Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Διαδικασία * Παρέμβαση * Διαδικασία προδικαστικής παραπομπής * Αίτηση παρεμβάσεως φυσικού ή νομικού προσώπου που δεν ήταν "ενδιαφερόμενος διάδικος" στην κύρια δίκη * Απαράδεκτο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρα 20 και 37)
Περίληψη
Είναι απαράδεκτη αίτηση παρεμβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου σε διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, προκειμένου να υποβληθούν παρατηρήσεις επί του ερωτήματος που έθεσε το αιτούν δικαστήριο, από φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν ζήτησε ούτε απέκτησε την ιδιότητα του παρεμβαίνοντος ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
Συγκεκριμένα, μολονότι το άρθρο 37 του Οργανισμού του Δικαστηρίου αναγνωρίζει δικαίωμα παρεμβάσεως, αυτό ισχύει μόνον στις κατ' αντιδικία διαδικασίες οι οποίες αποβλέπουν στην επίλυση διαφοράς και όχι στην προβλεπομένη από το άρθρο 177 της Συνθήκης διαδικασία, το δε άρθρο 177, μολονότι προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων, την επιτρέπει, στην περίπτωση φυσικών ή νομικών προσώπων, στα πρόσωπα που είχαν την ιδιότητα του ενδιαφερομένου διαδίκου στη δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου που υπέβαλε ερωτήματα στο Δικαστήριο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-181/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του tribunal de commerce de Nivelles (Βέλγιο) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Biogen Inc.
και
Smithkline Beecham Biologicals SA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 1768/92 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, σχετικά με την καθιέρωση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φάρμακα (ΕΕ L 182, σ. 1),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα N. Fennelly
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Δεκεμβρίου 1995, η Research Corporation Technologies Inc., εταιρία αμερικανικού δικαίου, ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα υπόθεση προκειμένου να υποβάλει παρατηρήσεις επί του δευτέρου ερωτήματος που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.
2 Προς στήριξη της αιτήσεώς της, υποστηρίζει ότι το άρθρο 37 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου αναγνωρίζει στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα το δικαίωμα να παρεμβαίνουν σε διαφορές που υποβάλλονται στο Δικαστήριο, πράγμα που κατά την αιτούσα περιλαμβάνει και τις προδικαστικές παραπομπές. Εξάλλου, το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα των διαδίκων, των κρατών μελών, της Επιτροπής και, ενδεχομένως, του Συμβουλίου να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου υπομνήματα ή έγγραφες παρατηρήσεις, δεν περιορίζει ή δεν αποκλείει ρητώς το δικαίωμα των φυσικών ή νομικών προσώπων να ασκούν παρέμβαση επί προδικαστικών παραπομπών.
3 Μια τέτοια αίτηση παρεμβάσεως σε διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη (βλ. διάταξη του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 1964, 6/64, Costa, Rec. 1964, σ. 1195, και απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1968, 19/68, De Cicco, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 849, 851).
4 Το άρθρο 37 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο επικαλείται η αιτούσα, αναγνωρίζει στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα το δικαίωμα να παρεμβαίνουν ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον έχουν έννομο συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο. Ορίζει επίσης ότι τα αιτήματα του δικογράφου της παρεμβάσεως μπορούν να έχουν ως αντικείμενο μόνον την υποστήριξη των αιτημάτων ενός των διαδίκων. Επομένως, έχει εφαρμογή στις κατ' αντιδικία διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες αποβλέπουν στην επίλυση μιας διαφοράς.
5 Το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΚ δεν συνιστά κατ' αντιδικία διαδικασία για την επίλυση μιας διαφοράς, αλλά διαδικασία η οποία έχει ως σκοπό, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ενιαία ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου μέσω της συνεργασίας του Δικαστηρίου με τα εθνικά δικαστήρια, να παρέχει τη δυνατότητα στα εθνικά δικαστήρια να ζητούν την ερμηνεία κοινοτικών νομοθετικών κειμένων τα οποία έχουν εφαρμογή στις διαφορές που εκδικάζουν.
6 Η διαδικασία συμμετοχής στις περιπτώσεις του άρθρου 177 της Συνθήκης απορρέει από το άρθρο 20, παράγραφοι 1 και 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο περιορίζει το δικαίωμα καταθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου υπομνημάτων ή παρατηρήσεων στους ενδιαφερομένους διαδίκους, στα κράτη μέλη, στην Επιτροπή και, ενδεχομένως, στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Με τον όρο "ενδιαφερόμενοι διάδικοι" η διάταξη αυτή εννοεί μόνον εκείνους που έχουν την ιδιότητα του διαδίκου στα πλαίσια της διαφοράς ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου (βλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 1973, 62/72, Bollmann, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 481, σκέψη 4). Μια τέτοια ειδική διάταξη δεν θα είχε νόημα αν το δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία του άρθρου 177 αναγνωριζόταν σε όλους τους ενδιαφερομένους κατά το κείμενο του άρθρου 37. Επομένως, πρόσωπο που δεν ζήτησε να παρέμβει ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και δεν έγινε δεκτή η παρέμβασή του ενώπιόν του δεν έχει το δικαίωμα να υποβάλει παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
7 Επομένως, η αίτηση παρεμβάσεως που υπέβαλε η εταιρία Research Corporation Technologies Inc. απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
8 Ελλείψει δικαστικών εξόδων, παρέλκει να αποφανθεί το Δικαστήριο επ' αυτών.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση παρεμβάσεως της εταιρίας Research Corporation Technologies Inc. ως απαράδεκτη.
2) Παρέλκει η απόφανση επί των δικαστικών εξόδων.
Λουξεμβούργο, 26 Φεβρουαρίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy