώθηκε προς τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις του, η Επιτροπή απηύθυνε στις 31 Οκτωβρίου 1994 στο Βασίλειο της Ισπανίας αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών.
5 Με έγγραφο της 18ης Ιανουαρίου 1995, οι ισπανικές αρχές διευκρίνισαν ότι επεξεργάζονταν τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως προς την οδηγία.
6 Επειδή δεν έλαβε καμία κοινοποίηση από την οποία θα μπορούσε να συναγάγει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας συμμορφώθηκε ή ότι η συμμόρφωσή του προς τις απορρέουσες από την οδηγία υποχρεώσεις επέκειτο, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
7 Πρέπει κατ' αρχάς να υπογραμμιστεί ότι, όπως προκύπτει από την προσφυγή και τις προφορικές παρατηρήσεις της Επιτροπής, η παρούσα προσφυγή έχει ως αντικείμενο τη μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας εντός των ταχθεισών προθεσμιών ή, επικουρικώς, τη μη κοινοποίηση των μέτρων μεταφοράς της.
8 Ακολούθως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας αμφισβητεί ότι στοιχειοθετείται η προσαπτόμενη σ' αυτό παράβαση και ισχυρίζεται ότι, για να προσδιοριστεί αν επήλθε ή όχι μεταφορά της οδηγίας, πρέπει να εξεταστεί όχι μόνον ο νόμος 30/1995, της 8ης Νοεμβρίου 1995, de Ordenaciσn y Supervisiσn de los Seguros Privados [νόμος περί της οργανώσεως και του ελέγχου της ιδιωτικής ασφαλίσεως, BOE (Επίσημη Εφημερίδα του Βασιλείου της Ισπανίας) αριθ. 268, της 9ης Νοεμβρίου 1995, σ. 32480, στο εξής: νόμος 30/1995], ο οποίος μεταφέρει στην ισπανική έννομη τάξη το περιεχόμενο της οδηγίας, ιδιαίτερα δε η δέκατη έκτη πρόσθετη διάταξη του νόμου αυτού που προσδιορίζει το καθεστώς των ελβετικών ασφαλιστικών εταιριών, αλλά και το άρθρο 87 του νόμου 30/1995, το άρθρο 9 του Reglamento de Ordenaciσn del Seguro Privado (κανονισμού περί της οργανώσεως της ιδιωτικής ασφαλίσεως), ο οποίος εγκρίθηκε με το βασιλικό διάταγμα 1348/85 της 1ης Αυγούστου 1985 (ΒΟΕ αριθ. 185, της 3ης Αυγούστου 1985), του οποίου οι συμβατές με τον νόμο 30/1995 διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν, και το πρωτόκολλο σχετικά με τη συνεργασία των ελεγκτικών αρχών των συμβαλλομένων μερών στη συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την πρωτασφάλιση, εκτός από την ασφάλιση ζωής.
9 Η Επιτροπή αντικρούει ότι ο Ισπανός νομοθέτης περιορίστηκε, με τον νόμο 30/1995, να προβλέψει στη δέκατη έκτη πρόσθετη διάταξή του τη μη εφαρμογή επί των ελβετικών εταιριών των άρθρων 87, 88 και 89 του νόμου που αφορούν τη δράση στην Ισπανία ασφαλιστικών εταιριών, η έδρα των οποίων βρίσκεται σε τρίτες χώρες. Η μεταφορά αυτή, η οποία όχι μόνον είναι όψιμη αλλά και πολύ ατελής, πραγματοποιήθηκε μέσω ενός επισφαλούς και ανεπαρκούς νομοθετικού υποθέματος, υπό την έννοια ότι δεν λαμβάνει υπόψη το ίδιο το σύστημα της συμφωνίας.
10 Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι το γενικό καθεστώς που θεσπίζεται με τα άρθρα 87, 88 και 89 του νόμου 30/1995 για τις εδρεύουσες σε τρίτη χώρα επιχειρήσεις εξακολουθεί να εφαρμόζεται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που ρυθμίζονται από τη δέκατη έκτη πρόσθετη διάταξη (η οποία προβλέπει τη μη εφαρμογή των ανωτέρω άρθρων επί των ελβετικών εταιριών), αποδεικνύει την περιορισμένη σημασία των θεσπισθέντων μέτρων μεταφοράς που δεν καλύπτουν τα όσα προέβλεψαν τα άρθρα 11, 12, 13 και 14 της συμφωνίας, τα οποία θέτουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της διοικητικής αδείας, καθώς και τη διαδικασία που επιτρέπει στις ασφαλιστικές εταιρίες να ασκούν τις δραστηριότητές τους στην Ισπανία.
11 αΟσον αφορά, πρώτον, τις διατάξεις της οδηγίας που φέρονται, κατά την άποψη του Βασιλείου της Ισπανίας, ως μεταφερθείσες με τον νόμο 30/1995, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., ιδίως, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1996 στην υπόθεση C-289/94, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-4405, σκέψη 20).
12 Στην προκειμένη περίπτωση, ο νόμος 30/1995 εκδόθηκε μετά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οπότε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. οΕτσι, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα άρθρα της συμφωνίας τα οποία, κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, φέρονται ως μεταφερθέντα με τον νόμο 30/1995 δεν αποτέλεσαν αντικείμενο μεταφοράς.
13 ςΟσον αφορά, δεύτερον, τις διατάξεις της οδηγίας για τις οποίες το Βασίλειο της Ισπανίας φρονεί ότι μεταφέρθηκαν μέσω των κανόνων που ίσχυαν πριν από την ταχθείσα εκ μέρους της Επιτροπής προθεσμία, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, στην προκειμένη περίπτωση είναι αναγκαία η θέσπιση σαφούς πράξεως περί μεταφοράς, δεδομένου ότι το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας προβλέπει ρητώς την υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν ώστε οι περί μεταφοράς διατάξεις της οδηγίας να παραπέμπουν σ' αυτήν ή να συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους (βλ., συναφώς, απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1997 στην υπόθεση C-137/96, Επιτροπή κατά Γερμανίας, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 8). Επομένως, οι κανόνες που επικαλέστηκε το Βασίλειο της Ισπανίας και παρατίθενται στη σκέψη 8 της παρούσας αποφάσεως δεν πληρούν την εν λόγω προϋπόθεση.
14 Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία διότι δεν θέσπισε εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
15 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού Διαδικασίας, ο ηητηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι αυτό ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 91/371/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1991, σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας για την πρωτασφάλιση, εκτός από την ασφάλιση ζωής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy