Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή ακυρώσεως * Φυσικά ή νομικά πρόσωπα * Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά * Διάταξη θεσπίζουσα το γλωσσικό καθεστώς της ενιαίας διαδικασίας για την απόκτηση κοινοτικού σήματος * Προσφυγή πληρεξουσίου στον τομέα των σημάτων * Απαράδεκτη
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 173, εδ. 4 κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 115)
Περίληψη
Δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 115 του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, το οποίο εφαρμόζεται σε όλους τους αιτούντες κοινοτικό σήμα επιβάλλοντάς τους ένα γλωσσικό καθεστώς, καθορίζεται αντικειμενικά σε σχέση με τον σκοπό του, η προσφυγή ακυρώσεως που ασκείται κατά της διατάξεως αυτής από ένα φυσικό πρόσωπο, πληρεξούσιο στον τομέα των σημάτων, το οποίο δεν έχει αποδείξει ότι η πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το διακρίνει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που επιθυμεί να αποκτήσει, για τον εαυτό του ή για τους εντολείς του, ένα κοινοτικό σήμα, είναι απαράδεκτη.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-270/95 P,
Christina Kik, δικηγόρος και πληρεξούσιος στον τομέα των σημάτων, εκπροσωπούμενη από τον Goosen L. Kooy, δικηγόρο Χάγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Nicolas Decker, 16, avenue Marie-Therese,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 19 Ιουνίου 1995 το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) στην υπόθεση T-107/94, Κik κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1717), και με την οποία ζητείται η αναίρεση της διατάξεως αυτής,
όπου οι έτεροι διάδικοι είναι:
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους Giorgio Maganza και Guus Houttuin, μέλη της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Bruno Eynard, διευθυντή της Διευθύνσεως Νομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
και
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Pieter Van Nuffel, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Carlos Gomez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
υποστηριζόμενοι από το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή Νομικού και Θεσμικού Συντονισμού επί Κοινοτικών Υποθέσεων, και την Gloria Calvo Diaz, abogado del Estado, της Υπηρεσίας Κοινοτικών Διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
παρεμβαίνον,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, πρόεδρο τμήματος, P. Jann (εισηγητή) και L. Sevon, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Leger
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Αυγούστου 1995, η Kik άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΚ και των αντιστοίχων διατάξεων των οργανισμών του Δικαστηρίου ΕΚΑΧ και ΕΚΑΕ, αναίρεση κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 19ης Ιουνίου 1995, Τ-107/94, Kik κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1717), η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή με την οποία η Kik ζητούσε την ακύρωση του άρθρου 115 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 40/94), καθόσον αποκλείει τα ολλανδικά ως γλώσσα εργασίας του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: Γραφείο).
2 Το Γραφείο αυτό ιδρύθηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού 40/94.
3 Η χρήση των γλωσσών, όσον αφορά τις διαδικασίες καταθέσεως, ανακοπής, εκπτώσεως και ακυρότητας σημάτων ρυθμίζεται από το άρθρο 115 του κανονισμού 40/94. Η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου διευκρινίζει ότι οι αιτήσεις κοινοτικού σήματος μπορούν να κατατίθενται στο Γραφείο σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η παράγραφός του 2 ορίζει ότι οι γλώσσες εργασίας του Γραφείου είναι αποκλειστικώς η γερμανική, η αγγλική, η ισπανική, η γαλλική και η ιταλική. Οι παράγραφοι 3 έως 7 προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτών πρέπει να δηλώνει, στην ίδια την αίτησή του, μια "δεύτερη γλώσσα" η οποία πρέπει να είναι μία από τις γλώσσες εργασίας του Γραφείου και ότι, αν η αίτηση έχει γίνει σε γλώσσα άλλη από τις γλώσσες εργασίας του Γραφείου, η δεύτερη αυτή γλώσσα μπορεί να χρησιμοποιείται από το Γραφείο για τις γραπτές ανακοινώσεις που απευθύνει στον αιτούντα και, τέλος, ότι προϋποτίθεται ότι ο αιτών δέχεται τη δεύτερη γλώσσα ως γλώσσα διαδικασίας για τις διαδικασίες ανακοπής, εκπτώσεως και ακυρότητας.
