Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Αναίρεση * Λόγοι αναιρέσεως * Απλή επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου * Απαράδεκτο * Απορρίπτεται
[Οργανισμός (ΕΚ) του Δικαστηρίου, άρθρα 49 και 51 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 PAR 1, στοιχ. γ']
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-31/95 P,
Sergio Del Plato, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Varese (Ιταλία), εκπροσωπούμενος από τον Luigi Bonomi, δικηγόρο Varese, με τόπο επιδόσεων τη διεύθυνση 21100 Varese, via Orrigoni 6,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 7 Δεκεμβρίου 1994 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) στην υπόθεση T-242/94, Del Plato κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. ΙΙ-961), με την οποία ζητείται η ακύρωση της διατάξεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Gianluigi Valsesia, κύριο νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Hirsch (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Φεβρουαρίου 1995, ο Del Plato άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 7ης Δεκεμβρίου 1994, T-242/94, Del Plato κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. ΙΙ-961), η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή με την οποία ο Del Plato ζητούσε από το Πρωτοδικείο, αφενός, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής, της 1ης Ιουνίου 1992, περί αποκλεισμού του από τον πίνακα των υποψηφίων που είχαν κριθεί ικανοί να μεταβούν από την κατηγορία Β στην κατηγορία Α και, αφετέρου, να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει αποζημίωση στον προσφεύγοντα για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που φρονεί ότι υπέστη.
2 Από την προσβαλλόμενη διάταξη προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν αντέδρασε στη επίμαχη απόφαση της Επιτροπής εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 90 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ).
3 Ο Χ, συνάδελφος του Del Plato, κατόπιν διοικητικής ενστάσεως που είχε υποβάλει δυνάμει του άρθρου 90 του ΚΥΚ κατά της αποφάσεως με την οποία του είχε κοινοποιηθεί ο αποκλεισμός του, συμπεριελήφθη στις 8 Ιουλίου 1993, όπως προκύπτει από έγγραφο που του απηύθυνε η Επιτροπή στις 29 Ιουλίου 1993, στον πίνακα των υποψηφίων που είχαν κριθεί ικανοί να αλλάξουν κατηγορία.
4 Επιπλέον, προκειμένου να διακόψει τη σχετική προθεσμία ο Χ άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 17 Μαρτίου 1993 (ΕΕ C 123, σ. 13). Δεδομένου ότι η επιτροπή ad hoc έκανε δεκτή τη διοικητική ένστασή του, ο Χ παραιτήθηκε από την ένδικη προσφυγή και η υπόθεση Τ-23/93 διαγράφηκε από το Πρωτόκολλο με διάταξη της 14ης Ιουλίου 1993 (ΕΕ C 231, σ. 13).
5 Ο Del Plato, όταν πληροφορήθηκε, μέσω της δημοσιεύσεως, στις 27 Αυγούστου 1993, της διατάξεως περί διαγραφής της υποθέσεως Τ-23/93, την απόφαση με την οποία ο Χ κρίθηκε ικανός να αλλάξει κατηγορία, υπέβαλε, στις 19 Νοεμβρίου 1993, διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της επιτροπής ad hoc περί απορρίψεως της υποψηφιότητάς του, υποστηρίζοντας ότι η εγγραφή του Χ στον πίνακα των υποψηφίων που κρίθηκαν ικανοί να αλλάξουν κατηγορία αποτελούσε ένα νέο περιστατικό, ικανό να προκαλέσει την εκ νέου έναρξη της τρίμηνης προθεσμίας που προβλέπεται από τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.
6 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στην ένσταση αυτή, ο αναιρεσείων άσκησε, στις 27 Ιουνίου 1994, την προσφυγή που αποτελεί το αντικείμενο της προσβαλλομένης διατάξεως.
7 Με τη διάταξη αυτή, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση περί εγγραφής του Χ στον εν λόγω πίνακα δεν αποτελούσε νέο περιστατικό ως προς τον προσφεύγοντα και ότι δεν μπορούσε να γίνει επίκλησή της προκειμένου να δικαιολογηθεί η εκ νέου έναρξη των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.
8 Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο παρατήρησε (σκέψη 20) ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έκδοση αποφάσεως αφορώσας έναν ή περισσοτέρους συναδέλφους ενός προσφεύγοντος μπορεί να αποτελεί ένα νέο ουσιώδες περιστατικό το οποίο δικαιολογεί την επανεξέταση της περιπτώσεώς του, μόνον εφόσον οι περιπτώσεις για τις οποίες πρόκειται είναι παρόμοιες και, ιδίως, εφόσον οι λόγοι στους οποίους θα στηριχθεί ενδεχομένως η απόφαση που μπορεί να εκδοθεί κατόπιν της επανεξετάσεως αυτής δεν διαφέρουν από τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η έκδοση της αποφάσεως την οποία ο ενδιαφερόμενος προβάλλει ως νέο περιστατικό.
9 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε (σκέψη 24) ότι, με την διοικητική ένσταση που είχε ασκήσει στις 19 Νοεμβρίου 1993, προκειμένου να επιτύχει την επανεξέταση της αποφάσεως της 1ης Ιουνίου 1992, με την οποία είχε απορριφθεί το αίτημά του περί εγγραφής του στον πίνακα των επιτυχόντων, ο προσφεύγων είχε προβάλει ορισμένα ελαττώματα της εν λόγω αποφάσεως, και συγκεκριμένα, πρώτον, παράβαση των διατάξεων που διέπουν την επίμαχη διαδικασία, συνισταμένη στην υποχρέωση που του είχε επιβάλει η επιτροπή ad hoc να υποβάλει ένα υπόμνημα, μολονότι οι ακαδημαϊκοί και επαγγελματικοί του τίτλοι τον απήλλασσαν από την υποχρέωση αυτή, και στο γεγονός ότι το θέμα του υπομνήματος είχε επιλεγεί από την εν λόγω επιτροπή και, δεύτερον, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως του εγγράφου με το οποίο κοινοποιήθηκε η απόρριψη της υποψηφιότητάς του. Αντιθέτως, ο Χ, με τη διοικητική ένστασή του που οδήγησε στην εγγραφή του στον πίνακα των επιτυχόντων στις 8 Ιουλίου 1993, δεν αμφισβήτησε παρά μόνο την αξιολόγηση από την επιτροπή ad hoc του υπομνήματος που της είχε υποβάλει.
10 Το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα (σκέψη 22) ότι οι λόγοι που είχαν οδηγήσει στον αποκλεισμό του προσφεύγοντος και, αρχικά, του Χ από τον πίνακα των επιτυχόντων, καθώς και στη μετέπειτα εγγραφή του Χ στον εν λόγω πίνακα, ήταν διαφορετικοί, οπότε ο προσφεύγων, ελλείψει ομοιότητας μεταξύ της περιπτώσεώς του και εκείνης του Χ, δεν μπορούσε βάσιμα να υποστηρίξει ότι η απόφαση περί εγγραφής του Χ στον πίνακα των επιτυχόντων συνιστά ως προς αυτόν ένα νέο ουσιώδες περιστατικό.
11 Ο αναιρεσείων στηρίζει την αίτηση αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, στους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, είναι αβάσιμη η ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής και στους οποίους στηρίζεται η προσβαλλόμενη διάταξη με την οποία το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την εν λόγω ένσταση.
12 Ο αναιρεσείων υποστηρίζει, συναφώς, ότι η άποψη της Επιτροπής καταδεικνύεται εσφαλμένη και προσβάλλει προδήλως τα δικαιώματα άμυνάς του, στο μέτρο που αμφισβητεί ότι συνιστά νέο περιστατικό η αναγνώριση του βασίμου των λόγων που προέβαλε ένας άλλος υποψήφιος του ιδίου διαγωνισμού, ο οποίος είχε ασκήσει ένδικη προσφυγή κατά αποκλεισμού του για απολύτως όμοιους λόγους.
13 Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν μπορούσε να λάβει γνώση όλων των προδήλων πλημμελειών της διαδικασίας με μόνη την κοινοποίηση της αποφάσεως περί αποκλεισμού του από τον πίνακα των επιτυχόντων, δεδομένου ότι η εν λόγω κοινοποίηση δεν περιείχε καμμιά αιτιολογία.
14 Κατά τον αναιρεσείοντα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία περί του ότι η στάση που υιοθέτησε η Επιτροπή κατόπιν της ασκήσεως προσφυγής από έναν άλλο υποψήφιο, τον οποίο δηλαδή ενέγραψε στον πίνακα των επιτυχόντων, πρέπει να θεωρηθεί ως "νέο περιστατικό" προς όφελος του αιτούντος και να οδηγήσει, συνεπώς, στην εκ νέου έναρξη των προθεσμιών συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η Επιτροπή αναγνώρισε το βάσιμο των λόγων στους οποίους στηριζόταν η προσφυγή του άλλου υποψηφίου και οι οποίοι είχαν οδηγήσει, εξαιτίας μιας παρόμοιας συμπεριφοράς, στον παράνομο αποκλεισμό του από τον πίνακα επιτυχόντων.
15 Τέλος, ο αναιρεσείων παρατηρεί ότι, από αυστηρά νομικής απόψεως, μια διαδικαστική πλημμέλεια μπορεί να υπόκειται σε έναν αντικειμενικό έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος παρουσιάζει ενδιαφέρον και για άλλους υποψηφίους που βρίσκονται στην ίδια νομική κατάσταση.
16 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.
17 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, όταν αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
18 Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους που αφορούν αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, πλημμέλειες κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας διευκρινίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τους προβαλλόμενους νομικούς λόγους και επιχειρήματα.
19 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι μια αίτηση αναιρέσεως πρέπει να προσδιορίζει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη του αιτήματος της ακυρώσεως της εν λόγω αποφάσεως.
20 Κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται στην περίπτωση αιτήσεως αναιρέσεως η οποία απλώς επαναλαμβάνει ή αντιγράφει αυτολεξεί τους λόγους και τα επιχειρήματα που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που στηρίζονταν σε περιστατικά που έχουν ρητά απορριφθεί από το Πρωτοδικείο. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά, στην πραγματικότητα, αίτηση με την οποία επιδιώκεται η απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, επανεξέταση η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, εκφεύγει της αρμοδιότητάς του (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 17ης Οκτωβρίου 1995, C-62/94 Ρ, Turner κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 17).
21 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο στήριξε την απόφασή του στο γεγονός ότι οι λόγοι που είχαν οδηγήσει στον αποκλεισμό του προσφεύγοντος και, αρχικά, του Χ από τον πίνακα των επιτυχόντων, καθώς και στη μετέπειτα εγγραφή του Χ στον εν λόγω πίνακα, ήταν διαφορετικοί.
22 Ωστόσο, ο αναιρεσείων δεν αμφισβητεί αυτό το αποφασιστικό στοιχείο της διατάξεως, αλλά περιορίζεται να επαναλάβει τις επικρίσεις του σχετικά με τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί από την Επιτροπή ενώπιον του Πρωτοδικείου και είχαν θεωρηθεί από το Πρωτοδικείο ως αλυσιτελή.
23 Υπ' αυτές τις συνθήκες, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται τα κοινοτικά όργανα σε περιπτώσεις προσφυγής υπαλλήλων δεν αποδίδονται. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 122 του εν λόγω κανονισμού, το άρθρο 70 δεν εφαρμόζεται επί αιτήσεων αναιρέσεως που ασκούνται από μονίμους και μη μονίμους υπαλλήλους των οργάνων. Συνεπώς, δεδομένου ότι ο Del Plato ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τον Sergio Del Plato στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Λουξεμβούργο, 14 Μαρτίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy