Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ασφαλιστικά μέτρα * Αναστολή εκτελέσεως * Απόφαση του Πρωτοδικείου αποτελούσα αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως * Προϋποθέσεις χορηγήσεως * Απόδειξη περί της υπάρξεως κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 185 Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 83 PAR 2)
Περίληψη
Στο πλαίσιο της εξετάσεως του βασίμου αιτήσεως περί αναστολής εκτελέσεως αποφάσεως του Πρωτοδικείου, με την οποία ακυρώνεται απόφαση περί παύσεως ενός υπαλλήλου και η οποία αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, η σχετική με το επείγον προϋπόθεση που διατυπώνεται στο άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη να εκδοθεί προσωρινή απόφαση ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί την προσωρινή προστασία.
Η αίτηση περί αναστολής πρέπει να απορριφθεί εφόσον περιορίζεται στην αναφορά διαταραχών και σοβαρών κινδύνων που θα προκαλούσε στο θεσμικό όργανο η επανένταξη του ενδιαφερομένου, χωρίς να προβάλλεται κανένα επιχείρημα προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-166/95 P-R,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Δημήτριο Γκουλούση, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Benoit Cambier, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, Centre Wagner, Kirchberg,
αιτούσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 28ης Μαρτίου 1995 στην υπόθεση T-12/94, Frederic Daffix κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
όπου ο έτερος διάδικος είναι ο:
Frederic Daffix, υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Βρυξελλών, εκπροσωπούμενος από τους Georges Vandersanden και Laure Levi, δικηγόρους Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο τα γραφεία της Fiduciaire Myson SARL, 1, rue Glesener,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Μαΐου 1995, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ και των αντίστοιχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως της 28ης Μαρτίου 1995 στην υπόθεση Τ-12/94, με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 18ης Μαρτίου 1993 περί παύσεως του Daffix.
2 Eξάλλου, με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, η Επιτροπή υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Οργανισμού ΕΚ και των αντίστοιχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, καθώς και σύμφωνα με τα άρθρα 83 και 118 του Κανονισμού Διαδικασίας, αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
3 Στις 26 Ιουνίου 1995 ο προσφεύγων στην ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις επί της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων. Δεδομένου ότι στις γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που χρειάζεται το Δικαστήριο προκειμένου να αποφανθεί επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, δεν κρίθηκε αναγκαίο να αναπτύξουν οι διάδικοι προφορικώς τις απόψεις τους.
4 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται να υπομνησθεί εν συντομία το ιστορικό της διαφοράς, όπως αυτό προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του Πρωτοδικείου.
5 Τον Μάρτιο του 1991 η Επιτροπή κίνησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 87, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πειθαρχική διαδικασία κατά του Daffix, υπαλλήλου με βαθμό Β 3 της Γενικής Διευθύνσεως Χ, Πληροφόρηση, Επικοινωνία και Πολιτιστικά Θέματα (ΓΔ Χ).
6 Στον εν λόγω υπάλληλο προσήφθη το γεγονός ότι είχε καταρτίσει τρία δελτία παραγγελίας προς την SA Newscom, υπεργολάβο της Επιτροπής, επιφορτισμένη με τη διαχείριση των στούντιο που βρίσκονται στο υπόγειο του κτιρίου Berlaymont στις Βρυξέλλες, προκειμένου να λάβει από την εν λόγω εταιρία προκαταβολές σε μετρητά συνολικού ύψους 450 000 βελγικών φράγκων (BFR) για την πληρωμή των υπηρεσιών που, όπως ισχυρίζεται, είχαν ζητηθεί από τρίτον άσχετον προς το κοινοτικό όργανο πρόσωπο, τη Regine Lombaerts, η ύπαρξη του οποίου εξακολουθεί ακόμα και τώρα να είναι αβέβαιη, καθώς και ότι, στην πραγματικότητα, ιδιοποιήθηκε το χρηματικό αυτό ποσό. Προσήφθη επίσης στον Daffix ότι πλαστογράφησε την υπογραφή του αναπληρούντος τον επικεφαλή μιας μονάδας της ΓΔ Χ σε δύο από τα εν λόγω δελτία παραγγελίας.
7 Το πειθαρχικό συμβούλιο, το οποίο επελήφθη της υποθέσεως κατόπιν εκθέσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ), ύστερα από αρκετές ακροάσεις του Daffix και μαρτυρικές καταθέσεις υπαλλήλων, έκρινε, με τη γνωμοδότησή του της 18ης Φεβρουαρίου 1993, ότι δεν είχε αποδειχθεί η πλαστογράφηση των δελτίων παραγγελίας από τον Daffix και ότι, παρά τις διάφορες αντιφάσεις που είχαν επισημανθεί τόσο στις καταθέσεις του όσο και μεταξύ αυτών και των μαρτυρικών καταθέσεων, δεν μπορούσε να αποκλειστεί η περίπτωση να έχει το εν λόγω χρηματικό ποσό πράγματι καταβληθεί στο δηλωθέν από τον Daffix πρόσωπο. Ωστόσο, το πειθαρχικό συμβούλιο κατέληξε ότι ο Daffix, μη έχοντας προηγουμένως ελέγξει την ταυτότητα του προσώπου αυτού και μη έχοντας βεβαιωθεί σχετικά με το κατά πόσον το πρόσωπο αυτό νομιμοποιούνταν να εισπράξει το εν λόγω ποσό, υπέπεσε σε βαριά παράβαση των υποχρεώσεών του ως υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατά συνέπεια, το πειθαρχικό συμβούλιο πρότεινε στην ΑΔΑ να επιβάλει στον προσφεύγοντα ενώπιον του Πρωτοδικείου την ποινή του υποβιβασμού στον βαθμό Β 5, κλιμάκιο 1.
8 Ώστερα από ακρόαση του Daffix, η ΑΔΑ αποφάσισε, στις 18 Μαρτίου 1993, την παύση του χωρίς μείωση ή κατάργηση δικαιώματός του για συνταξιοδότηση, αιτιολογώντας την απόφασή της ως εξής:
"έχοντας υπόψη ότι ο Daffix παραδέχτηκε, κατά την ακρόαση της 10ης Απριλίου 1991, ότι είχε καταρτίσει τα τρία δελτία παραγγελίας, εκ των οποίων το ένα είχε υπογράψει ο ίδιος προσωπικώς, 'κατ' εντολήν' του ιεραρχικώς προϊσταμένου του, χωρίς ο τελευταίος να του έχει δώσει σχετικές οδηγίες
ο Daffix αρνήθηκε, κατά την ίδια ακρόαση, ότι είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του ιεραρχικώς προϊσταμένου του επί των δύο άλλων δελτίων παραγγελίας
ο Daffix χρησιμοποίησε τα τρία δελτία παραγγελίας για να του καταβληθεί σε μετρητά το προμνημονευθέν ποσό χωρίς να έχει λάβει εν προκειμένω οποιαδήποτε οδηγία
οι ισχυρισμοί του Dafffix σχετικά, αφενός, με την καταβολή του ποσού που είχε λάβει από την εταιρία Newscom σε τρίτο άσχετο προς το όργανο πρόσωπο και, αφετέρου, με την ταυτότητα του προσώπου αυτού, υπήρξαν διιστάμενοι και συχνά αντιφατικοί, οπότε δεν ήταν δυνατόν να ληφθούν υπόψη, ιδίως ενόψει των άλλων μαρτυρικών καταθέσεων που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας
επομένως είναι λογικό να συναχθεί ότι ο Daffix ιδιοποιήθηκε το ποσό των 450 000 BFR που είχε λάβει σε μετρητά από την εταιρία Newscom
εξάλλου, το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από δήλωσή του ίδιου του Daffix κατά την ακρόαση της 22ας Ιουλίου 1991
ο ίδιος ο Daffix παραδέχθηκε ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου ότι είχε όντως προβεί στη δήλωση αυτή στις 22 Ιουλίου 1991, έστω και αν, στη συνέχεια, αρνήθηκε να υπογράψει το πρακτικό της ακροάσεως
τα προσαπτόμενα στον Daffix γεγονότα συνιστούν εξαιρετικώς βαριά παράβαση των υποχρεώσεών του, πράγμα που, πράγματι, διακυβεύει τις βάσεις των σχέσεων εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίστανται μεταξύ του κοινοτικού οργάνου και κάθε μέλους του προσωπικού του, μια τέτοια δε συμπεριφορά δικαιολογεί την επιβολή ποινής υπερβαίνουσας το προταθέν από το πειθαρχικό συμβούλιο μέτρο".
9 Στις σκέψεις 1 έως 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως του Πρωτοδικείου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
10 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Ιανουαρίου 1994, ο Daffix άσκησε προσφυγή ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως της 18ης Μαρτίου 1993 με την οποία του επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της παύσεως.
11 Με την απόφασή του, το Πρωτοδικείο έκρινε παραδεκτό τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης πράξεως, λόγο που προβλήθηκε με το υπόμνημα απαντήσεως. Αναφερόμενο στη σπουδαιότητα που έχει, γενικώς, το καθήκον των οργάνων της Κοινότητας να αιτιολογούν τις πράξεις τους κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι πρόκειται για λόγο δημοσίας τάξεως ο οποίος, ως τοιούτος, είναι δυνατόν, εν πάση περιπτώσει, να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον κοινοτικό δικαστή.
12 Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εξέτασε το ζήτημα αν η επίδικη απόφαση ήταν δεόντως αιτιολογημένη, αφού υπέμνησε ότι, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τις απαραίτητες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι βάσιμη ή όχι και, αφετέρου, να καταστήσει δυνατό τον δικαστικό έλεγχο αυτής.
13 Συναφώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι στην απόφαση δεν μνημονεύονται κατά τρόπο αρκούντως σαφή οι εις βάρος του Daffix προσαφθείσες πράξεις που οδήγησαν την ΑΔΑ στην επιβολή της ποινής της παύσεως και σημειώνει, ειδικότερα, ότι στην απόφαση δεν περιέχεται κανένα στοιχείο ως προς το αν η αντλούμενη από την πλαστογράφηση των δελτίων παραγγελίας αιτίαση αποτελεί γεγονός αποδεδειγμένο. Προσθέτει ότι η ΑΔΑ δεν δικαιούνταν να περιοριστεί στο να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του Daffix κατά τους οποίους είχε καταβάλει το επίμαχο ποσό σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να αιτιολογήσει, κατά τρόπο ρητό, τους λόγους για τους οποίους τα προσκομισθέντα απ' αυτόν αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορούσαν, κατ' αυτήν, να στηρίξουν τους ισχυρισμούς του. Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ήταν ακόμη περισσότερο αναγκαία η ακριβής μνεία των προσαφθεισών στον Daffix πράξεων, δεδομένου ότι το πειθαρχικό συμβούλιο είχε εκτιμήσει, αφενός, ότι η υπ' αυτού πλαστογράφηση των δελτίων παραγγελίας δεν είχε αποδειχθεί και, αφετέρου, ότι δεν μπορούσε να αποκλείσει την περίπτωση να έχει ο Daffix καταβάλει το εν λόγω ποσό στην Regine Lombaerts.
14 Εξάλλου, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι η απόφαση δεν περιελάμβανε κανένα στοιχείο το οποίο να διασαφηνίζει επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η ΑΔΑ υπέβαλε ποινή βαρύτερη αυτής που είχε προταθεί από το πειθαρχικό συμβούλιο.
15 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η αιτιολογία της επίδικης αποφάσεως δεν του επέτρεπε να ασκήσει αποτελεσματικά τον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ ταυτόχρονα απέκλεισε, προκειμένου να διασφαλίσει πλήρως την τήρηση της αρχής της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο των πειθαρχικής φύσεως διαφορών, οποιαδήποτε δυνατότητα για την ΑΔΑ να διορθώσει την απόφασή της κατά τη διάρκεια της δίκης.
16 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την αμφισβητουμένη απόφαση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας.
17 Όσον αφορά την υπό κρίση αίτηση αναστολής εκτελέσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Οργανισμού ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Οργανισμών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, η άσκηση αναιρέσεως κατ' αποφάσεως του Πρωτοδικείου δεν έχει, κατ' αρχήν, ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, κατ' εφαρμογή των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των Συνθηκών ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
18 Δυνάμει του άρθρου 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διατάσσουσα, κατ' εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων, την αναστολή απόφαση εξαρτάται από τη ύπαρξη περιστατικών από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και από τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.
19 Κατά πάγια νομολογία, το επείγον πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη να εκδοθεί προσωρινώς απόφαση ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση στον διάδικο που ζητεί προσωρινή προστασία σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
20 Όσον αφορά τη σχετική με το επείγον προϋπόθεση, η Επιτροπή περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι "το ζητούμενο μέτρο είναι επείγον λόγω των σημαντικών διαταραχών που θα προέκυπταν από την επανένταξη του Daffix και από τους σοβαρούς κινδύνους που θα προκαλούσε στο κοινοτικό όργανο η επανένταξη ενός υπαλλήλου του οποίου η ακεραιότητα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των συζητήσεων και αποτελεί το αντικείμενο σοβαρών και δικαιολογουμένων υπονοιών που έχουν επιβεβαιωθεί με ομολογία του ενδιαφερομένου". Κανένα επιχείρημα δεν προβάλλεται προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών.
21 Επομένως, διαπιστώνεται ότι η αίτηση λήψεως προσωρινού μέτρου δεν περιέχει κανένα επιχείρημα προς απόδειξη υπάρξεως κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας που θα μπορούσε να υποστεί η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, από την επανένταξη του Daffix στις υπηρεσίες της.
22 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πληρούται η σχετική με το επείγον προϋπόθεση, όπως απαιτείται από το άρθρο 83, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Κατά συνέπεια, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αν τα πραγματικά και νομικά επιχειρήματα που προβάλλονται από την Επιτροπή μπορούν να δικαιολογήσουν, εκ πρώτης όψεως, τη ζητηθείσα αναστολή εκτελέσεως.
23 Επομένως, ότι η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 6 Ιουλίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy