Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1 Αναίρεση - Παρέμβαση - Η κτηθείσα κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία ιδιότητα του παρεμβαίνοντος εξακολουθεί ενώπιον του Δικαστηρίου - Λόγοι αναιρέσεως δυνάμενοι να προβληθούν από τον παρεμβαίνοντα ως απάντηση στην αίτηση αναιρέσεως
(Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 49 § 2· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 115)
2 Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Απόφαση της Επιτροπής, απευθυνόμενη στα κράτη μέλη, θεσπίζουσα μέτρο διασφαλίσεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173, εδ. 4)
3 Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Απόρριψη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 168 Α· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
4 Σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών - Θέση σε εφαρμογή από το Συμβούλιο - Διασφάλιση των συμφερόντων της Κοινότητας με την προσθήκη ρήτρας διασφαλίσεως στο καθεστώς που θεσπίζει την ελεύθερη πρόσβαση στην κοινοτική αγορά των γεωργικών προϋόντων καταγωγής των συνδεδεμένων χωρών και εδαφών - Νομιμότητα
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 3, στοιχ. ρρ, 131, 132, 133 § 1, και 136, εδ. 2)
5 Σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών - Μέτρα διασφαλίσεως ως προς τις εισαγωγές γεωργικών προϋόντων καταγωγής των συνδεδεμένων χωρών και εδαφών - Προϋποθέσεις θεσπίσεως - Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής
(Απόφαση 91/482 του Συμβουλίου, άρθρο 109)
6 Σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών - Μέτρα διασφαλίσεως ως προς τις εισαγωγές γεωργικών προϋόντων καταγωγής των συνδεδεμένων χωρών και εδαφών - Προϋόν καταγωγής Ολλανδικών Αντιλλών τεθέν σε δυσμενή ανταγωνιστική θέση σε σχέση με κοινοτικό προϋόν - Αρχή της αναλογικότητας - Παραβίαση - Δεν συντρέχει
(Απόφαση 93/211 της Επιτροπής)
7 Εξωσυμβατική ευθύνη - Προϋποθέσεις - Κανονιστική πράξη ενέχουσα επιλογές οικονομικής πολιτικής - Κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες - Πράξη έχουσα τύπον αποφάσεως και αφορώσα ατομικά τον αναιρεσείοντα - Δεν ασκεί επιρροή επί του κανονιστικού χαρακτήρα της πράξεως που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής αποζημιώσεως
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 178 και 215, εδ. 2)
Περίληψη
1 Από το άρθρο 49 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι ενώπιον του Πρωτοδικείου παρεμβαίνοντες θεωρούνται ως διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Επομένως, όταν η απόφαση του Πρωτοδικείου αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως, το άρθρο 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου τυγχάνει εφαρμογής ως προς αυτούς, πράγμα το οποίο τους απαλλάσσει από την υποχρέωση καταθέσεως νέου δικογράφου αιτήσεως παρεμβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 93 και 123 του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας.
Δεδομένου ότι, όσον αφορά τους λόγους που μπορούν να προβάλουν οι διάδικοι στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ των διαδίκων που έχουν δικαίωμα να υποβάλουν υπόμνημα αντικρούσεως, παρεμβαίνων που δικαιούται να υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως πρέπει να μπορεί να προβάλει λόγους που αφορούν όλα τα νομικά ζητήματα επί των οποίων στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, ο διάδικος αυτός μπορεί να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, παρ' όλον ότι ο διάδικος τον οποίο υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου, και ο οποίος είχε προβάλει την ένσταση αυτή πρωτοδίκως, δεν την επανέλαβε με την απάντησή του στην αίτηση αναιρέσεως.
2 Η δικαστική προστασία που απολαύει ένας ιδιώτης από το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης δεν μπορεί να εξαρτάται από το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση απευθύνεται σε ένα μόνον κράτος μέλος ή περισσότερα, πρέπει δε να στηρίζεται στη συγκεκριμένη κατάσταση του ιδιώτη αυτού σε σχέση με κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Προκειμένου δε, ειδικότερα, για απόφαση θεσπίζουσα μέτρο διασφαλίσεως, αυτό που είναι καθοριστικό για την εξατομίκευση των προσώπων που αφορά ατομικά η απόφαση αυτή είναι η προστασία της οποίας απολαύουν, βάσει του κοινοτικού δικαίου, η χώρα ή το έδαφος καθώς και οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ως προς τις οποίες εκδίδεται το μέτρο διασφαλίσεως.
3 Το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία της δικογραφίας, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που έχουν υποβληθεί ενώπιόν του, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
4 Η θέσπιση από την Κοινότητα ρήτρας διασφαλίσεως θεσπίζουσας περιορισμούς στην ελεύθερη εισαγωγή των γεωργικών προϋόντων καταγωγής υπερποντίων χωρών και εδαφών (ΥΞΕ) δεν αποκλείεται στο πλαίσιο του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
Πράγματι, αφενός, οι ΥΞΕ, μολονότι είναι χώρες και εδάφη συνδεδεμένα με ειδικούς δεσμούς με την Κοινότητα, δεν αποτελούν εντούτοις τμήμα της Κοινότητας αυτής και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ ΥΞΕ και Κοινότητας δεν υφίσταται στο στάδιο αυτό απεριορίστως δυνάμει του άρθρου 132 της Συνθήκης.
Αφετέρου, όταν το Συμβούλιο εκδίδει αποφάσεις ΥΞΕ δυνάμει του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, που εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να εκδίδει αποφάσεις στο πλαίσιο της συνδέσεως, βάσει των αρχών της Συνθήκης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τις αρχές του τετάρτου μέρους της Συνθήκης που διέπουν τις ΥΞΕ, αλλά και τις άλλες αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική.
Εξάλλου, η προώθηση από την Κοινότητα της οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως των ΥΞΕ, που προβλέπουν τα άρθρα 3, στοιχείο ρρ, και 131 της Συνθήκης, δεν συνεπάγεται υποχρέωση να ευνοούνται οι χώρες και τα εδάφη αυτά, και η εξάλειψη των τελωνειακών δασμών κατά την είσοδο στην Κοινότητα των προϋόντων καταγωγής των ΥΞΕ, που αφορά το άρθρο 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δεν αποκλείει τη δυνατότητα θεσπίσεως, βάσει του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, ρήτρας διασφαλίσεως περιορίζουσας την εισαγωγή μόνον κατ' εξαίρεση, εν μέρει και προσωρινώς.
5 Η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την εφαρμογή του άρθρου 109 της αποφάσεως 91/482, σχετικά με τη σύνδεση των υπερποντίων χωρών και εδαφών, που την εξουσιοδοτεί να λαμβάνει ή να επιτρέπει μέτρα διασφαλίσεως όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Ενόψει τέτοιας εξουσίας, στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να περιοριστεί στον έλεγχο του αν η άσκηση της εξουσίας αυτής πάσχει πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή του αν ακόμα η Επιτροπή υπερέβη προφανώς τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.
6 Η απόφαση 93/211 με την οποία η Επιτροπή επανέφερε την ελάχιστη τιμή εισαγωγής του ρυζιού Ολλανδικών Αντιλλών, που είχε θεσπίσει, ως μέτρο διασφαλίσεως, με την απόφαση 93/127, σε επίπεδο τέτοιο που το εν λόγω ρύζι δεν τίθεται πλέον σε δυσμενή θέση σε σχέση με το ρύζι καταγωγής τρίτων χωρών, έχει ως σκοπό να καθορίσει ελάχιστη τιμή εισαγωγής του ρυζιού Αντιλλών που να δημιουργεί τις ελάχιστες διαταραχές στη λειτουργία συνδέσεως των υπερποντίων χωρών και εδαφών με την Κοινότητα, αποκαθιστώντας συγχρόνως τις δυσχέρειες που έχουν δημιουργηθεί στην κοινή αγορά. Ενόψει του σκοπού αυτού, η επίδικη απόφαση, καθόσον θέτει το ρύζι των Ολλανδικών Αντιλλών σε δυσμενή ανταγωνιστική θέση σε σχέση με το κοινοτικό ρύζι δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας, εφόσον από την ίδια την ουσία των μέτρων διασφαλίσεως προκύπτει ότι ορισμένα εισαγόμενα προϋόντα υποβάλλονται σε δυσμενές καθεστώς ως προς τα κοινοτικά προϋόντα.
7 Σ' ένα κανονιστικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την άσκηση ευρείας διακριτικής εξουσίας, παράβαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους θεσμικού οργάνου δεν αρκεί καθεαυτή για να στοιχειοθετήσει, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που υπέστησαν ιδιώτες. Τέτοια ευθύνη μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνον αν το οικείο όργανο παραβίασε, κατά πρόδηλο πρόδηλο και σοβαρό, τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του.
Εξάλλου, ο κανονιστικός χαρακτήρας της προβαλλομένης πράξεως στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως δεν αποκλείεται ούτε από την προϋπόθεση ότι η πράξη έχει τον τύπο αποφάσεως, και, επομένως, κατ' αρχήν, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, ούτε από το γεγονός ότι η πράξη αυτή αφορά ατομικώς τον αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι, αφενός, ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξεως συνδέεται με τη φύση και όχι με τον τύπο της πράξεως αυτής και, αφετέρου, ότι η αγωγή αποζημιώσεως συνιστά αυτόνομο ένδικο μέσο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-390/95 P,
Antillean Rice Mills NV, εταιρία δικαίου των Ολλανδικών Αντιλλών, με έδρα το Μποναίρ (Ολλανδικές Αντίλλες),
European Rice Brokers AVV, εταιρία συσταθείσα κατά το δίκαιο της Αρούμπα, με έδρα το Oranjestad (Aρούμπα),
και
Guyana Investments AVV, εταιρία συσταθείσα κατά το δίκαιο της Aρούμπα, εγκατεστημένη στο Oranjestad (Aρούμπα),
εκπροσωπούμενες από τους P. Glazener, δικηγόρο Άμστερνταμ, W. Knibbeler, δικηγόρο Ρόττερνταμ, και J. Pel, δικηγόρο Άμστερνταμ, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του M. Loesch, 11, rue Goethe,
αναιρεσείουσες,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 1995 του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (τέταρτο πενταμελές τμήμα) στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-480/93 και T-483/93, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II-2305), και με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Ε. Lasnet και T. van Rijn, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gσmez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής πρωτοδίκως,
υποστηριζόμενη από
το Συμβούλιο της Ευρωπαϋκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους J. Huber και G. Houttuin, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον A. Morbilli, γενικό διευθυντή της διευθύνσεως νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϋκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
την Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπουμένη από τον D. Del Gaizo, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adelaοde,
τη Γαλλική Δημοκρατία,
παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως,
και
την Trading & Shipping Co. Ter Beek BV, εταιρία ολλανδικού δικαίου, με έδρα το Άμστερνταμ,
την Alesie Curaηao NV, εταιρία δικαίου των Ολλανδικών Αντιλλών, εγκατεστημένη στο Willemstad (Κουρασάο, Ολλανδικές Αντίλλες),
προσφεύγουσες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. J. G. Kapteyn, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, J. L. Murray (εισηγητή), H. Ragnemalm και K. M. Ιωάννου, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 1998, κατά την οποία η Antillean Rice Mills NV, η European Rice Brokers AVV και η Guyana Investments AVV εκπροσωπήθηκαν από τους P. Glazener, W. Knibbeler και J. Pel, η Επιτροπή από τους E. Lasnet και T. van Rijn, το Συμβούλιο από τους J. Huber και G. Houttuin, η Γαλλική Δημοκρατία από τον C. Chavance, σύμβουλο εξωτερικών υποθέσεων στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και η Ιταλική Δημοκρατία από τον D. Del Gaizo,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 1998,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Δεκεμβρίου 1995, η Antillean Rice Mills NV, η European Rice Brokers AV και η Guyana Investments AVV (στο εξής: αναιρεσείουσες) άσκησαν, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 14 Σεπτεμβρίου 1995 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-480/93 και Τ-483/93, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2305, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 93/127/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1993, περί μέτρων διασφαλίσεως για το ρύζι καταγωγής Ολλανδικών Αντιλλών (ΕΕ L 50, σ. 27, στο εξής: επίδικη απόφαση), και απέρριψε τις προσφυγές τους κατά τα λοιπά.
2 Όσον αφορά το νομικό πλαίσιο των ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγών, το Πρωτοδικείο έκρινε:
«1 Οι Ολλανδικές Αντίλλες αποτελούν τμήμα των υπερπόντιων χωρών και εδαφών (στο εξής: ΥΞΕ) που είναι συνδεδεμένα με την Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα. Η σύνδεση των ΥΞΕ με την Κοινότητα ρυθμίζεται από το τέταρτο μέρος της Συνθήκης ΕΚ (στο εξής: Συνθήκη), καθώς και από την απόφαση 91/482/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1991 (ΕΕ L 263, σ. 1, στο εξής: απόφαση ΥΞΕ), η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
2 Το άρθρο 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης προβλέπει ότι για τις εισαγωγές προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ στα κράτη μέλη ισχύει η πλήρης κατάργηση των δασμών μεταξύ των κρατών μελών, η οποία συντελείται προοδευτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης. Το άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΞΕ ορίζει ότι τα προϋόντα καταγωγής ΥΞΕ εισάγονται στην Κοινότητα άνευ δασμών και φόρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Η παράγραφος 2 του ιδίου άρθρου προβλέπει, επιπλέον, ότι τα προϋόντα που δεν κατάγονται από τις ΥΞΕ, αλλά βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στις ΥΞΕ και επανεξάγονται ως έχουν προς την Κοινότητα, εισάγονται στην Κοινότητα απαλλαγμένα από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, υπό την προϋπόθεση, πρώτον, ότι έχουν καταβληθεί στην οικεία ΥΞΕ δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος του ιδίου ύψους ή μεγαλύτεροι από τους δασμούς που επιβάλλονται στην Κοινότητα κατά την εισαγωγή αυτών των ίδιων προϋόντων, καταγωγής τρίτων χωρών, επί των οποίων εφαρμόζεται η ρήτρα του πλέον ευνοουμένου κράτους· δεύτερον, ότι τα προϋόντα αυτά δεν έχουν τύχει απαλλαγής ή επιστροφής, ολικώς ή μερικώς, δασμών ή φορολογικών επιβαρύνσεων· και, τρίτον, ότι συνοδεύονται από πιστοποιητικό εξαγωγής.
3 Το άρθρο 108, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως ΥXE παραπέμπει στο παράρτημα ΙΙ της αποφάσεως ΥXE (στο εξής: παράρτημα ΙΙ) για τον ορισμό της έννοιας των προϋόντων καταγωγής και των σχετικών μεθόδων διοικητικής συνεργασίας.
4 Δυνάμει του άρθρου 1 του παραρτήματος ΙΙ, ένα προϋόν θεωρείται καταγόμενο προϋόν, ή προϋόν καταγωγής μιας ΥΞΕ, της Κοινότητας ή κράτους της Αφρικής, της Καραϋβικής και του Ειρηνικού (στο εξής: κράτη ΑΚΕ) όταν έχει είτε εξ ολοκλήρου παραχθεί είτε επαρκώς μεταποιηθεί εκεί.
5 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, του παραρτήματος ΙΙ, θεωρούνται ως εξ ολοκλήρου παραγόμενα στις ΥΞΕ ή στην Κοινότητα ή στα κράτη ΑΚΕ "τα φυτικά προϋόντα που συγκομίζονται στο έδαφός τους".
6 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΙ, οι μη καταγόμενες ύλες θεωρούνται ως επαρκώς κατεργασμένες ή μεταποιημένες όταν το παραγόμενο προϋόν κατατάσσεται σε διαφορετική κλάση από εκείνη στην οποία υπάγονται όλες οι μη καταγόμενες ύλες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του.
7 Τέλος, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ, προβλέπει ότι όταν προϋόντα εξ ολοκλήρου παραγόμενα στην Κοινότητα ή στα κράτη ΑΚΕ υφίστανται κατεργασίες ή μεταποιήσεις στις ΥΞΕ θεωρούνται ότι έχουν εξ ολοκλήρου παραχθεί στις ΥΞΕ.
8 Ήδη από το 1967 υφίσταται κοινή οργάνωση αγοράς του ρυζιού, που ρυθμίζεται επί του παρόντος από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της ορύζης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 127), η οποία περιλαμβάνει τιμή παρεμβάσεως για το αναποφλοίωτο ρύζι, επιστροφές κατά την εξαγωγή και εισφορές κατά την εισαγωγή. Οι εισφορές ποικίλλουν ανάλογα με τη χώρα καταγωγής. Όσον αφορά τα κράτη ΑΚΕ, εισπράττεται εισφορά προς χαμηλό συντελεστή εντός των ορίων δασμολογικής ποσοστώσεως 125 000 τόνων αποφλοιωμένου ρυζιού και 20 000 τόνων ρυζιού σε θραύσματα.
9 Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3878/87 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1987, σχετικά με την ενίσχυση στην παραγωγή για ορισμένες ποικιλίες ρυζιού (ΕΕ L 365, σ. 3, στο εξής: κανονισμός 3878/87), προωθεί την καλλιέργεια του ρυζιού τύπου Indica από τους κοινοτικούς παραγωγούς. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3763/91 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1991, για ειδικά μέτρα που αφορούν ορισμένα γεωργικά προϋόντα στα γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα (ΕΕ L 356, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 3763/91), αποσκοπεί στην προώθηση της καλλιέργειας του ρυζιού στη Γαλλική Γουϋάνα και στην ενίσχυση της διαθέσεως και της εμπορίας του ρυζιού στη Γουαδελούπη και τη Μαρτινίκα, τρία γαλλικά υπερπόντια διαμερίσματα (στο εξής: ΥΔ). Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 227, παράγραφος 2, της Συνθήκης, οι διατάξεις περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, καθώς και περί της γεωργίας, εξαιρέσει του άρθρου 40, παράγραφος 4, εφαρμόζονται για τα ΥΔ τα οποία, από αυτής της απόψεως, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της Κοινότητας.»
3 Από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι στις 25 Φεβρουαρίου 1993, κατόπιν καταγγελιών της Γαλλικής και της Ιταλικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή θέσπισε με την επίδικη απόφαση ελάχιστη τιμή για την εισαγωγή ρυζιού καταγωγής Ολλανδικών Αντιλλών στην Κοινότητα. Στις 14 Ιανουαρίου 1993, ο Υπουργός Οικονομικών των Ολλανδικών Αντιλλών καθόρισε ελάχιστη τιμή για την εξαγωγή, αντιστοιχούσα στην ελάχιστη τιμή που είχε επιβάλει συναφώς η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση.
4 Με την απόφαση 93/211/ΕΟΚ, της 13ης Απριλίου 1993, που τροποποιεί την απόφαση 93/127 (ΕΕ L 90, σ. 36), η Επιτροπή μείωσε πάντως την ελάχιστη τιμή ανά τόνο ρυζιού για να λάβει υπόψη τη βελτίωση των συνθηκών της αγοράς. Οι δύο αυτές αποφάσεις στηρίζονταν στο άρθρο 109 της αποφάσεως ΥΞΕ, η οποία ελήφθη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Τέλος, με την απόφαση 93/356/ΕΟΚ, της 16ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 147, σ. 28), η Επιτροπή κατάργησε τα μέτρα διασφαλίσεως.
5 Οι αναιρεσείουσες είναι τρεις επιχειρήσεις που ασκούν στις Ολλανδικές Αντίλλες δραστηριότητες στον τομέα μεταποιήσεως και εμπορίας του ρυζιού και οι οποίες μεταποιούν εκεί το ρύζι brun καταγωγής Σουρινάμ και Γουιάνας. Επειδή η μεταποίηση στις Ολλανδικές Αντίλλες προσδίδει στο ρύζι καταγωγή Αντιλλών, μπορεί συνεπώς να εισάγεται στην Κοινότητα αδασμολόγητο σύμφωνα με το άρθρο 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΞΕ.
6 Επειδή οι αναιρεσείουσες έκριναν ότι υπέστησαν σοβαρή ζημία λόγω των θεσπισθέντων από την Επιτροπή μέτρων διασφαλίσεως, άσκησαν προσφυγές ζητώντας την ακύρωση των εν λόγω μέτρων και αποζημίωση για τη ζημία που ισχυρίζονταν ότι είχαν υποστεί.
7 Οι αναιρεσείουσες προέβαλαν ενώπιον του Πρωτοδικείου έξι λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος αντλούνταν από τον μη σύννομο χαρακτήρα του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΞΕ, επί του οποίου στηριζόταν η επίδικη απόφαση, λόγω του ότι η διάταξη αυτή παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίζει μέτρα διασφαλίσεως υπό προϋποθέσεις οι οποίες δεν έχουν προβλεφθεί από τη Συνθήκη ΕΚ. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως στηριζόταν στην παράβαση του άρθρου 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥXΕ, καθόσον η Επιτροπή θέσπισε μέτρα διασφαλίσεως ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις θεσπίσεώς τους. Οι αναιρεσείουσες προέβαλαν, τρίτον, την παράβαση του άρθρου 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως YXE, καθόσον τα θεσπισθέντα μέτρα διασφαλίσεως υπερέβαιναν τα αναγκαία όρια για την εξάλειψη της προβαλλομένης απειλής διαταραχής ή επιδεινώσεως σε τομέα δραστηριοτήτων της Κοινότητας ή περιφερείας αυτής. Τέταρτον, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν την παράβαση των άρθρων 132, σημείο 1, και 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης, και του άρθρου 101, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΞΕ, καθόσον η εξάρτηση της απαλλαγής από τελωνειακούς δασμούς κατά την εισαγωγή από την εφαρμογή ελαχίστων τιμών συνιστά «υπό αίρεση» επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος. Ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως αντλούνταν από την παράβαση του άρθρου 131 της Συνθήκης, καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε ή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τους σκοπούς της συνδέσεως των ΥΞΕ. ΕΕκτον, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν την παραβίαση της αρχής της επιμελούς προετοιμασίας των κοινοτικών πράξεων καθώς και την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης, καθόσον η Επιτροπή δεν εξέτασε ή δεν εξέτασε επαρκώς την κατάσταση της αγοράς και δεν αιτιολόγησε τα ληφθέντα μέτρα διασφαλίσεως.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
8 Στις σκέψεις 63 έως 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε κατ' αρχάς το προβληθέν από την Επιτροπή ζήτημα του παραδεκτού και έκρινε ότι απόφασή της, ληφθείσα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΞΕ, η οποία απευθύνεται στα κράτη μέλη και καθορίζει, ως μέτρο διασφαλίσεως, ελάχιστη τιμή κατά την εισαγωγή προϋόντος καταγωγής ενός από τα εδάφη αυτά, αφορά άμεσα, υπό την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, τις επιχειρήσεις που εξάγουν το εν λόγω προϋόν από το έδαφος αυτό, εφόσον δεν αφήνει στα κράτη μέλη κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την επιβολή και το ύψος της επίδικης ελάχιστης τιμής. Παρά τον κανονιστικό χαρακτήρα της, μια τέτοια απόφαση αφορά επίσης ατομικά, υπό την έννοια της ίδιας διατάξεως, τις επιχειρήσεις που γνώριζε η Επιτροπή λόγω των προ της θεσπίσεως του μέτρου διασφαλίσεως επαφών, οι επιχειρήσεις δε αυτές είχαν υπό διαμετακόμιση προϋόντα τα οποία αφορούσε η εν λόγω απόφαση κατά τον χρόνο εκδόσεώς της.
9 Στη συνέχεια, στη σκέψη 95, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, βάσει του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το Συμβούλιο είχε το δικαίωμα, προκειμένου να συμβιβάσει τις αρχές που διέπουν τη σύνδεση των ΥΞΕ με την Κοινότητα και την κοινή γεωργική πολιτική, να προσθέσει στο άρθρο 109 της αποφάσεως ΥΞΕ ρήτρα διασφαλίσεως επιτρέπουσα, μεταξύ άλλων, περιορισμούς στην ελεύθερη εισαγωγή γεωργικών προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ αν αυτή συνεπάγεται σοβαρές διαταραχές σε τομέα οικονομικής δραστηριότητας της Κοινότητας ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών ή θέτει σε κίνδυνο την εξωτερική οικονομική τους σταθερότητα ή αν ανακύπτουν δυσκολίες δυνάμενες να προκαλέσουν επιδείνωση της καταστάσεως τομέα δραστηριοτήτων της Κοινότητας ή περιφέρειας αυτής. Προβαίνοντας στην επιλογή αυτή, η οποία περιορίζει μόνον κατ' εξαίρεση, εν μέρει και προσωρινώς, την ελεύθερη εισαγωγή στην Κοινότητα προϋόντων προελεύσεως ΥΞΕ, το Συμβούλιο δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που του παρέχει το άρθρο 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
10 Στις σκέψεις 119 έως 135, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΞΕ χορηγεί στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, όχι μόνον ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που δικαιολογούν τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως, αλλά και ως προς το αν κατ' αρχήν απαιτείται η λήψη τέτοιου μέτρου, οπότε ο κοινοτικός δικαστής πρέπει, κατά την άσκηση του ελέγχου του, να ελέγχει μόνον αν η άσκηση της εξουσίας αυτής φέρει το στίγμα πρόδηλης πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας ή ακόμα αν η Επιτροπή υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως. Τούτο δεν συνέβη κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως και της αποφάσεως 93/211. Πράγματι, ενόψει της διαπιστωθείσας εξελίξεως της μειώσεως της τιμής του ρυζιού στην Κοινότητα και της ταυτόχρονης αυξήσεως των εισαγωγών προελεύσεως αυτού του υπερποντίου εδάφους, η Επιτροπή έκρινε ότι είχαν ανακύψει δυσχέρειες, οι οποίες θα προκαλούσαν ενδεχομένως επιδείνωση στον τομέα της παραγωγής ρυζιού στην Κοινότητα και θα διακύβευαν την εφαρμογή του προγράμματος Poseidom, το οποίο επρόκειτο να διευκολύνει την παραγωγή στη Γουαδελούπη και τη Μαρτινίκα του ρυζιού που παράγεται στη Γαλλική Γουιάνα, και, συνεπώς, πληρούνταν οι προϋποθέσεις θεσπίσεως μέτρων διασφαλίσεως.
11 Στη συνέχεια, στις σκέψεις 140 έως 143, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα μέτρα διασφαλίσεως κατά των εισαγωγών προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ που θεσπίζει το άρθρο 109 της αποφάσεως ΥΞΕ μπορούν να έχουν ως αντικείμενο μόνον την εξάλειψη των δυσχερειών που αντιμετωπίζει ένας τομέας οικονομικής δραστηριότητας της Κοινότητας ή την αποτροπή δημιουργίας τέτοιων δυσχερειών και πρέπει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, να είναι απολύτως αναγκαία. Για τον λόγο αυτό έπρεπε να ακυρωθεί το άρθρο 1, παράγραφος 1, της επίδικης αποφάσεως, με την οποία η Επιτροπή θέσπισε ως μέτρο διασφαλίσεως ελάχιστη τιμή στην εισαγωγή ρυζιού καταγωγής Ολλανδικών Αντιλλών, διότι το επίπεδο στο οποίο καθορίστηκε η τιμή αυτή ήταν τέτοιο ώστε το ρύζι αυτό ήταν ακριβότερο, στην κοινοτική αγορά, όχι μόνον από το κοινοτικό ρύζι αλλά και από το ρύζι καταγωγής τρίτων χωρών, μεταξύ των οποίων τα κράτη ΑΚΕ, αντίθετα προς την προτιμησιακή μεταχείριση που πρέπει να έχουν τα προϋόντα των συνδεδεμένων χωρών και εδαφών και την αρχή της αναλογικότητας που διατυπώνεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 109.
12 Στις σκέψεις 149 έως 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο αντιθέτως δέχθηκε ως έγκυρη την απόφαση 93/211 που καθορίζει, όσον αφορά το ίδιο μέτρο διασφαλίσεως, την ελάχιστη τιμή σε τέτοιο επίπεδο ώστε το εν λόγω ρύζι τίθεται σε δυσμενή ανταγωνιστική θέση μόνο σε σχέση με το κοινοτικό ρύζι, στην προστασία του οποίου σκοπεί το μέτρο.
13 Στη σκέψη 157 το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα που αντλείται από τη φερόμενη επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος «υπό αίρεση», κρίνοντας ότι εισφορά που επιβάλλεται κατά την εισαγωγή προϋόντος καταγωγής ΥΞΕ, η οποία πραγματοποιείται σε τιμή χαμηλότερη της ελάχιστης τιμής που έχει καθοριστεί στο πλαίσιο μέτρου διασφαλίσεως το οποίο θεσπίστηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΞΕ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορευόμενη από το άρθρο 101 της εν λόγω αποφάσεως, στο μέτρο που η υποχρέωση καταβολής τέτοιας εισφοράς δικαιολογείται όχι λόγω της διελεύσεως των συνόρων της Κοινότητας, αλλά λόγω της μη τηρήσεως της επιβληθείσας ελάχιστης τιμής.
14 Στη συνέχεια, στις σκέψεις 189 έως 194 το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η θέσπιση, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΞΕ, μέτρων διασφαλίσεως κατά των εισαγωγών προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ συνιστά κανονιστική δραστηριότητα ενέχουσα επιλογές οικονομικής πολιτικής, οπότε παρανομία διαπραχθείσα με την ευκαιρία αυτή μπορεί να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της Κοινότητας μόνον αν θεωρηθεί ως κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες. Η διαπραχθείσα από την Επιτροπή παρανομία κατά τη θέσπιση μέτρου διασφαλίσεως με την επίδικη απόφαση, το οποίο δεν ήταν, ως προς τις λεπτομέρειες εφαρμογής του, απαραίτητο για την προστασία των συμφερόντων της Κοινότητας, όπως απαιτεί η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 109, συνιστά παραβίαση τέτοιου κανόνα, εν προκειμένω της αρχής της αναλογικότητας. Η παραβίαση αυτή δεν στοιχειοθετεί εντούτοις την ευθύνη της Κοινότητας, στο μέτρο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάφωρη, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε, καλοπίστως, τα στοιχεία που της είχαν κοινοποιήσει οι εθνικές αρχές των Ολλανδικών Αντιλλών, τα οποία αποδείχθηκαν ανακριβή, χωρίς ωστόσο οι προσφεύγουσες να επισύρουν την προσοχή της Επιτροπής στις ανακρίβειες αυτές τις οποίες γνώριζαν.
15 Στη σκέψη 200, το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι, ακόμα και αν τέτοια παραβίαση μπορεί να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της Κοινότητας, για να υπάρξει δικαίωμα αποζημιώσεως, πρέπει η ζημία να υπερβαίνει αυτό που μπορεί να απαιτηθεί από ιδιώτη να υποστεί, ακόμα και στην περίπτωση που υφίσταται παρανομία, χωρίς να μπορεί να αποζημιωθεί από το δημόσιo ταμείο.
16 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 1, παράγραφος 1, της επίδικης αποφάσεως, για τον λόγο ότι υπερέβαινε αυτό που ήταν απολύτως αναγκαίο για την αντιμετώπιση των δυσχερειών που ανέκυψαν για την εμπορία του κοινοτικού ρυζιού με την εισαγωγή του ρυζιού Αντιλλών και, κατά συνέπεια, παρέβη το άρθρο 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΞΕ, και απέρριψε τις προσφυγές κατά τα λοιπά.
Επί του λόγου αναιρέσεως που αντλείται από το απαράδεκτο της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής
17 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στο μέτρο που απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή με σκοπό να κριθεί ότι η επίδικη απόφαση δεν αφορούσε ατομικώς τις αναιρεσείουσες. Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένως τις αρχές που θεσπίστηκαν με την απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207), για την εξατομίκευση των υποκειμένων δικαίου που αφορούν ατομικά οι κανονιστικές πράξεις.
18 Εντούτοις, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν τη δυνατότητα της Ιταλικής Κυβερνήσεως να προβάλει τέτοιο λόγο αναιρέσεως. Οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι, στο μέτρο που η Ιταλική Κυβέρνηση ήταν απλώς παρεμβαίνουσα υπέρ της Επιτροπής, δεν μπορεί να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου ένσταση απαραδέκτου μη προβληθείσα από την ίδια την Επιτροπή στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
19 Συνεπώς, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί αν προβάλλεται παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου ο λόγος αναιρέσεως που η Ιταλική Κυβέρνηση αντλεί από το απαράδεκτο της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής και στη συνέχεια, ενδεχομένως, αν αυτός είναι βάσιμος.
20 Όσον αφορά το αν η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, βάσει του άρθρου 49, παράγραφος 2, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, μπορεί να ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου από κάθε διάδικο εν μέρει ή εν όλω ηττηθέντα ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συνεπώς, οι παρεμβαίνοντες ενώπιον του Πρωτοδικείου θεωρούνται διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Ως εκ τούτου, το άρθρο 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο «κάθε διάδικος της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης μπορεί να υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως εντός δύο μηνών από την επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως», τυγχάνει εφαρμογής ως προς αυτούς, πράγμα το οποίο τους απαλλάσσει από την υποχρέωση καταθέσεως νέου δικόγραφου αιτήσεως παρεμβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα άρθρα 93 και 123 του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας (απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1993, C-244/91 P, Pincherle κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-6965, σκέψη 16).
21 Επομένως, όσον αφορά τους λόγους που μπορούν να προβάλουν, δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ των διαδίκων που έχουν δικαίωμα να υποβάλουν υπόμνημα αντικρούσεως, εφόσον οι διάδικοι αυτοί υπόκεινται, κατά τον ίδιο τρόπο, στις απαιτήσεις των άρθρων 115 και 116 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
22 Συνεπώς, παρεμβαίνων που δικαιούται να υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως, δυνάμει του άρθρου 115 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, πρέπει, εφόσον δεν υπάρχει ρητός περιορισμός, να μπορεί να προβάλει λόγους που αφορούν όλα τα νομικά ζητήματα επί των οποίων στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
23 Συνεπώς, κράτος μέλος που κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως δυνάμει του άρθρου 115 του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να προβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, παρ' όλον ότι ο διάδικος τον οποίο υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν προέβαλε την ένσταση αυτή με την απάντησή του στην αίτηση αναιρέσεως και δεν την είχε προβάλει στα πρωτοδίκως υποβληθέντα αιτήματά του.
24 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο προβληθείς από την Ιταλική Κυβέρνηση λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
25 Όσον αφορά το βάσιμο της ενστάσεως απαραδέκτου, πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο από το άρθρο 130, παράγραφος 3, της Πράξεως περί των όρων Προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών (ΕΕ ειδ. έκδ. της 19ης Νοεμβρίου 1979, σ. 47) συνήγαγε ότι όταν η Επιτροπή θεσπίζει μέτρα διασφαλίσεως πρέπει, στο μέτρο που οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως δεν την εμποδίζουν, να ενημερώνεται για τις αρνητικές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η απόφασή της στην οικονομία του εν λόγω κράτους μέλους, καθώς και στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, και έκρινε συναφώς ότι πρέπει να θεωρηθεί, όσον αφορά το παραδεκτόν προσφυγής, ότι η εν λόγω απόφαση αφορά ατομικώς τις επιχειρήσεις αυτές (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψεις 28 και 31).
26 Όπως ορθώς επισήμανε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 68 και 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η συλλογιστική της αποφάσεως Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής έχει εφαρμογή και στην προκειμένη περίπτωση δεδομένου ότι το άρθρο 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΞΕ ταυτίζεται κατ' ουσία με το άρθρο 130, παράγραφος 3, της Πράξεως σχετικά τους όρους προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών, καθώς και λόγω της ομοιότητας του στόχου που επιδιώκουν οι διατάξεις αυτές, δηλαδή τον καθορισμό του περιεχομένου των μέτρων διασφαλίσεως που μπορούν να θεσπιστούν από την Κοινότητα.
27 Μολονότι, σε αντίθεση με την απόφαση ΥΞΕ η οποία απευθύνεται σε όλα τα κράτη μέλη, η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου αφορούσε απόφαση της Επιτροπής σχετικά με ένα μόνον κράτος μέλος, η άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι η σκέψη 32 της αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-209/94 P, Buralux κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I-615), αποκλείει στη συγκεκριμένη περίπτωση την εφαρμογή της συλλογιστικής του Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα απόφαση Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
28 Η δικαστική προστασία που απολαύει ένας ιδιώτης από το άρθρο 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης δεν μπορεί να εξαρτάται από το γεγονός ότι η επίδικη απόφαση απευθύνεται σε ένα μόνον κράτος μέλος ή περισσότερα, πρέπει δε να στηρίζεται στη συγκεκριμένη κατάσταση του ιδιώτη αυτού σε σχέση με κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Αντίθετα προς την υπόθεση Buralux κ.λπ. κατά Συμβουλίου, η οποία αφορούσε μόνον πρόσωπα στα οποία απευθυνόταν γενικώς, η παρούσα υπόθεση αφορά πρόσωπα που εξατομικεύονται σαφώς. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι αυτό που είναι καθοριστικό για την εξατομίκευση των προσώπων που αφορά ατομικά απόφαση θεσπίζουσα μέτρο διασφαλίσεως είναι η προστασία της οποίας απολαύουν, βάσει του κοινοτικού δικαίου, η χώρα ή το έδαφος καθώς και οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ως προς τις οποίες εκδίδεται το μέτρο διασφαλίσεως.
29 Το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας στη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι τα στοιχεία εκτιμήσεως που διέθετε η Επιτροπή πριν από τη θέσπιση των προσβαλλομένων αποφάσεων ήταν συγκεκριμένα και ακριβή, δεδομένου ότι τα φορτία ρυζιού δύο τουλάχιστον των προσφευγουσών βρίσκονταν υπό διαμετακόμιση προς την Κοινότητα κατά τον χρόνο εκδόσεως της πρώτης αποφάσεως, στηρίζεται σε πραγματικά ζητήματα που δεν εμπίπτουν στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία της δικογραφίας, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του Πρωτοδικείου, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (διάταξη της 5ης Φεβρουαρίου 1998, C-30/96 P, Abello κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-377, σκέψη 49).
30 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που αντλείται από το απαράδεκτο της ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, τον οποίο προέβαλε η Ιταλική Κυβέρνηση, πρέπει να απορριφθεί.
Επί του βασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως
31 Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν κατ' ουσίαν έξι λόγους αναιρέσεως. Θεωρούν κατ' αρχάς ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αποφασίζοντας ότι, δυνάμει του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το Συμβούλιο δικαιούνταν να προσθέσει στην απόφαση ΥΞΕ ρήτρα διασφαλίσεως επιτρέπουσα τους περιορισμούς στην ελεύθερη εισαγωγή των γεωργικών προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ. Το Πρωτοδικείο υπέπεσε επίσης σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή βασίμως θεώρησε ότι οι δημιουργηθείσες δυσχέρειες μπορούσαν να προκαλέσουν επιδείνωση της παραγωγής του ρυζιού τύπου Indica εντός της Κοινότητας. Στη συνέχεια, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η ελάχιστη τιμή που καθορίστηκε με τη δεύτερη απόφαση έβαινε πέραν του απολύτως αναγκαίου. Εξάλλου, σύμφωνα με τις αναιρεσείουσες, το Πρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένως ότι εν προκειμένω ήταν εφαρμοστέο το αυστηρότερο καθεστώς στοιχειοθετήσεως ευθύνης σχετικά με τις κανονιστικές πράξεις. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει αν συνέτρεχε κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και έκρινε τις προσβαλλόμενες αποφάσεις προσδίδοντας εσφαλμένως αποφασιστική σημασία σε μέτρο της Κυβερνήσεως των Ολλανδικών Αντιλλών. Τέλος, το Πρωτοδικείο προσέδωσε υπερβολική σημασία στον προβλέψιμο χαρακτήρα της ζημίας.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
32 Πρώτον, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε ότι το Συμβούλιο είχε την εξουσία, σύμφωνα με το άρθρο 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, να προσθέσει στην απόφαση ΥΞΕ ρήτρα διασφαλίσεως επιτρέπουσα τη θέσπιση περιορισμού στην ελεύθερη εισαγωγή γεωργικών προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ.
33 Ο λόγος αυτός αναιρέσεως διαιρείται σε δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού, οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου στηρίζεται σε ανακριβή θεώρηση της διαμορφώσεως του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΞΕ. Σύμφωνα με τις αναιρεσείουσες, στη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε εσφαλμένως ότι το εν λόγω άρθρο προστέθηκε για να συμπληρώσει το καθεστώς συνδέσεως των ΥΞΕ με την Ευρωπαϋκή Οικονομική Κοινότητα χορηγώντας για πρώτη φορά στα γεωργικά προϋόντα καταγωγής ΥΞΕ την ελεύθερη πρόσβαση σε αυτήν.
34 Συναφώς, επισημαίνεται ότι στη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η γενική ρήτρα διασφαλίσεως υπήρχε ήδη στο παρελθόν και έτυχε εφαρμογής για πρώτη φορά στα γεωργικά προϋόντα καταγωγής ΥΞΕ, τα οποία υπάγονταν προηγουμένως σε ειδικό καθεστώς, όταν τα προϋόντα αυτά εξομοιώθηκαν με όλα τα άλλα προϋόντα. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο, ορθώς έκρινε ότι το άρθρο 109 της αποφάσεως ΥΞΕ είναι γενική ρήτρα διασφαλίσεως, εφαρμοστέα για πρώτη φορά στα γεωργικά προϋόντα καταγωγής ΥΞΕ.
35 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αρμοδιοτήτων που αντλούνται από το άρθρο 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι, αφενός, οι αρχές που αναφέρονται στη διάταξη αυτή αφορούν μόνον τις αρχές του τετάρτου μέρους της Συνθήκης, το μέρος δε αυτό δεν καλύπτει όλες τις αρχές που θεσπίζει η Συνθήκη και ότι, αφετέρου, το καθεστώς των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών και ΥΞΕ δεν μπορεί απλώς να εξομοιωθεί με το καθεστώς που ισχύει με τις τρίτες χώρες που δεν αποτελούν τμήμα της Κοινότητας· εν πάση περιπτώσει, το καθεστώς μεταξύ κρατών μελών και ΥΞΕ πρέπει να είναι ευνοϋκότερο από το καθεστώς που ισχύει για τις τρίτες χώρες. Οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται επίσης ότι το Συμβούλιο δεν έχει τη δυνατότητα να εκδίδει αποφάσεις εφαρμογής βάσει του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, παρεκκλίνοντας από την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ Κοινότητας και ΥΞΕ προς το συμφέρον της κοινής εμπορικής πολιτικής, τα δε μέτρα διασφαλίσεως μπορούν να θεσπίζονται μόνον υπό τις προϋποθέσεις που θεσπίζει το άρθρο 134 της Συνθήκης. Εξάλλου, οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι, από το τέταρτο μέρος της Συνθήκης και τα πρωτόκολλα περί εξαιρέσεων από το καθεστώς συνδέσεως των ΥΞΕ, προκύπτει ότι εξαίρεση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ Κοινότητας και ΥΞΕ απαιτεί διάταξη μέσα στην ίδια τη Συνθήκη. Τέλος, γενική ρήτρα διασφαλίσεως δεν συνάδει με τα άρθρα 132, σημείο 1, και 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
36 Συναφώς, υπενθυμίζεται κατ' αρχάς ότι, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο, η σύνδεση με τις ΥΞΕ πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει μιας δυναμικής και προοδευτικής διαδικασίας, κατά την οποία μπορεί να απαιτηθεί η θέσπιση πολλών διατάξεων προκειμένου να επιτευχθεί το σύνολο των σκοπών που διακηρύσσονται στο άρθρο 132 της Συνθήκης, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί χάρη στις προηγούμενες αποφάσεις του Συμβουλίου (απόφαση της 22ας Απριλίου 1997, C-310/95, Road Air, Συλλογή 1997, σ. Ι-2229, σκέψη 40). Συνεπώς, μολονότι οι ΥΞΕ είναι χώρες και εδάφη συνδεδεμένα με ειδικούς δεσμούς με την Κοινότητα, δεν αποτελούν εντούτοις τμήμα της Κοινότητας αυτής, η δε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων μεταξύ ΥΞΕ και Κοινότητας δεν υφίσταται στο στάδιο αυτό απεριορίστως δυνάμει του άρθρου 132 της Συνθήκης.
37 Στη συνέχεια, επισημαίνεται ότι το άρθρο 136, δεύτερο εδάφιο, εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να εκδίδει αποφάσεις στο πλαίσιο της συνδέσεως, βάσει των αρχών της Συνθήκης. Συνεπώς το Συμβούλιο, όταν εκδίδει αποφάσεις ΥΞΕ δυνάμει του εν λόγω άρθρου, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνον τις αρχές του τετάρτου μέρους της Συνθήκης, αλλά και τις άλλες αρχές του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των αρχών που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική.
38 Εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό συνάδει με τα άρθρα 3, στοιχείο ρρ, και 131 της Συνθήκης που προβλέπουν ότι η Κοινότητα προάγει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη των ΥΞΕ, χωρίς παρ' όλ' αυτά η προώθηση αυτή να συνεπάγεται υποχρέωση να ευνοούνται τα ΥΞΕ.
39 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η ρήτρα διασφαλίσεως και η εφαρμογή της στα γεωργικά προϋόντα καταγωγής ΥΞΕ δεν αποκλείονται στο πλαίσιο του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
40 Εξάλλου, δεδομένου ότι η ρήτρα διασφαλίσεως ουδόλως παραβιάζει τις αρχές του τετάρτου μέρους της Συνθήκης επειδή απλώς και μόνον υπάρχει, το επιχείρημα των αναιρεσειουσών ότι τέτοια ρήτρα διασφαλίσεως απαιτεί αναθεώρηση της Συνθήκης δεν είναι βάσιμο.
41 Το επιχείρημα ότι τα μέτρα διασφαλίσεως μπορούν να θεσπίζονται μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 134 της Συνθήκης πρέπει επίσης να απορριφθεί. Μολονότι το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι η διάταξη αυτή μπορεί να τύχει εφαρμογής μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης και μέχρι την υλοποίηση της κοινής τελωνειακής πολιτικής (προαναφερθείσα απόφαση Road Air, σκέψη 36), τα άρθρα 134 και 136, δεύτερο εδάφιο, επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς και, συνεπώς, η ερμηνεία της τελευταίας αυτής διατάξεως από το Πρωτοδικείο δεν θέτει σε αμφισβήτηση το περιεχόμενο της άλλης διατάξεως.
42 Το αντλούμενο από το άρθρο 132, σημείο 1, της Συνθήκης επιχείρημα δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό. Πράγματι, όπως προκύπτει από την πρώτη πρόταση της διατάξεως αυτής, η διάταξη αυτή καθορίζει μόνον τον επιδιωκόμενο με τη σύνδεση των ΥΞΕ σκοπό, θεσπίζοντας ότι το εμπόριο με τα ΥΞΕ εξομοιούται με το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (προαναφερθείσα απόφαση Road Air, σκέψη 40).
43 Τέλος, προκειμένου για το επιχείρημα που αντλείται από το άρθρο 133, παράγραφος 1, της Συνθήκης, αρκεί η απάντηση ότι η εξάλειψη των τελωνειακών δασμών κατά την είσοδο στην Κοινότητα των προϋόντων καταγωγής ΥΞΕ, που είναι ο σκοπός της διατάξεως αυτής, δεν αποκλείει τη δυνατότητα θεσπίσεως, βάσει του άρθρου 136, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, ρήτρας διασφαλίσεως περιορίζουσας την εισαγωγή μόνον κατ' εξαίρεση, εν μέρει και προσωρινώς.
44 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
45 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή βασίμως θεώρησε ότι οι δημιουργηθείσες δυσχέρειες μπορούσαν να προκαλέσουν επιδείνωση της παραγωγής του ρυζιού τύπου Indica εντός της Κοινότητας. Πράγματι, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των εισαγωγών του ρυζιού Αντιλλών και της μειώσεως της τιμής του κοινοτικού ρυζιού paddy ούτως ώστε η Επιτροπή να μπορεί να κρίνει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΞΕ και, εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κακώς δέχθηκε την ύπαρξη τέτοιου συνδέσμου.
46 Προς στήριξη της αιτιάσεως αυτής, οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι, στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η κρίση του Πρωτοδικείου ότι, βάσει των στοιχείων σχετικά με την τιμή του κοινοτικού ρυζιού paddy και τις εισαγωγές του ημιλευκασμένου ρυζιού Αντιλλών η Επιτροπή κατέληξε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις θέσεως σε ισχύ των μέτρων διασφαλίσεως, είναι ακατανόητη ενόψει των πολυαρίθμων στοιχείων που προσκόμισαν συναφώς. Η κρίση του Πρωτοδικείου στη σκέψη 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η Επιτροπή ορθώς διαπίστωσε σημαντική απόκλιση μεταξύ των τιμών, όσον αφορά το κοινοτικό ρύζι, μεταξύ Σεπτεμβρίου 1992 και Ιανουαρίου 1993, είναι επίσης αβάσιμη. Τέλος, οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι το επιχείρημα που περιλαμβάνεται στη σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το πρόγραμμα Poseidom και την εμπορία του ρυζιού στη Γουαδελούπη και Μαρτινίκα, δεν μπορεί, αυτό καθαυτό, να δικαιολογήσει τα θεσπισθέντα μέτρα διασφαλίσεως, ενώ θα επαρκούσαν λιγότερο δραστικά μέτρα.
47 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να τονιστεί ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, το άρθρο 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΞΕ δεν απαιτεί να αποδεικνύεται οπωσδήποτε ο αιτιώδης σύνδεσμος στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου αυτού, δηλαδή να ανακύπτουν δυσχέρειες δυνάμενες να επιφέρουν την επιδείνωση τομέα δραστηριότητας της Κοινότητας ή περιφέρειάς της. Φυσικά, στην πρώτη περίπτωση του άρθρου αυτού, δηλαδή όταν η εφαρμογή της αποφάσεως ΥΞΕ συνεπάγεται σοβαρές διαταραχές σε τομέα οικονομικής δραστηριότητας της Κοινότητας ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών ή θέτει σε κίνδυνο την εξωτερική οικονομική του σταθερότητα, πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου διότι τα μέτρα διασφαλίσεως πρέπει να έχουν ως αντικείμενο την εξομάλυνση ή άμβλυνση των δυσχερειών που ανέκυψαν στον υπό εξέταση τομέα. Αντιθέτως, όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, δεν απαιτείται οι δυσχέρειες που δικαιολογούν τη θέσπιση μέτρων διασφαλίσεως να προκύπτουν από την εφαρμογή της αποφάσεως ΥΞΕ.
48 Στη συνέχεια, υπενθυμίζεται ότι έχει χορηγηθεί στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως για την εφαρμογή του άρθρου 109 της αποφάσεως ΥΞΕ. Ενόψει τέτοιας εξουσίας, στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να περιοριστεί στον έλεγχο του αν η άσκηση της εξουσίας αυτής πάσχει πρόδηλη πλάνη ή κατάχρηση εξουσίας ή του αν ακόμα η Επιτροπή υπερέβη προφανώς τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως (προαναφερθείσα απόφαση Πειραϋκή-Πατραϋκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 40).
49 Επί του σημείου αυτού, επισημαίνεται ότι από τις σκέψεις 124 έως 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε δεόντως αν η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εξέταση της σχέσεως μεταξύ των εισαγωγών Αντιλλών ημιλευκασμένου ρυζιού και της πτώσεως των τιμών του κοινοτικού ρυζιού και έκρινε συναφώς στη σκέψη 128 ότι οι εισαγωγές και η πτώση της τιμής του κοινοτικού ρυζιού συνέβησαν συγχρόνως. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 109, παράγραφος 1, της αποφάσεως ΥΞΕ.
50 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
51 Τρίτον, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι, στη σκέψη 151 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι η ελάχιστη τιμή που καθορίστηκε με την απόφαση 93/211 δεν έβαινε πέραν του απολύτως αναγκαίου υπό την έννοια του άρθρου 109, παράγραφος 2, της αποφάσεως ΥΞΕ. ΟΙ αναιρεσείουσες θεωρούν ότι δεν ήταν αναγκαίο να τεθεί το ρύζι των Ολλανδικών Αντιλλών σε δυσμενή ανταγωνιστική θέση ως προς το κοινοτικό ρύζι, γεγονός το οποίο περιόρισε τη δυνατότητά τους εξαγωγής σε 8 400 τόνους που αναφέρθηκαν από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και τις υποχρέωσε να αποθηκεύσουν 16 000 τόνους ρυζιού που δεν μπορούσαν να πωληθούν.
52 Όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, εκ προοιμίου επισημαίνεται ότι, για να αποδειχθεί αν διάταξη του κοινοτικού δικαίου συνάδει με την αρχή αυτή, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που η αρχή αυτή θέτει σε ισχύ είναι κατάλληλα για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού και δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του μέτρου.
53 Στη συνέχεια, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός της αποφάσεως 93/211, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική της σκέψη, είναι να καθοριστεί μια κατώτατη επιτρεπτή τιμή εισαγωγής του ρυζιού Αντιλλών που να δημιουργεί τις ελάχιστες διαταραχές στη λειτουργία συνδέσεως των ΥΞΕ με την Κοινότητα, αποκαθιστώντας συγχρόνως τις δυσχέρειες που έχουν δημιουργηθεί στην κοινοτική αγορά.
54 Στο πλαίσιο αυτό, αφενός, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, τέτοιο μέτρο διασφαλίσεως δεν μπορεί να θέτει το ρύζι των Ολλανδικών Αντιλλών σε δυσμενή ανταγωνιστική θέση ως προς το κοινοτικό ρύζι. Πράγματι, από την ίδια την ουσία των μέτρων διασφαλίσεως προκύπτει ότι ορισμένα εισαγόμενα προϋόντα υποβάλλονται σε δυσμενές καθεστώς ως προς τα κοινοτικά προϋόντα.
55 Αφετέρου, οι διαπιστώσεις περί των πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο, όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών του ρυζιού, δεν μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές και λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
56 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι, στις σκέψεις 180 έως 186 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τη σοβαρότητα του πταίσματος που απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, κυρίως, ότι οι αποφάσεις δεν μπορούν να έχουν κανονιστικό χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΚ όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο και, επικουρικώς, ότι, ακόμη κι αν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είχαν τέτοιο χαρακτήρα, ο χαρακτήρας αυτός θα εξαλειφόταν ως προς αυτές, καθόσον οι αποφάσεις τις αφορούν άμεσα. Επικουρικότερα, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να γίνει χρήση αυστηρότερων κριτηρίων για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης για τον λόγο ότι οι αποφάσεις προσβάλλονται από τους ζημιωθέντες τους οποίους οι αποφάσεις αυτές αφορούν ατομικά.
57 Επισημαίνεται κατ' αρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, σ' ένα κανονιστικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από την άσκηση ευρείας διακριτικής εξουσίας, η ευθύνη της Κοινότητας μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνον αν το οικείο όργανο παραβίασε, κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό, τα όρια που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 25ης Μαου 1978, 83/76, 94/76, 4/77, 15/77 και 40/77, HNL κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1978, σ. 381, σκέψεις 4 και 6, και της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88, Sofrimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2477, σκέψη 25).
58 Στη συνέχεια, καθώς προκύπτει σαφώς από τις σκέψεις 177 και 180 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο είχε ως αφετηρία το γεγονός ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι πρέπει να εφαρμόζεται το αυστηρότερο κριτήριο στοιχειοθετήσεως της ευθύνης, δηλαδή απαιτείται να συντρέχει κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
59 Επομένως, το Πρωτοδικείο ορθώς εφάρμοσε το αυστηρότερο κριτήριο για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης.
60 Η προϋπόθεση ότι η προσβαλλομένη πράξη έχει τον τύπο αποφάσεως και συνεπώς, κατ' αρχήν, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως δεν αρκεί για να αποκλειστεί ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας τέτοιας πράξεως. Όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως, ο χαρακτήρας αυτός συνδέεται πράγματι με τη φύση της επίδικης πράξεως και όχι με τον τύπο της (βλ., συναφώς, την προαναφερθείσα απόφαση Sofrimport κατά Επιτροπής).
61 Επομένως, το κυρίως προβαλλόμενο επιχείρημα δεν είναι βάσιμο.
62 Όσον αφορά τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες επικουρικώς, επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι οι αποφάσεις αφορούν ατομικά τις αναιρεσείουσες δεν ασκεί επιρροή στη φύση της πράξεως στο πλαίσιο αγωγής αποζημιώσεως, εφόσον η αγωγή αποζημιώσεως συνιστά αυτόνομο ένδικο μέσο (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Sofrimport κατά Επιτροπής).
63 Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως δεν είναι βάσιμος.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
64 Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως των αναιρεσειουσών αντλείται, αφενός, από τη φερόμενη παράλειψη του Πρωτοδικείου να εξετάσει το ζήτημα αν διαπράχθηκε κατάφωρη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και, αφετέρου, από τη σημασία που προσέδωσε το Πρωτοδικείο σε μέτρο ληφθέν από την Κυβέρνηση των Ολλανδικών Αντιλλών. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως διαιρείται σε δύο σκέλη.
65 Πρώτον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η σοβαρή και πρόδηλη παραβίαση εκ μέρους της Επιτροπής των ορίων που επιβάλλονται κατά την άσκηση των εξουσιών της και η κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου είναι εναλλακτικά και όχι σωρευτικά κριτήρια στοιχειοθετήσεως της ευθύνης, στη σκέψη δε 194 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο κακώς παρέλειψε να εξετάσει τα δύο αυτά ζητήματα. Συναφώς, οι αναιρεσείουσες διευκρινίζουν ότι, αν η Επιτροπή είχε παραβιάσει το κοινοτικό δίκαιο, θα επρόκειτο οπωσδήποτε για επαρκώς σοβαρή παραβίαση, όπως η παραβίαση που περιλαμβάνεται στις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 215 της Συνθήκης, και συνεπώς το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να περιοριστεί στη διαπίστωση, όπως και έπραξε, ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε με σοβαρό και πρόδηλο τρόπο τα όρια των εξουσιών της.
66 Δεύτερον, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι, αντίθετα προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 194 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η ύπαρξη μέτρου θεσπισθέντος από τον Υπουργό Οικονομικών των Ολλανδικών Αντιλλών δεν μπορεί να απαλλάξει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, εφόσον η μη τήρηση της αρχής αυτής συνεπάγεται πρόδηλη και σοβαρή παραβίαση των ορίων της εξουσίας της.
67 Ως προς το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού αναιρέσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, παραβίαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους κοινοτικού οργάνου σε τομέα όπου το όργανο αυτό διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως δεν αρκεί αυτή καθαυτή για να στοιχειοθετήσει, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που υπέστησαν οι ιδιώτες (βλ., συναφώς, την προαναφερθείσα απόφαση HNL κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψεις 4 και 6). Πράγματι, τέτοιου είδους θεώρηση θα αποδυνάμωνε το κριτήριο που γίνεται δεκτό για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης και θα είχε εν προκειμένω ως αποτέλεσμα να παραβιαστεί ο αυτόνομος χαρακτήρας των δύο ενδίκων μέσων που διαθέτουν οι ιδιώτες σε περίπτωση παραβιάσεως του κοινοτικού δικαίου.
68 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αναιρέσεως, μολονότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως εντός μιας περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, αναφέροντας καλοπίστως, στην επίδικη απόφαση, την τιμή που καθόρισαν οι αρμόδιες αρχές των Ολλανδικών Αντιλλών, δεν προκύπτει ότι παραβίασε κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό τα όρια των εξουσιών της, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 194 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
69 Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως
70 Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο κρίνοντας στη σκέψη 207 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, παρ' όλη τη ζημία που υπέστησαν λόγω της πρώτης αποφάσεως, η ευθύνη της Κοινότητας δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να στοιχειοθετηθεί λόγω της προβλεψιμότητας της ζημίας αυτής.
71 Υπενθυμίζεται ότι, όπως σαφώς προκύπτει από την ίδια τη σκέψη 207, το Πρωτοδικείο εξέτασε το ζήτημα της προβλεψιμότητας της ζημίας μόνον επικουρικώς για να στηρίξει την κρίση στην οποία είχε ήδη καταλήξει και, συνεπώς, ο λόγος αυτός ουδαμώς αποφασιστικός ήταν στο πλαίσιο της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου.
72 Πράγματι, το Πρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 204 και 205 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η προβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες ζημία προκλήθηκε από την επίδικη απόφαση και, στη σκέψη 206, ότι δεν ήταν καν σαφές ότι οι αναιρεσείουσες υπέστησαν επιζήμιες συνέπειες στα οικονομικά τους συμφέροντα λαμβανομένης υπόψη της βελτιώσεως των συνθηκών της αγοράς.
73 Επειδή οι αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν λόγο αναιρέσεως κατά της κύριας αιτιολογίας των σκέψεων 204 έως 206 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αμφισβητούν την επικουρική αιτιολογία της σκέψεως 207 της αποφάσεως αυτής.
74 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως των αναιρεσειουσών πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
75 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αιτήσεως αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, αν υπήρξε σχετικό αίτημα. Η πρώτη πρόταση της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου ορίζει ότι τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Δεδομένου ότι οι αναιρεσείουσες ηττήθηκαν και η Επιτροπή είχε υποβάλει σχετικό αίτημα, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα. Η Γαλλική Δημοκρατία και η Ιταλική Δημοκρατία φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τις Antillean Rice Mills NV, European Rice Brokers AVV και Guyana Investments AVV στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Γαλλική Δημοκρατία και η Ιταλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Full & Egal Universal Law Academy