4 Από την προσβαλλόμενη διάταξη (σκέψη 3) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, η οποία είναι ολλανδόφωνη, ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και του πληρεξουσίου στον τομέα των σημάτων. Έχει οικονομικά συμφέροντα σε ένα ολλανδικό γραφείο σημάτων.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Μαρτίου 1994, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, με την οποία ζήτησε την ακύρωση του άρθρου 115, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ζήτησε από το Πρωτοδικείο να απαγορεύσει στο Γραφείο να λάβει ή να διατάξει τη λήψη των μέτρων που θα καθιστούσαν δυνατό στο Γραφείο να αρχίσει τις εργασίες του πριν το Συμβούλιο τροποποιήσει την απόφασή του περί αποκλεισμού της ολλανδικής γλώσσας από τις γλώσσες εργασίας του Γραφείου. Το Συμβούλιο, η Επιτροπή και το Βασίλειο της Ισπανίας, στο οποίο είχε επιτραπεί να παρέμβει υπέρ αυτών, ζήτησαν να κριθεί η προσφυγή απαράδεκτη.
6 Με διάταξη της 19ης Ιουνίου 1995, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
7 Με την αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει τη διάταξη του Πρωτοδικείου και να κηρύξει παραδεκτή, έναντι του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, την προσφυγή για την ακύρωση του άρθρου 115 του κανονισμού 40/94. Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει έναν μόνο λόγο, και συγκεκριμένα ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, καθόσον στηρίχθηκε σε μια κατανομή των πολιτών σε κατηγορίες βάσει της γλώσσας που χρησιμοποιούν. Η κατανομή αυτή είναι, κατά την αναιρεσείουσα, παράνομη, επειδή αντιβαίνει προς τον κανονισμό 1 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (JO 1958, 17, σ. 385). Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι, λόγω της αντιθέσεως αυτής, ο κανονισμός 40/94 στερείται γενικής ισχύος ως προς το σημείο αυτό. Αντιθέτως, έχει χαρακτήρα αποφάσεως και αφορά την αναιρεσείουσα άμεσα και ατομικά.
8 Με το υπόμνημά τους απαντήσεως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
9 Κατά το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, όταν η αίτηση αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη.
10 Στις σκέψεις 35 και 36 της διατάξεώς του το Πρωτοδικείο τόνισε τα εξής:
"35 Καθόσον η προσφυγή ακυρώσεως στρέφεται κατά του Συμβουλίου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσας από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο κατά κανονισμού εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποτελεί, στην πραγματικότητα, απόφαση, η οποία αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά, και ότι το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως πρέπει να αναζητείται στη γενική ή μη γενική ισχύ της εν λόγω πράξεως (βλ., για παράδειγμα, τη διάταξη του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1993, C-168/93, Government of Gibraltar και Gibraltar Development κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-4009, τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Ιανουαρίου 1995, Τ-116/94, Casa nazionale di previdenza ed assistenza a favore degli avvocati e procuratori κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, και την απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Φεβρουαρίου 1995, Τ-472/93, Campo Ebro κ.λπ. κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή). Μια πράξη έχει γενική ισχύ αν εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και αν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων in abstracto (βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1989, C-244/88, Usines cooperatives de deshydratation du Vexin κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3811, και της 27ης Μαρτίου 1990, C-229/88, Cargill κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1303).
36 Εν προκειμένω, από τον κανονισμό 40/94 προκύπτει ότι αυτός επιδιώκει τη θέσπιση ενιαίας διαδικασίας με την οποία οι επιχειρήσεις μπορούν να λαμβάνουν ένα κοινοτικό σήμα. Ως στοιχείο της ενιαίας αυτής διαδικασίας, το γλωσσικό καθεστώς που θεσπίζει το άρθρο 115 παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι μιας κατηγορίας προσώπων θεωρουμένων in abstracto, δηλαδή των προσώπων που επιθυμούν να λάβουν γι' αυτά τα ίδια ή για λογαριασμό των εντολοδόχων τους ένα κοινοτικό σήμα. Επομένως, η προσφεύγουσα θίγεται από την προσβαλλομένη πράξη μόνον υπό την αντικειμενική ιδιότητά της του πληρεξουσίου στον τομέα των σημάτων, όπως και κάθε άλλος πληρεξούσιος στον τομέα των σημάτων που βρίσκεται, όσον αφορά τη χρησιμοποιηθείσα μέχρι τώρα γλώσσα, στο πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων του, πραγματικώς ή δυνητικώς, σε μια πανομοιότυπη κατάσταση (βλ., σε ανάλογες υποθέσεις και ως παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1983, 231/82, Spijker κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2559, σκέψη 9, και τις διατάξεις του Πρωτοδικείου της 29ης Οκτωβρίου 1993, Τ-463/93, GUNA κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1205, σκέψη 17, και της 21ης Φεβρουαρίου 1995, Τ-117/94, Associazione agricoltori della provincia di Rovigo κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή)."
11 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να θίξει το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου, ότι δηλαδή το άρθρο 115 του κανονισμού 40/94 δεν αφορά την αναιρεσείουσα άμεσα και ατομικά. Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, το Πρωτοδικείο δεν δημιούργησε μια νέα νομική κατηγορία, δηλ. εκείνη των πληρεξουσίων στον τομέα των σημάτων, οι οποίοι χρησιμοποιούν ως γλώσσα εργασίας την ολλανδική, αλλά διαπίστωσε απλώς ότι οι πληρεξούσιοι στον τομέα των σημάτων που χρησιμοποιούν τη γλώσσα αυτή βρίσκονται σε πανομοιότυπη πραγματική κατάσταση. Επομένως, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως.
12 Συναφώς, πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός αφορά ατομικά την αναιρεσείουσα, πρέπει να τη θίγει όσον αφορά τη νομική της κατάσταση, λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τη χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και την εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο του αποδέκτη μιας αποφάσεως (βλ. αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937, και της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, σκέψη 20).
13 Το γεγονός ότι μια διάταξη μπορεί να έχει διαφορετικές συγκεκριμένες συνέπειες για τα διάφορα υποκείμενα δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται δεν αντιφάσκει προς τον κανονιστικό της χαρακτήρα, εφόσον οι καταστάσεις στις οποίες εφαρμόζεται καθορίζονται αντικειμενικά (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1968, 6/68, Zuckerfabrik Watenstedt κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 791, και της 5ης Μαΐου 1977, 101/76, Koninklijke Scholten Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1976, σ. 257, σκέψη 24).
14 Εν προκειμένω, το άρθρο 115 του κανονισμού 40/94 εφαρμόζεται σε όλους τους αιτούντες κοινοτικό σήμα επιβάλλοντάς τους ένα γλωσσικό καθεστώς. Επομένως, το πεδίο εφαρμογής του καθορίζεται αντικειμενικά σε σχέση με τον σκοπό του.
15 Με δεδομένη τη γενική ισχύ της ρυθμίσεως αυτής, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται τη διακρίνει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που επιθυμεί να αποκτήσει, για τον εαυτό του ή για τους εντολείς του, ένα κοινοτικό σήμα.
16 Ορθώς, επομένως, έκρινε το Πρωτοδικείο απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως της αναιρεσείουσας.
17 Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικά της έξοδα καθώς και στα έξοδα τα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Το Βασίλειο της Ισπανίας, το οποίο παρενέβη στη δίκη, θα φέρει, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Η προσφεύγουσα θα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και εκείνα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Ο παρεμβαίνων διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 28 Μαρτίου 1996.
Full & Egal Universal Law Academy