Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προδικαστικά ερωτήματα * Παραδεκτό * Αίτηση μη περιέχουσα επακριβώς διατυπωμένα ερωτήματα και μη παρέχουσα επαρκείς διευκρινίσεις ως προς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο
(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 177 Οργανισμός του Δικαστηρίου ΕΚ, άρθρο 20)
Περίληψη
Η ανάγκη επιτεύξεως ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η οποία θα είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλει τον καθορισμό από το εθνικό δικαστήριο του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή τουλάχιστον τη διευκρίνιση των υποθετικών περιπτώσεων στις οποίες βασίζονται τα ερωτήματα αυτά.
Συναφώς, οι πληροφορίες που παρέχονται και τα ερωτήματα που υποβάλλονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει όχι μόνον να καθιστούν δυνατόν στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προπαρατεθείσας διατάξεως, μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους.
Κατά συνέπεια, είναι προδήλως απαράδεκτη, καθόσον δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί σε χρήσιμη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, η αίτηση εθνικού δικαστηρίου του οποίου η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει επακριβώς διατυπωμένα ερωτήματα, δεν παρέχει τη δυνατότητα να εντοπιστούν με βεβαιότητα τα ζητήματα επί των οποίων το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να αποφανθεί το Δικαστήριο με την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και δεν περιλαμβάνει επαρκείς ενδείξεις ώστε να τηρούνται οι προμνησθείσες επιταγές.
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-307/95,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση της Commissione tributaria di primo grado di Reggio Emilia (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Μax Mara Fashion Group Srl
και
Ufficio del registro di Reggio Emilia,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (GU L 249, σ. 25), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 156, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, Πρόεδρο, Κ. Ν. Κακούρη, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet και G. Hirsch, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, J. L. Murray, P. Jann, H. Ragnemalm (εισηγητή), L. Sevon και M. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Γ. Κοσμάς
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Mε διάταξη της 15ης Ιουνίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Σεπτεμβρίου 1995, η Commissione tributaria di primo grado di Reggio Emilia ζητεί, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (GU L 249, σ. 25), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (ΕΕ L 156, σ. 23).
2 Το αιτούν δικαστήριο επελήφθη διαφοράς μεταξύ της Μax Mara Fashion Group Srl (στο εξής: Μax Mara) και του Ufficio del registro di Reggio Emilia. Η Μax Mara ζητεί, μεταξύ άλλων, την επιστροφή 2 388 722 000 ιταλικών λιρών που κατέβαλε στις 30 Μαρτίου 1990 ως φόρο καταχωρίσεως πράξεων συγχωνεύσεως.
3 Κατά τη διάταξη περί παραπομπής η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι "από τον συνδυασμό των διατάξεων των προπαρατεθεισών οδηγιών προκύπτει καταφανώς ότι δεν μπορεί να επιβληθεί κανένας φόρος εισφοράς στην περίπτωση εισφοράς που πραγματοποιεί κεφαλαιουχική εταιρία σε άλλη, περίπτωση η οποία συντρέχει επίσης επί συγχωνεύσεως εταιριών".
4 Με έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 1995, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Νοεμβρίου 1995, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει, συμπληρώνοντας τη διάταξη περί παραπομπής, ότι ζητεί από το Δικαστήριο να του παράσχει τα στοιχεία που θα του επιτρέψουν να δεχθεί ενδεχομένως την προσφυγή, εκθέτοντας στην προδικαστική απόφαση αν η φορολογητέα ύλη στην περίπτωση του φόρου εισφοράς έχει εναρμονισθεί στο φορολογικό δίκαιο των διαφόρων κρατών μελών. Φαίνεται στη συνέχεια ότι το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το ζήτημα του αμέσου αποτελέσματος των κοινοτικών οδηγιών, ιδίως ως προς το αν ο συντελεστής του φόρου εισφοράς που ισχύει στην Ιταλία συνάδει προς τις σχετικές οδηγίες.
5 Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου. Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται στην εξέταση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και μόνον (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 1964, 75/63, Unger, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1069, και της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89, Dzodzi, Συλλογή 1990, σ. Ι-3763).
6 Η ανάγκη επιτεύξεως ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, η οποία θα είναι χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλει όπως αυτό καθορίζει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται τα ερωτήματα που υποβάλλει ή τουλάχιστον εξηγεί τις υποθετικές περιπτώσεις στις οποίες βασίζονται τα ερωτήματα αυτά (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1993, C-320/90, C-321/90 και C-322/90, Telemarsicabruzzo κ.λπ., Συλλογή 1993, σ. Ι-393, σκέψη 6 διατάξεις της 19ης Μαρτίου 1993, C-157/92, Banchero, Συλλογή 1993, σ. Ι-1085, σκέψη 4, της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik, Συλλογή 1995, σ. Ι-511, σκέψη 12, και της 7ης Απριλίου 1995, C-167/94, Grau Gomis κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-1023, σκέψη 8).
7 Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι πληροφορίες που παρέχονται και τα ερωτήματα που υποβάλλονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει όχι μόνον να καθιστούν δυνατόν στο Δικαστήριο να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και να παρέχουν στις κυβερνήσεις των κρατών μελών καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους διαδίκους τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
8 Στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι, βάσει της προπαρατεθείσας διατάξεως, μόνες οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους (απόφαση της 1ης Απριλίου 1982, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk κ.λπ., Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6, και προπαρατεθείσες διατάξεις Saddik, σκέψη 13, και Grau Gomis κ.λπ., σκέψη 10).
9 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη περί παραπομπής δεν περιέχει ακριβή ερωτήματα προς το Δικαστήριο, δεν παρέχει τη δυνατότητα να εντοπιστούν με βεβαιότητα τα ερωτήματα επί των οποίων το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να αποφανθεί το Δικαστήριο με την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και δεν περιλαμβάνει επαρκείς ενδείξεις ώστε να τηρούνται οι προμνησθείσες επιταγές. Επομένως, η διάταξη περί παραπομπής δεν παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί σε χρήσιμη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται ήδη από το παρόν στάδιο της διαδικασίας η διαπίστωση, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 92 και 103 του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι η αίτηση του εθνικού δικαστηρίου είναι προδήλως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από την Commissione tributaria di primo grado di Reggio Emilia, με διάταξη της 15ης Ιουνίου 1995, είναι απαράδεκτη.
Λουξεμβούργο, 21 Δεκεμβρίου 1995.
Full & Egal Universal Law Academy